ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1463/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1463/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1463/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1463 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1463/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Οικονομικών και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων (πρώην ΠΕΧΩΔΕ), που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Βασιλική Παπαγιαννοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) α. Χ. χας Ν. Ο., β. Σ. Ν. Ο., γ. Φ. Ν. Ο., κατοίκων ... (αρ.ιδ. 1), 2) Α. Κ. του Τ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 2), 3) α. Δ. Σ. Σ., β. Ε. χας Σ. Σ., το γένος Α. Τ., γ. Ε. χας Α. Σ., το γένος Γ. Κ., δ. Ε. χας Ι. Σ., θυγ. Ε. Μ., ε. Ε. Ι. Σ., στ. Μ. Ι. Σ., ζ. Α. Σ. του Σ. και της Ε., η. Ι. Σ. του Σ. και της Ε., κατοίκων ... (αρ.ιδ. 3), 4) α. Α. Μ. Μ., β. Χ. Μ. Μ., γ. Π. Α. Μ., κατοίκων ..., δ. Μ. χας Σ. Μ., ε. Σ. Σ. Μ., κατοίκων ..., στ. Κ. χας Ν. Μ., το γένος Θ. Τ., κατοίκου ..., ζ. Π. Μ. Μ., κατοίκου ..., η. Α. Α. Μ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 4), θ. Μ. χας Α. Μ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 4), 5) Θ. Α. Σ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 5), 6) Ν. Δ. Ρ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 6) και 7) α. Π. Μ. Π., συζ. Α. Δ., β. Δ. Μ. Π., συζ. Τ. Π., γ. Ο. Φ. Κ., συζ. Σ. Ζ., δ. Δ. Φ. Κ., κατοίκων ... (αρ.ιδ. 7), οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-2010 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσείοντος (μετά την έκδοση της 107/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Ναυπλίου και συνεκδικάστηκε με την από 4-10-2010 αίτηση των 1ης, 2ου και 3ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, καθώς και με τις ασκηθείσες διά των προτάσεων ανταιτήσεις - κύριες παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων.
Εκδόθηκε η 287/2012 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 25-11-2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ζωή Καραχάλιου διάβασε την από 27-12-2024 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της από 25-11-2013 (αριθμ. έκθ. κατ. 47/2013) αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 287/2012 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 4 εδ. α' του Ν. 2882/2001 σε περίπτωση που ο αριθμός των αναιρεσιβλήτων υπερβαίνει τους είκοσι (20), η κλήτευσή τους στη δίκη μπορεί να διενεργηθεί κατά τις διατάξεις του δεύτερου, τρίτου και τέταρτου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 19, η οποία ισχύει εν προκειμένω, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 88 παρ.1 Ν. 4714/2020, ΦΕΚ Α 148/31.7.2020. Ειδικότερα: "η αίτηση, μαζί με την πράξη προσδιορισμού της δικασίμου, τοιχοκολλάται δεκαπέντε (15) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο στο κατάστημα του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται, στα καταστήματα των δικηγορικών συλλόγων της περιφερειακής ενότητας ή των περιφερειακών ενοτήτων και στα καταστήματα των δήμων ή των κοινοτήτων στην περιφέρεια των οποίων βρίσκονται τα απαλλοτριούμενα. Η τοιχοκόλληση πιστοποιείται με έκθεση που συντάσσεται από τον γραμματέα του δικαστηρίου, τον γραμματέα του οικείου δικηγορικού συλλόγου και τον γραμματέα του οικείου δήμου ή της κοινότητας, αντίστοιχα. Η ειδοποίηση, στην οποία μνημονεύονται το δικαστήριο στο οποίο απευθύνεται η αίτηση, η τοιχοκόλληση αυτής, η δικάσιμος, περίληψη του αιτήματος και περίληψη της απαλλοτριωτικής πράξης, αναρτώνται στις επίσημες ιστοσελίδες του Υπουργείου Οικονομικών (Διεύθυνση Απαλλοτριώσεων) και του αρμόδιου για την απαλλοτρίωση φορέα. Η ανάρτηση πιστοποιείται με έκθεση που συντάσσεται από τον προϊστάμενο της αρμόδιας γι` αυτήν υπηρεσίας. Εάν η συζήτηση αναβληθεί για σοβαρό λόγο, σύμφωνα με την παρ. 6, δεν απαιτείται η επανάληψη της διαδικασίας, εκτός αν ο λόγος της αναβολής οφείλεται στην πλημμελή, ατελή ή εκπρόθεσμη πραγματοποίηση των παραπάνω δημοσιεύσεων".

Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' Κ.Πολ.Δ., αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά την ημέρα που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση όμως της κλήτευσης αυτής, λόγω αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο. Αντίθετα, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως, κατά δε την αρχική αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως και επομένως δεν καλύφθηκε η έλλειψη ή η ακυρότητα της επίσπευσης της συζήτησης ή η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο, η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη νέα δικάσιμο και απαιτείται νόμιμη κλήτευσή του (Α.Π. 601/2024, Α.Π. 162/2011, Α.Π. 87/2011, Α.Π. 274/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο από 16-1-2023, 21-2-2023 και 21-2-2023, εκθέσεις τοιχοκόλλησης της Γραμματείας του Αρείου Πάγου και των αρμοδίων υπαλλήλων του Δήμου Λουτρακίου- Περαχώρας- Αγίων Θεοδώρων και του Δικηγορικού Συλλόγου Κορίνθου, αντίστοιχα, επικυρωμένα αντίγραφα της ένδικης από 25-11-2013 (αρ. έκθ. κατ. 47/25-11-2013) αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 287/2012 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου, μαζί με την πράξη προσδιορισμού δικασίμου της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου (αρ. 568 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), για τη δικάσιμο της 19-5-2023, τοιχοκολλήθηκε στον πίνακα δημοσιεύσεων του Αρείου Πάγου, του Δήμου Περαχώρας- Λουτρακίου- Αγίων Θεοδώρων και του Δικηγορικού Συλλόγου Κορίνθου, ενώ παράλληλα, από τη με ημερομηνία 23-2-2023 βεβαίωση του αρμόδιου Διευθυντή της Υπηρεσίας Υποστήριξης Πληροφορικής και Ηλεκτρονικών Συστημάτων του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών, πιστοποιείται η ανάρτηση της σχετικής ειδοποίησης στον ιστότοπο του Υπουργείου Οικονομικών (Διεύθυνση Απαλλοτριώσεων). Κατά την ως άνω δικάσιμο, η συζήτηση ματαιώθηκε, επειδή ανεστάλη η λειτουργία των δικαστηρίων, λόγω των βουλευτικών εκλογών της 21ης Μαΐου 2023 και με πράξη της προέδρου του Δ' τμήματος του Αρείου Πάγου, Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Μυρσίνης Παπαχίου, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 260 Κ.Πολ.Δ. και του με αριθμό πρωτοκόλλου ....2023 εγγράφου του Υπουργείου Δικαιοσύνης περί αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και εισαγγελιών της Χώρας, ενόψει των εκλογών της 21ης Μάιου 2023, ορίστηκε αυτεπαγγέλτως δικάσιμος για τη συζήτησή της η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (10-1-2025). Μετά τη ματαίωση της συζήτησης της υπόθεσης και τον αυτεπάγγελτο ορισμό της δικασίμου της 10ης.01.2025 για την εκδίκασή της, από το γραμματέα του δικαστηρίου έγινε εγγραφή της στο οικείο πινάκιο στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά την ημέρα που ορίσθηκε, συγχρόνως δε η ημερομηνία της νέας δικασίμου προς ενημέρωση των διαδίκων γνωστοποιήθηκε με ανάρτησή της στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων ... στο site του Αρείου Πάγου ... και στην διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων ... Νέα κλήση των διαδίκων για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν απαιτείται, αφού η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, κατά την ως άνω δικάσιμο οι αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Συνεπώς, εφόσον αυτοί κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ. η συζήτηση της υπόθεσης πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία τους. Με την ένδικη αίτηση αναίρεσης, το αιτούν Ελληνικό Δημόσιο προσβάλλει την υπ' αριθ. 287/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 14, 18, 19 και 20 του Ν. 2882/2001 ("Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων"). Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα, εντός της ετήσιας προθεσμίας του άρθρου 22 παρ. 1 εδ. β` του Ν. 2882/2001, από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου (27-11-2012), καθόσον από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι έλαβε χώρα επίδοση αυτής, όπως άλλωστε και το αναιρεσείον αναφέρει στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 και 3 του ισχύοντος Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της από 4.11.1950 Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε, μαζί με τη σύμβαση, αρχικώς με το Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ΝΔ 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, έναντι των κοινών νόμων, συνάγεται ότι για τον προσδιορισμό της πλήρους αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου της αίτησης καθορισμού (προσωρινού ή οριστικού σε περίπτωση παράλειψης του προσωρινού ή παρέλευσης έτους από τη συζήτηση για προσωρινό καθορισμό) της αποζημίωσης αυτής, καθώς και η δαπάνη του ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου. Οι διατάξεις αυτές του Συντάγματος ουσιαστικά επαναλαμβάνονται και στο άρθρο 13 παρ. 1 και 2 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), όπως ισχύει μετά το ν. 2985/2002, που εφαρμόζεται από 1-1-2002.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 13 παρ.1 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), "1.Η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης και να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά το χρόνο της συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό, κατά το χρόνο της συζήτησης για τον προσδιορισμό αυτόν. Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό. Ως κριτήρια για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και για το δικαστήριο υποχρεωτικά, προκειμένου να διαγνωστεί η πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου, κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή αν λάβει υπόψη άλλα τέτοια, αλλά η εν λόγω διάταξη παρέχει μόνο οδηγίες για το πώς πρέπει να καθορίζεται η πραγματική αξία. Το δικαστήριο μπορεί να στηρίξει την κρίση του, για την πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου, αν ληφθεί υπόψη η χρησιμοποιούμενη στην πιο πάνω διάταξη λέξη "ιδίως", σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει κατάλληλα. Έτσι ως κριτήριο διαφοροποίησης και στοιχείο αξιολόγησης, αποτελεί επί αγροτικού ακινήτου, αν τούτο είναι γόνιμο ή άγονο, ξηρικό ή ποτιστικό, φυτεία ή χέρσο και επί αστικού, αν το απαλλοτριούμενο είναι εντός ή εκτός σχεδίου, εντός ή εκτός ζώνης, ποίοι οι όροι δόμησης, τα ποσοστά κάλυψης και αντιπαροχής, και ο συντελεστής εμπορικότητας σε σχέση όμως με τη συγκεκριμένη περιοχή στην οποία βρίσκεται το ακίνητο. Η σχετική, για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου, κρίση του ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 635/2017, Α.Π. 1175/2015, Α.Π. 844/2015). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (Ολ.ΑΠ 1/2020, Ολ.ΑΠ 2/2019, Ολ.ΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006, Α.Π. 6/2022, Α.Π. 1217/2020). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Α.Π. 453/2022, Α.Π. 1217/2020). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Α.Π. 68/2020, Α.Π. 12/2020, Α.Π. 1217/2020). Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005, Α.Π. 58/2023, Α.Π. 325/2022, Α.Π. 57/2022, Α.Π. 1096/2021, ΑΠ 109/2020).

Στην περίπτωση αυτή (άρθρ. 559 αριθ. 19), δεν αρκεί η μνεία μεμονωμένων και αποσπασματικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (Ολ.ΑΠ 28/1998, Α.Π. 58/2023, Α.Π. 57/2022, Α.Π. 109/2020). Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο με πληρότητα και όχι αποσπασματικά είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενό του αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 20/2005, Α.Π. 58/2023, Α.Π. 1198/2023, Α.Π. 109/2020). Συνακόλουθα η εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ.19 του Κ.Πολ.Δ.), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ` ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στη κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (Α.Π. 1198/2023, Α.Π. 109/2020, Α.Π. 319/2017) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης. Αυτό διότι ο Άρειος Πάγος για τη διαπίστωση της παράβασης, ελέγχει μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων και συνεπώς, η έκθεση αυτή, είναι αναγκαία προκειμένου να αποβεί εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα, δε, και ο έλεγχος του διατακτικού της απόφασης, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης. Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (Ολ.ΑΠ 27/1998, Ολ.ΑΠ 32/1996, Α.Π. 109/2020), ούτε και με τις πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος. Με το λόγο αυτόν, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 57/1990, Α.Π. 1217/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 287/2012, απόφασή του, αφού συνεκδίκασε την αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, την αυτοτελή αίτηση των 1α, 1β και 1γ των ήδη αναιρεσίβλητων και τις με τις από 30-11-2011 προτάσεις ασκηθείσες ανταιτήσεις-κύριες παρεμβάσεις των ήδη αναιρεσίβλητων, δέχθηκε την αίτηση, τις ανταιτήσεις και τις κύριες παρεμβάσεις κατά ένα μέρος και καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης των ακινήτων των αναιρεσίβλητων και του επικείμενου (περίφραξη), που περιλαμβάνονται στην έκταση των 7.493,31 τ.μ., η οποία βρίσκεται στο Ν. Κορινθίας και απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά υπέρ του Δημοσίου, με δαπάνη του Δημοσίου, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για τη συντήρηση- βελτίωση της παράπλευρης οδού SRδ1 από χ.θ. 4+600 έως χ.θ. 5+100 του αυτοκινητόδρομου Αθηνών - Κορίνθου, του τμήματος Ισθμού - Γαλότα, δυνάμει της με αρ. 1008794/599//0010/5-2-08 κ.υ.α. των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., που δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΦΕΚ 63/08 Τ'. ΑΑΠ.Θ), μεταγράφηκε νόμιμα και εικονίζεται με κλίμακα 1:500 στο από 8-8-2007 και με αριθμό σχεδίου Κ.Δ.1 ακριβές αντίγραφο κτηματολογικού διαγράμματος και του αντίστοιχου κτηματολογικού πίνακα της Δ/νσης Τοπογραφήσεων και Απαλλοτριώσεων του ΥΠΕΧΩΔΕ, τα οποία έχει συντάξει ο τοπογράφος I. Κατεργιαννάκης και έχει θεωρήσει ο Διευθυντής της Δ12 του Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. I. Σαραντινός, στις 8-8-2007, σε πενήντα ευρώ ανά τετρ. μέτρο για την εκτός σχεδίου μη αρδευόμενη με πρόσοψη επί της Ν.Ε.Ο. Ισθμού - Επιδαύρου ΚΠ1 ιδιοκτησίας (των 1α,1β και 1γ ήδη αναιρεσίβλητων), σε είκοσι πέντε (25) ευρώ για τα εκτός σχεδίου, μη αδρευόμενα ακίνητα (των λοιπών αναιρεσίβλητων), του δε επικείμενου (περίφραξη) σε οκτώ (8) ευρώ ανά τρέχον μέτρο και προσδιόρισε ιδιαίτερη αποζημίωση για τη μείωση της αξίας του εναπομένοντος τμήματος της ΑΚΠ1 ιδιοκτησίας σε ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%).

Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι δεν έχει νόμιμη βάση και συγκεκριμένα έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του περί της αξίας των επιδίκων, ενώ δέχθηκε, ανελέγκτως, αφενός ότι τα συγκριτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν από τους αναιρεσίβλητους (καθών η αίτηση - ανταιτούντες) είναι απρόσφορα για τον προσδιορισμό της αξίας των επιδίκων ακινήτων, καθώς και ότι από κανένα συγκριτικό στοιχείο δεν επιβεβαιώθηκε, ούτε από την κατάθεση του μάρτυρός τους, η αξία των επιδίκων προς 400-500 ευρώ το τετραγωνικό μέτρο, αφετέρου ότι αποδείχθηκε ότι στην περιοχή των απαλλοτριούμενων ακινήτων υπάρχει μικρό, σχετικά, ενδιαφέρον για οικιστική ανάπτυξη, ακολούθως, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η πλήρης αποζημίωση ανέρχεται στο ποσό των 50 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο για το εκτός σχεδίου, μη αρδευόμενο, με πρόσοψη στη ΝΕΟ Ισθμού-Επιδαύρου ακίνητο και στο ποσό των 25 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο για τα εκτός σχεδίου, μη αρδευόμενα, λοιπά απαλλοτριούμενα ακίνητα, ενώ με την από 21-12-2010 αίτησή του το αναιρεσείον είχε προσδιορίσει την αξία του ακινήτου εκτός σχεδίου, μη αδρευόμενου, με πρόσοψη στη ΝΕΟ Ισθμού - Επιδαύρου στο ποσό των 7,80 ευρώ/τετρ. και των ακινήτων εκτός σχεδίου, μη αρδευόμενων, με πρόσοψη σε αγροτική οδό σε 3,50 ευρώ/τετρ. μέτρο. Ο προαναφερθείς αναιρετικός λόγος κρίνεται απορριπτέος, πρωτίστως, ως απαράδεκτος, διότι, για τη θεμελίωση του λόγου αυτού, δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, με πληρότητα, όπως είναι αναγκαίο, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες νομικές σκέψεις, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο, ως θεμελιωτικά της κρίσης του για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριούμενων ακινήτων, ούτε επισημαίνονται στο αναιρετήριο, με βάση τις σχετικές κρίσιμες παραδοχές (μη κατά τα προεκτεθέντα διαλαμβανόμενες), οι κατά το αναιρεσείον υπάρχουσες ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγου αναίρεσης, παρά μόνο αποσπάσματα αυτής, τα οποία επέλεξε, κατά το δοκούν, το αναιρεσείον, αλλά με βάση αυτά και μόνο δεν είναι εφικτός ο έλεγχος της βασιμότητάς του. Επίσης, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, και για το λόγο ότι ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και με την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ. πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών από το Εφετείο, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 444/2017).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 130 του Ν. 4070/2012, και σύμφωνα με την παρ. 9 του άρθρου 146 του αυτού νόμου, εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού απαλλοτριώσεις, η δικαστική δαπάνη μαζί με τη νόμιμη αμοιβή δικηγόρων βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση και επιδικάζεται από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τον παρόντα νόμο. Η εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης γίνεται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων που ισχύουν κάθε φορά και το άρθρο 22 Ν. 3653/1997 δεν εφαρμόζεται. Όταν υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση κατά την έννοια του άρθρου 1Β του Ν. 2362/1995 (Α` 247), όπως το Δημόσιο (Α.Π. 57/2021), η επιδικαζόμενη από τα Δικαστήρια αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημίωσης, στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, καθορίζεται υποχρεωτικά έως το ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων. Η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, με την οποία καθορίζεται η προσωρινή τιμή μονάδας αποτελεί, ως προς τη δικαστική δαπάνη, εκτελεστό τίτλο σε βάρος του υπόχρεου προς αποζημίωση, εάν και οι δύο διάδικοι αποδέχθηκαν την απόφαση αυτή ή πέρασε άπρακτη η προθεσμία της παρ. 2 του άρθρου 20.

Σε περίπτωση εμπρόθεσμης αίτησης το Εφετείο αποφαίνεται ενιαίως τόσο για τη δικαστική δαπάνη της ενώπιον αυτού διαδικασίας όσο και για τη δικαστική δαπάνη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης. Από τη διάταξη αυτή, κατά την οποία, τα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβάλλεται ο δικαιούχος της αποζημίωσης προκειμένου να επιτύχει τον προσδιορισμό και την είσπραξη αυτής, και στα οποία περιλαμβάνεται και η αμοιβή του δικηγόρου του, ενώ αποτελούν, σύμφωνα και με την επιταγή του άρθρου 17 του Συντάγματος, παρακολούθημα της πλήρους αποζημίωσης, και προσαυξάνουν το ποσό αυτής, ώστε να μην επέρχεται, φαλκίδευση της πλήρους αποζημίωσης που αυτός δικαιούται (Ολ.ΑΠ 502/2005, 17/2000), προκύπτει, ότι στη δίκη του προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης του απαλλοτριωμένου, σύμφωνα με τα άρθρα 18, 19 και 20 του άνω νόμου (ΚΑΑΑ), ένα είναι το αντικείμενο της δίκης, ήτοι ο προσδιορισμός της αποζημίωσης και συνεπώς μία αμοιβή του δικηγόρου σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου αυτού της δίκης, που ορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων. Έτσι, σε περίπτωση εμπρόθεσμης αίτησης για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης στο Εφετείο, μετά τον προσωρινό προσδιορισμό αυτής, η δικαστική δαπάνη περιλαμβάνει: 1) τα γενόμενα για τη διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης έξοδα που ήταν απαραίτητα (άρθρ. 189 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), 2) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου για την παράστασή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου και ενώπιον του Εφετείου και 3) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου σε ποσοστό επί της καθοριζόμενης οριστικής αποζημίωσης και συγκεκριμένα: α) 2% για τη σύνταξη αίτησης, ανταίτησης με ιδιαίτερο δικόγραφο και παρέμβασης με ιδιαίτερο δικόγραφο, β) 1% για τη σύνταξη προτάσεων επί της αίτησης ή ανταίτησης και παρέμβασης που ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο και γ) 2% για την άσκηση ανταίτησης ή παρέμβασης που ασκήθηκαν με τις προτάσεις. Ο προσδιορισμός της αμοιβής των πληρεξούσιων δικηγόρων στο ήμισυ των νομίμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων σε περίπτωση κατά την οποία υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας που υπάγεται στην Γενική Κυβέρνηση, κατά την έννοια του άρθρου 1 Β του Ν. 2362/1995 (άρθρο 18 παρ. 4 εδ. 3 του Ν. 2882/2001, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 130 παρ. 2 του Ν. 4070/2012) εφαρμόζεται σε υποθέσεις που συζητήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας μετά την έναρξη ισχύος της τελευταίας αυτής διάταξης (Α.Π. 1260/2023, Α.Π. 664/2022, Α.Π. 1138/2021, Α.Π. 844/2015, Α.Π. 926/2015), δηλαδή, μετά την 10.4.2012 και, συνεπώς, η επιδικαζόμενη αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημίωσης, υπολογιζόμενη με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, καθορίζεται: α) σε ποσοστό 1% της αποζημίωσης για τη σύνταξη αίτησης ή ανταίτησης με ιδιαίτερο δικόγραφο ή κύριας παρέμβασης με ιδιαίτερο δικόγραφο και β) σε ποσοστό 0,50% για τη σύνταξη προτάσεων επί της αιτήσεως ή ανταιτήσεως και κύριας παρέμβασης που ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο. Η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 εδ. γ' του ΚΑΑΑ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 130 παρ. 2 Ν. 4070/2012, δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος 6 παρ. 1 και 20 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης της Ρώμης, καθόσον θεσπίστηκε χάριν δημοσίου συμφέροντος, ήτοι την εξοικονόμηση σημαντικών δαπανών των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, αφού σοβαροί λόγοι γενικότερου δημοσίου συμφέροντος επιβάλλουν τη διαφορετική αυτή ρύθμιση (κατά το μέρος που εισάγει ανισότητα αμοιβής του Δικηγόρου στη δίκη προσδιορισμού της αποζημίωσης των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων με υπόχρεους τους ως άνω φορείς κατ` απόκλιση προς τα κάτω από τις άλλες απαλλοτριώσεις), δεν εισάγει διάκριση αντίθετη προς τη συνταγματική αρχή της ισότητας, αφού με τη ρύθμιση αυτή δεν θίγεται η πλήρης αποζημίωση, που δικαιούται ο δικαιούχος αλλά κατά τρόπο γενικό και απρόσωπο, περιορίστηκε για όλους τους δικαιούχους αποζημιώσεων από τις εν λόγω απαλλοτριώσεις η προκύπτουσα από τις διατάξεις του Κώδικα των δικηγόρων και οφειλόμενη από τους δικαιούχους των αποζημιώσεων νόμιμη αμοιβή των δικηγόρων τους (Ολ.ΑΠ 20/2005).

Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., ο κανόνας ουσιαστικού παραβιάζεται και έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία εκδηλώνεται όταν εφαρμόζεται κανόνας ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 14/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και του επικείμενου των αναιρεσίβλητων και προσδιόρισε ιδιαίτερη αποζημίωση για τη μείωση της αξίας του εναπομείναντος τμήματος της ΑΚΠ1 ιδιοκτησίας, καταδίκασε το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, ως υπόχρεο καταβολής της αποζημίωσης, στην αμοιβή των πληρεξούσιων δικηγόρων των αναιρεσίβλητων, α) σε ποσοστό 2% για τη σύνταξη αίτησης ή ανταίτησης ή κύριας παρέμβασης με ιδιαίτερο δικόγραφο, β) σε ποσοστό 1% για τη σύνταξη προτάσεων επί της αιτήσεως ή της ανταιτήσεως και της κύριας παρέμβασης, που ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο και γ) σε ποσοστό 2% για την άσκηση ανταίτησης ή κύριας παρέμβασης με τις προτάσεις ή για τη σύνταξη απλών προτάσεων επί της βαρύνουσας για τον κάθε δικαιούχο το ως άνω υπόχρεο αποζημίωσης για τα απαλλοτριούμενα ακίνητα και τα επικείμενά τους. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, προσδιορίζοντας την αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων των καθ' ων η αίτηση- αιτούντων, ήδη αναιρεσιβλήτων συνολικά, σε ποσοστό 3% επί του ποσού της αποζημίωσης (ήτοι 2% για την αίτηση, ανταίτηση, κύρια παρέμβαση και 1% για τις προτάσεις) δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διότι ναι μεν υπόχρεο για την καταβολή της δικαστικής δαπάνης είναι το αναιρεσείον, Ελληνικό Δημόσιο, δηλαδή, φορέας που, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση, ωστόσο η προκειμένη υπόθεση συζητήθηκε ενώπιον του Εφετείου Ναυπλίου στις 7-12-2011, δηλαδή πριν την αντικατάσταση του τρίτου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 18 του Ν. 2882/2001 με το άρθρο 130 παρ. 1 και 2 του Ν. 4070/2012, με έναρξη ισχύος της τελευταίας αυτής διάταξης 10-4-2012. Σημειώνεται ότι ο περιορισμός της δικαστικής δαπάνης επί απαλλοτριώσεων, όταν υπόχρεος για καταβολή της αποζημίωσης είναι φορέας υπαγόμενος στη Γενική Κυβέρνηση, ο οποίος (περιορισμός), εισήχθη με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 130 παρ. 2 του Ν. 4070/2012, που στο σημείο αυτό τροποποίησε τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 εδ. γ` του ΚΑΑΑ, αν και εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του Ν. 4070/2012 απαλλοτριώσεις, όπως προβλέπει το άρθρο 146 παρ. 9 περ. δ` των μεταβατικών διατάξεων του τελευταίου, εντούτοις η εφαρμογή του προϋποθέτει ότι η υπόθεση συζητείται μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, που συμπίπτει με τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή μετά την 10-4-2012, (ΦΕΚ αριθ. 82/2012), όπως προβλέπει το άρθρο 188 του ίδιου, με αποτέλεσμα ο υπολογισμός της δικαστικής δαπάνης, για τις υποθέσεις που έχουν συζητηθεί πριν από την τελευταία ημερομηνία, (όπως και η παρούσα υπόθεση), να γίνεται με το προϊσχύον νομοθετικό καθεστώς. Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος αναιρετικοί λόγοι, ενιαίως ερευνώμενοι, με τους οποίους προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., διότι δεν καθόρισε τη συνολική αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων των καθ` ων η αίτηση - αιτούντων και ήδη αναιρεσίβλητων στο ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων επί του ποσού της αποζημίωσης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη από 25-11-2013 αίτηση αναίρεσης. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται, καθόσον οι νικήσαντες αναιρεσίβλητοι ήταν απόντες και δεν υποβλήθηκαν σε δικαστικά έξοδα, ούτε υπέβαλαν σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-11-2013 (αριθμ. έκθ. κατ. 47/2013) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 287/2012 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Ιουλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή