ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1457/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1457/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1457/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1457 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1457/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καλούντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Διονυσία Νταϊφώτη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: - καθ' ου η κλήση: Π. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-11-2014 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λήμνου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 92/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 286/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης (Μεταβατική έδρα Λήμνου). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 29-8-2017 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 534/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανήλθε για συζήτηση με την από 9-12-2019 κλήση του αναιρεσείοντος - καλούντος.

Εκδόθηκε η 880/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε εκ νέου τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 20-9-2021 κλήση του αναιρεσείοντος - καλούντος.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο επισπεύδων τη συζήτηση διάδικος δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη όμως ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως (Α.Π. 224/2023, Α.Π. 1152/2023). Αν αντιθέτως η επίσπευση της συζήτησης έγινε με την επιμέλεια του αντιδίκου του διαδίκου που δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της αναίρεσης ή εμφανίσθηκε, αλλά δεν έλαβε μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση αυτού. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (Α.Π. 534/2023, Α.Π. 474/2022).

Στην αντίθετη περίπτωση, η συζήτηση προχωρεί παρά την απουσία εκείνου που έχει νόμιμα κλητευθεί. Την κλήτευση του απολειπομένου διαδίκου επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (Α.Π. 175/2023, Α.Π. 474/2022).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β` και γ` Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ` άρθρο 575 εδ. β` του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ` αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά την μετ` αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή (Α.Π. 259/2022, Α.Π. 488/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 20-9-2021 κλήση του, το αναιρεσείον επαναφέρει προς συζήτηση την από 29-8-2017 αίτησή του για αναίρεση της 286/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης (Μεταβατικής Έδρας Λήμνου), που δίκασε ως Εφετείο, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 880/2021 απόφασης αυτού του Δικαστηρίου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση για την ορισθείσα δικάσιμο της 5-2-2021, επειδή δεν προέκυπτε επίδοση της αίτησης αναίρεσης. Κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο, με πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος (άρθρο 568 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), στις 3-2-2023, η υπόθεση αναβλήθηκε και προσδιορίσθηκε να συζητηθεί κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (15-11-2024). Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ο αναιρεσίβλητος, ούτε υποβλήθηκε ως προς αυτόν δήλωση, ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης (άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Από τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως από το αναιρεσείον, που επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, υπ' αριθμ. ...-2023 και ...-2023 εκθέσεις επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αιγαίου, με έδρα το Πρωτοδικείο Μυτιλήνης, Α. Λ. Α., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης και της υπ' αριθμ. πρωτ. ...-2023 βεβαίωσης αναβολής της υπόθεσης του Γραμματέα του Αρείου Πάγου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκαν στον απολειπόμενο αναιρεσίβλητο. Συνακόλουθα, εφόσον ο τελευταίος κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστεί για τη σημερινή, μετ` αναβολή, δικάσιμο το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.). Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 286/2017 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης (Μεταβατικής Έδρας Λήμνου), η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του Κ.Πολ.Δ. σε συνδυασμό με το άρθρο 15 του Ν. 3869/2010), αντιμωλία των διαδίκων, έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (άρθρ. 495 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. και 14 του Ν. 3869/2010) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε το αναιρεσείον επικαλείται επίδοση αυτής (η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 6-7-2017, η ένδικη αναίρεση ασκήθηκε στις 29-8-2017) και επομένως πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ.). Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι, η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Ο αιτών, ήδη αναιρεσίβλητος, με την ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λήμνου, από 10-11-2014 (αριθ. έκθ. κατάθ. 40/11-11-2014) αίτησή του, επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του προς τον πιστωτή του Ν.Π.Δ.Δ, ήδη αναιρεσείον, ζήτησε τη ρύθμιση των χρεών του, με βάση την περιουσιακή και οικογενειακή του κατάσταση, με την εξαίρεση από τη ρευστοποίηση της περιγραφόμενης σ' αυτήν κύριας κατοικίας του και λοιπής κινητής και ακίνητης περιουσίας του, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που υπέβαλε, άλλως τη δικαστική ρύθμιση των χρεών του, με τον καθορισμό μηνιαίων δόσεων στο πλαίσιο της ρύθμισης του άρθρου 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, καθώς και τον καθορισμό μηνιαίων δόσεων στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, προς το σκοπό διάσωσης της κύριας κατοικίας του, λαμβανομένης υπόψη της περιουσιακής και εν γένει οικονομικής του κατάστασης, με σκοπό την εν μέρει απαλλαγή του από αυτά. Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 92/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λήμνου, η οποία δέχθηκε την αίτηση και ρύθμισε τις οφειλές του αιτούντος ως το αναιρεσείον, εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία του αιτούντος και ένα Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, επιβάλλοντας στον αιτούντα για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του να καταβάλει τα αναφερόμενα στο διατακτικό της χρηματικά ποσά.

Κατά της απόφασης αυτής το καθ'ου, ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. άσκησε έφεση, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης (Μεταβατικής Έδρας Λήμνου), το οποίο με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 286/2017 τελεσίδικη απόφασή του, απέρριψε κατ' ουσίαν αυτήν. Με το άρθρο 1 παρ.1 του Ν.3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με την παρ. 1 του άρθρου 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α4 του άρθρου 2 του ν.4336/2015 και εφαρμόζεται στην επίδικη περίπτωση (άρθρ. 2 ΥΠΟΠΑΡ. Α4 άρθρ. 2 παρ. 5 του ίδιου νόμου 4336/2015), ως εκ του χρόνου υποβολής - κατάθεσης, στις 11-11-2014, της ένδικης, από 10-11-2014, αίτησης του άρθρου 4 παρ. 1 Ν.3869/2010, "φυσικά πρόσωπα, που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή τους. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών του και απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και που δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου), πάντως, η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή (Α.Π. 65/2017, Α.Π. 1299/2015, Α.Π. 1226/2014). Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα χρέη του που καθίστανται ληξιπρόθεσμα και απαιτητά (όταν επέλθει ο χρόνος εκπλήρωσής τους, όπως αυτός καθορίζεται από τη δικαιοπραξία ή από τις περιστάσεις ή από τη φύση της ενοχικής σχέσης, κατ' άρθρα 323 και 340 Α.Κ.), έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως. Δεν χρειάζεται να είναι όλες οι απαιτήσεις ληξιπρόθεσμες κατά τη στιγμή της αδυναμίας των πληρωμών. Αρκεί να είναι έστω και μία, ως προϋπόθεση για την έναρξη της διαδικασίας του Ν.3869/2010, με την εξαίρεση που θα αναπτυχθεί στη συνέχεια, εφόσον, βέβαια, συντρέχει και η άλλη πιο πάνω προϋπόθεση της μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών, αλλιώς, ο οφειλέτης ασκεί πρόωρα το δικαίωμά του και η αίτησή του θα απορριφθεί. Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του. Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών, λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων (Α.Π. 544/2022, Α.Π. 882/2019, Α.Π. 551/2018). Επισημαίνεται ότι η εν λόγω αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (Α.Π. 1943/2022, Α.Π.540/2022, Α.Π.1379/2019).

Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή σύνταξης, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ. (Α.Π. 540/2022, Α.Π. 883/2020, Α.Π. 882/2019). Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον. Πράξεις που φανερώνουν μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη για την αντιμετώπιση ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του μπορούν ενδεικτικά να αποτελέσουν διαμαρτυρικά συναλλαγματικών για τη μη πληρωμή, επιταγές που δεν πληρώθηκαν κατά την εμπρόθεσμη εμφάνισή τους προς πληρωμή, διαταγές πληρωμής πιστωτικών τίτλων, τελεσίδικες καταψηφιστικές δικαστικές αποφάσεις, αιτήματα του οφειλέτη που διατυπώνονται σε επιστολές προς δανειστές για φιλικό διακανονισμό κ.λπ. (Α.Π. 544/2022, Α.Π.540/2022, Α.Π. 1208/2017, ΑΠ 951/2015).

Εξάλλου, ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 62 του Ν. 2214/1994 'Αντικειμενικό σύστημα φορολογίας εισοδήματος και άλλες διατάξεις "ότι για την εξυπηρέτηση και ασφάλιση των τοκοχρεολυτικών δανείων που χορηγούνται από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (εφεξής ΤΠΔ) για την απόκτηση πρώτης κατοικίας από δημόσιους υπαλλήλους, συνταξιούχους και λοιπούς δικαιούμενους, κατά την κείμενη νομοθεσία, κάθε δανειζόμενος υποχρεούται να εκχωρήσει υπέρ του δανειστή: α) μέχρι τα 6/10 όλων γενικά των τακτικών μηνιαίων απολαβών του (μισθός, επιδόματα, μηνιαία αναλογία δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, ΔΙΒΕΕΤ κ.λπ.), β) μέχρι τα 6/10 της κύριας και επικουρικής σύνταξής του και όλων γενικά των μερισμάτων και άλλων παροχών που τακτικά λαμβάνει από τα ασφαλιστικά του ταμεία (τα ποσοστά αυτά των εδαφίων α' και β' μειώθηκαν σε 3/10 σύμφωνα με την ΥΑ2/19843/0094 που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 677/Β/7-3-2012), γ) τα 3/4 από το εφάπαξ βοήθημα που χορηγείται σ' αυτόν από οποιοδήποτε ασφαλιστικό του φορέα ή από την οριζόμενη από την εργατική νομοθεσία αποζημίωση λόγω λύσης της εργασιακής σχέσεως (παρ. 1). Οι εκχωρήσεις αυτές είναι ισχυρές, ενώ καταργείται κάθε αντίθετη γενική ή ειδική διάταξη (παρ. 2). Τροποποιήσεις και συμπληρώσεις του άρθρου 62 του Ν. 2214/1994 επέφεραν οι νόμοι 2592/1998, 3453/2006, 3867/2010 και 4038/2012. Επίσης, κατά το άρθρο 25 παρ. 6 του Ν. 3867/2010, με αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του ΤΠΔ, μπορούν, ύστερα από αίτηση του υπόχρεου, να καθορίζονται όροι εξυπηρέτησης, επιμέρους συμφωνίες των δανειακών συμβάσεων και η διευθέτηση των τόκων υπερημερίας των μη κανονικά εξυπηρετούμενων, οποιουδήποτε είδους, δανειακών συμβάσεων που έχει χορηγήσει προς φυσικά πρόσωπα το ΤΠΔ. Από όλες τις προπαρατιθέμενες διατάξεις προκύπτει ότι στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 υπάγονται και οφειλές από στεγαστικά δάνεια, τα οποία το ΤΠΔ χορήγησε σε υπαλλήλους που συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας και τα οποία οι δανειολήπτες εξοφλούν με επιτρεπόμενη, κατά νόμο, (προ)εκχώρηση του οριζόμενου ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους. Στην περίπτωση που ο νόμος ήθελε να εξαιρέσει από τη ρύθμιση αυτή τις οφειλές από δάνεια προς το παραπάνω πιστωτικό ίδρυμα θα το είχε πράξει ρητά, όπως έπραξε με την προσθήκη της γ' περίπτωσης στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν.3869/2010 με το άρθρο 20 παρ. 15 του ν. 4019/2011, όπου προβλέφθηκε εξαίρεση από την προκείμενη ρύθμιση των χορηγούμενων δανείων σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 15 και 16 του ν. 3586/2007, ενώ, ούτε στις προβλεπόμενες εξαιρέσεις του τροποποιημένου, κατά τα προαναφερόμενα, άρθρου 1 παρ. 4 του ίδιου Ν. 3869/2010, συμπεριλαμβάνεται η οφειλή προς το ΤΠΔ.

Εξάλλου, δεν προκύπτει εξαίρεση ούτε από τη ρύθμιση του άρθρου 25 παρ. 6 του Ν. 3867/2010, με την οποία παρέχεται η δυνατότητα στον δανειολήπτη να ζητήσει - επιτύχει με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΤΠΔ ευνοϊκότερους όρους εξυπηρέτησης των δανειακών συμβάσεων (Α.Π. 544/2022, Α.Π. 1379/2019, Α.Π. 1031/2015). Σε κάθε περίπτωση, η εξαίρεση των δανείων του ΤΠΔ από τη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 θα προσέκρουε στην αρχή της ισότητας, που προβλέπεται από το άρθρο 4 του Συντάγματος, γι' αυτό οι δανειολήπτες του εν λόγω Ταμείου, σε σχέση με τους δανειολήπτες των υπόλοιπων πιστωτικών ιδρυμάτων, θα στερούνταν των ευνοϊκών διατάξεων του Ν. 3869/2010, δεδομένου ότι από το Ν. 3867/2010 δεν προκύπτουν ευνοϊκές διατάξεις ανάλογες του Ν. 3869/2010, καθώς το άρθρο 25 παρ. 6 του Ν. 3867/2010, όπως προεκτέθηκε, προβλέπει όρους διευκόλυνσης και εξυπηρέτησης των δανείων, όχι όμως και απαλλαγή, όπως προβλέπει ο Ν. 3869/2010. Με βάση όσα αναπτύχθηκαν, προκύπτει ότι στην περίπτωση οφειλών από στεγαστικά δάνεια που το ΤΠΔ χορήγησε σε υπαλλήλους και που οι δανειολήπτες εξοφλούν με εκχώρηση υπέρ του δανειστή ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους, η αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη δεν αναιρείται, όταν η εξόφληση του εν λόγω πιστωτή γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ίδιου του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του. Και τούτο, γιατί η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας επιβάλλει να χαρακτηριστεί ως αδυναμία πληρωμών η περίπτωση του οφειλέτη που ικανοποιεί το σύνολο των οφειλών του, αν διαθέτει για το σκοπό αυτόν ένα μεγάλο μέρος των εισοδημάτων του, αλλά χωρίς να εξασφαλίζει το στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης για τον ίδιο και την οικογένειά του. Και το πρόσωπο αυτό βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών. Διαφορετική αντιμετώπιση θα προέτασσε την ικανοποίηση των πιστωτών σε βάρος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας του οφειλέτη, ακόμη και της επιβίωσής του, κατάσταση που δεν γίνεται αποδεκτή από το γράμμα και το σκοπό του Ν. 3869/2010 (Α.Π. 1379/2019). Μάλιστα, στην περίπτωση αυτή, δηλαδή της οφειλής προς το ΤΠΔ από παροχή στεγαστικού δανείου με την παράλληλη, από το νόμο, υποχρέωση του δανειολήπτη να συνάψει με το ΤΠΔ σύμβαση εκχώρησης, ανακύπτει ανάγκη ο τελευταίος, έστω και αν το δάνειό του φέρεται να εξυπηρετείται κανονικά, λόγω της εκχώρησης του μισθού του κ.λπ., να επιδιώξει και επιτύχει ένταξη και υπαγωγή στη ρύθμιση του Ν.3869/2010, αν έχει υποστεί σημαντική μείωση του μισθού ή της σύνταξής του, καθόσον η εκχώρηση που έγινε στο παρελθόν παραμένει, αναλογικά, σε υψηλό ποσό, αφού αυτή υπολογίστηκε στο αρχικό αυξημένο ποσό του μισθού ή της σύνταξης του δανειολήπτη - οφειλέτη (Α.Π. 257/2020). Τέλος, κατά το άρθρο 14 του ν.3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και σε αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ.1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε, τόσο πριν όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία (άρθρο 14 του Ν. 3869/2010), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 31/2009, Ολ. ΑΠ 7/2006, Α.Π. 1943/2022). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου), όπως γίνεται δεκτό και κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με το λόγο αυτό, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1943/2022, Α.Π. 508/2020, Α.Π. 53/2020, Α.Π. 634/2019). Για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. (όπως και από τον αριθμό 1 του άρθρου 559) λόγος αναίρεσης, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, δηλαδή που εντοπίζεται η παραβίαση και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, και η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (Ολομ. ΑΠ 9/2016, Ολομ. ΑΠ 20/2005, Ολομ. ΑΠ 28/1998, Ολομ. ΑΠ 32/1996). Μάλιστα, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (Ολ.ΑΠ 28/1998, Α.Π. 1551/2018, Α.Π. 1572/2017).

Στην ερευνώμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του 560 του Κ.Πολ.Δ. [ όπως ορθά εκτιμάται, και όχι και από τους αριθμ. 8,10,11,12,13,19 και 20 του 559 Κ.Πολ.Δ., όπως αναφέρει το αναιρεσείον], της ευθείας παραβίασης της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, με την αιτίαση ότι δεν συνέτρεχε στην προκειμένη περίπτωση η απαραίτητη προϋπόθεση της ύπαρξης ληξιπρόθεσμης οφειλής στο πρόσωπο του αιτούντος, καθώς είχε αποκλειστικά μία οφειλή προς το αναιρεσείον (ΤΠΔ) και κατά την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησής του περί υπαγωγής του στις διατάξεις του Ν. 3869/2010 δεν ήταν ληξιπρόθεσμη, καθώς το δάνειο που είχε λάβει με ημερομηνία συνομολόγησης 7-9-2011 και έναρξη εξυπηρέτησης την 1-1-2012 εξυπηρετείτο κανονικά με μηνιαία παρακράτηση ποσού 628,12 ευρώ από το μισθό του και δεν εμφάνιζε ληξιπρόθεσμες οφειλές. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι δεν εκτίθενται παντελώς οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου εκ μέρους του δικάσαντος Δικαστηρίου. Σε κάθε όμως περίπτωση είναι και αβάσιμος, διότι με το να δεχθεί το δικάσαν Δικαστήριο, ότι ο αναιρεσίβλητος, έστω και αν το μοναδικό του δάνειο προς το αναιρεσείον ΤΠΔ ήταν ενήμερο, εξυπηρετούμενο κανονικά, λόγω της εκχώρησης ποσοστού από το μισθό του και δεν είχε καμία ληξιπρόθεσμη οφειλή προς αυτό ή σε άλλον πιστωτή (ιδιώτη ή μη), μπορεί να υπαχθεί στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3869/2010, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1 παρ. 1 Ν. 3869/2010, καθόσον, όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, η εξόφληση των πιστωτών δεν αναιρεί την αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, όταν η εξόφληση γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, όταν δηλαδή αδυνατεί να ικανοποιήσει τις βιοτικές του ανάγκες και να εξασφαλίσει ένα στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης για τον ίδιο και τα προστατευόμενα μέλη της οικογένειάς του. Το γεγονός ότι το ΤΠΔ παρακρατεί, με βάση τη μεταξύ αυτού και του δανειολήπτη- αναιρεσίβλητου σύμβαση εκχώρησης ποσοστού του μισθού του τελευταίου, ποσό από το μισθό του, δεν σημαίνει ότι για το λόγο αυτό και μόνο ελλείπει η προϋπόθεση της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής και της υπαγωγής του στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010, εφόσον, μετά από έρευνα των βιοτικών αναγκών του οφειλέτη και της οικογένειάς του, διαπιστωθεί ότι τα εισοδήματά του δεν επαρκούν για την κάλυψη των δαπανών για τις βιοτικές ανάγκες του, παράλληλα με την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο ως άνω λόγος αναίρεσης.

Περαιτέρω, με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, ορίζεται ότι φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του ίδιου νόμου, για την έναρξη της διαδικασίας, ο οφειλέτης καταθέτει αίτηση στο γραμματέα του αρμοδίου δικαστηρίου. Η αίτηση πρέπει να περιέχει: α) κατάσταση της περιουσίας του οφειλέτη και των κάθε φύσεως εισοδημάτων του ιδίου και του συζύγου του, β) κατάσταση των πιστωτών του και των απαιτήσεών τους κατά κεφάλαιο τόκους και έξοδα και γ) σχέδιο διευθέτησης οφειλών, που να λαμβάνει υπόψη με εύλογο τρόπο και συσχέτιση, τόσο τα συμφέροντα των πιστωτών, όσο και την περιουσία, τα εισοδήματα και την οικογενειακή κατάσταση του οφειλέτη. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών των άρθρων 1 και 4 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, σαφώς προκύπτει ότι, για το ορισμένο της αίτησης ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένου φυσικού προσώπου, ο αιτών - οφειλέτης πρέπει να εκθέτει σε αυτή ότι είναι φυσικό πρόσωπο, στερούμενο πτωχευτικής ικανότητας, ότι έχει ληξιπρόθεσμα χρέη προς τρίτους, τα οποία υπάγονται στις ρυθμίσεις του νόμου, ότι περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής αυτών των χρεών, ότι απέτυχε η προσπάθεια εξωδικαστικού (ήδη προδικαστικού) συμβιβασμού με τους πιστωτές του και ότι δεν έχει υπάρξει άλλη απαλλαγή από τα χρέη του στο παρελθόν με βάση το νόμο. Επιπλέον, πρέπει να εκθέτει ποιοι είναι οι πιστωτές του, με πλήρη στοιχεία, ποιες είναι οι απαιτήσεις τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, να περιγράφει την οικογενειακή του κατάσταση (έγγαμος, άγαμος, διαζευγμένος, εάν έχει προστατευόμενα μέλη, τα οποία υποχρεούται εκ του νόμου να διατρέφει), τα εισοδήματα του ίδιου και της συζύγου του και τα περιουσιακά του στοιχεία.

Τέλος, πρέπει να περιλάβει στην αίτησή του σαφές και ορισμένο σχέδιο διευθέτησης των οφειλών του, που να περιέχει ρύθμιση για όλους τους πιστωτές και τις απαιτήσεις τους, αίτημα δικαστικής ρύθμισης των οφειλών του, επί αποτυχίας δικαστικού συμβιβασμού και διάσωσης (εξαίρεσης από την εκποίηση) της κύριας κατοικίας του. Πλέον των ανωτέρω ουδέν έτερο στοιχείο απαιτείται για την πληρότητα της εν λόγω αίτησης (Α.Π. 1231/2023, Α.Π. 438/2019, Α.Π. 635/2019).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, με τον περιεχόμενο στην υπό κρίση αίτηση δεύτερο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ. [όπως ορθά εκτιμάται, και όχι και από τους αριθμούς 8, 10, 11, 12, 13, 19 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., όπως αναφέρει το αναιρεσείον] πλημμέλεια, ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης, που δίκασε ως Εφετείο, παρά το νόμο δεν απέρριψε, ως αόριστη, την από 10-11-2014 αίτηση του άρθρου 4 του Ν. 3869/2010 του αιτούντος-αναιρεσίβλητου, επειδή ο τελευταίος "δεν εξειδικεύει επαρκώς ποιες ήταν οι συγκυρίες εκείνες που τον οδήγησαν στην αδυναμία εκπλήρωσης των υποχρεώσεών του...δεν διευκρινίζει ποια ήταν τα εισοδήματά του κατά το χρόνο που μπορούσε να εξυπηρετεί κανονικά τη δανειακή του υποχρέωση, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να υπολογισθεί η επικαλούμενη μείωση των εισοδημάτων του...δεν αναφέρει ποιες ήταν οι απολαβές του και εν γένει η οικονομική του κατάσταση όταν κατήρτισε την εν λόγω σύμβαση...ποιο ήταν το καθαρό εισόδημα της συζύγου του κατά το χρόνο ανάληψης του δανείου, ποια ακριβώς μείωση υπέστη και λόγω ποιων ειδικότερων συνθηκών οδηγήθηκε σε αδυναμία πληρωμής...δεν αναφέρει το χρόνο ανάληψης των υπό ρύθμιση οφειλών...", παραβιάζοντας ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 και 4 παρ. 1 του ν. 3869/2010. Από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 αριθ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι το, ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο, αναφορικά με το ερευνώμενο κρίσιμο ζήτημα της υπαγωγής του αναιρεσείοντος στις προστατευτικές διατάξεις του Ν. 3869/2010, ερευνώντας το παραδεκτό και τη νομική βασιμότητα της ένδικης αίτησης, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση και το σχετικό λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος, με τον οποίο παραπονείτο ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αίτηση, δέχθηκε, τα ακόλουθα: "...ο εν λόγω λόγος πρέπει να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμος, διότι από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 4 παρ. 1 του ν. 3869/2010, προκύπτει ότι αυτός που αιτείται τη δικαστική ρύθμιση των οφειλών του, οφείλει, αλλά και αρκεί για το ορισμένο της αίτησής του να διαλάβει στο δικόγραφο αυτής τα κάτωθι στοιχεία: ι) ότι δεν τυγχάνει έμπορος και, ως εκ τούτου, δεν έχει πτωχευτική ικανότητα, ιι) ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη και, κατά την ορθότερη άποψη, γενική- καθολική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του, ιιι) την κατάσταση της περιουσίας του και τα εισοδήματα του ίδιου και του συζύγου του, ιν)κατάσταση των πιστωτών, τις οφειλές του προς τους οποίους επιθυμεί να ρυθμίσει, κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα και ν)σχέδιο διευθέτησης οφειλών, ενώ δεν απαιτείται να μνημονεύεται ο χρόνος, ο τρόπος και οι συνθήκες υπό τις οποίες περιήλθε σε αδυναμία πληρωμών ο οφειλέτης ή οι αιτίες, για τις οποίες δημιουργήθηκαν τα μη αντιμετωπίσιμα ήδη χρέη του ή οι αιτίες, που τον ώθησαν στο δανεισμό και στην εν γένει δημιουργία των οφειλών, που επιθυμεί να ρυθμίσει...".

Έτσι που έκρινε το δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης, μην αξιώνοντας για το παραδεκτό και τη νομική θεμελίωση της ένδικης αίτησης του αναιρεσίβλητου περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί προς τούτο ο νόμος, δεν παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, αφού, ενόψει του περιεχομένου των διατάξεων του άρθρου αυτού και εκείνων του άρθρου 4 παρ. 1 του ίδιου νόμου, που προαναφέρθηκαν, για το ορισμένο της αίτησης υπαγωγής του οφειλέτη στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010, αναφέρονται σε αυτή, σύμφωνα και με όσα στην νομική σκέψη προαναφέρθηκαν, όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία και ειδικότερα αναφέρονται τα κατά νόμο αναγκαία στοιχεία, δηλαδή 1) η κατάσταση της περιουσίας του αιτούντος και των εισοδημάτων του, 2) η κατάσταση των πιστωτών και των απαιτήσεών τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα και 3) σχέδιο διευθέτησης των οφειλών, δεν αποτελεί δε στοιχείο του ορισμένου της αίτησης η αναφορά των επικαλούμενων από το αναιρεσείον στοιχείων, τα οποία δεν ήταν αναγκαίο να μνημονεύονται στην αίτηση. Επομένως, ο προαναφερόμενος λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης, του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Επομένως, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, πρέπει εξ' αυτού να προκύπτουν τα στοιχεία του παραδεκτού του, που επιβάλλονται από την ανωτέρω διάταξη, ήτοι πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 634/2022, Α.Π. 353/2020, Α.Π. 65/2017). Αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο εκείνος στηρίζεται, είχε προταθεί από τον ίδιο στο Εφετείο με λόγο έφεσής του, ή ότι συντρέχει κάποια νόμιμη περίπτωση παραδεκτού, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ. Α.Π. 15/2000, Α.Π. 634/2022, Α.Π. 1549/2021, Α.Π. 259/2017).

Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Α.Π. 1295/2022, A.Π. 999/2022, Α.Π. 609/2022), αφού μη νόμιμοι, αόριστοι και απαράδεκτοι ισχυρισμοί δεν είναι για τους λόγους αυτούς ουσιώδεις και δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 1290/2022, Α.Π. 717/2018), ενώ αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (Α.Π. 416/2022, Α.Π. 983/2021, Α.Π. 81/2020). Για να ληφθεί υπόψη ισχυρισμός πρέπει να προβληθεί κατά τρόπο ορισμένο με τις έγγραφες προτάσεις ή να δηλωθεί προφορικά στο ακροατήριο και να καταχωριστεί στα πρακτικά στην περίπτωση που δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση εγγράφων προτάσεων. Καταρχήν είναι απαράδεκτη η μεταγενέστερη προβολή της είτε στη δεύτερη συζήτηση στον πρώτο βαθμό, είτε στο Εφετείο. Εξαίρεση ισχύει, αν συντρέχει ένας λόγος από το άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1549/2021, Α.Π. 65/2017, Α.Π. 73/2016, Α.Π. 825/2015, Α.Π. 168/2015). Το κατ' άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 336/2022, Α.Π.1549/2021, Α.Π. 259/2017, Α.Π. 142/2013) και 560 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1963/2022).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 745 Κ.Πολ.Δ., στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την εκουσία δικαιοδοσία, έως την περάτωση και της τελευταίας συζήτησης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο επιτρέπεται η προβολή πραγματικών ισχυρισμών. Εξάλλου, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (άρθρο 262 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.) και να τον αποδείξει (Α.Π. 166/2022, Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ' αυτό υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (Α.Π. 1299/2015), ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ. (ή του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα). Από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων συνάγεται ότι για να είναι ορισμένη και, επομένως, παραδεκτή, κατά το άρθρο 262 του Κ.Πολ.Δ., η ένσταση της πιστώτριας Τράπεζας ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων προς αυτήν χρηματικών οφειλών από ενδεχόμενο δόλο, πρέπει να αναφέρει ότι ο τελευταίος συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό (Α.Π. 608/2023).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικαστήριο, κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάζει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσης ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος (άρθρο 744 Κ.Πολ.Δ) και ότι το δικαστήριο, ακόμη και αποκλίνοντας από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την απόδειξη, διατάζει αυτεπαγγέλτως κάθε τι, που, κατά την κρίση του, είναι απαραίτητο για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 759 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 του Κ.Πολ.Δ. και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων, που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Η ειδική αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει τις γνήσιες και τις μη γνήσιες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές, που ο νόμος παραπέμπει για εκδίκαση στην ειδική αυτή διαδικασία, λόγω της απλότητας και συντομίας από την οποία κυριαρχείται. Το ανακριτικό αυτό σύστημα ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ η εξουσία του δικαστηρίου για λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από το νόμο και, άρα, είναι απεριόριστη, αφού μπορεί να λάβει υπόψη ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (όχι όμως και ανεπίτρεπτα), καθώς και αποδεικτικά μέσα, που δεν πληρούν τους όρους του νόμου ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 του Κ.Πολ.Δ., αποδεσμευόμενο από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής απόδειξης (Α.Π. 169/2022, Α.Π. 508/2020, Α.Π. 257/2020). Ωστόσο, η εξουσία, που παρέχει στο δικαστήριο, η καθιέρωση του ανακριτικού συστήματος στις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δεν αφικνείται μέχρι του σημείου να μπορεί το δικαστήριο να λάβει αυτεπαγγέλτως υπόψη αυτοτελείς ισχυρισμούς, για τους οποίους ο ίδιος ο νόμος ορίζει ότι για να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο πρέπει να προταθούν από το διάδικο. Ειδικότερα, το δικαστήριο, στις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, παρά την εφαρμογή ανακριτικού συστήματος, δεν δύναται να λάβει υπόψη αυτεπαγγέλτως αυτοτελή ισχυρισμό, όταν ο νόμος καθιερώνει τη λήψη υπόψη αυτού μόνο κατόπιν πρότασής του από το διάδικο, τέτοια δε νομοθετική πρόβλεψη υπάρχει στην περίπτωση του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου επικαλείται και αποδεικνύει ο πιστωτής, προς το συμφέρον του οποίου τάσσεται η νομοθετική αυτή ρύθμιση και επομένως, την ύπαρξη του δόλου ερευνά το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο, όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά από πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει το σχετικό ισχυρισμό κατ` ένσταση και βαρύνεται με την απόδειξη αυτού. (Α.Π.169/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον περιεχόμενο στην υπό κρίση αίτηση τρίτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ. [όπως ορθά εκτιμάται, και όχι από τους αριθμούς 8,10,11,12,13,19 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., όπως αναφέρει το αναιρεσείον] πλημμέλεια, ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης, που δίκασε ως Εφετείο, παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή αυτής, με το να απορρίψει τον τρίτο λόγο της έφεσής του και την ένσταση που προέβαλε μ' αυτόν περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος-οφειλέτη σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του. Όμως, ο λόγος αυτός, είναι προεχόντως απαράδεκτος, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, καθόσον το αναιρεσείον, δεν αναφέρει ότι ο ισχυρισμός του αυτός, που συνιστά ένσταση, είχε προταθεί παραδεκτά κατά τη συζήτηση της αίτησης του αναιρεσίβλητου στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατ' άρθρο 745 Κ.Πολ.Δ., ώστε νομότυπα να τον επαναφέρει με λόγο έφεσης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.

Εξάλλου, από την παραδεκτή επισκόπηση της υπ' αριθμ. 92/2015 απόφασης του Ειρηνοδικείου Λήμνου, δεν προκύπτει ότι προβλήθηκε η ως άνω ένσταση ενώπιόν του, με δήλωσή του στο ακροατήριο που καταχωρήθηκε στα πρακτικά ή τις προτάσεις που κατέθεσε. Σημειώνεται ότι δεν προσκομίζονται από το αναιρεσείον ούτε τα πρακτικά της δίκης, ούτε οι προτάσεις που κατέθεσε το αναιρεσείον ενώπιον του Ειρηνοδικείου, προκειμένου να ερευνηθεί η παραδεκτή προβολή της ως άνω ένστασης.

Συνεπώς, η ανωτέρω ένσταση, η οποία δεν προκύπτει ότι προβλήθηκε πρωτοδίκως, θεωρείται ότι προτάθηκε, με το περιεχόμενο που αναφέρεται στο αναιρετήριο, για πρώτη φορά στο δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης, το οποίο την απέρριψε ως αόριστη [με άλλες παραδοχές και όχι αυτές που αναφέρονται στο αναιρετήριο], και άρα υπόκειται στον κανόνα απαγόρευσης του άρθρου 527 του Κ.Πολ.Δ και εν προκειμένω μη συντρέχοντος κάποιου λόγου εξαίρεσης από τους αναφερόμενους στο ίδιο άρθρο (527 Κ.Πολ.Δ.), του οποίου σε κάθε περίπτωση, δεν γίνεται επίκληση, είναι απαράδεκτη η προβολή της. Επομένως, ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος. Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Διάταξη περί παραβόλου, δεν ορίζεται διότι το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση, κατ' άρθρ. 28 παρ. 4 Ν. 2579/1998 (Α.Π. 1061/2023, Α.Π. 1213/2023, Α.Π. 1053/2023).

Επίσης, διάταξη για δικαστικά έξοδα δεν ορίζεται, ελλείψει σχετικού αιτήματος του αναιρεσίβλητου, ο οποίος δεν παραστάθηκε, αλλά και διότι, αν και πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδαφ. β'του Ν. 3869/2010), η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 Κ.Πολ.Δ, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδαφ. β'του πιο πάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Α.Π. 1318/2024, Α.Π. 202/2021).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-8-2017 (αριθμ. έκθ. κατ. 1/2017) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 286/2017 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης (Μεταβατικής Έδρας Λήμνου), που δίκασε ως Εφετείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή