ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1461/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1461/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1461/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1461 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1461/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Π. Χ. του Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κυνηγόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "DO VALUE GREECE ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS AE", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "CEPAL HELLAS Χρηματοοικονομικές Υπηρεσίες Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις", που εδρεύει στη Ν. Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαχειρίστριας της εδρεύουσας στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και νόμιμα εκπροσωπούμενης εταιρείας με την επωνυμία "GALAXY II FUNDING DAC", εκ των οποίων η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Μπαρδάκο, ενώ οι 1η και 2η δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-4-2017 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2900/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 11260/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-11-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και η 3η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της 3ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1 και 2 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο επισπεύδων τη συζήτηση διάδικος δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση, σαν να ήταν και αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη όμως ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως (Α.Π. 224/2023, Α.Π. 1152/2023). Αν αντιθέτως η επίσπευση της συζήτησης έγινε με την επιμέλεια του αντιδίκου του διαδίκου που δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της αναίρεσης ή εμφανίσθηκε, αλλά δεν έλαβε μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση αυτού. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (Α.Π. 534/2023, Α.Π. 474/2022).

Στην αντίθετη περίπτωση, η συζήτηση προχωρεί παρά την απουσία εκείνου που έχει νόμιμα κλητευθεί. Την κλήτευση του απολειπόμενου διαδίκου επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (Α.Π. 175/2023, Α.Π. 474/2022).

Σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομόδικους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (Α.Π. 1437/2019, Α.Π. 1946/2017, Α.Π. 756/2017).

Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης, που θα εκδοθεί, εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της οιονεί αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ. β` του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1320/2024, Α.Π. 516/2020, Α.Π. 757/2019, Α.Π. 1049/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της ένδικης από 15-11-2022 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 11260/2020 απόφασης του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (15-11-2024), δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι πρώτη και δεύτερη των αναιρεσίβλητων, ούτε υποβλήθηκε ως προς αυτές δήλωση, ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης (άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Από τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως από την επισπεύδουσα τη συζήτηση της αναίρεσης αναιρεσείουσα, εκθέσεις επίδοσης υπ' αριθμ. ...-2024 και ...-2024 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Χ. Κ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ορισθείσα με Πράξη της Προέδρου του Δ' Τμήματος (άρθρο 568 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στις απολειπόμενες αναιρεσίβλητες, αντίστοιχα. Συνακόλουθα, εφόσον οι ως άνω αναιρεσίβλητες κλήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστούν κατά την ως άνω δικάσιμο, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.). Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, πλήττεται η υπ'αριθμ. 11260/2020 τελεσίδικη απόφαση του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του Κ.Πολ.Δ.,σε συνδυασμό με άρθρο 15 του Ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων") με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ερήμην της δεύτερης εφεσίβλητης και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS Α.Ε.", ως προς την οποία εχώρησε η συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 764 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων. Πλην, όμως, παρά την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και ως προς αυτήν, διότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (Α.Π. 1318/2024, Α.Π. 222/2023, Α.Π. 780/2022).

Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 Κ.Πολ.Δ., ως προς την ανωτέρω αναιρεσίβλητη, περαιτέρω δε, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552,553 παρ. 1β,556,558,564 παρ. 3,586,741 και 769 Κ.Πολ.Δ.), ήτοι εντός διετίας από τη δημοσίευση της προσβαλλομένης, η οποία έλαβε χώρα στις 24-11-2020 και η αναίρεση κατατέθηκε στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης στις 16-11-2022, αφού δεν προκύπτει επίδοση αυτής. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ.).
Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι, η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Η αιτούσα, ήδη αναιρεσείουσα, με την ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, από 20-4-2017 (αριθ. έκθ. κατάθ. 4435/20-4-2017) αίτηση της, επικαλούμενη έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της προς τους πιστωτές της, ζήτησε τη ρύθμιση των χρεών της, με βάση την περιουσιακή και οικογενειακή της κατάσταση, με την εξαίρεση από τη ρευστοποίηση της περιγραφόμενης σ' αυτήν κύριας κατοικίας της, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που υπέβαλε, άλλως τη δικαστική ρύθμιση των χρεών της, με τον καθορισμό μηνιαίων δόσεων στο πλαίσιο της ρύθμισης του άρθρου 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, καθώς και τον καθορισμό μηνιαίων δόσεων στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, προς το σκοπό διάσωσης της κύριας κατοικίας της, λαμβανομένης υπόψη της περιουσιακής και εν γένει οικονομικής της κατάστασης, με σκοπό την εν μέρει απαλλαγή της από αυτά. Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2900/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε την αίτηση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, κρίνοντας, ειδικότερα, ότι η αιτούσα δεν βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία κάλυψης των ληξιπρόθεσμων οφειλών της, υπό την έννοια της αρνητικής σχέσης ρευστότητας των εσόδων της, μετά την αφαίρεση των δαπανών διαβίωσής της και, συνεπώς δεν συντρέχουν στο πρόσωπό της οι προϋποθέσεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 για την υπαγωγή της στη συγκεκριμένη διαδικασία.

Κατά της απόφασης αυτής η αιτούσα άσκησε την από 17-9-2018 έφεσή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο με την προσβαλλόμενη 11260/2020 τελεσίδικη απόφαση απέρριψε κατ' ουσίαν αυτήν, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση. Με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων...", όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το νόμο 4336/2015 (ΦΕΚ Α` 94/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του [και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, καθόσον η ένδικη από 20-4-2017 αίτηση της αναιρεσείουσας ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, περί υπαγωγής της στις διατάξεις του νόμου 3869/2010, υποβλήθηκε μετά την έναρξη ισχύος του, ήτοι στις 20-4-2017], ορίζεται ότι "Φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του Ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για την ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου...".

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 Ν. 4161/2013 (ΦΕΚ Α' 143/14-6-2013) και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, ορίζεται ότι "Αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές... το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητουμένων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για την ρύθμιση των οφειλών και την απαλλαγή του οφειλέτη". Ακολούθως, κατά το άρθρο 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 17 του άρθρου 1 της υποπαραγράφου Α.4 του άρθρου 2 του νόμου 4336/2015 και καταλαμβάνει σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 2 της υποπαραγράφου Α.4 του άρθρου 2 του νόμου 4336/2015, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη της ισχύος του: "Αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο, αφού αφαιρέσει το ποσό που απαιτείται για την κάλυψη των εύλογων δαπανών διαβίωσης του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, όπως αυτές εκάστοτε προσδιορίζονται με απόφαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους δυνάμει του ν.4224/2013 ή μέχρις ότου εκδοθεί η ανωτέρω απόφαση, όπως αυτές προσδιορίζονται στην Έρευνα Οικονομικών Προϋπολογισμών (Ε.Ο.Π.) που διενεργεί κάθε χρόνο η Ελληνική Στατιστική Υπηρεσία και στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι δαπάνες κοινωνικής ασφάλισης που βαρύνουν τον οφειλέτη, διατάσσει την καταβολή μηνιαίως, για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών, του ποσού που απομένει με βάση τα περιουσιακά στοιχεία και τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών, συμμέτρως διανεμόμενου". Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, οι οποίες θεσμοθετούν τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα: Βασική προϋπόθεση για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου Ν. 3869/2010, για τη ρύθμιση των οφειλών του και απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και που δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου), πάντως, η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή. Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα χρέη του, που καθίστανται ληξιπρόθεσμα και απαιτητά (όταν επέλθει ο χρόνος εκπλήρωσής τους, όπως αυτός καθορίζεται από την δικαιοπραξία ή από τις περιστάσεις ή από τη φύση της ενοχικής σχέσης, κατ' άρθρα 323 και 340 Α.Κ.), έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως. Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση την σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του. Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων (Α.Π. 1943/2022, Α.Π. 540/2022, Α.Π. 883/2020, Α.Π. 257/2020).

Επισημαίνεται ότι η εν λόγω αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση- εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (Α.Π. 1943/2022, Α.Π. 540/2022, Α.Π. 883/2020, Α.Π. 257/2020).

Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή σύνταξης, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ. (Α.Π. 540/2022, Α.Π. 883/2020, Α.Π. 257/2020). Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον. Πράξεις που φανερώνουν μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη για την αντιμετώπιση ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του μπορούν ενδεικτικά να αποτελέσουν διαμαρτυρικά συναλλαγματικών για τη μη πληρωμή, επιταγές που δεν πληρώθηκαν κατά την εμπρόθεσμη εμφάνισή τους προς πληρωμή, διαταγές πληρωμής πιστωτικών τίτλων, τελεσίδικες καταψηφιστικές δικαστικές αποφάσεις, αιτήματα του οφειλέτη που διατυπώνονται σε επιστολές προς δανειστές για φιλικό διακανονισμό κ.λπ. (Α.Π. 540/2022, Α.Π. 1208/2017, Α.Π. 951/2015).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ.1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε, τόσο πριν όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία (άρθρο 14 του Ν. 3869/2010), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 31/2009, Ολ. ΑΠ 7/2006, Α.Π. 1943/2022). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου), όπως γίνεται δεκτό και κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με το λόγο αυτό, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1943/2022, Α.Π. 508/2020, Α.Π. 53/2020, Α.Π. 634/2019).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 1430/2019). Για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. (όπως και από τον αριθμό 1 του άρθρου 559) λόγος αναίρεσης, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, δηλαδή που εντοπίζεται η παραβίαση και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, και η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (Ολομ. ΑΠ 9/2016, Ολομ. ΑΠ 20/2005, Ολομ. ΑΠ 28/1998, Ολομ. ΑΠ 32/1996).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και ισχύει, κατ` άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του νόμου αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016, όπως είναι και η ένδικη αίτηση αναίρεσης, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). (Ολ.ΑΠ 6/2006, Α.Π. 1217/2020). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 560 αριθ. 6 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας, αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Α.Π. 130/2020, Α.Π. 509/2020). Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει, όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο (Α.Π. 130/2020). Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς ( Ολ.ΑΠ 1/1999, Α.Π. 673/2022, Α.Π. 301/2021, Α.Π. 930/2019, Α.Π. 1393/2017).

Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας, που δίκασε ως Εφετείο, με την πληττόμενη 11260/2020 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, αυτολεξεί αναγραφόμενα, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην προκειμένη δίκη: "...Η αιτούσα και ήδη εκκαλούσα (ήδη αναιρεσείουσα), έχει γεννηθεί το έτος 1946, είναι χήρα καθώς ο σύζυγος της, Α. Χ. απεβίωσε το έτος 2000. Από το γάμο της απέκτησε τρία τέκνα, το Σ., την Ε. και το Σ., που γεννήθηκαν το έτος 1970, 1973 και 1981 αντίστοιχα. Η αιτούσα είναι κληρονόμος εξ αδιαθέτου του αποβιώσαντος συζύγου της, ο οποίος ήταν στέλεχος της πρώην Εμπορικής Τράπεζας και ως, εκ τούτου, είναι δικαιούχος σύνταξης χηρείας και λαμβάνει κύρια σύνταξη ποσού 760 ευρώ και επικουρική σύνταξη ποσού 230 ευρώ, ήτοι συνολικά λαμβάνει το ποσό των 990 ευρώ μηνιαίως. Περαιτέρω, στην αιτούσα ανήκει κατά κυριότητα και κατά ποσοστό 25 % εξ αδιαιρέτου, μια κατοικία στον Δρυμό Θεσσαλονίκης που αποτελεί και την κύρια κατοικία της, η οποία περιήλθε στην κυριότητα κατά ποσοστό 25 % δυνάμει κληρονομικής διαδοχής από τον αποβιώσαντα σύζυγό της. Άλλη περιουσία δεν αποδείχθηκε ότι διαθέτει η αιτούσα, ενώ οι δαπάνες διαβίωσης της (για διατροφή, ένδυση, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, μετακινήσεις, ψυχαγωγία κ.λπ.) ανέρχονται, κατά την κοινή πείρα (άρθ.336 παρ.4 ΚΠολΔ), στο ποσό τουλάχιστον των πεντακοσίων ευρώ (500,00) μηνιαίως, (βλ. και ενδεικτικά πίνακα της Ελληνικής Στατιστικής Υπηρεσίας [ΕΛΣΤΑΤ] για τον προσδιορισμό των ευλογών δαπανών διαβίωσης κατόπιν της Έρευνας Οικογενειακών Προϋπολογισμών, έτους 2013, (...). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι σε χρόνο προγενέστερο από την κατάθεση της από 20-04-2017 αίτησής της, η εκκαλούσα ανέλαβε τις ακόλουθες οικονομικές υποχρεώσεις, οι οποίες, σημειωτέον, θεωρούνται ληξιπρόθεσμες από την υποβολή της οικείας αίτησης και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά τον χρόνο κοινοποίησης αυτής, εκτός από τα κάτωθι αναφερόμενα δάνεια που είναι εμπραγμάτως εξασφαλισμένα, των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης της απόφασης (άρθρο 6 παρ.3 Ν,.3869/2010). Συγκεκριμένα, η εκκαλούσα οφείλει, με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία από τις προσκομιζόμενες βεβαιώσεις οφειλών των τραπεζών : Α)Στην πρώτη των καθ'ων η αίτηση : 1) από την υπ'αριθμ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου το συνολικό ποσό των 4.430,30 ευρώ, στο οποίο συμβλήθηκε ως εγγυήτρια, 2) από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου, το συνολικό ποσό των 31.634,22 ευρώ, στο οποίο συμβλήθηκε ως εγγυήτρια, 3) από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου, το συνολικό ποσό των 6.071,32 ευρώ, στο οποίο συμβλήθηκε ως εγγυήτρια, 4) από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου, το συνολικό ποσό των 14.791,59 ευρώ, ήτοι το 25% X 59.166,36 ευρώ, καθώς είναι οφειλέτης εκ κληρονομικής διαδοχής του αποβιώσαντος συζύγου της και υποχρεούται μέχρι του ποσοστού που συμμετέχει στην κληρονομιά και 5) από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου, το συνολικό ποσό των 1.436,53 ευρώ, ήτοι το 25% X 5.746,10 ευρώ, καθώς είναι οφειλέτης εκ κληρονομικής διαδοχής του αποβιώσαντος συζύγου της και υποχρεούται μέχρι του ποσοστού που συμμετέχει στην κληρονομιά. Οι δύο τελευταίες απαιτήσεις είναι εξασφαλισμένες με εμπράγματη ασφάλεια και, συγκεκριμένα, με προσημείωση υποθήκης επί της κύριας κατοικίας της αιτούσας στον Δρυμό Θεσσαλονίκης, Β) Στη δεύτερη των καθ'ων η αίτηση (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) από την υπ'αριθμ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου το συνολικό ποσό των 16.254,53 ευρώ, στο οποίο συμβλήθηκε ως πρωτοφειλέτρια.(βλ. για όλα τα ανωτέρω την από 10-1-2017 κατάσταση οφειλών). Ήτοι, οφείλει το συνολικό ποσό των 74.618,49 ευρώ. Η αιτούσα ισχυρίσθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανάφερε με την κρινόμενη έφεσή της, ότι λόγω της μείωσης της σύνταξης της περιήλθε σταδιακά σε αδυναμία πληρωμής των δανειακών της υποχρεώσεων. Ωστόσο, από τα προσκομισθέν αποδεικτικό υλικό προέκυψε ότι τα εισοδήματα της αιτούσας από το έτος 2013 και εφεξής είναι σταθερά, ενώ το έτος 2016 εμφάνισε και κάποιο ποσό καταθέσεων που βελτίωσε την οικονομική της κατάσταση. Εξάλλου, όπως προέκυψε από την από 10-1-2017 κατάσταση οφειλών της πρώτης των καθ'ων η αίτηση, οι τρεις οφειλές για τις οποίες η αιτούσα εγγυήθηκε υπέρ του υιού της, Σ. Χ., ήταν ενήμερες, ενώ στις υπόλοιπες που κατέστη οφειλέτης εκ κληρονομιάς του συζύγου της σε ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου, η μηνιαία δόση ανέρχεται στο ποσό των 460,00 ευρώ και στην αιτούσα αντιστοιχεί ποσό 115 ευρώ μηνιαίως. Επίσης, για την οφειλή της στη δεύτερη πιστώτρια τραπεζική εταιρεία θα πρέπει να καταβάλλει το ποσό των 289,60 ευρώ μηνιαίως, ήτοι το συνολικό ποσό των 404,60 ευρώ. Εξάλλου, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου το άνω χρηματικό ποσό εντάσσεται στις οικονομικές δυνατότητες της αιτούσας, το κόστος της οποίας αντιστοιχεί στο ποσό των πεντακοσίων ευρώ μηνιαίως, ποσό αρκετά επαρκές, χωρίς να κινδυνεύει η δική της αξιοπρεπής διαβίωση. Αποδείχθηκε, περαιτέρω, από τις προσκομιζόμενες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος (Ε1) ότι το οικονομικό έτος 2014, το ετήσιο εισόδημα της αιτούσας ανέρχονταν στο ποσό των 12.123,54 ευρώ, το φορολογικό έτος 2014 ανέρχονταν στο ποσό των 11.935,27 ευρώ, το φορολογικό έτος 2015 σε 11.923,55 ευρώ και το φορολογικό έτος 2016 σε 11.856,34 ευρώ, ενώ στο ίδιο επίπεδο θα κινηθεί και για τα επόμενα φορολογικά έτη, ήτοι σχεδόν όμοια εισοδήματα με αυτά που αυτή είχε κατά τη συζήτηση της αιτήσεως στον πρώτο βαθμό. Υπό τα περιστατικά αυτά και λαμβάνοντας υπόψη τα οικογενειακά εισοδήματα της εκκαλούσας, η μείωση της συντάξεως της όλα αυτά τα χρόνια ήταν ανεπαίσθητη και δεν θα μπορούσε από μόνη της να οδηγήσει σε αδυναμία πληρωμής. Επιπρόσθετα, η αιτούσα στη φορολογική δήλωση του έτους 2016 δήλωσε στον κωδικό 667, που αφορά τόκους ημεδαπής προέλευσης, το ποσό των 576,80 ευρώ. Ωστόσο, το χρηματικό αυτό ποσό λόγω του ύψους του και λαμβανομένης υπόψη της οικονομικής κατάστασης των πιστωτικών ιδρυμάτων και δη των πολύ χαμηλών επιτοκίων που πλέον χορηγούνται, αντιστοιχεί, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, σε υψηλό ποσό καταθέσεων.
Συνεπώς, η αιτούσα το έτος 2016 διέθετε μεγαλύτερη οικονομική ευχέρεια να αποπληρώνει τις δανειακές της υποχρεώσεις. Επίσης, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι υπήρξε κάποιο άλλο έκτακτο και σημαντικό γεγονός, όπως ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας το οποίο θα επιβάρυνε τις μηνιαίες δαπάνες της, ώστε να μην δύναται να ανταποκριθεί στις δανειακές της υποχρεώσεις. Κατόπιν τούτων, από το έτος 2013 και εφεξής τα οικονομικά δεδομένα της αιτούσας παραμένουν αμετάβλητα με αξιόλογες τραπεζικές καταθέσεις, με αποτέλεσμα η οικονομική της κατάσταση να της επιτρέπει να εξυπηρετεί τις οικονομικές της οφειλές, αλλά και να καλύπτει πλήρως τις βιοτικές της ανάγκες. Επομένως, η εκκαλούμενη απόφαση, που έκρινε ομοίως, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και για το λόγο αυτό η κρινόμενη έφεση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσία...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το παραπάνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κρίνοντας ότι, η αιτούσα-αναιρεσείουσα δεν περιήλθε σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της, απέρριψε, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, την από 17-9-2018 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης 2900/2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία είχε απορρίψει ως κατ'ουσίαν αβάσιμη την ένδικη αίτησή της. Με τις ανωτέρω παραδοχές του το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η αιτούσα και ήδη αναιρεσείουσα δεν δικαιούται της προστασίας του Ν. 3869/2010, διότι δεν περιήλθε σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών της, ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, διότι τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως αναιρετικά δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν πληρούσαν το στοιχείο του πραγματικού της ανωτέρω εφαρμοστέας διάταξης, ήτοι της περιέλευσης της οφειλέτριας σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της, ώστε να επέλθουν οι έννομες συνέπειες της διάταξης αυτής και να υπαχθεί η αναιρεσείουσα στο προστατευτικό πλαίσιο του Ν. 3869/2010. Ειδικότερα, από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας, αφού προσδιόρισε αναλυτικά: α) το ύψος των μηνιαίων δανειακών υποχρεώσεων της αναιρεσείουσας προς καθεμία από τις μετέχουσες στη δίκη αναιρεσίβλητες πιστώτριες της (115 ευρώ + 289,60 ευρώ) , β) το ύψος του μηνιαίου εισοδήματός της ( 760 ευρώ + 230 ευρώ), γ) την ύπαρξη τραπεζικών καταθέσεων, από τις οποίες δήλωσε στη φορολογική δήλωση του έτους 2016 ότι έλαβε τόκους ποσού 576,80 ευρώ δ) την ηλικία της και την οικογενειακή της κατάσταση και ε) το ύψος των βιοτικών αναγκών της για αξιοπρεπή διαβίωσή της, που προσδιόρισε ρητά στο ποσό των 500 ευρώ μηνιαίως, δέχθηκε ανελέγκτως ότι η αιτούσα- αναιρεσείουσα, η οποία κατά τις παραδοχές της είναι δικαιούχος σύνταξης χηρείας και έχει γεννηθεί το έτος 1946, δεν έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών και είναι σε θέση να ανταποκριθεί στις δανειακές της υποχρεώσεις, αφού αν αφαιρεθούν από το αναφερόμενο μηνιαίο εισόδημά της, τα έξοδα διαβίωσής της, που ανέρχονται σε 500 ευρώ μηνιαίως, με δεδομένο ότι διαμένει σε ακίνητο της κυριότητάς της κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου, που αποτελεί την κύρια κατοικία της, δύναται να διαθέτει 404,60 ευρώ μηνιαίως, προς ικανοποίηση των πιστωτών της. Οι ανέλεγκτες αυτές παραδοχές, με βάση τις οποίες, το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη για τον προσδιορισμό της ρευστότητας της αιτούσας το μηνιαίο εισόδημά της και αφού προσδιόρισε συγκεκριμένα το ύψος των βιοτικών αναγκών της για αξιοπρεπή διαβίωσή της, κατέληξε στο πόρισμα ότι η σχέση ρευστότητας προς τα ληξιπρόθεσμα χρέη της δεν είναι αρνητική και ότι αυτή δεν έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής και συνακόλουθα δεν δικαιούται της προστασίας του Ν. 3869/2010, αρκούσαν για να καταγνωστεί ότι δεν πληρούται στην ένδικη περίπτωση το πραγματικό της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 1 Ν. 3869/2010, την οποία δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ούτε με εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτή των πραγματικών περιστατικών, που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν. Εξάλλου, το, ως Εφετείο, δικάσαν δικαστήριο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο, εν προκειμένω, ζήτημα (μη περιέλευση σε κατάσταση μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών), που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες στηρίζουν το διατακτικό της και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των προδιαληφθεισών διατάξεων και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών για να δικαιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η μη περιέλευση σε μόνιμη και γενική αδυναμία της αιτούσας. Πρέπει να σημειωθεί ότι ουδεμία ασάφεια δημιουργείται, ούτε οδηγεί σε ανεπαρκή και ενδοιαστική διατύπωση της αιτιολογίας, η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα φράση που εμπεριέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση "Εξάλλου, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου το άνω χρηματικό ποσό (404,60) εντάσσεται στις οικονομικές δυνατότητες της αιτούσας, το κόστος της οποίας αντιστοιχεί στο ποσό των 500 ευρώ μηνιαίως, ποσό αρκετά επαρκές, χωρίς να κινδυνεύει η δική της αξιοπρεπής διαβίωση" ή η αναφορά της απόφασης σε οικονομικό έτος 2014 και φορολογικό έτος 2014, ή ο μη προσδιορισμός του ύψους των καταθέσεων που απέδωσαν τόκους ύψους 576,80 ευρώ. Επομένως, οι (πρώτος και δεύτερος) λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 6 και 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., αντίστοιχα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και συνακόλουθα και η αναίρεση στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), χωρίς, ωστόσο, να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 Κ.Πολ.Δ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδαφ. β'του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδαφ. β' του πιο πάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Α.Π. 1318/2024, Α.Π. 202/2021).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-11-2022 (αριθμ. έκθ. κατ. 23268/2242/2022) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 11260/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή