Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1452 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1452/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Β. ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ & ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ" και δ.τ. "Χ. Β. ΑΕ", που εδρεύει στην Λυκόβρυση Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Βιτώρο.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. χας Λ. Π., η οποία δεν παραστάθηκε. Στο σημείο αυτό εμφανίστηκε ο δικηγόρος Ιωάννης Τόλιας (ΑΜ ΔΣΑ 9644), ο οποίος, αφού πήρε από την Πρόεδρο το λόγο, δήλωσε ότι η αναιρεσίβλητη Ε. χα Λ. Π. απεβίωσε στις ...-2023 και τη βίαιη διακοπή της δίκης συνεχίζει η νόμιμη κληρονόμος της Ε. Π. του Δ., κάτοικος ..., που εκπροσωπείται από τον ίδιο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-6-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 959/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1358/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-5-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ερασμία Λιούλη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της υπεισελθούσας στη δίκη κληρονόμου της αποβιωσάσης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α', 287 και 290 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, συνάγεται ότι η δίκη διακόπτεται αν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και έως ότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, συντρέξει κάποιος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στη διάταξη αυτή λόγους. Το αποτέλεσμα της διακοπής και της επανάληψης της δίκης επέρχεται, μόνον εφόσον, τόσο το διακοπτικό γεγονός, λ.χ. θάνατος του διαδίκου κ.λπ., όσο και η κατά νόμιμο τρόπο γνωστοποίησή του, επισυμβούν το βραδύτερο μέχρι την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο. Ο θάνατος του διαδίκου, επιφέρει βίαιη διακοπή της δίκης, ως προς αυτόν. Η διακοπή αυτή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου αυτής προς τον αντίδικο, με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση ή εκτός του ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης, από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον, που μέχρι την στιγμή της επέλευσης του λόγου της διακοπής (όπως του θανάτου κάποιου διαδίκου) ήταν πληρεξούσιος αυτού, οπότε, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση, ως προς την ιδιότητα εκείνου, που δικαιούται να επαναλάβει τη δίκη, ακολουθεί παραδεκτώς, άμεση συζήτηση της υποθέσεως. Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του), ο οποίος και έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη. Η δίκη που διακόπηκε, μπορεί να επαναληφθεί, είτε εκούσια και με ενιαία προφορική - ρητή δήλωση του διαδίκου, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, είτε αναγκαστικά με πρόσκληση του αντιδίκου του διαδίκου, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή (Ολ. Α.Π. 22/2000, Α.Π. 66/2020, Α.Π. 575/2020, Α.Π. 83/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, κατά την προαναφερομένη δικάσιμο (4.10.2024), ο νομίμως παριστάμενος πληρεξούσιος δικηγόρος της Ε. Π. του Δ. και της Μ., Ι. Τ., δήλωσε προφορικώς στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, δυνάμει του με αρ. ....2024 ειδικού πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Λ. - Λ. και καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεώς του, αλλά και με τις προτάσεις του, ότι, με την από 16.2.2020, νομίμως δημοσιευθείσα, με το με αρ. ....2024 πρακτικό δημοσιεύσεως στο Ειρηνοδικείο Καλλιθέας, ιδιόγραφη διαθήκη, της αρχικώς εναγομένης - διαθέτιδος Ε. χας Λ. Π., η οποία απεβίωσε την 10.9.2023 γνωστοποιεί τον θάνατο αυτής και εκουσίως επαναλαμβάνει η ως άνω εντολέας του τη διακοπείσα δίκη, ως εκ διαθήκης κληρονόμος της θανούσας αρχικώς εναγομένης - αναιρεσιβλήτου. Προς τούτο, προσκομίζει, με επίκληση στις από 11.9.2024 προτάσεις της (άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ): α) τη με αρ. πρωτ. ....2023 Ληξιαρχική Πράξη θανάτου, εκδοθείσα από την Ληξίαρχο Παλαιού Φαλήρου Αττικής Μ. Π., β) το υπ' αριθμ. πρωτ. ....2024 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών, εκδοθέν από τον Δήμο Νέας Σμύρνης Αττικής, γ) τα υπ' αριθμ. ....2024 πιστοποιητικά των Γραμματέων του Ειρηνοδικείου Καλλιθέας και Πρωτοδικείου Αθηνών, περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης και μη αμφισβητήσεως του κληρονομικού δικαιώματος, αντίστοιχα και δ) τα υπ' αριθμ. ....2024 Πρακτικά Συνεδριάσεως του Ειρηνοδικείου Καλλιθέας, με την από 16.2.2020 ιδιόγραφη διαθήκη της θανούσας. Η γνωστοποίηση του επισυμβάντος, μετά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, θανάτου της αναιρεσίβλητης, καθώς και η εκούσια επανάληψη της διακοπείσας δίκης, είναι νόμιμη και, ως εκ τούτου, νομίμως παρίσταται, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο, στη θέση της κληρονομηθείσας διαδίκου, παραδεκτώς δε ακολούθησε άμεση συζήτηση της υπόθεσης, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην αμέσως προηγούμενη μείζονα νομική σκέψη, εφόσον η γνωστοποίηση του θανάτου και η εκούσια επανάληψη της δίκης έγιναν με προφορική ρητή δήλωση, στο ακροατήριο, από την μοναδική εξ ιδιογράφου διαθήκης κληρονόμο της θανούσας (άρθρα 1710, 1711, 1712, 1721, 1846 του Α.Κ.), ενώ δεν υπήρξε αμφισβήτηση της πιο πάνω ιδιότητάς της, ως κληρονόμου εκ μέρους της αναιρεσείουσας.
Κατά το άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η καταχρηστική προθεσμία της έφεσης είναι δύο έτη, που αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης, που περατώνει τη δίκη. Κατά συνέπεια, εφόσον πρόκειται για απόφαση που δημοσιεύτηκε μετά την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015, αν αυτή δεν επιδοθεί, η προθεσμία της έφεσης τελειώνει όταν παρέλθουν τα δύο έτη, οπότε η απόφαση, εφόσον δεν υπόκειται πλέον σε έφεση, γίνεται τότε τελεσίδικη (ΑΠ 1879/2023). Στο άρθ. 74 παρ. 1 του Ν. 4690/2020 (A' 104) ορίζεται ότι : "1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων, ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων. Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα, οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ), καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων, δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους", ενώ κατά την παρ. 1 του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 (Α' 48) ορίζεται ότι : "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α' 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α' 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών, ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων, ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων. Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους" και, τέλος, κατά την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 4792/2021 (A' 54): "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α'48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της, υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021, κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορωνοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας, για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00' έως και τη Δευτέρα 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6.00' (Β' 1194), ήτοι η 6.4.2021" (AΠ 23/2023, ΑΠ 987/2022, ΑΠ 1129/2022).
Περαιτέρω, κατά την ερμηνευτική διάταξη του άρθ. 49 του Ν.4963/2022 (ΦΕΚ Α' 149/30.07.2022): "1. Κατά την αληθή έννοια του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν.4690/2020 Α'104 και του πρώτου εδάφιου της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α'48) ως προθεσμίες άσκησης ενδίκων βοηθημάτων και μέσων που ανεστάλησαν κατά το διάστημα από 13.3.2020 ως 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως 5.4.2021, νοούνται και οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 518, της παρ. 5 του άρθρου 545 και της παρ. 3 του άρθρου 564 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας [π.δ. 503/1985 (Α'182), ΚΠολΔ] 2. Κατά την αληθή έννοια του τρίτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 και του τρίτου εδαφίου της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 ως προθεσμίες άσκησης ενδίκων μέσων των οποίων παρατείνεται η λήξη νοούνται και οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 518, της παρ. 5 του άρθρου 545 και της παρ. 3 του άρθρου 564 ΚΠολΔ. Είναι σαφές, επομένως, ότι οι παραπάνω διατάξεις εφαρμόζονται και στην καταχρηστική προθεσμία της άσκησης των ενδίκων μέσων και άρα και της έφεσης και επομένως το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και εισαγγελιών της χώρας δεν υπολογίζεται στην καταχρηστική προθεσμία άσκησης της έφεσης (ΑΠ 89/2025, ΑΠ 740/2025, ΑΠ 688/2024, ΑΠ 353/2024, ΑΠ 1670/2023, ΑΠ 1338/2023, ΑΠ 987/2022).
Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα κατά το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ 2/2011, ΑΠ 623/2015, ΑΠ 673/2013). Με τον όρο ''απαράδεκτο'' νοείται το δικονομικό, αυτό δηλαδή που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΟλΑΠ 12/2010, ΑΠ 1879/2023, ΑΠ 254/2022, AΠ 1185/2021, AΠ 363/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 10.5.2022 και με αριθμό κατ. 3837/400/2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 1358/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και δη των μισθωτικών διαφορών (άρθρο 614 αρ. 1 του ΚΠολΔ), επί της από 25.7.2020 έφεσης της ενάγουσας - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ` αριθ. 959/20.6.2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 26.6.20217 αγωγή της ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με την προσβαλλομένη απόφαση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την ως άνω έφεση ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησης αυτής. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης της ενάγουσας - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, που ασκήθηκε με την κατάθεσή της την 12.5.2022, κατ' άρθρο 495 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών, έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ.3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, από την επομένη της δημοσίευσης (15.03.2022) της προσβαλλόμενης απόφασης.
Πρέπει, συνεπώς, να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης, με αριθμό 1358/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι αυτό απέρριψε την από 25.7.2020 έφεση της αναιρεσείουσας, κατά της με αριθμό 959/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, όπως προκύπτει από αυτή, δημοσιεύτηκε στις 20.6.2018, με την ακόλουθη αιτιολογία: "Η ένδικη έφεση ασκήθηκε από την ενάγουσα-εκκαλούσα, που ηττήθηκε στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, νομότυπα (άρθρα 495, 511, 513, 516, 517 εδ. α' και 520 ΚΠολΔ) ήτοι κατατέθηκε αρμοδίως την 7η-8-2020 από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της εκκαλούσας, Κωνσταντίνο Βιτώρο. Η προσβαλλόμενη, όμως, απόφαση δημοσιεύθηκε την 20η-6-2018 και ταυτόχρονα οι διάδικοι δεν επικαλούνται ούτε από τα έγγραφα του φακέλου (οίκοθεν) προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης. Επομένως, η ένδικη έφεση, σύμφωνα και με όσα λέχθηκαν παραπάνω στη μείζονα πρόταση της παρούσας, ασκήθηκε εκπρόθεσμα, δηλαδή μετά τη συμπλήρωση της διετούς προθεσμίας για την άσκησή της, η οποία (διετής προθεσμία) έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον η εκκαλουμένη απόφαση δημοσιεύθηκε και το ένδικο μέσο ασκήθηκε μετά την έναρξη της ισχύος του Ν. 4335/2015, δηλαδή μετά την 1η-1-2016, χωρίς η εκκαλούσα να επικαλείται οποιονδήποτε ανασταλτικό ή διακοπτικό της προθεσμίας αυτής λόγο ούτε τη συνδρομή ανώτερης βίας, που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της. Να σημειωθεί ακόμα ότι στην κρινόμενη περίπτωση δεν έχει εφαρμογή ούτε η διάταξη του άρθρου 74 § 1 του Ν. 4690/2020 (ΦΕΚ A 104/30.5.2020), δυνάμει της οποίας, μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος της αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων, που διήρκεσε από 13.3.2020 έως 31.5.2020, λόγω της πρόσφατης πανδημίας, το οποίο δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, οι προθεσμίες ασκήσεως ενδίκων μέσων τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από το νόμο προθεσμία, χωρίς όμως αυτή να συμπληρώνεται αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα [30] ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους και τούτο διότι προϋπόθεση της παρατάσεως της προθεσμίας αποτελεί η έναρξή της να τοποθετείται χρονικά πριν την αναστολή των εργασιών των δικαστηρίων (.........), όπως δεν συμβαίνει στην επίδικη περίπτωση, κατά την οποία η προθεσμία για την άσκηση της εφέσεως, που αφετηριάστηκε σε χρόνο (20-6-2018) προγενέστερο της πανδημίας και έληξε την 20η-6-2020, ότε και υφίστατο αναστολή, δυνάμει της υπ' αριθμόν ΚΥΑ 33202/20 [που προέβλεπε αναστολή, κατά το χρονικό διάστημα από 1η-6-2020 μέχρι 21-6- 2020], ενώ συμπληρώθηκε, και υπό την εκδοχή αυτή, ανώτερος του μηνός αριθμός ημερών, μέχρι την κατάθεσή της". Έτσι που έκρινε, όμως, το Εφετείο και απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, με την ως άνω αιτιολογία, παραβίασε τις προεκτιθέμενες στη νομική σκέψη δικονομικές διατάξεις, αφού, όπως ήδη εκτέθηκε στη νομική σκέψη της παρούσας, η καταχρηστική προθεσμία της έφεσης, για τις οριστικές αποφάσεις, που έχουν δημοσιευθεί μετά την 1.1.2016, όπως η εκκαλούμενη, είναι διετής, με αφετηρία τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, που έγινε στις 20.6.2018 και θα έληγε στις 20.6.2020, αφαιρουμένου όμως του χρονικού διαστήματος της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) που δεν υπολογίζεται στην εν λόγω καταχρηστική διετή προθεσμία, δεν είχε παρέλθει μέχρι την άσκηση της έφεσης, με την κατάθεση του δικογράφου της, στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, στις 7.8.2020.
Επομένως, είναι βάσιμος ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην απόφαση του Εφετείου την πλημμέλεια της παρά το νόμο απόρριψης ως απαράδεκτης της έφεσης, με την εσφαλμένη κρίση ότι είχε ασκηθεί εκπροθέσμως. Κατ' ακολουθίαν τούτου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστή διαφορετικό από αυτόν που εξέδωσε την απόφαση αυτή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρο 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθ. 1358/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας σε βάρος της αναιρεσίβλητης, τα οποία καθορίζει στο συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Ιουλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ