Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1449 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1449/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Μονοπρόσωπης ΕΠΕ με την επωνυμία "Καλλιτεχνικές και Επιχειρηματικές Δραστηριότητες ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", που εδρεύει στο Ηράκλειο και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Ι. Ν. Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Περαντωνάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Π. Μ., 2) Π. Γ. Μ. και 3) Μ. Γ. Μ., κατοίκων ..., εκ των οποίων οι 1ος και 3η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Σπανουδάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ ο 2ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-1-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 60/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 209/2020 του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2-6-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο επισπεύδων τη συζήτηση διάδικος δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη όμως ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως (Α.Π. 224/2023, Α.Π. 1152/2023). Αν αντιθέτως η επίσπευση της συζήτησης έγινε με την επιμέλεια του αντιδίκου του διαδίκου που δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της αναίρεσης ή εμφανίσθηκε, αλλά δεν έλαβε μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση αυτού. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (Α.Π. 534/2023, Α.Π. 474/2022).
Στην αντίθετη περίπτωση, η συζήτηση προχωρεί παρά την απουσία εκείνου που έχει νόμιμα κλητευθεί. Την κλήτευση του απολειπομένου διαδίκου επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (Α.Π. 175/2023, Α.Π. 474/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της ένδικης από 2-6-2021 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 209/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, κατά τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (4-10-2024), δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, ούτε υποβλήθηκε ως προς αυτόν δήλωση, ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης (άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.). Από την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση της αναίρεσης αναιρεσείοντες υπ' αριθμ. ...-2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, με έδρα το Πρωτοδικείο Ηρακλείου, Ε. Σ. του Ζ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ορισθείσα με Πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος (άρθρο 568 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε με επιμέλειά τους, νόμιμα και εμπρόθεσμα στο δεύτερο αναιρεσίβλητο. Συνακόλουθα, εφόσον ο απολειπόμενος αναιρεσίβλητος κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστεί κατά την ως άνω δικάσιμο, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).
Η κρινόμενη από 2-6-2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. 19/13-7-2021) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 209/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και ειδικότερα των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 591, 614 περ. 1, 615 επ. Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, εφόσον δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, που δημοσιεύθηκε στις 30-10-2020 και η κρινόμενη αίτηση κατατέθηκε στη γραμματεία του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, που εξέδωσε την προσβαλλομένη (άρθρο 495 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), στις 13-7-2021 (άρθρα 552,553 παρ. 1β, 556,558,564 παρ. 3,566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Με την από 14-1-2018 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑ125/νΜΘ/5/15-1-2018) αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, οι ήδη αναιρεσίβλητοι, εξέθεσαν ότι, δυνάμει του από 16-5-2011 ιδιωτικού συμφωνητικού, εκμίσθωσαν στην πρώτη εναγόμενη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, ήδη πρώτη αναιρεσείουσα, το περιγραφόμενο στην αγωγή ισόγειο κατάστημα, που βρίσκεται στο Ηράκλειο, στη συμβολή της Λεωφόρου Σ. Βενιζέλου και της οδού Μίνωος, αντί μηνιαίου μισθώματος 2.800 ευρώ, πλέον του τέλους χαρτοσήμου 3,6%, καταβλητέου εντός του πρώτου πενθημέρου κάθε μισθωτικού μήνα και ότι ο δεύτερος εναγόμενος, ήδη δεύτερος αναιρεσείων εγγυήθηκε την εμπρόθεσμη καταβολή των μισθωμάτων. Ότι , αν και καθ' όλη τη διάρκεια της μίσθωσης η μισθώτρια εταιρεία έκανε ακώλυτη χρήση του μισθίου, από επανειλημμένη δυστροπία καθυστερεί την καταβολή των μισθωμάτων των τελευταίων οκτώ (8) μηνών, καθώς και τις βαρύνουσες αυτήν κοινόχρηστες δαπάνες, οι οποίες έως το Σεπτέμβριο του έτους 2017, ανέρχονταν στο ποσό των 6.082,93 ευρώ και ότι για το λόγο αυτό, με την αγωγή τους, καταγγέλλουν τη μίσθωση. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησαν να υποχρεωθεί η πρώτη εναγόμενη να τους αποδώσει τη χρήση του μισθίου καταστήματος, κυρίως λόγω της λύσης της μίσθωσης με βάση την δια της αγωγής ασκηθείσα καταγγελία, κατ' άρθρο 597 Α.Κ., και επικουρικά λόγω της επανειλημμένης δυστροπίας ως προς την καταβολή του μισθώματος, κατ' άρθρο 66 του ΕισΝ.Κ.Πολ.Δ. και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον ο καθένας, να τους καταβάλουν τα οφειλόμενα μισθώματα και τις κοινόχρηστες δαπάνες, πλέον των μισθωμάτων έως το χρόνο συζήτησης της αγωγής και συνολικά το ποσό των 38.114,93 ευρώ. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου, με την υπ' αριθμ. 60/2019 απόφασή του, απέρριψε την αγωγή, κρίνοντας ότι, εφόσον εντός μηνός από την επίδοση αυτής (αγωγής), με την οποία καταγγέλθηκε η επίδικη μίσθωση, καταβλήθηκε από τους εναγομένους το σύνολο των καθυστερούμενων οφειλών για μισθώματα και κοινόχρηστες δαπάνες, δεχόμενο ότι το καταβλητέο μηνιαίο μίσθωμα, μετά από τροποποιήσεις, μειώθηκε σε 1.100 ευρώ, η καταγγελία δεν παράγει αποτελέσματα, κατά παραδοχή ως βάσιμου του ισχυρισμού των εναγομένων περί εφαρμογής του άρθρου 597 παρ. 2 Α.Κ. Μετά από έφεση που άσκησαν οι ενάγοντες, ήδη αναιρεσίβλητοι, κατά της ανωτέρω απόφασης, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 209/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση και εξαφάνισε στο σύνολό της, για το ενιαίο της εκτέλεσης του τίτλου, την πρωτόδικη απόφαση, κρίνοντας ειδικότερα ότι, εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του, μετά την απόρριψη της αγωγής κατά την κύρια βάση της, τη στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 597 Α.Κ., δεν ερεύνησε την επικουρική βάση της, τη στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 66 του ΕισΝ.Κ.Πολ.Δ και, ακολούθως, αφού κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή, απέρριψε, όπως και η εκκαλούμενη απόφαση, την αγωγή ως προς το αίτημα καταβολής μισθωμάτων και ως προς την κύρια βάση της, δέχθηκε αυτήν κατά την επικουρική της βάση και υποχρέωσε την πρώτη εναγομένη και κάθε τρίτο που κατέχει το μίσθιο ακίνητο στο όνομά της ή έλκει δικαιώματα από αυτήν να αποδώσει στους ενάγοντες τη χρήση του μισθίου ακινήτου.
Με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ορίζεται ότι το δικόγραφο της αγωγής, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής αρκεί για το παραδεκτό της αγωγής να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής τα πραγματικά περιστατικά, που αποτελούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής ορισμένης νομικής διάταξης, στην οποία και θεμελιώνεται το ασκούμενο με την αγωγή αίτημα. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η μη πλήρης αναφορά των περιστατικών αυτών καθιστά την αγωγή αόριστη και οδηγεί στην απόρριψή της ως απαράδεκτης, για έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης, η οποία αποτελεί και προϋπόθεση του παραδεκτού της (Α.Π. 523/2016, Α.Π. 1611/2008).
Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο αγωγή. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά δηλαδή περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 του Κ.Πολ.Δ. Επίσης, από τις διατάξεις του άρθρου 562 παρ. 2 και 3 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημοσία τάξη. Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται τόσο το περιεχόμενο του, όσο και ο νόμιμος τρόπος που προτάθηκε ή επαναφέρθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (Ολ.ΑΠ 15/2000, Α.Π. 93/2020, Α.Π. 1401/2008). Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι αόριστοι, απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, ούτε όμως και οι λόγοι έφεσης που αφορούν ισχυρισμούς αρνητικούς της αγωγής (Α.Π. 687/2024, Α.Π. 1101/2023, Α.Π. 1051/2023). Δεν ιδρύεται, δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, ως απαράδεκτο ή αβάσιμο, γεγονός που σημαίνει ότι τον έλαβε υπόψη (Ολ.ΑΠ 14/2004, Α.Π. 1209/2023, Α.Π. 14/2021, Α.Π. 15/2021, Α.Π. 595/2020), ανεξάρτητα αν ύστερα από την εκτίμησή του καταλήξει σε έστω και εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (Α.Π. 1209/2023, Α.Π. 554/2020, Α.Π. 677/2015), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Α.Π. 1209/2023, Α.Π. 3/2021, Α.Π. 694/2020, Α.Π. 90/2019) ή στη περίπτωση που το δικαστήριο τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε (Α.Π. 163/2022, Α.Π. 98/2020, Α.Π. 7/2020). Για να είναι ορισμένος ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν "τα πράγματα", που παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο, παρότι είχαν προταθεί νομίμως από τον αναιρεσείοντα, καθώς και τα στοιχεία εκείνα από τα οποία θα κρινόταν αν τα "πράγματα" είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 804/2023, Α.Π. 855/2022, Α.Π. 161/2017, Α.Π. 173/2017).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του Κ.Πολ.Δ., ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντίστοιχου όρου του άρθρου 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ., όπως αυτός αναλύθηκε παραπάνω δηλαδή θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι' αυτά, όχι όμως και οι αρνητικοί, των ουσιωδών κατά τα άνω ισχυρισμών, ισχυρισμοί του διαδίκου ή τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα του δικαστηρίου και των διαδίκων από την εκτίμηση των αποδείξεων. Ο ανωτέρω λόγος θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται "πράγματα", χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι` αυτά. Δεν απαιτείται όμως η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη και μάλιστα σε σχέση με συγκεκριμένο ισχυρισμό, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (Ολ.ΑΠ 25/2003, Ολ.ΑΠ 3/1997, Α.Π. 605/2023, Α.Π. 23/2023, Α.Π 18/2021).
Ο λόγος είναι αβάσιμος, αν από την απόφαση του δικαστηρίου προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα τούτο στηρίχτηκε στις αποδείξεις που προσήχθησαν, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ή να αντικρούει, ειδικά, κάθε αποδεικτικό μέσο (Α.Π. 23/2023, Α.Π. 1101/2023, Α.Π. 1209/2023, Α.Π. 1343/2022).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (Ολ.ΑΠ 1/2020, Ολ.ΑΠ 2/2019, Ολ.ΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006, Α.Π. 6/2022, Α.Π. 1217/2020).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Α.Π. 453/2022, Α.Π. 1217/2020).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Α.Π. 68/2020, Α.Π. 12/2020, Α.Π. 1217/2020).
Στην ερευνώμενη περίπτωση, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 περ. β' και 19 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ότι η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, με το πρώτο σκέλος του πιο πάνω λόγου, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του τον, προβληθέντα ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ένδικης αγωγής και ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της έφεσης των αναιρεσίβλητων, ισχυρισμό (ένσταση) αοριστίας του δικογράφου της αγωγής, ήτοι ότι "οι ενάγοντες δεν προσδιορίζουν στην αγωγή των, ούτε ποίων μηνών τα μισθώματα οφείλονται, ούτε ποίου ποσού συνολικά ήταν τα οφειλόμενα, ούτε ποίων μηνών οι κοινόχρηστες δαπάνες οφείλοντο κατά τη στιγμή της άσκησης της αγωγής, ούτε πως προκύπτει το αιτούμενο ποσό των 38.114,93 ευρώ". Από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής, προκύπτει ότι αυτή περιέχει τα, κατ` άρθρο 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με τα άρθρα 361, 574, 597, 599 παρ. 1 του Α.Κ. και 66 του ΕιΝΚ.Πολ.Δ., αναγκαία στοιχεία και είναι επαρκώς ορισμένη, αφού εκτίθενται σ' αυτή ο χρόνος κατάρτισης της ένδικης μισθωτικής σύμβασης, η διάρκεια αυτής, το μηνιαίο μίσθωμα πλέον του τέλους χαρτοσήμου, η καθυστέρηση του μισθώματος, το συνολικό ύψος των οφειλόμενων μισθωμάτων οκτώ (8) μηνών και των μισθωμάτων έως το χρόνο συζήτησης της αγωγής, καθώς και οι οφειλόμενες κοινόχρηστες δαπάνες, διατυπώνεται δε και η περί καταγγελίας δήλωση βούλησης των εκμισθωτών, ενώ ο ισχυρισμός για επανειλημμένη δυστροπία δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής, αλλά αντένσταση που εμποδίζει την κατάργηση της δίκης δια καταβολής των καθυστερούμενων μισθωμάτων (Α.Π. 1469/2013, Α.Π. 86/2005), ενώ, περαιτέρω, το αξιούμενο συνολικό ποσό που αναφέρεται σ' αυτήν προκύπτει με βάση απλές αριθμητικές πράξεις, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην αγωγή, σε κάθε δε περίπτωση δεν μπορεί να καταστήσει αόριστη την αγωγή η αναγραφή λανθασμένου αριθμητικού αποτελέσματος κατά την πρόσθεση των επί μέρους κονδυλίων.
Επομένως, το Μονομελές Εφετείο Ανατολικής Κρήτης, που με την 209/2020 τελεσίδικη απόφασή του, έκρινε την αγωγή αυτή ορισμένη και απέρριψε τον περί αοριστίας ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, αναφέροντας, ειδικότερα, επί λέξει, "..η αγωγή, η οποία είναι ορισμένη, διότι περιέχει τα απαιτούμενα στοιχεία για την πληρότητά της και συγκεκριμένα την έγκυρη σύμβαση μίσθωσης, την ιδιότητα των εναγόντων ως εκμισθωτών και της πρώτης εναγομένης ως μισθώτριας, το μηνιαίο μίσθωμα, πλέον του τέλους χαρτοσήμου, το χρόνο καθυστέρησης της καταβολής του μισθώματος (8 μήνες πριν από την άσκηση της αγωγής), το οφειλόμενο ποσό που περιλαμβάνει τα ληξιπρόθεσμα μισθώματα που δεν καταβλήθηκαν λόγω της δυστροπίας της μισθώτριας, τα μισθώματα έως το χρόνο συζήτησης της αγωγής και οι κοινόχρηστες δαπάνες, καθώς και το αίτημα της απόδοσης της χρήσης του μισθίου [...], χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται ότι η δυστροπία ήταν επανειλημμένη, απορριπτομένης ως ουσιαστικά αβάσιμης της προβαλλόμενης από τους εφεσίβλητους (ήδη αναιρεσείοντες) ενώπιον του Εφετείου αυτού κατ' άρθρο 527 αριθ. 3 ένστασης αοριστίας...", δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 περ.β Κ.Πολ.Δ, συνιστάμενη στο ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της ως άνω δικανικής κρίσης του, τον παραδεκτά προβαλλόμενο με τις προτάσεις των εναγομένων-εφεσιβλήτων, ήδη αναιρεσειόντων ισχυρισμό περί αοριστίας του δικογράφου της αγωγής και επομένως, ο ως άνω λόγος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί έτσι που έκρινε, έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό και τον απέρριψε για λόγο ουσιαστικό, κρίνοντας την αγωγή ορισμένη και νόμω βάσιμη.
Κατά το δεύτερο σκέλος του, ο πρώτος αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης, με την αιτίαση ότι δεν έχει καθόλου αιτιολογίες επί της προταθείσας ως άνω ένστασης, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, καθόσον δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός κατά το στάδιο της έρευνας και απόρριψης της ένστασης αοριστίας, έτσι ώστε δεν τίθεται ζήτημα έλλειψης νόμιμης βάσης κατά την απόρριψή της. Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 8 περ. α'και β' και 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. [όπως εκτιμάται και όχι και από τους αριθμούς 1 και 17 του 559 Κ.Πολ.Δ., που αναφέρουν οι αναιρεσείοντες], με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν, και δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη, χωρίς όμως να καθορίζουν αφενός τον ισχυρισμό που παρά το νόμο έλαβε ή δεν έλαβε υπόψη του, το νόμιμο τρόπο που αυτός τυχόν προβλήθηκε στο δικαστήριο ουσίας, το περιεχόμενο αυτού, το χρόνο πρότασής του ή επαναφοράς του στο Εφετείο, όσον αφορά την πλημμέλεια εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ και αφετέρου, χωρίς να καθορίζουν ποίους ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης ισχυρισμούς δέχτηκε το Εφετείο ως αληθινούς χωρίς απόδειξη, όσον αφορά την εκ του αριθμού 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, αποδιδόμενη πλημμέλεια.
Επομένως, ο λόγος αυτός, ως προς τις άνω αιτιάσεις του, είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος. Ανεξαρτήτως και πέραν αυτού, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού τα εκτιθέμενα, διηγηματικώς, στον άνω λόγο αναίρεσης, ως πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης εκ των ανωτέρω άρθρων, αναφορικά με την παραδοχή ότι πρόκειται περί επανειλημμένης δυστροπίας και παρά την ολοσχερή εξόφληση των οφειλόμενων (μισθωμάτων κ.λ.π.) οδήγησε το Εφετείο να διατάξει την απόδοση της χρήσης του μισθίου, κατ' άρθρο 66 του ΕισΝΚ.Πολ.Δ., η οποία (παραδοχή), δήθεν, είναι ελλιπής και λανθασμένη, ήτοι ότι: α) ουδεμία αγωγή ή εξώδικη διαμαρτυρία, ουδεμία αλλαγή στάσης των εκμισθωτών (αναιρεσίβλητων) παρατηρήθηκε κατά το διάστημα των 24 μηνών που το μίσθωμα που καταβαλλόταν ήταν 1.100 ευρώ, β) κατά το διάστημα των 24 αυτών μηνών συζητείτο και περαιτέρω μείωση μεταξύ του πρώτου και δεύτερου των εναγόντων- πρώτου και δεύτερου αναιρεσίβλητων στο ποσό των 800 ευρώ, γ) κατά το ίδιο διάστημα ο πρώτος αναιρεσίβλητος και ο δεύτερος αναιρεσείων, συνεργάζονταν με καθημερινή προσωπική σχέση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών από τον πρώτο στο δεύτερο και η συνεργασία αυτή συνεχιζόταν και μετά τη λήξη του συμφωνηθέντος διαστήματος της μείωσης του μισθώματος με το με χρονολογία 15-10-2014 τροποποιητικό συμφωνητικό, δ) είναι προφανές ότι η, χωρίς την οποιαδήποτε ενόχληση των εναγομένων για το μίσθωμα, συνεργασία αυτή, αποδεικνύει και την καλή σχέση και την ομαλή εξέλιξη της μίσθωσης σε σχέση με το καταβλητέο μίσθωμα, ε) ότι παρά τις προσπάθειες το μίσθιο παραμένει κενό αρκετό χρόνο αλλά το μίσθωμα καταβάλλεται, εξαιρέσει των επίδικων μηνών, και πριν από αυτούς και μετά από αυτούς και κυρίως μετά την κοινοποίηση της αγωγής και τη συζήτηση της υπόθεσης, η συμπεριφορά δε αυτή είναι αδύνατο να δείχνει εμμονή τους στη μη εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεών τους, ώστε να συντρέχει η προϋπόθεση της καθυστέρησης καταβολής μισθώματος και της επανειλημμένης δυστροπίας, δεν αποτελούν "πράγματα", αλλά αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς, επιχειρήματα και συμπεράσματα των αναιρεσειόντων, που συνάγονται κατά την άποψή τους από την εκτίμηση των αποδείξεων, τα οποία όμως δεν έγιναν δεκτά από το Δικαστήριο. Υπό την επίφαση δε του ρηθέντος αναιρετικού λόγου, πλήττεται απαραδέκτως η ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) από το Δικαστήριο της ουσίας.
Κατόπιν αυτών, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας των αναιρεσειόντων (άρθρ. 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Τέλος, πρέπει, να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-6-2021 (αριθμ. έκθ. κατ. 19/13-7-2021) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 209/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ