ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1453/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1453/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1453/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1453 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1453/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Λ. Ζ. του Α., κατοίκου ... (αρ.ιδ. ...), ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Τζεφριού.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Οικονομικών και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αντωνία Κυρίτση, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-2-2017 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσιβλήτου (μετά την έκδοση της 61/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Τριμελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδος και συνεκδικάστηκε με την από 23-12-2016 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, με τις αυτοτελείς αιτήσεις προσώπων, επίσης μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, καθώς και με τις ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων.

Εκδόθηκε η 24/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-4-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ερασμία Λιούλη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 15.04.2021 (αρ. κατ. 13/2021) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ'αριθμ. 24/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ). Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως, ήτοι εντός έτους από τη δημοσίευση (21.4.2020) της ως άνω, μη επιδοθείσης, εφετειακής αποφάσεως, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 εδ. β' Ν.2882/2001) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚπολΔ). Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Το αιτούν και ήδη αναιρεσίβλητο με την από 15.2.2017 και με αρ. κατ. 2/2017 αίτησή του, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, εξέθεσε ότι με την υπ'αριθμόν 103899/1663/Δ0010/27.7.2010 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα, για την κατασκευή του Έργου "Οδική σύνδεση περιοχής Ακτίου με τον δυτικό άξονα Βορρά -Νότου, τμήμα από την χιλιομετρική θέση 22+500 έως την χιλιομετρική θέση 26+ 800, στα Δημοτικά Διαμερίσματα Θυρίου, Παλιάμπελων του (πρώην) Δήμου Ανακτορίου του Νομού Αιτωλοακαρνανίας" και ζήτησε, μεταξύ άλλων, α) τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης των ιδιοκτησιών που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά δυνάμει της υπ'αριθμ. 103899/1663/Δ0010/ 27.7.2010 Κ.Υ.Α. των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, στις οποίες περιλαμβάνεται και η με αριθμό ΚΑ - ... ιδιοκτησία του καθού η αίτηση και ήδη αναιρεσείοντος, καθώς και των επικειμένων τους, και β) να μην καθορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το εναπομείναν τμήμα της ανωτέρω ιδιοκτησίας. Ο αιτών και ήδη αναιρεσείων (καθώς και άλλοι ιδιοκτήτες που δεν αφορούν στην παρούσα δίκη), με την από 23.12.2016 και με αρ. κατ. 99/2016 αίτηση, ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, ζήτησε: α) να καθοριστεί η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για την ως άνω (με αριθμό ΚΑ - ...) ιδιοκτησία του, καθώς και για τα επικείμενα αυτής, στα ποσά που αναφέρονται εκεί, ειδικότερα δε για την μετεγκατάσταση της επιχείρησής του, στο ποσό των 120.000 ευρώ, και β) να εκτιμηθεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το μη απαλλοτριούμενο τμήμα αυτής, λόγω σημαντικής μείωσης της αξίας του κατά ποσοστό 50%, και να αρθεί το τεκμήριο ωφέλειας (αυτοαποζημίωσης). Επί των ανωτέρω αιτήσεων, οι οποίες συνεκδικάστηκαν και με τις ασκηθείσες αιτήσεις και παρεμβάσεις των λοιπών εικαζομένων δικαιούχων, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 24/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, με την οποία έγιναν εν μέρει δεκτές οι ανωτέρω αιτήσεις και η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης του επιδίκου απαλλοτριωθέντος τμήματος (ΚΑ - ...) του ακινήτου του αναιρεσείοντος καθορίστηκε στο ποσό των 18 ευρώ/τ.μ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 128 παρ. 2 του ν. 4070/2012 (ΦΕΚ 82/Α/10-4-2012) και εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, απαλλοτριώσεις (άρθρο 146 παρ. 9 του εν λόγω νόμου), "εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί σημαντικά σε σχέση με την κύρια ή αποδεδειγμένως υφιστάμενη δευτερεύουσα κατά προορισμό χρήση, μπορεί να προσδιορίζεται με την απόφαση καθορισμού της αποζημίωσης και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη και η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο".

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, αυξημένη τυπική ισχύ έναντι των κοινών νόμων, ορίζεται, ότι "παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, ει μη δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα παντός κράτους, όπως θέση εν ισχύϊ νόμους, ους ήθελε κρίνη αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών, συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον, ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων". Με την τελευταία διάταξη κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην κατά τα ανωτέρω προστατευόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσης δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα του προσώπου, όπως και το δικαίωμα αποζημίωσης για την προσγενομένη ζημία, στην περιουσία του. Έλλειψη δε σεβασμού της περιουσίας στην περίπτωση αυτή υπάρχει, όταν η συνεπεία του λόγου της αποζημίωσης μείωση της περιουσιακής δυναμικότητας του προσώπου δεν αποκαθίσταται πλήρως (ΟλΑΠ 3/2019, ΟλΑΠ 31/2005).

Εφόσον, λοιπόν, απαλλοτριωθεί αναγκαστικά τμήμα ενός ακινήτου, για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για τη στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνο την αξία του απαλλοτριούμενου τμήματος του ακινήτου και των συστατικών του, αλλά και τη ζημία, την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα, που του απομένει μετά την απαλλοτρίωση, γίνεται άχρηστο ή μειώνεται σημαντικά η αξία του.

Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το τμήμα, που απομένει, υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του έχει το δικαίωμα να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαίτερης αποζημίωσης, είτε κατά τη δίκη του προσωρινού προσδιορισμού, είτε κατ' αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε (ΑΠ 782/2022, ΑΠ 121/2020, ΑΠ 272/2018), καταβάλλεται δε (η ιδιαίτερη αποζημίωση) σ' αυτόν μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο τμήμα.

Άλλωστε, από τις διατάξεις του άρθρου 1 της ΕΣΔΑ, των άρθρων 17 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, 7 παρ.1 και 13 παρ.1, 2 και 4 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) προκύπτει: α) ότι η αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου συντελείται μόνο αφού καταβληθεί στον δικαστικώς αναγνωρισθέντα ή στον αληθινό δικαιούχο η δικαστικώς προσδιορισθείσα αποζημίωση, η οποία πρέπει να είναι πλήρης, πρέπει δηλαδή να ανταποκρίνεται προς την αξία του απαλλοτριουμένου και ειδικότερα να επαρκεί για την αγορά άλλου ανάλογου ακινήτου και β) ότι εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου, με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί, ή το τμήμα αυτό να γίνει άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, με την απόφαση προσδιορισμού της αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο τμήμα προσδιορίζεται και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη, η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο (ΑΠ 1670/2023, ΑΠ 1277/2012).

Περαιτέρω, η, σύμφωνα με τα ανωτέρω, νοούμενη "πλήρης" αποζημίωση για τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και τη δυνατότητα κατάληψης νοείται η αποζημίωση, πρέπει να περιλαμβάνει και την αξία των κατά το άρθρο 953 ΑΚ συστατικών του ακινήτου, τα οποία συναπαλλοτριώνονται αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 4 ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.) περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, ανεξάρτητα από τη μνεία της στην απόφαση κήρυξης της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ή στο κτηματολογικό διάγραμμα ή στον κτηματολογικό πίνακα (Ολ.ΑΠ 5/2002). Την έννοια του συστατικού καθορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 953, 954 και 955 ΑΚ, με τις οποίες ορίζεται, ότι: α) συστατικό που δεν μπορεί ν` αποχωρισθεί από το κύριο πράγμα χωρίς βλάβη αυτού του ίδιου ή του κυρίου πράγματος ή χωρίς αλλοίωση της ουσίας ή του προορισμού του δεν μπορεί να είναι αντικείμενο κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος, β) συστατικά ακινήτου με την έννοια του προηγούμενου άρθρου είναι, εκτός των άλλων, τα πράγματα που έχουν συνδεθεί σταθερά με το έδαφος, ιδίως τα οικοδομήματα, ενώ συστατικά οικοδομήματος είναι όλα τα κινητά που χρησιμοποιήθηκαν για την ανέγερση ή τα προσαρμοσμένα με αυτό για σκοπό μόνιμο και όχι παροδικό. Ενόψει των ανωτέρω, το δικαστήριο, ως προς τα συστατικά που δεν περιλαμβάνονται στον κτηματολογικό πίνακα, έχει εξουσία να προσδιορίζει την τιμή μονάδας αποζημίωσης, εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα. Έχει δε το δικαστήριο την ευχέρεια, είτε να διατάξει συμπλήρωση του πίνακα είτε να προχωρήσει στον καθορισμό τιμής για τα παραλειφθέντα συστατικά βάσει των προσκομιζομένων ή τασσομένων και διεξαγόμενων αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 5/2002, ΑΠ 322/2019, ΑΠ 56/2018, ΑΠ 653/2014, ΑΠ 326/2014, ΑΠ 868/2012, ΑΠ 998/2011).

Επίσης, για τον προσδιορισμό της "πλήρους αποζημίωσης" λαμβάνεται υπόψη και η δαπάνη του ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου, η οποία, ναι μεν δεν συνδέεται άμεσα με την αξία του ακινήτου, είναι όμως, συνέπεια της απαλλοτρίωσης της ιδιοκτησίας, στην οποία δαπάνη συγκαταλέγεται και η δαπάνη για τα έξοδα μεταφοράς και μετεγκατάστασης της κατοικίας ή επιχείρησης του ιδιοκτήτη (Ολ.ΑΠ 8/1999, ΑΠ 140/2011).

Έτι περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 9 εδ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ο προβλεπόμενος από την παραπάνω διάταξη αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο παράλειψε να ασχοληθεί με οποιοδήποτε τρόπο με την ενώπιόν του κατατεθείσα προς κρίση αίτηση παροχής έννομης προστασίας Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου απ` αυτήν λόγου αναίρεσης, απαιτείται, η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων, να υπάρχει όχι μόνο στο αιτιολογικό, αλλά και στο διατακτικό (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 331/2023, ΑΠ 21/2010, ΑΠ 69/2004) και όχι όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και απέρριψε για οιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, την αίτηση δικαστικής προστασίας, έστω και εάν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 111/2022, ΑΠ 1550/2021, ΑΠ 353/2020, ΑΠ 755/2019). Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οιαδήποτε μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1434/2022, ΑΠ 277/2021, ΑΠ 571/2021). Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 171/2020, ΑΠ 431/2016, ΑΠ 1004/2015), όπως και η αίτηση για τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης σχετικά με την αξία των απαλλοτριωμένων ακινήτων και των επικειμένων τους ή της ιδιαίτερης, κατ` άρθρο 13 παρ. 4 Ν. 2882/2001, αποζημίωσης, ή της άρσης του τεκμηρίου ωφέλειας (ΑΠ 1843/2024, ΑΠ 681/2022, ΑΠ 171/2020, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 365/2018, ΑΠ 2062/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, αληθώς από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, (και όχι από τους αριθμούς 17 και 19) συνιστάμενη στο ότι, το Εφετείο, δικάζοντας επί της από 23.12.2016 αιτήσεως του αναιρεσείοντος, άφησε αδίκαστο το αίτημα αυτού για επιδίκαση δαπάνης μετεγκατάστασης. Ειδικότερα, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Στην από 23.12.2016 αίτηση (σελ.20-21 αυτής) ο αιτών και ήδη αναιρεσείων εξέθεσε ότι: "...στο ακίνητο μου στη θέση "Γουργουβλή" Δρυμού, που είχε συνολική έκταση 1258 τ.μέτρα, από το οποίο απαλλοτριώνεται συνολικά έκταση 361,60 τ.μέτρων που φέρει ΚΑΔΕ 078047 και ΚΑΔΕ 078049 λειτουργούσα από το έτος 1988 επιχείρηση μάντρας οικοδομικών υλικών, την οποία από το έτος 2007 περίπου συνεκμεταλλεύομαι με το γιο μου, Α. Ζ. Η εκμετάλλευση της ως άνω επιχείρησης αποτελούσε την κύρια πηγή πορισμού εισοδήματος για την κάλυψη των βιοτικών μας αναγκών. Στο ως άνω ακίνητο, για τις λειτουργικές ανάγκες της επιχείρησης μου, είχα κατασκευάσει περίφραξη περιμετρικά του ακινήτου με σιδηροπασσάλους ύψους 1,20 μ. και μεταλλική πόρτα περίφραξης, υπόστεγα εμβαδού 100 τ.μέτρων με ξύλινα υποστηλώματα και λαμαρίνα που χρησιμοποιούσα ως αποθηκευτικούς χώρους, το μεγαλύτερο τμήμα των οποίων βρίσκεται στην απαλλοτριωθείσα έκταση. Επιπλέον είχα ανεγείρει γραφείο-κτίριο εμβαδού 28,57 τ.μέτρων, κατασκευασμένο με φέρουσα τοιχοποιία και επικάλυψη με ξύλινη στέγη και κεραμίδια, στο δάπεδο του οποίου είχα επιστρώσει πλάκα από σκυρόδεμα, το οποίο απαλλοτριώνεται εξ ολοκλήρου. Ακόμα στο ως άνω ακίνητο είχα κατασκευάσει κτίσμα κεραμοσκεπές οπτοπλινθόκτιστο, στο οποίο είχα εγκαταστήσει τα μηχανήματα κοπής μαρμάρων. Μετά την απαλλοτρίωση, οι κατά τα παραπάνω κτιριακές εγκαταστάσεις θα κατεδαφιστούν εξ ολοκλήρου, αφού από το συγκεκριμένο σημείο διέρχεται η υπό κατασκευή οδική σύνδεση. Για τη μετεγκατάσταση της ως άνω επιχείρησης μου, θα απαιτηθεί καταρχήν η αγορά αντίστοιχης εδαφικής έκτασης για την οποία θα απαιτηθεί ποσό τουλάχιστον 60.000 ευρώ, ενώ για την ανέγερση της εγκατάστασης της ως άνω μάντρας θα απαιτηθεί κόστος περίπου 60.000 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου και του κόστους για την έκδοση της οικοδομικής άδειας, όπως προκύπτει από την από Ιανουάριου 2010 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Ν. Α.... ότι τα έξοδα μετεγκατάστασης της ως άνω επιχείρησης μου, μολονότι δεν συνδέονται άμεσα με την αξία του ακινήτου, εν τούτοις έχουν ως μόνη αιτία την απαλλοτρίωση, από την οποία και απορρέουν και για το λόγο αυτό είναι αποζημιωτέα" και ζήτησε να καθοριστεί η οριστική τιμή μονάδος της αποζημίωσης αυτής σε 120.000 ευρώ. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε νόμιμο το αίτημα, πλην όμως δεν περιλαμβάνει καμία αιτιολογία ούτε κάποια ένδειξη σχετική με το λόγο για τον οποίον αντιπαρήλθε σιγή το παραδεκτώς υποβληθέν και νόμιμο αίτημα του αναιρεσείοντος, ούτε διαλαμβάνει διάταξη επ' αυτού. Πρέπει, συνεπώς, να γίνει δεκτός ο λόγος αυτός ως κατ' ουσίαν βάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ. ΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2006). Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν, στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 2/2019 ).

Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Ολ. ΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 535/2018, ΑΠ 2102/2014).

Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα (2η σελ. του 20ου φύλλου): "Ως προς τη μείωση ή όχι της αξίας των εναπομενόντων τμημάτων των απαλλοτριούμενων ιδιοκτησιών αποδεικνύονται τα εξής:.....8) Ιδιοκτησία ΚΑ ... από την αρχική επιφάνεια 1265,65 τ.μ. εναπομένουν 894,79 τ.μ. δεν υφίσταται μείωση της αξίας του...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε το κεφάλαιο της επιδίκασης ιδιαίτερης αποζημίωσης. Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 128 παρ. 2 του ν. 4070/2012, 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974, και διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το ανωτέρω ζήτημα, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων. Ειδικότερα, δεν αναφέρονται στην προσβαλλομένη ο χαρακτήρας του ακινήτου (αγροτεμάχιο, οικόπεδο κλπ), η χρήση για την οπαία προορίζεται αυτό, η κατάσταση του ακινήτου πριν και μετά την απαλλοτρίωση, η σημαντική ή μη επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων και της οικονομικής και εμπορικής εκμεταλλεύσεως αυτού, σύμφωνα με τα πολεοδομικά δεδομένα της περιοχής, η ζημία που τυχόν θα επέλθει μετά βεβαιότητας μετά την απότμηση του απαλλοτριούμενου τμήματος, οι αρνητικές ή οι θετικές επιπτώσεις από την κατασκευή του Έργου, η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη με την απόφαση προσδιορισμού της αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο τμήμα και ποια μπορεί να είναι η χρήση αυτού μετά την απότμηση.

Ενόψει των ανωτέρω, το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 19 (και όχι από τον αριθμό 1) του ΚΠολΔ, και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως. Τέλος, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίον ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11γ' του Κ.Πολ.Δ, επικαλούμενος ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα μετ' επικλήσεως προσκομισθέντα από αυτόν έγγραφα αναφορικά με την απόδειξη α) του ύψους των δαπανών μετεγκατάστασης της επιχείρησης, που λειτουργούσε στο επίδικο ακίνητο, και β) της ουσιαστικής βασιμότητας του αιτήματός του καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης, καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια των λόγων που έγιναν δεκτοί για τα ως άνω κεφάλαια της πληττομένης αποφάσεως, και επομένως, καθίσταται αλυσιτελής η έρευνά του.

Μετά απ' αυτά πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την από 23.12.2016 (αριθμ. εκθ. καταθ. 99/2016) αίτηση και κατά το μέρος που η αίτηση αυτή ασκείται από τον αναιρεσείοντα και αφορά στις δαπάνες μετεγκατάστασης και της ιδιαίτερης αποζημίωσης για τον απαλλοτριωθέν ακίνητό του με αριθμό ΚΑΔΕ 078047. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα που έχει καταθέσει αυτό (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του, το οποίο υπέβαλε με την αίτηση αναίρεσης και με τις προτάσεις του (άρθρα 176 , 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατ' άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 3 του ν. 2882/2001, εφαρμόζεται και στην παρούσα αναιρετική δίκη (ΑΠ 1670/2023, ΑΠ 1066/2022, ΑΠ 687/2020, ΑΠ 1153/2019), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 24/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, κατά τα κεφάλαια αυτής που αναφέρονται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο Τριμελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που έχει καταθέσει.

Και, Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή