Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1455 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1455/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Αθανάσιο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Φ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Όλγα Σαββίδου, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Λ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ερμή Μητσόπουλο - Σόντα και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "INTEΡΣAΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 31-10-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-1-2020 αγωγή του 1ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 20-7-2020 παρεμπίπτουσα αγωγή της 2ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, με την από 3-9-2020 πρόσθετη παρέμβαση της ήδη αναιρεσείουσας, καθώς και με την από 28-9-2020 πρόσθετη παρέμβαση - ανακοίνωση σε δίκη - προσεπίκληση σε κύρια παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή του Γ. Μ. του Κ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 570/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3356/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-2-2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αθανάσιο Νικολόπουλο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση, από 02-02-2023 (αριθ.έκθ.κατάθ: 1085/87/03-02-2023) αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 αριθμ.6 του ΚΠολΔ), με αριθμό 3356/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Αυτή είναι παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚπολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 αρ.3 του ΚΠολΔ). Επομένως πρέπει να ερευνηθεί ως προς την νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων αυτή (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ ).
Από την προσβαλλόμενη με αριθμό 3356/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτά επισκοπούνται (άρθρο 561 αρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα, αναφορικά με την διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Ο ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος άσκησε κατά της ήδη αναιρεσείουσας, του μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη Γ. Μ. και κατά της β αναιρεσίβλητης, την από 22-01-2020 [Γ.Α.Κ .../2020] αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία συζητήθηκε στις 13-10-2020, συνεκδικασθείσα με τις α] από 20-07-2020 [αρ.κατ.δικ: ...-2020] παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης, ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας, κατά της αναιρεσείουσας και του μη διαδίκου στη παρούσα αναιρετική δίκη Γ. Μ. β] από 03-09-2020 [ΓΑΚ .../2020 πρόσθετη παρέμβαση της ήδη αναιρεσείουσας κατά του πρώτου αναιρεσίβλητου και υπέρ του μη διαδίκου στη παρούσα αναιρετική δίκη, Γ. Μ. και της δεύτερης αναιρεσίβλητης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας και γ] την από 28-09-2020 [ΓΑΚ .../2020] πρόσθετη παρέμβαση-ανακοίνωση δίκης -προσεπίκληση σε κύρια παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή του ως άνω μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη Γ. Μ. κατά του ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου και υπέρ της αναιρεσείουσας της β αναιρεσίβλητης και κατά των μη διαδίκων στην παρούσα αναιρετική δίκη, Hatkar Service Ανώνυμη Εταιρεία Συνεργεία Οχημάτων-Ανταλλακτικά Κ.-Χ.", του Π. Κ. και της ήδη αναιρεσείουσας. Ο πρώτος αναιρεσίβλητος, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, παραιτήθηκε του δικογράφου της αγωγής του ως προς την αναιρεσείουσα και τον Γ. Μ. Το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο δικαστήριο με την με αριθμό 570/2021 οριστική του απόφαση απέρριψε την αγωγή του ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου ως ουσιαστικά αβάσιμη, κρίνοντας αυτόν ως αποκλειστικά υπαίτιο της ενδίκου συγκρούσεως, απέρριψε την από 28-09-2020 πρόσθετη παρέμβαση-ανακοίνωση δίκης ως απαράδεκτη και τον καταδίκασε στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας και της δεύτερης αναιρεσίβλητης. Κατά της ως άνω απόφασης ο πρώτος αναιρεσίβλητος, άσκησε την από 12-04-2021 έφεσή του [Γ.Α.Κ .../2021], επί της οποίας εξεδόθη η ήδη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών με αριθμό 3356/2022, με την οποία εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη με αριθμό 570/2021 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και έγινε δεκτή εν μέρει, ως κατ' ουσία βάσιμη, η από 22-01-2020 κύρια αγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση της δεύτερης αναιρεσίβλητης να καταβάλει στον πρώτο αναιρεσίβλητο το συνολικό ποσό των 20.650,69 ευρώ, ως αποζημίωσή του με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ενώ έγινε δεκτή και η από 20-07-2020 παρεμπίπτουσα αγωγή της δεύτερης αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας και κατά του μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη Γ. Μ. και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωσή τους να καταβάλουν εις ολόκληρον στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα, οποιοδήποτε ποσό αυτή καταβάλει αυτή, στον ενάγοντα της κύριας αγωγής και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο, εντόκως από την καταβολή του σχετικού ποσού. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς, ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 1546/2014, ΑΠ 1513/2014, ΑΠ 128/2013).
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 2181/2013). Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών οχημάτων που ενεπλάκησαν στο τροχαίο ατύχημα, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ[ΑΠ 1219/2023 ΑΠ 521/2021, ΑΠ 867/2020]. Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 1715/2010).
Περαιτέρω η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ήτοι κανόνα, που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ. Κανόνας του ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα καθώς και αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ήτοι, αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία, από εκείνα, που ο ουσιαστικός νόμος απαιτεί. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της ένδικης υποθέσεως σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού. Δια του λόγου αυτού αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων - αντενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών δηλ., αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών, που, ανελέγκτως, δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε, ο λόγος αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (ΑΠ Ολ. 3/2020). Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο (και) την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, με αποτέλεσμα η ένδικη αγωγή να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη ή να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία (ΑΠ Ολ. 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ και, συνεπώς, εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το νομικό σφάλμα, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, δηλ. η πλημμέλεια που αποδίδεται και η έννομη συνέπεια που διαγνώσθηκε από την πλημμέλεια, επίσης, να εκτίθενται, πλήρως και σαφώς, οι κρίσιμες ουσιαστικές - πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ώστε η αγωγή να γίνει δεκτή ως βάσιμη ή να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία και όχι μόνο το κατ' εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα. Ειδικότερα, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών ουσιαστικών παραδοχών, κατά την επιλογή του αναιρεσείοντος. Αντίθετα, πρέπει να αναφέρεται, έστω και συνοπτικώς, το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που η απόφαση δέχθηκε και κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα. Τούτο διότι μόνο από τις ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικώς, η ευδοκίμηση της αναιρέσεως [άρθρο 578 ΚΠολΔ], δηλ. η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται, ως άνω, από την ορθότητα του διατακτικού, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ Ολ. 11/2017, ΑΠ Ολ. 1/2016, ΑΠ Ολ. 27/1998, ΑΠ 1559/2022).
Εξ άλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού (δικανικού) συλλογισμού, δηλ. στο αιτιολογικό της, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται, δεν καλύπτουν όλα τα αναγκαία στοιχεία, κατά το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής ή ελλιπής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Ιδρύεται, έτσι, αυτός ο λόγος, μόνο, όταν η πλημμέλεια αφορά παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικής διατάξεως, που ρυθμίζει τη διαδικασία. Για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) τέτοιος λόγος πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να αναφέρονται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, σχετικά με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως καθώς και οι (ουσιαστικές) παραδοχές της αποφάσεως, με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, δηλ. ποια στοιχεία, αναγκαία για την επάρκεια των αιτιολογιών, λείπουν, σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια μέρη τους προκύπτει (ΑΠ ολ. 1/1999, ΑΠ 109/2020). Ο κοινός νομοθέτης στο πεδίο της πολιτικής δίκης προβλέπει, κατ' άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, ως λόγο αναιρέσεως, την έλλειψη νόμιμης βάσεως "και ιδίως, αν (η απόφαση) δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ως "αιτιολογίες", όμως, στο άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ νοούνται μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, των οποίων η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του ουσιαστικού νόμου. Οι νομικές διατάξεις, που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα, αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στην απόφαση, που προσβάλλεται, να υφίστανται και να δικαιολογούν, με βάση τις ουσιαστικές παραδοχές της, το διατακτικό της, οπότε ο Άρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ (ΑΠ 951/2013, ΑΠ 282/2010, ΑΠ 568/2008, ΑΠ 1020/2005). Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν επιρροή στην έκβαση της δίκης. Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Εξάλλου, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή συντρέχοντος πταίσματος (ΑΚ 300) του ζημιωθέντος υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου για τις πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 19 του αρθ. 559 ΚΠολΔ για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της καινής πείρας αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί αντικειμενικά ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του αποτελέσματος (βλ. ΑΠ 1912/2005). Αντιθέτως, με τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 19 του αρθ. 559 ΚΠολΔ δεν πλήττεται η κρίση του Εφετείου ως προς το ποσοστό συνυπαιτιότητας εκατέρου των εμπλακέντων στο ατύχημα προσώπων. Τούτο γιατί η κρίση αυτή δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ως αφορώσα εκτίμηση πραγμάτων (αρθ. 561 §1 ΚΠολΔ). Προβαλλόμενος αναιρετικός λόγος είναι, επομένως, απαράδεκτος (ΑΠ 1599/2022). Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών οχημάτων που ενεπλάκησαν σε τροχαίο ατύχημα, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ. (Α.Π. 521/2021, Α.Π. 867/2020, Α.Π. 607/2020, Α.Π. 551/2020). Η παράβαση όμως των διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του αποτελέσματος που επήλθε (Α.Π 714/2023, Α.Π. 301/2021, Α.Π. 464/2020, Α.Π. 1337/2019, Α.Π. 623/2019).
Περαιτέρω, με τις διατάξεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, (Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) θεσπίζονται, μεταξύ άλλων και κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνονται οι οδηγοί, ώστε να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα οχημάτων και πεζών. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο του ένδικου ατυχήματος "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες. Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή. Στα πλαίσια αυτά κατά το άρθρο δε 4 παρ. 3 του Κ.Ο.Κ. "Οι ρυθμιστικές της κυκλοφορίας πινακίδες Ρ-1 μέχρι Ρ-77 τοποθετούνται για να πληροφορούν αυτούς που χρησιμοποιούν τις οδούς για τις ειδικές υποχρεώσεις, περιορισμούς ή απαγορεύσεις, προς τις οποίες πρέπει αυτοί να συμμορφώνονται", ενώ σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ. 2 του ΚΟΚ "ο οδηγός επιβάλλεται να έχει την κατά τις σχετικές διατάξεις, προβλεπόμενη άδεια οδήγησης και την αναγκαία σωματική και διανοητική ικανότητα και να βρίσκεται σε κατάλληλη κατάσταση για να οδηγεί, οφείλει δε κατά το χρόνο της οδήγησής να είναι σε θέση να ελέγχει το όχημά του".
Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ.4 του ΚΟΚ "στους κόμβους η προτεραιότητα ορίζεται με κατάλληλη σήμανση" και τέλος σύμφωνα με το άρθρο 94 παρ.3 του ΚΟΚ " απαγορεύεται η οδήγηση αυτοκινήτων η μοτοσικλετών: α. Από πρόσωπα τα οποία δεν κατέχουν ισχύουσα ελληνική άδεια οδήγησης της κατάλληλης κατηγορίας ή υποκατηγορίας...." Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν, για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά. Ο όρος "πράγματα" και στην παρούσα περίπτωση του αριθμού 10 του άρθρου 559, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 8/2019), σύμφωνα με την οποία ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό (ΟλΑΠ 25/2003) και όχι οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (ΟλΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, ούτε οι νομικές αναλύσεις, καθώς και τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών (ΑΠ 279/2019, ΑΠ 1079/2019).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, αυτός ο λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν περιέχει αιτιάσεις που αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων ή στην επιχειρηματολογία του αναιρεσείοντος και του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 59/2020).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, αρκεί δηλαδή η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα, πραγματογνωμοσύνη, ένορκες βεβαιώσεις κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο (Ολομ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 192/2020). Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 § 1, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 1521/2017, ΑΠ 343/2017).
Τέλος, κατά το άρθρο 927 ΑΚ, εκείνος που κατά το άρθρο 926 του ίδιου Κώδικα κατέβαλε την αποζημίωση έχει δικαίωμα αναγωγής κατά των λοιπών. Το δικαστήριο προσδιορίζει το μέτρο της μεταξύ τους ευθύνης ανάλογα με το βαθμό του πταίσματος του καθενός. Αν δεν μπορεί να εξακριβωθεί ο βαθμός αυτός, η ζημία κατανέμεται μεταξύ όλων σε ίσα μέρη. Η αναγνωριζόμενη από το πιο πάνω άρθρο αξίωση αναγωγής πηγάζει από την εσωτερική σχέση των περισσότερων συνυποχρέων. Είναι ίδια και αυτοτελής και στηρίζεται απευθείας στο νόμο, δηλαδή στο άρθρο 927 ΑΚ. Δεν είναι αξίωση από αδικοπραξία. Η αξίωση αυτή έχει ως προϋπόθεση, αφ' ενός την ύπαρξη περισσότερων συνυποχρέων σε αποζημίωση κατά το άρθρο 926 ΑΚ και αφετέρου την καταβολή από έναν από αυτούς στον τρίτο ζημιωθέντα ολόκληρης της οφειλόμενης αποζημίωσης.
Εξ άλλου, τέτοιο δικαίωμα αναγωγής αναγνωρίζεται και από τα άρθρα 8 και 9 του ν. ΓΠΝ/1911, όταν η αξίωση αποζημίωσης του θύματος στηρίζεται στο νόμο ή και στο νόμο αυτόν. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 926 ΑΚ, καθορίζονται στα πλαίσια της αδικοπρακτικής ευθύνης, οι κατηγορίες των περιπτώσεων, στις οποίες αναγνωρίζεται από το νόμο ευθύνη περισσότερων προσώπων. Οι περιπτώσεις αυτές είναι τρεις α) κοινή πράξη περισσοτέρων προσώπων, β) παράλληλη ευθύνη περισσοτέρων προσώπων και γ) περιπτώσεις διαζευκτικής αιτιότητας. Στην πρώτη περίπτωση, η ζημία προέρχεται από κοινή πράξη περισσότερων προσώπων. Ο όρος κοινή πράξη λαμβάνεται με την ευρεία έννοια της αιτιώδους σύμπραξης ή συμμετοχής - με οποιαδήποτε μορφή - στην αδικοπραξία και ειδικότερα, είτε στην τέλεση της πράξης, είτε στην επαγωγή της ζημίας. Έτσι εμπίπτει στην έννοια αυτή μεταξύ άλλων, και η μορφή συμμετοχής της παραυτουργίας, δηλαδή, η περίπτωση κατά την οποία δύο ή περισσότερα πρόσωπα πραγματώνουν με τη συμπεριφορά τους ορισμένη αδικοπραξία, χωρίς να υπάρχει μεταξύ τους καμία συνεννόηση. Τέτοια περίπτωση υπάρχει και όταν από τη σύγκρουση δύο αυτοκινήτων, η οποία οφείλεται σε συνυπαιτιότητα και των δύο οδηγών, τραυματίζεται τρίτο πρόσωπο. Στη δεύτερη περίπτωση της παράλληλης ευθύνης, περισσότερα πρόσωπα ευθύνονται από το νόμο αυτοτελώς το καθένα, για την αποκατάσταση της ίδιας ζημίας. Η περίπτωση αυτή μπορεί να υπάρχει στο πεδίο της αντικειμενικής, αλλά και της υποκειμενικής ευθύνης. Περισσότεροι αντικειμενικά ευθυνόμενοι, είναι μεταξύ άλλων, ο οδηγός, ο κάτοχος και ο ιδιοκτήτης του ζημιογόνου αυτοκινήτου, καθώς και ο ασφαλιστής μέχρι το ποσό του ασφαλίσματος για τη ζημία που προξένησε σε τρίτους το ασφαλισμένο αυτοκίνητο (άρθρ. 4, 9 ν. ΓΠΝ/1911, 10 παρ. 1 ν. 489/1979). Στην τρίτη περίπτωση η ζημία προήλθε από ανεξάρτητες πράξεις ή παραλείψεις περισσότερων προσώπων, οι οποίες αποτελούν όλες δυνατούς αιτιώδεις όρους επαγωγής της ζημίας, αλλά δεν μπορεί να εξακριβωθεί ποια συγκεκριμένη πράξη προκάλεσε πράγματι τη ζημία. Όταν συντρέχει μια από τις πιο πάνω τρεις περιπτώσεις εφαρμογής του άρθρου 926 ΑΚ, θεμελιώνεται εις ολόκληρον ευθύνη των περισσοτέρων προσώπων, δηλαδή δημιουργείται παθητική εις ολόκληρον ενοχή κατά την έννοια του άρθρου 481 ΑΚ. Προϋπόθεση όμως της εις ολόκληρον ευθύνης δεν είναι η κοινή εναγωγή από τον ζημιωθέντα περισσότερων προσώπων, φερόμενων ως συνοφειλετών, αλλά η πραγματική συνδρομή των νόμιμων όρων ευθύνης για τον κάθε συνοφειλέτη χωριστά.
Εξ άλλου, στην περίπτωση που ενάγονται περισσότεροι εις ολόκληρον ευθυνόμενοι, δεν μπορούν να αντιδικούν μεταξύ τους ούτε ως προς την ύπαρξη ούτε ως προς την έκταση της ευθύνης τους. Στη δίκη αποζημίωσης από αυτοκινητικό ατύχημα, αν εναχθούν περισσότεροι εις ολόκληρον ευθυνόμενοι, δεν μπορούν αυτοί να ζητήσουν από το δικαστήριο να τους προσδιορίσει με την απόφασή του, το βαθμό συμμετοχής τους στο ατύχημα. Αυτό θα κριθεί στο πλαίσιο της δίκης αναγωγής μεταξύ των εις ολόκληρον ευθυνομένων (ΑΠ 102/2019). Η απόφαση που εκδίδεται στη δίκη, που έκρινε την αξίωση αποζημίωσης, δεν αποτελεί δεδικασμένο στη δίκη, που συνήθως ακολουθεί για την εξ αναγωγής αξίωση και όταν ακόμη στη δίκη αποζημίωσης ο εξ αναγωγής εναγόμενος ήταν συνεναγόμενος, διότι δεν υπάρχει ταυτότητα νομικής αιτίας, αφού η αξίωση αποζημίωσης στηρίζεται στις διατάξεις του άρθρου 914 ΑΚ ή τον Ν. ΓΠΝ/1911 ή άλλη διάταξη, η οποία τυχόν την καθιερώνει, ενώ η αξίωση αναγωγής στηρίζεται στο νόμο (άρθρο 927 ΑΚ), ούτε ταυτότητα διαδίκων, αφού στη δίκη αποζημίωσης, οι συνοφειλέτες είναι απλοί ομόδικοι, ενώ στη δίκη αναγωγής οι συνοφειλέτες παρίστανται με διαφορετική ιδιότητα και είναι αντίδικοι. Συνέπεια της μη παραγωγής δεδικασμένου από την τελεσίδικη απόφαση επί της βασικής αγωγής είναι, ότι το δικαστήριο, που κρίνει την αγωγή εξ αναγωγής, δεν είναι υποχρεωμένο να θέσει ως βάση της απόφασής του, το ποσό, το οποίο υποχρεούται με τη βασική αγωγή να πληρώσει στον ενάγοντα ο εναγόμενος αυτής και ενάγων επί της αναγωγής (ΑΠ 344/2023, ΑΠ 44/2023, ΑΠ 331/2014). Έτσι, είναι δυνατό, αν η αγωγή εξ αναγωγής γίνει δεκτή, να καθορισθεί χαμηλότερο το ποσό της αποζημίωσης, το οποίο υποχρεώνεται ο εξ αναγωγής εναγόμενος να καταβάλει στον εξ αναγωγής ενάγοντα, οπότε η υπάρχουσα διαφορά θα μείνει σε βάρος του εναγομένου (στην κύρια αγωγή) και ενάγοντος (στην αγωγή εξ αναγωγής). Δηλαδή στη δίκη αναγωγής προσδιορίζεται εκ νέου το ύψος της οφειλόμενης αποζημίωσης, το οποίο μπορεί να είναι διαφορετικό από το ύψος της αποζημίωσης της δίκης αποζημίωσης. Ακολούθως, με βάση το ποσό αυτό και την κατανομή των ποσοστών ευθύνης, που θα καθορισθεί από το δικαστήριο, θα προσδιοριστεί η οφειλή του εξ αναγωγής υποχρέου (ΑΠ 1976/2017, ΑΠ 1655/2017, ΑΠ 1229/2013).
Τέλος, για την κατά το άρθρο 216 § 1 Κ.Πολ.Δ. πληρότητα της αγωγής εξ αναγωγής, είτε αυτή ασκείται με παρεμπίπτουσα είτε με αυτοτελή αγωγή, ο ενάγων πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει το βαθμό του πταίσματος και της αιτιώδους συμβολής καθώς και το προκύπτον απ' αυτά ποσοστό ευθύνης καθενός από τους συνυποχρέους (ΑΠ 44/2023, ΑΠ 768/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3356/2022 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων κρίση του [άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ], ως προς το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας των εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγών τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 12 Φεβρουαρίου 2019 και περί ώρα 12:20' ο ενάγων της κύριας αγωγής Μ. Λ., οδηγώντας την υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα του, εκινείτο στα κέντρο της οδού ... στην Κόρινθο, με κατεύθυνση από την οδό ... προς την οδό Εθνικής Ανεξαρτησίας και πλησίαζε στη διασταύρωση της ανωτέρω οδού με την οδό ... Κατά τον αυτό ως άνω χρόνο, η πρώτη παρεμπιπτόντως εναγόμενη Α. Φ., οδηγώντας το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του δευτέρου παρεμπιπτόντως εναγομένου Γ. Μ., το οποίο μέχρι την 29η Ιανουαρίου 2019 ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του στην εναγόμενη της κύριας αγωγής-παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ Α.Ε.Γ.Α", εκινείτο επί της οδού ... με κατεύθυνση από την οδό ... προς την οδό ... και πλησίαζε στη διασταύρωση αυτής με την οδό .... Στο ύψος του ανωτέρω ισόπεδου οδικού κόμβου, οι ως άνω οδοί, αμφότερες μονής κατευθύνσεως, είναι ευθείες οριζόντιες και έχουν πλάτος 7,20 μ. η οδός ... και 6,00 μ. η οδός ..., ενώ το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας, λόγω της κατοικημένης περιοχής, καθορίζεται στα 50 χΙω. Επί της οδού ... και πριν τη συμβολή της με την οδό ..., υπάρχει επί του πεζοδρομίου της, ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής της πορείας των κινουμένων επ' αυτής οχημάτων (P2-STOP). Κατά τον κρίσιμο, ως άνω χρόνο, επί της οδού ... και δεξιά σε σχέση με την πορεία της οδηγού του I.X.E., ήταν παράνομα σταθμευμένο το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... I.X.E., το οποίο περιόριζε την προς τα δεξιά ορατότητά της. Όμως, όταν αυτή έφθασε στην ανωτέρω διασταύρωση, μολονότι υπήρχε, στην πορεία της, πινακίδα STOP, αντί να ακινητοποιήσει το όχημά της σε σημείο που θα μπορούσε να έχει ορατότητα προς τα δεξιά; χωρίς να προκαλέσει κίνδυνο για τα κινούμενα επί της οδού ... οχήματα, προκειμένου να ελέγξει την κίνηση και να παραχωρήσει προτεραιότητα στα κινούμενα στην οδό αυτή οχήματα, συνέχισε την πορεία της και εισήλθε ανέλεγκτα στην οδό προτεραιότητας. Αποτέλεσμα της οδηγικής αυτής συμπεριφοράς της ήταν να παρεμβληθεί στην πορεία της ως άνω δίκυκλης μοτοσικλέτας του ενάγοντος, ο οποίος, μολονότι τροχοπέδησε επί 5,60 μ. μόλις αντιλήφθηκε την αιφνίδια είσοδο του I.X.E. αυτοκινήτου στην οδό προτεραιότητας, όπου αυτός εκινείτο, δεν μπόρεσε να αποφύγει τη σύγκρουση. Οι επιφάνειες των οχημάτων που συγκρούσθηκαν και υπέστησαν βλάβες ήταν για μεν τη δίκυκλη μοτοσικλέτα η αριστερή και δεξιά πλευρά της καθώς και το εμπρόσθιο μέρος της για δε το I.X.E. αυτοκίνητο το εμπρόσθιο δεξιό κάτω μέρος αυτού. Υπό τις ανωτέρω αποδειχθείσες συνθήκες του ενδίκου ατυχήματος, η πρόκληση αυτού και η επέλευση των ζημιογόνων αποτελεσμάτων του για τον ενάγοντα οφείλονται στην αποκλειστική υπαιτιότητα της οδηγού του I.X.E. αυτοκινήτου, η οποία, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 3, 12 παρ. 1 και 26 παρ. 4 του Κ.O.Κ., από αμέλειά της, ήτοι λόγω ελλείψεως της προσήκουσας σε κάθε συνετό οδηγό προσοχής, την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή της, ούτε συμμορφώθηκε με τη ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα (P2-STOP), που υπήρχε επί της οδού ..., στην οποία εκινείτο, αλλά εισήλθε στη διασταύρωση, χωρίς προηγουμένως να διακόψει την πορεία της, για να ελέγξει με προσοχή την επί της οδού ... κίνηση των οχημάτων και να παραχωρήσει προτεραιότητα στην κινούμενη κανονικά στην οδό ... δίκυκλη μοτοσικλέτα του ενάγοντος, με συνέπεια τα δύο οχήματα να συγκρουσθούν στο κέντρο περίπου της διασταυρώσεως. Στο συνημμένο πρόχειρο σχεδιάγραμμα του T.T. Κορίνθου σημειώνονται οι αρχικές πορείες των οχημάτων, οι τελικές θέσεις τους και η θέση ανεύρεσης του οδηγού της μοτοσικλέτας στο οδόστρωμα, τα ίχνη τροχοπέδησης και τα ίχνη χαραγής επί του οδοστρώματος της δίκυκλης μοτοσικλέτας πριν και μετά τη σύγκρουση. Εάν η Α. Φ. είχε ακινητοποιήσει το όχημα που οδηγούσε, στο σημείο που σημειώνεται στο σχεδιάγραμμα η τελική θέση του, ούτως ώστε το εμπρόσθιο μέρος του αυτοκινήτου να είναι στην προέκταση της ευθείας της δεξιάς πλευράς του σταθμευμένου επί της οδού ... οχήματος, δεν υπήρχε λόγος ο ενάγων που εκινείτο με τη μοτοσικλέτα του στο κέντρο της οδού ... να αιφνιδιασθεί ούτε να τροχοπεδήσει, αφού το ελεύθερο τμήμα της οδού ... ήταν τουλάχιστον 5 μ. και μπορούσε ανεμπόδιστα να συνεχίσει την ευθεία πορεία του. H σύγκρουση των δύο οχημάτων δεν έγινε στο σημείο που σημειώνεται η τελική θέση του I.Χ.Ε. στο σχεδιάγραμμα, ήτοι πριν το όχημα υπερβεί το ύψος του σταθμευμένου δεξιά του οχήματος, αλλά στο μέσον της διασταυρώσεως, με συνέπεια η μηχανή και ο αναβάτης της να συρθούν στο οδόστρωμα και να καταλήξουν αριστερά σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου επί του οδοστρώματος της οδού ... Προφανώς; το αυτοκίνητο που οδηγούσε η Α. Φ. μετακινήθηκε στην τελική θέση του σχεδιαγράμματος μετά τη σύγκρουση, για να μην εμποδίζεται η κυκλοφορία των οχημάτων στην οδό ..., άποψη που ενισχύεται από τα αποτυπωμένα στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα της τροχαίας ίχνη χαραγής της μοτοσικλέτας των οποίων η φορά και η θέση στο οδόστρωμα της συμβολής των οδών δεν θα ήταν αυτή, εάν η μοτοσικλέτα είχε προσκρούσει στο I.X.Ε. αυτοκίνητο, ενώ αυτό βρισκόταν στο ύψος του παράνομα σταθμευμένου από δεξιά του αυτοκινήτου. Το γεγονός ότι η Α. Φ. δεν ακινητοποίησε το όχημα που οδηγούσε πριν την είσοδό της στη διασταύρωση, προκύπτει ιδίως, από την προανακριτική κατάθεση της αυτόπτη μάρτυρα L. M., που δόθηκε στις 12-2-2019 στο Α.T. Κορίνθου, η οποία κατέθεσε ότι κατά τον επίδικο χρόνο βάδιζε επί της οδού ... αντίθετα με την κίνηση των οχημάτων και ανέφερε ότι "όταν έφτασα σε απόσταση πέντε με έξι μέτρων πριν από τη διασταύρωση της οδού ... με την οδό ..., είδα ένα αυτοκίνητο μάρκας MERCEDES, το οποίο εκινείτο στην οδό ... να εισέρχεται εντός της διασταύρωσης με την οδό ... και να συγκρούεται με ένα μηχανάκι που εκινείτο στην οδό ... Και τα δύο οχήματα εκινούντο με σχετικά μικρή ταχύτητα καθώς η σύγκρουση των δύο οχημάτων δεν ήταν πολύ δυνατή. Ο οδηγός της μοτοσικλέτας φορούσε κράνος ασφαλείας". H περιεχόμενη στην από 16-8-2019 προανακριτική ανωμοτί κατάθεση της Α. Φ. ενώπιον του Υπαρ/κα Β. Κ. του T.T. Κορίνθου, φράση της ότι "σταμάτησα κανονικά στο ΣΤΟΠ" δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, αντιφάσκει δε, με τη συνέχεια της κατάθεσής της "ήλεγξα το δρόμο και προχώρησα σημειωτόν", διότι αν, όπως αναφέρει είχε σταματήσει και είχε ελέγξει την κίνηση στην οδό ..., θα έβλεπε εγκαίρως, την κινούμενη στην οδό αυτή δίκυκλη μοτοσικλέτα, αφού στο συγκεκριμένο σημείο η εν λόγω οδός είναι ευθεία και οριζόντια και ήταν ημέρα με συνθήκες καλοκαιρίας. Εξάλλου, από το προσκομιζόμενο αποδεικτικό υλικό δεν αποδείχθηκε ότι βαρύνει οποιαδήποτε συνυπαιτιότητα στην πρόκληση του ατυχήματος τον ενάγοντα, οδηγό της μοτοσικλέτας, αφού αυτός, κινούμενος με κανονική και εντός των επιτρεπομένων ορίων ταχύτητα, εισήλθε στην άνω διασταύρωση, έχοντας προς τούτο προτεραιότητα σε σχέση με τα κινούμενα επί της οδού ... οχήματα, λόγω δε της παρεμβολής στην πορεία του, του ΙΧΕ αυτοκινήτου που οδηγούσε η Α. Φ., δεν είχε τα χρονικά περιθώρια να πράξει οτιδήποτε -πέραν της τροχοπέδησης που ενήργησε- προς αποφυγή της συγκρούσεως. Ο ισχυρισμός της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας και της οδηγού του ΙΧΕ ότι η ταχύτητα που είχε αναπτύξει με τη μοτοσικλέτα του ο ενάγων ήταν 74,27 χ/ω - όπως αναφέρεται στην εκτιμώμενη ελεύθερα (άρθρο 390 ΚΠολΔ) από 17-9-2020 έκθεση ανάλυσης συνθηκών τροχαίου ατυχήματος, που συντάχθηκε, από την "ΕΜΠΕΙΡΟΓΝΩΜΩΝ ΙΚΕ" με την επιμέλεια του Ι. Ρ., κατόπιν αναθέσεως της Α. Φ.- δεν αποδείχθηκε βάσιμος και τούτο συνάγεται ιδίως, από τις προκληθείσες στο ΙΧΕ αυτοκίνητο ζημίες, εξαιτίας της συγκρούσεως (βλ. τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, όπου οι ζημίες του εντοπίζονται μόνο στο εμπρόσθιο δεξιό πλαστικό κάτω μέρος του προφυλακτήρα από το μέσον του προφυλακτήρα και δεξιά) από την τελική θέση της μηχανής και του σώματος του ενάγοντος στο οδόστρωμα, που βρέθηκαν, όπως προαναφέρθηκε στο οδόστρωμα της οδού ..., αριστερά του I.X.Ε. αυτοκινήτου και δεν εκτινάχθηκαν σε μεγάλη απόσταση από το σημείο της συγκρούσεως, γεγονός, που θα συνέβαινε, αν η ταχύτητα της δίκυκλης μοτοσικλέτας ήταν, όση ισχυρίζονται οι ανωτέρω καθώς και από την κατάθεση της αυτόπτη μάρτυρα L. M., που κατέθεσε ότι "....Και τα δύο οχήματα εκινούντο με σχετικά μικρή ταχύτητα καθώς η σύγκρουση των δύο οχημάτων δεν ήταν πολύ δυνατή". Εξάλλου, η μη κατοχή εκ μέρους του ενάγοντος Μ. Λ. αδείας ικανότητας οδηγήσεως (του κυβισμού) της δίκυκλης μοτοσικλέτας που οδηγούσε, δεν αποδεικνύεται ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση συνετέλεσε αιτιωδώς στην πρόκληση του επιδίκου τροχαίου ατυχήματος. Ειδικότερα, ο ως άνω οδηγός είναι κάτοχος αδείας ικανότητας οδηγήσεως Al (μοτοσικλέτας έως 125 κ.εκ.) και Β (αυτοκινήτου), ήδη από τις 15-4-2014, ήτοι αρμοδίως είχε εγκριθεί η ικανότητά του να οδηγεί μοτοσικλέτα μέχρι 125 κ. εκ. και αυτοκίνητο, πέντε περίπου έτη πριν το χρόνο το ατυχήματος (12-2-2019) και προφανώς οδηγούσε τη συγκεκριμένη μοτοσικλέτα από τον αναγραφόμενο στην άδεια κυκλοφορίας χρόνο (12-9-2016), ο χρόνος δε, αυτός οδηγήσεως συνηγορεί στο ότι είχε αποκτήσει εμπειρία επαρκούς χειρισμού της κατά την οδήγησή της. Σε κάθε περίπτωση, λόγω της αιφνίδιας και απρόβλεπτης εισόδου του ΙΧΕ αυτοκινήτου στην οδό προτεραιότητας, όπου εκινείτο η μοτοσικλέτα του ενάγοντος, ο μέσος συνετός και ικανός οδηγός δίκυκλης μηχανής δεν θα είχε τη δυνατότητα να αποφύγει με οδηγική αντίδραση (ελιγμού ή τροχοπεδήσεως) την επίδικη σύγκρουση. Η άποψη του Δικαστηρίου περί αποκλειστικής υπαιτιότητας της Α. Φ. στην πρόκληση του ατυχήματος επιρρωνύεται και από το αποδειχθέν γεγονός της προσφοράς προς τον ενάγοντα για την εξωδικαστική επίλυση της διαφοράς, χρηματικού ποσού ως αποζημίωση. Ανεξαρτήτως του ύψους του προσφερόμενου ποσού, το οποίο ο μεν ενάγων το προσδιορίζει σε 15.000 ευρώ, η δε πλευρά της οδηγού του I.X.E. αυτοκινήτου σε 5.000 ευρώ, η προσφορά και μόνο αυτού καταδεικνύει αποδοχή της ευθύνης πρόκλησης του ατυχήματος εκ μέρους της Α. Φ. Κατόπιν τούτων, αφού αποδείχθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτια του ενδίκου ατυχήματος ήταν η οδηγός του ασφαλισμένου στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία ΙΧΕ αυτοκινήτου Α. Φ., οι ισχυρισμοί περί αποκλειστικής υπαιτιότητας (άρθρο 5 Ν. ΓΠΝ/1911) και επικουρικά περί συνυπαιτιότητας τον ενάγοντος, κατά ποσοστό 95% (άρθρο 300 ΑΚ), στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και στην επέλευση του τραυματισμού του, που προβλήθηκαν πρωτοδίκως, από την εκκαλούσα-εναγόμενη, ασφαλιστική εταιρεία και την προσθέτως παρεμβαίνουσα και επαναφέρονται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του και με τις σκέψεις που περιέχονται σ' αυτήν, δέχθηκε ότι για την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και την επέλευση των ζημιογόνων αποτελεσμάτων του αποκλειστικά υπαίτιος ήταν ο ενάγων και απέρριψε την κρινόμενη αγωγή του ως ουσιαστικά αβάσιμη, έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και την ορθή εφαρμογή του νόμου...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την από 12-04-2021 [ αρ.κατ.δικ: 25499/1733/22-04-2021 έφεση του πρώτου αναιρεσιβλήτου κατά της 570/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έκρινε αποκλειστικά υπαίτια της ένδικης σύγκρουσης την αναιρεσείουσα κι εξαφάνισε την εκκαλουμένη, κράτησε και δίκασε την ως άνω κύρια αγωγή και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο τα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθ' όσον διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα των περιστάσεων και των ειδικοτέρων συνθηκών της προκλήσεως του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, της οδηγικής συμπεριφοράς ενός εκάστου των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων και ιδιαίτερα ως προς το κρίσιμο ζήτημα της παραβίασης του σήματος της υποχρεωτικής διακοπής πορείας που είχε στο ρεύμα πορείας της η αναιρεσείουσα και εντεύθεν της αποκλειστικής υπαιτιότητάς της στην επέλευση του ένδικου ατυχήματος και ειδικότερα της αμελούς συμπεριφοράς της και της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των πράξεων και παραλείψεών της και της σύγκρουσης που επακολούθησε, καθώς και της ελλείψεως [συν]υπαιτιότητος από πλευράς του πρώτου αναιρεσιβλήτου οδηγού, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η ύπαρξη υπαιτιότητας της αναιρεσείουσας και συνεπώς η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση 1]περιγράφονται με πληρότητα και σαφήνεια, ο τόπος, ο χρόνος και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα, 2] αναφέρεται η πορεία, η κατεύθυνση και η ταχύτητα που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος και ειδικότερα ότι αυτός οδηγώντας, με μικρή ταχύτητα, την με αριθμό ... δίκυκλη μοτοσικλέτα κινείτο στο κέντρο της οδού ... στην Κόρινθο, με κατεύθυνση από την οδό ... προς την οδό Εθνικής Ανεξαρτησίας, 3] αναφέρεται η πορεία, η κατεύθυνση του οχήματος που οδηγούσε η αναιρεσείουσα και ειδικότερα ότι αυτή οδηγώντας το υπ'αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, κινείτο στην ίδια περιοχή επί της οδού ..., με κατεύθυνση από την οδό ... προς την οδό ... και πλησίαζε στην διασταύρωση αυτής με την οδό ..., 4] ότι επί της οδού ..., στην οποία κινείτο η αναιρεσείουσα και πριν τη συμβολή της με την οδό ..., υπάρχει επί του πεζοδρομίου της, ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής πορείας [Ρ-2 STOP] και ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο της ένδικης σύγκρουσης, επί της οδού ... και δεξιά σε σχέση με την πορεία της αναιρεσείουσας, ήταν παράνομα σταθμευμένο όχημα, το οποίο περιόριζε την προς τα δεξιά ορατότητά της, 5] αναλύεται η οδηγική συμπεριφορά της αναιρεσείουσας και ειδικότερα ότι αυτή φθάνοντας στην διασταύρωση των ως άνω οδών, έχοντας την πρόθεση να συνεχίσει την πορεία της, μολονότι υπήρχε στην πορεία της, η ως άνω πινακίδα STOP, δεν ακινητοποίησε το όχημα της σε σημείο που θα μπορούσε να έχει ορατότητα προς τα δεξιά, χωρίς να προκαλέσει κίνδυνο για τα κινούμενα επί της οδού ... οχήματα, προκειμένου να ελέγξει την κίνηση αυτών και να παραχωρήσει σε αυτά προτεραιότητα, αλλά συνέχισε την πορεία της και εισήλθε ανέλεγκτα στην οδό προτεραιότητας, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην πορεία της δίκυκλης μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος, να συγκρουστούν στο κέντρο περίπου της ως άνω διασταυρώσεως και εξ αυτού του λόγου να συμβεί το ένδικο ατύχημα, 6] αναλύεται η οδηγική συμπεριφορά του πρώτου αναιρεσιβλήτου και ειδικότερα ότι αυτός κινείτο σύννομα με κανονική και εντός των επιτρεπομένων ορίων ταχύτητα, εισήλθε στην ως άνω διασταύρωση έχοντας προς τούτο προτεραιότητα σε σχέση με τα κινούμενα επί της οδού ... οχήματα και ότι λόγω της παρεμβολής στην πορεία του του οχήματος που οδηγούσε η αναιρεσείουσα δεν είχε τα χρονικά περιθώρια να πράξει οτιδήποτε -πέραν της τροχοπέδησης που ενήργησε - προς αποφυγή της συγκρούσεως, 7] μνημονεύεται ο τρόπος σύγκρουσης, τα σημεία σύγκρουσης των δύο οχημάτων, η τελική θέση των οχημάτων μετά την σύγκρουση και η αιτία της θέσης τους στα σημεία αυτά, 8] αναφέρεται ότι η ένδικη σύγκρουση οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας, συνισταμένη στην προεκτιθέμενη αμελή της συμπεριφορά, ήτοι της ελλείψεως της προσήκουσας σε κάθε συνετό οδηγό προσοχής, την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει η αναιρεσείουσα, η οποία δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή της, ούτε συμμορφώθηκε με την ρυθμιστική της κυκλοφορίας ως άνω πινακίδα STOP, που υπήρχε στην πορεία της, αλλά εισήλθε στην διασταύρωση, χωρίς να διακόψει την πορεία της για να ελέγξει με προσοχή την επί της οδού ... κίνηση των οχημάτων και να παραχωρήσει προτεραιότητα στην κινούμενη κανονικά στην οδό ... δίκυκλη μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος, με συνέπεια την επέλευση της ένδικης σύγκρουσης. Επομένως, το Εφετείο περιέλαβε σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας οδηγού και του ζημιογόνου αποτελέσματος, κρίνοντας αποκλειστικά υπαίτια αυτήν, διαλαμβάνοντας ειδικότερα τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, που επέδειξε η τελευταία ως προς την πρόκληση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις των διατάξεων 4 παρ. 3., 12 παρ. 1 και 26 παρ.4 του ΚΟΚ, οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, ενώ αιτιολογείται πλήρως και η έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας από πλευράς του πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και η συνακόλουθη απόρριψη της ένστασης αποκλειστικής υπαιτιότητας άλλως συνυπαιτιότητάς του, που προέβαλε η αναιρεσείουσα. Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δ, είναι ως προς τις ανωτέρω αιτιάσεις αβάσιμος και απορριπτέος.
Περαιτέρω, όλες οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας και συγκεκριμένα α] ότι η προσβαλλομένη δεν προσδιορίζει, ποιο ήταν το σημείο επί της οδού ... κατά το οποίο θα είχε ορατότητα με τρόπο ασφαλή και μη παρεμποδίζοντας την διέλευση των διερχομένων οχημάτων στην οδό προτεραιότητας, ήτοι σε ποια προέκταση της ευθείας της δεξιάς πλευράς του σταθμευμένου επί της οδού ... οχήματος ήταν δυνατή η ασφαλής ορατότητα της διέλευσης των οχημάτων επί της οδού αυτής, β] δεν προσδιορίζει αν το όχημα της αναιρεσείουσας ξεπέρασε το συγκεκριμένο αυτό σημείο ασφαλούς ορατότητας της διέλευσης των οχημάτων επί της οδού ... και σε ποια απόσταση από το συγκεκριμένο σημείο ασφαλούς ορατότητας, το οποίο ξεπέρασε, έλαβε χώρα το ατύχημα, 3] ότι όλως αντιφατικώς αναφέρεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι παρεμβλήθηκε στην πορεία της δίκυκλης μοτοσικλέτας χωρίς όμως να αναφέρεται σε ποιο σημείο της οδού ... βρισκόταν αυτή κατά τη στιγμή του ατυχήματος, 4] ότι υφίσταται αντιφατική αιτιολογία του μέρους της δίκυκλης μοτοσικλέτας, το οποίο υπέστη ζημίες από τη σύγκρουση, 5] δεν υφίσταται ουδεμία αιτιολογία αναφορικά με τη μη λήψη υπόψη της από 17-09-2020 έκθεσης ανάλυσης συνθηκών που προσεκόμισε σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, από την οποία προκύπτει ότι η ταχύτητα της δίκυκλης μοτοσικλέτας, που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος, την στιγμή του ατυχήματος ανέρχοταν σε 74,27 χ/ω, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, καθόσον οι φερόμενες ως αντιφάσεις, ασάφειες, ανεπάρκειες και ελλείψεις στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, ανάγονται στην αξιολόγηση, στάθμιση, ανάλυση και εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές και πλήρες αποδεικτικό του πόρισμα, καθώς και σε απόψεις και επιχειρήματα της αναιρεσείουσας προς επιστήριξη των προβληθέντων από αυτήν ισχυρισμών, περί των συνθηκών του ένδικου ατυχήματος, οι οποίοι όμως δεν έγιναν δεκτοί, από το Εφετείο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό, από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό, με τις αιτιάσεις δε αυτές, και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεως τους στο άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ πλήττεται απαραδέκτως, η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας [άρθρο 561 αρ. 1 ΚπολΔ ] αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων και με το σαφές και μη αντιφατικό εκτιθέμενο στην απόφαση αποδεικτικό πόρισμα, ότι η πρόκληση του ένδικου ατυχήματος οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας.
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.10 του ΚΠολΔ, με τις ειδικότερες αιτιάσεις ότι η προσβαλλομένη απόφαση παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινών χωρίς απόδειξη και ειδικότερα α] ότι πιθανολόγησε ότι η τελική θέση του οχήματος που οδηγούσε ήταν διαφορετική από την καταγραφείσα στο σχετικό σχεδιάγραμμα της τροχαίας Κορίνθου, συμπέρασμα που δεν εδράζεται σε κανένα προσκομιζόμενο νομίμως και επικαλούμενο αποδεικτικό μέσο και σε καμία μαρτυρία και ότι προβαίνει σε λανθασμένο συλλογισμό ότι εάν η τελική θέση του ΙΧΕ αυτοκινήτου ήταν αυτή στην οποία βρέθηκε από την Τροχαία Κορίνθου, τότε ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν θα αιφνιδιαζόταν, δεν θα προχωρούσε και θα συνέχιζε την πορεία του ανεμπόδιστα αποφεύγοντας το ατύχημα. Ότι τα ίχνη χαραγής που επικαλείται η προσβαλλομένη στο οδόστρωμα, δεν αποδεικνύουν το σημείο της σύγκρουσης, δεδομένου ότι ο οδηγός της μοτοσικλέτας, έπεσε, πριν συγκρουσθεί με το όχημα που οδηγούσε η αναιρεσείουσα. Ότι η παραδοχή ότι το όχημα της αναιρεσείουσας χτυπήθηκε από τη μηχανή στο εμπρόσθιο μέρος και όχι στο κέντρο του ή στο πίσω μέρος του, αποδεικνύει ότι το όχημα της αναιρεσείουσας δεν είχε καταλάβει μέρος του οδοστρώματος και ότι δεν βρισκόταν στο μέσο της διασταύρωσης. Ότι ουδείς εκ των μερών υποστήριξε και απέδειξε μετακίνηση του οχήματος της αναιρεσείουσας από την τελική θέση που κατέγραψε η Τροχαία Κορίνθου, β] ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πιθανολόγησε ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος οδηγός χωρίς άδεια οδήγησης της δίκυκλης μοτοσικλέτας, είχε αποκτήσει εμπειρία επαρκούς χειρισμού της λόγω του ότι "προφανώς" οδηγούσε αυτήν από τον αναγραφόμενο στην άδεια κυκλοφορία της χρόνο [12-09-2016], συμπέρασμα που δεν εδράζεται από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο που προσκομίστηκε πρωτόδικα ή δευτεροβάθμια, έρχεται σε αντίθεση με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι οδηγός στην ηλικία των 23 ετών χωρίς άδεια οδήγησης κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος, επιδεικνύει κατά το σύνηθες επιπόλαιη συμπεριφορά. Ότι αν η προσβαλλομένη δεν είχε αρκεστεί στις πιο πάνω πιθανολογήσεις και αναζητούσε την πλήρη απόδειξη των συγκεκριμένων παραδοχών, θα προέκυπτε αβίαστα ότι η οδική συμπεριφορά του πρώτου αναιρεσιβλήτου συνιστά καταφανώς αμελή οδηγική συμπεριφορά, η οποία σε συντριπτικό ποσοστό αν όχι αποκλειστικά προκάλεσε το ένδικο ατύχημα και ότι συνεπώς αυτό προκάλεσε κατά συντρέχουσα υπαιτιότητα ο ίδιος ο πρώτος αναιρεσίβλητος, ο οποίος δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και επιπροσθέτως έβαινε με μεγαλύτερη του επιτρεπομένου ορίου των 50 χ/ω και ως εκ τούτου δεν μπόρεσε μολονότι η οδός ήταν ευθεία και ανεμπόδιστη και είχε επαρκέστατο πλάτος να αντιληφθεί εγκαίρως και να αντιδράσει κάνοντας ελιγμό και συνεπώς η προβληθείσα ένσταση συνυπαιτιότητάς της έπρεπε να γίνει δεκτή.
Ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού οι επικαλούμενες δύο παραδοχές, δεν αποτελούν κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ 10 Κ.Πολ.Δ "πράγματα", αλλά επιχειρήματα αναγόμενα στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος περί αποκλειστικής υπαιτιότητας της αναιρεσείουσας στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, υπό την επίφαση δε της προκειμένης αναιρετικής πλημμέλειας από το λόγο αυτό, προβάλλεται αιτίαση για την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αξιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς τις οποίες η αναιρεσείουσα έχει διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση.
Σε κάθε περίπτωση όμως, ο λόγος αυτός, είναι και αβάσιμος, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚπολΔ της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι για τον σχηματισμό του ως άνω πορίσματος του σε σχέση με την αποκλειστική υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, το Εφετείο, έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα τα οποία ειδικά μνημονεύονται σ' αυτήν, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και τα οποία συνεκτιμήθηκαν, δηλαδή μαρτυρικές καταθέσεις, έγγραφα και φωτογραφίες, χωρίς να δεχθεί πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη και συνεπώς δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚπολΔ προσβαλλόμενη πλημμέλεια.
Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο τα αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι η από την προσβαλλομένη δεν προκύπτει με τρόπο αναμφίβολο, ότι λήφθηκε υπόψιν η από 17-09-2020 έκθεση ανάλυσης συνθηκών ατυχήματος, σε σχέση με την αναφορά της για υπέρβαση του ορίου ταχύτητας της δίκυκλης μοτοσικλέτας, την οποία το Εφετείο, αν εκτιμούσε διαφορετικά, θα οδηγείτο σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από το εξαχθέν και θα έκανε δεκτή την ένσταση της αναιρεσείουσας περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσιβλήτου στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος. Ο ως άνω λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού διαλαμβάνει αντιφατικές αιτιάσεις αφενός ότι δεν προκύπτει αναμφίβολα, ότι η προσβαλλομένη έλαβε υπόψιν της την ως άνω έκθεση και αφετέρου ότι, αν το Εφετείο εκτιμούσε διαφορετικά την ως άνω έκθεση, θα οδηγούσε την κρίση του σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα. Σε κάθε περίπτωση, όπως προκύπτει από την ενυπάρχουσα στο σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης διαβεβαίωση, ότι "Από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων Ε. Κ., Γ. Φ. και Ι. Ρ., που εξετάσθηκαν νομότυπα στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με επιμέλεια του ενάγοντος της κύριας αγωγής ο πρώτος και της προσθέτως παρεμβαίνουσας-παρεμπιπτόντως εναγομένης οι λοιποί, οι καταθέσεις τους περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως αυτού [η εναγομένη της κύριας αγωγής -παρεμπιπτόντως ενάγουσα δεν επιμελήθηκε την εξέταση μάρτυρα], από το σύνολο των εγγράφων, τα οποία νομίμως προσκομίζουν μετ' επικλήσεως οι διάδικοι με τις προτάσεις τους, δυνάμενα να χρησιμοποιηθούν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα προς άμεση απόδειξη των ισχυρισμών τους, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μερικά τα οποία μνημονεύονται παρακάτω χωρίς όμως να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως αλλά όλα χωρίς εξαίρεση - έστω και μη ειδικώς μνημονευόμενα - συνεκτιμώνται ως ισοδύναμα για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων [.....], μεταξύ των οποίων τα δημόσια έγγραφα της προηγηθείσας για το ατύχημα ποινικής δικογραφίας [....] καθώς και οι προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως φωτογραφίες, των οποίων δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα [.....] από όσα ρητώς [...] ή εμμέσως [....] συνομολογούνται από τους διαδίκους από τα δικόγραφά τους, καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο [....] αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά" καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί των συνθηκών τέλεσης του ενδίκου ατυχήματος και την αποκλειστική υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας και όλως ειδικότερα για την ταχύτητα της δίκυκλης μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος την στιγμή του ατυχήματος, έλαβε υπόψιν του και συνεκτίμησε, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και το παραπάνω φερόμενο ως αγνοηθέν έγγραφο, καταρτισθέν κατ'εντολή της ήδη αναιρεσείουσας, που δεν συνιστά έκθεση πραγματογνωμοσύνης, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει η ίδια, χωρίς να υποχρεούται το Δικαστήριο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτού και καθενός εγγράφου, με την επισημείωση ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται ρητή αναφορά και περιγράφονται τα συναγόμενα από τα εν λόγω έγγραφα και μαρτυρίες συμπεράσματα, αντικρούονται δε με τις παραδοχές του Εφετείου τα συμπεράσματα της ως άνω έκθεσης περί υπέρβασης της ταχύτητας της δίκυκλης μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος. Συγκεκριμένα στην σελίδα 12 της προσβαλλομένης απόφασης η εκκαλουμένη δέχεται κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα αναιρετικά κρίση της: "Ο ισχυρισμός της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας και της οδηγού του ΙΧΕ ότι η ταχύτητα που είχε αναπτύξει με τη μοτοσικλέτα του ο ενάγων ήταν 74,27 χ/ω -όπως αναφέρεται στην εκτιμώμενη ελεύθερα[ άρθρο 390 ΚΠολΔ] από 17-09-2020 έκθεση ανάλυσης συνθηκών τροχαίου ατυχήματος που συντάχθηκε από την "ΕΜΠΕΙΡΟΓΝΩΜΩΝ ΙΚΕ" με την επιμέλεια του Ι. Ρ., κατόπιν αναθέσεως της Α. Φ. -δεν αποδείχθηκε βάσιμος και τούτο συνάγεται ιδίως από τις προκληθείσες στο ΙΧΕ αυτοκίνητο ζημίες, εξαιτίας της συγκρούσεως [βλ. τις προσκομιζόμενες φωτογραφιες, όπου οι ζημίες του εντοπίζονται μόνο στο εμπρόσθιο δεξιό πλαστικό κάτω μέρος του προφυλακτήρα από το μέσον του προφυλακτήρα και δεξιά] από την τελική θέση της μηχανής και του σώματος του ενάγοντος στο οδόστρωμα, που βρέθηκαν, όπως προαναφέρθηκε στο οδόστρωμα της οδού ..., αριστερά του Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου και δεν εκτινάχθηκαν σε μεγάλη απόσταση από το σημείο της σύγκρουσης, γεγονός που θα συνέβαινε, αν η ταχύτητα της δίκυκλης μοτοσικλέτας ήταν, όση ισχυρίζονται οι ανωτέρω καθώς και από την κατάθεση της αυτόπτη μάρτυρα L. M., που κατέθεσε ότι "....Και τα δύο οχήματα εκινούντο με σχετικά μικρή ταχύτητα καθώς η σύγκρουση των δύο οχημάτων δεν ήταν δυνατή"...". Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη με τον ως άνω λόγο αναίρεσης πλημμέλεια από τον αριθμό 11 εδ γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ δηλαδή της μη λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου νομίμως προσκομισθέντος και επικληθέντος. Η δια του ερευνώμενου δε λόγου, προβαλλόμενη αιτίαση ότι από το παραπάνω αποδεικτικό μέσο συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, κρίνεται ως απαράδεκτη, καθόσον με την επίκληση της πλήττεται η ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικά, αξιολόγηση και εκτίμηση αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην ως άνω νομική σκέψη.
Περαιτέρω, με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και συγκεκριμένα α] των άρθρων 94 παρ .4 και 13 παρ.2 εδ α. του Ν.2696/1999, 10 του Ν.ΓΠΝ/1911 και β] του άρθρου 481 του ΑΚ.
Ειδικότερα, με το πρώτο σκέλος του προκειμένου λόγου αναίρεσης η αναιρεσείουσα διατείνεται, ότι η προσβαλλομένη απόφαση προσδίδει στις ανωτέρω διατάξεις διαφορετική έννοια από την αληθινή και δεν τις εφαρμόζει εσφαλμένα, καθώς δεν μπορεί να παρακαμφθεί νομολογιακά η απουσία της προβλεπόμενης άδειας οδήγησης, αφού η έλλειψη της άδειας οδήγησης επαυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο ατυχήματος, έστω και αν αποδειχθεί ότι δεν υφίσταται εκ πρώτης αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού που οδηγεί χωρίς να είναι εφοδιασμένος με την κατάλληλη άδεια οδήγησης και ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο παραβίασε τις ως άνω διατάξεις ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων, καθώς εάν τις εφάρμοζε ορθά θα απέδιδε στον πρώτο αναιρεσείοντα παθόντα οδηγό τουλάχιστον ποσοστό συνυπαιτιότητας επί του ατυχήματος, αν όχι πλήρη και αποκλειστική ευθύνη αυτού, καθώς οδηγούσε αμελώς χωρίς την τεταμένη προσοχή που απαιτείται και χωρίς να διαθέτει άδεια οδήγησης.
Ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν διέθετε ουσιαστική εμπειρία, ήταν νεαρός σε ηλικία κατά το κρίσιμο χρόνο του ατυχήματος και συστηματικά παρέβαινε τις προαναφερόμενες διατάξεις οδηγώντας μεγάλου κυβισμού, ιπποδύναμης και όγκου μηχανή που απαιτεί ειδικές οδηγικές ικανότητες, χωρίς δίπλωμα οδήγησης.
Σε σχέση με τα ανωτέρω, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης, προκύπτει ότι σε σχέση με τα ανωτέρω επικαλούμενα στο πρώτο σκέλος του τέταρτου λόγου αναίρεσης, η προσβαλλομένη δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της τα κάτωθι πραγματικά περιστατικά:
"Εξάλλου, η μη κατοχή εκ μέρους του ενάγοντος Μ. Λ. άδειας ικανότητας οδηγήσεως [του κυβισμού] της δίκυκλης μοτοσικλέτας που οδηγούσε, δεν αποδεικνύεται ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση συνετέλεσε αιτιωδώς στην πρόκληση του επίδικου τροχαίου ατυχήματος. Ειδικότερα, ο ως άνω οδηγός είναι κάτοχος άδειας ικανότητας οδηγήσεως Α1 [μοτοσικλέτας έως 125 κ.εκ] και Β [αυτοκινήτου], ήδη από τις 15-4-2019 και προφανώς οδηγούσε τη συγκεκριμένη μοτοσικλέτα από τον αναγραφόμενο στην άδεια κυκλοφορίας χρόνο [12-9-2016], ο χρόνος δε αυτός οδηγήσεως συνηγορεί στο ότι είχε αποκτήσει εμπειρία επαρκούς χειρισμού της κατά την οδήγησή της. Σε κάθε περίπτωση, λόγω της αιφνίδιας και απρόβλεπτης εισόδου του ΙΧΕ αυτοκινήτου στην οδό προτεραιότητας, όπου εκινείτο η μοτοσικλέτα του ενάγοντος, ο μέσος συνετός και ικανός οδηγός δίκυκλης μοτοσικλέτας δεν θα είχε την ικανότητα να αποφύγει με οδηγική αντίδραση [ ελιγμού ή τροχοπεδήσεως] την επίδικη σύγκρουση". Με βάση αυτά που δέχθηκε το Εφετείο κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, καταλήγοντας στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η έλλειψη της άδειας οδήγησης για τη συγκεκριμένου κυβισμού δίκυκλη μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν συνδέεται αιτιωδώς με το επελθόν αποτέλεσμα, ότι αυτός είχε επαρκή εμπειρία οδήγησης αυτής και ότι ο μέσος συνετός και ικανός οδηγός δίκυκλης μοτοσικλέτας δεν θα είχε τη δυνατότητα να αποφύγει με οδηγική αντίδραση [ελιγμό ή τροχοπέδηση] την επίδικη σύγκρουση, λόγω της αιφνίδιας και απρόβλεπτης εισόδου του ΙΧΕ αυτοκινήτου της αναιρεσείουσας στην οδό προτεραιότητας όπου εκινείτο η μοτοσικλέτα του πρώτου αναιρεσίβλητου, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 93 παρ.4 και 13 παρ.2 εδ. Α του Ν. 2696/1999 και συνεπώς ο τέταρτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, πέραν του ότι η φερόμενη εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ανάγεται στην αξιολόγηση, στάθμιση, ανάλυση και εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προναφερόμενο σαφές και πλήρες αποδεικτικό του πόρισμα σε σχέση με την αποκλειστική υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος καθώς και σε απόψεις και επιχειρήματα της αναιρεσείουσας προς επιστήριξη των προβληθέντων από αυτήν ισχυρισμών, περί των συνθηκών του ένδικου ατυχήματος, και της αποκλειστικής υπαιτιότητας άλλως συνυπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσίβλητου, στην επέλευση του ένδικου ατυχήματος, οι οποίοι όμως δεν έγιναν δεκτοί, από το Εφετείο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό, από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό, με τις αιτιάσεις δε αυτές, και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ πλήττεται απαραδέκτως, η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας [άρθρο 561 αρ. 1 ΚΠολΔ] αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων και με το σαφές και μη αντιφατικό εκτιθέμενο στην απόφαση αποδεικτικό πόρισμα, ότι η πρόκληση του ένδικου ατυχήματος οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας.
Με το δεύτερο σκέλος του τέταρτου λόγου αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 481 ΑΚ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο, αφού δέχθηκε την ένσταση του ιδιοκτήτη του οχήματος που οδηγούσε αυτή περί περιορισμού της ευθύνης του μέχρι της αξίας του ζημιογόνου οχήματος ιδιοκτησίας του, κατ' άρθρο 4 του Ν.ΓΠΝ/1911 και μέχρι του ποσού των 22.000 ευρώ, στη συνέχεια αντιφατικώς όρισε με την απόφασή του την καταβολή αποζημιώσεως αλληλεγγύως και εις ολόκληρον από την αναιρεσείουσα οδηγό και τον ιδιοκτήτη του ζημιογόνου οχήματος, καθόσον δεν υφίσταται με βάση τη διάταξη της 481 ΑΚ για τον οδηγό του οχήματος ισομερής υποχρέωση με τον ιδιοκτήτη για την αναγωγική καταβολή αποζημίωσης στον οδηγό της μοτοσικλέτας και ότι η υποχρέωσή της γεννάται για το υπολειπόμενο ποσό, αφού πρώτα καταβληθεί το ποσό των 22.000 ευρώ από τον ιδιοκτήτη, όπως όρισε η προσβαλλομένη. Από την παραδεκτή επισκόπηση κατ' άρθρο 561 αρ 2 ΚπολΔ του διατακτικού της προσβαλλομένης προκύπτει ότι αυτή έχει το εξής διατακτικό: ".....Αναγνωρίζει ότι η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 20.650,69 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.....Αναγνωρίζει την υποχρέωση των παρεμπιπτόντως εναγομένων ευθυνομένων εις ολόκληρον, να καταβάλουν στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα οποιοδήποτε ποσό καταβάλει η τελευταία στον ενάγοντα της κύριας αγωγής, στο οποίο περιλαμβάνεται το κεφάλαιο, οι νόμιμοι τόκοι και τα δικαστικά έξοδα, εντόκως από την καταβολή του σχετικού ποσού στον ενάγοντα μέχρι την πλήρη εξόφληση του δευτέρου παρεμπιπτόντως εναγομένου, ευθυνομένου μέχρι του ποσού των είκοσι δύο χιλιάδων ευρώ, ήτοι την αξία του αυτοκινήτου του, πριν το χρόνο του ατυχήματος".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο ,ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 481 ΑΚ και το δεύτερο σκέλος του τέταρτου λόγου αναίρεσης είναι απορριπτέο ως αβάσιμο, αφού, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην μείζονα σκέψη και στα πλαίσια του Ν ΓΠΝ/1911, μία από τις περιπτώσεις στις οποίες ιδρύεται αλληλεγγύως εις ολόκληρον ευθύνη είναι μεταξύ του οδηγού και του ιδιοκτήτη του ζημιογόνου οχήματος. Ειδικότερα στην περίπτωση αυτή, όπως εν προκειμένω υφίσταται παράλληλη ευθύνη, περισσότερων προσώπων, δηλαδή της αναιρεσείουσας οδηγού και του μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου Γ. Μ., που ευθύνονται από το νόμο αυτοτελώς ο καθένας, για την αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε στον πρώτο αναιρεσίβλητο. Η περίπτωση αυτή, όπως προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη, μπορεί να υπάρχει και στο πεδίο της αντικειμενικής, αλλά και της υποκειμενικής ευθύνης. Περισσότεροι αντικειμενικά ευθυνόμενοι, είναι μεταξύ άλλων, ο οδηγός και ο ιδιοκτήτης του ζημιογόνου αυτοκινήτου, ως εν προκειμένω καθώς και ο ασφαλιστής μέχρι το ποσό του ασφαλίσματος για τη ζημία που προξένησε σε τρίτους το ασφαλισμένο αυτοκίνητο (άρθρ. 4, 9 ν. ΓΠΝ/1911, 10 παρ. 1 ν. 489/1979). Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚπολΔ τέταρτος αναιρετικός λόγος ως απαράδεκτος και αβάσιμος κατά τις ως άνω διακρίσεις.
Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο, το οποίο κατέθεσε η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης [άρθρο 495 παρ.3 εδ β,δ ΚΠολΔ]. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της [άρθρα 176,183 ΚπολΔ στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που παραστάθηκαν, εκπροσωπούμενοι από διαφορετικούς πληρεξούσιους δικηγόρους και κατέθεσαν ξεχωριστές προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημά τους, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 02-02-2023 [αρ.κατ.1085/87/03-02-2023] αίτηση αναίρεσης κατά της υπ'αριθμ. 3356/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2.700] ευρώ για καθένα αναιρεσίβλητο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ