ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1467/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1467/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1467/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1467 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1467/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Π. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Ρωμαίο. Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 8-4-2014 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6245/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5807/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-6-2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ερασμία Λιούλη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 12.6.2023 (αριθμ. εκθ. καταθ. 63057/94/12.6.2023) αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η με αρ. 5807/2022 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 15 του Ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), αντιμωλία των διαδίκων. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά, κατ' άρθρο 553 ΚΠολΔ. νομότυπα και εμπρόθεσμα (στις 12.6.2023), ήτοι εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο (2) ετών (άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015) από της δημοσιεύσεως (στις 6.6.2022) της προσβαλλομένης απόφασης, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 741 και 769 ΚΠολΔ).

Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί αυτή ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ).
Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο αιτών και ήδη αναιρεσείων άσκησε την από 8.4.2014 και με αρ. κατ. 2875/9.4.2014, αίτησή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, κατά του ήδη αναιρεσιβλήτου Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", με την οποία επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του προς το καθού η αίτηση πιστωτή του, ζήτησε την ρύθμιση των χρεών του, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που αυτός πρότεινε, άλλως επικουρικά, τη δικαστική ρύθμιση των οφειλών του, προκειμένου να υπαχθεί στο Ν. 3869/2010, λαμβανομένης υπόψη της οικογενειακής και περιουσιακής του κατάστασης, με σκοπό την απαλλαγή από τα χρέη του, και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας, που αποτελεί την οικογενειακή του στέγη. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με τη με αριθμό 6245/2018 οριστική απόφασή του, δέχθηκε εν μέρει την αίτηση και: α) ρύθμισε τα χρέη του αιτούντος με μηνιαίες καταβολές, για χρονικό διάστημα πέντε (5) ετών και εντός του πρώτου τριημέρου κάθε μηνός, με έναρξη από τον πρώτο μήνα από τη δημοσίευση της απόφασης, την οποία όρισε στο ποσό των 500,00 ευρώ, β) διέταξε την ελεύθερη εκποίηση της αναφερομένης στο διατακτικό αυτής ακίνητης περιουσίας του αιτούντος, γ) εξαίρεσε της εκποίησης την κύρια κατοικία αυτού και γ) επέβαλε σε αυτόν την υποχρέωση να καταβάλει για τη διάσωσή της στο καθ' ου, μετά την παρέλευση πέντε (5) ετών από τη δημοσίευση της απόφασης, για χρονικό διάστημα δέκα (10) ετών, το ποσό των 341,13 ευρώ μηνιαίως Η καταβολή των μηνιαίων αυτών δόσεων θα γίνεται εντός του πρώτου τριημέρου εκάστου μηνός, εντόκως, χωρίς ανατοκισμό, με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο αποπληρωμής, σύμφωνα με τα στατιστικά δελτία της Τράπεζας της Ελλάδος. Κατά της απόφασης αυτής, το καθού εκκαλούν και νυν αναιρεσίβλητο, άσκησε έφεση, ζητώντας την εξαφάνιση της παραπάνω απόφασης, ώστε ν' απορριφθεί η αίτηση.

Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 5807/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, διακράτησε την υπόθεση και απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αίτηση. Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων ..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του [και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, εφόσον η ένδικη από 8.4.2014 αίτηση του αναιρεσείοντος περί υπαγωγής του στις διατάξεις του νόμου 3869/2010 κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών στις 9.4.2024, ήτοι πριν την αντικατάσταση του με τον ως άνω νόμο 4336/2015], ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής".

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 2 του εν λόγω νόμου (όπως ίσχυε πριν τροποποιηθεί με το Ν. 4336/2015), "αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές... το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητούμενων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για τη ρύθμιση των οφειλών και απαλλαγή του οφειλέτη. Αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, ιδίως εκείνα από την προσωπική του εργασία, τη δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου, και σταθμίζοντας αυτά με τις βιοτικές ανάγκες του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, τον υποχρεώνει να καταβάλλει μηνιαίως και για χρονικό διάστημα τριών έως πέντε ετών (άρθρ. 16 παρ. 2 Ν.4161/2013), ορισμένο ποσό για ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών του, συμμέτρως διανεμόμενο". Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες θεσμοθετούν τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα: Βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα, η οποία, πάντως, δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή. Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως. Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπ' όψιν το εισόδημα του οφειλέτη. Η εξόφληση των χρηματικών απαιτήσεων των πιστωτών πραγματοποιείται, κατά βάση, με τις μηνιαίες καταβολές του άρθρου 8 παρ. 2 για το αναφερόμενο εκεί χρονικό διάστημα, που ορίζονται από το δικαστήριο. Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται, από το ένα μέρος, τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και, ιδίως, από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) εγγάμου συμβιώσεως και, από το άλλο μέρος, οι βιοτικές ανάγκες (όχι απλώς οι στοιχειώδεις) του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβιώσεως αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό, που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών. Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπ' όψιν, όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του, κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές. Για την αξιολόγηση της σχέσεως ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπ' όψιν τόσον η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσον και αυτή που διαμορφώνεται σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας.

Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως της αιτήσεως και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή συντάξεως, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ. Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (Α.Π. 552/2020, Α.Π. 1379/2019, Α.Π. 882/2019, Α.Π. 52/2019, Α.Π. 551/2018). Επισημαίνεται ότι τα εισοδήματα από εργασία πρέπει να αναγράφονται στη σχετική δικαστική απόφαση καθαρά, καθώς μόνο το καθαρό εισόδημα διατίθεται για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (Α.Π. 43/2024, ΑΠ 144/2023, Α.Π. 1678/2022, Α.Π. 552/2020).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν.3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν.4335/2015 και ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του νόμου αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016, όπως είναι και η ένδικη αίτηση αναίρεσης "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 552/2020).

Στην ερευνώμενη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την πληττόμενη υπ' αριθμ. 5807/2022 απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

"Ο εφεσίβλητος, Α. Π. του Β., είναι έγγαμος μετά της Σ. Δ. και πατέρας δύο (2) τέκνων, της Κ., που γεννήθηκε το έτος 1999 και του Α. - Β., που γεννήθηκε το έτος 2011. Απασχολείται στο δημόσιο τομέα και συγκεκριμένα στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών "Γ. ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ" με την ιδιότητα του νοσηλευτή, στη θέση κλάδου ΤΕ4-09, κατέχοντας το βαθμό Γ. Η δε σύζυγός του απασχολείται στον ιδιωτικό τομέα και ειδικότερα σε κατάστημα πώλησης αγαθών. Τα ετήσια οικογενειακά τους εισοδήματα ανήλθαν από το έτος 2007 [οπότε και ελήφθη το δάνειο από το εκκαλούν, με τη με αριθμό .../2007 σύμβαση στεγαστικού δανείου, διάρκειας τριάντα (30) ετών] και μετέπειτα στα ακόλουθα ποσά: 1) για το οικονομικό έτος 2008 (χρήση 2007) στο ποσό των (19.531,00 + 13.034,07 =) 32.565,07 ευρώ και μηνιαίως σε 2.713,75 ευρώ, 2) για το οικονομικό έτος 2009 (χρήση?2008) στο ποσό των (19-538,82 + 15.020,95 =) 34.559,77 ευρώ και μηνιαίως σε 2.879,98 ευρώ, 3) για το οικονομικό έτος 2010 (χρήση 2009) στο ποσό των (20.237,89 + 14.925,41 =) 35.163,30 και μηνιαίως σε 2.930,27 ευρώ, 4) για το οικονομικό έτος 2011 (χρήση 2010) στο ποσό των (17.860,00 + 14.012,79 =) 31.872,79 ευρώ και μηνιαίως σε 2.656,06 ευρώ, 5) για το οικονομικό έτος 2012 (χρήση 2011) στο ποσό των (16.568,53 + 4.047,19 =) 20.615,72 ευρώ και μηνιαίως σε 1.717,97 ευρώ, 6) για το οικονομικό έτος 2013 (χρήση 2012) στο ποσό των (17.715,97 + 15.182,73 =) 32.898,70 ευρώ και μηνιαίως σε 2.741,55 ευρώ, 7) για το οικονομικό έτος 2014 (χρήση 2013) στο ποσό των (18.593,53 + 15.037,67 =) 33.631,20 και μηνιαίως σε 2.802,60 ευρώ, 8) για το φορολογικό έτος 2014 στο ποσό των (18.538,89 + 15.194,25 =) 33.733,14 ευρώ και μηνιαίως σε 2.811,09 ευρώ, 9) για το φορολογικό έτος 2015 στο ποσό των (18.827,33 + 14.959,26 =) 33.786,59 ευρώ και μηνιαίως σε 2.815,54 ευρώ, 10) για το φορολογικό έτος 2016 στο ποσό των (18.913,43 + 14.597,56 =) 33.510,99 ευρώ και μηνιαίως σε 2.792,58 ευρώ, 11) για το φορολογικό έτος 2017 στο ποσό των (18.885,29 + 14.719,59 =) 33.604,88 ευρώ και μηνιαίως σε 2.800,40 ευρώ, 12) για το φορολογικό έτος 2018 στο ποσό των (18.603,66 + 14.478,00 =) 33.081,66 ευρώ και μηνιαίως σε 2.756,80 ευρώ και ήδη για το φορολογικό έτος 2019 στο συνολικό ποσό των (18.755,04 + 14.595,50 =) 33.350,54 ευρώ και μηνιαίως σε 2.779,21 ευρώ, όπως τα ποσά αυτά αποτυπώνονται στα προσκομιζόμενα από τον εφεσίβλητο εκκαθαριστικά του σημειώματα και συνομολογούνται άλλωστε και με τις ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατατεθείσες προτάσεις του, έτσι, ώστε, από τη συγκριτική τους επισκόπηση δεν παρατηρείται ιδιαίτερη απόκλιση ως προς τα ετήσια εισοδήματα του εφεσιβλήτου, πλην αυτών του οικονομικού έτους 2012 (χρήση 2011, οπότε και γεννήθηκε το νεότερο σε ηλικία τέκνο του), οπότε και τα εισοδήματα της συζύγου του είχαν ανέλθει μόλις στο ποσό των 4.047,19 ετησίως, πλην, όμως, για τα επόμενα έτη και κυρίως κατά τον κρίσιμο χρόνο κατάθεσης της αίτησης επανήλθαν στα ίδια όπως και πριν επίπεδα. Όπως κατατέθηκε επ' ακροατηρίω από τον ίδιο τον εφεσίβλητο και προκύπτει τούτο και από το σύνολο των προσκομιζόμενων ως άνω εγγράφων, η μηνιαία δόση αποπληρωμής του ληφθέντος ως άνω δανείου ανήλθε στο ποσό των 780,69 ευρώ. Ωστόσο, από τα ανωτέρω αναφερόμενα στοιχεία που προσκόμισε ο εφεσίβλητος και αφορούν στην περιουσιακή του κατάσταση και την πορεία των οικονομικών του απολαβών, όπως αυτή αναλυτικά περιγράφηκε μέχρι και τον κρίσιμο χρόνο κατάθεσης της αίτησης (...), αφού η (επικαλούμενη) μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης (ήτοι, στην προκειμένη περίπτωση κατά το έτος 2014) και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο του (πρωτοβάθμιου) Δικαστηρίου, δεν αποδείχθηκε, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, ότι αυτός περιήλθε (για κάποιο λόγο) σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής της οφειλής του, αφού δεν αποδείχθηκε κάποιο εξαιρετικό και έκτακτο γεγονός, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, το οποίο να έλαβε χώρα μέχρι και το χρόνο εκείνο και που ήταν ικανό να οδηγήσει τον εφεσίβλητο, χωρίς υπαιτιότητά του, σε αδυναμία να ανταπεξέλθει στην οφειλή του, λαμβανομένου ιδιαίτερα υπόψη ότι, από τη μελέτη των προσκομιζόμενων από τον ίδιο εγγράφων, προκύπτει ότι αυτός μέχρι και το χρόνο κατάθεσης της κρινόμενης αίτησης εξυπηρετούσε την οφειλή του προς το εκκαλούν, δια της γενομένης ως άνω παρακράτησης και το μέσο μηνιαίο οικογενειακό του εισόδημα ήταν υψηλό, σε σχέση με αυτό των μέσων απασχολούμενων στον ευρύτερο δημόσιο αλλά και ιδιωτικό τομέα και δεν προέκυψε τέτοια διαφοροποίηση στο ύψος των αποδοχών του ίδιου και της συζύγου του από το χρόνο ανάληψης της προαναφερόμενης δανειακής υποχρέωσης, εξαιτίας της οποίας να δικαιολογείται η αδυναμία του εφεσιβλήτου να εκπληρώσει την οφειλή του, αν ληφθεί ιδία υπόψη ότι οι μηνιαίες οικογενειακές απολαβές τους ανήλθαν από το οικονομικό έτος 2007 και εφεξής στα ποσά των 2.713.75, 2.879,98, 2.930,27, 2.656,06, 1.717,97, 2.741,55, 2.802,60, 2.811,09, 2.815,54, 2.792,58, 2.800,40, 2.756,80 ευρώ και 2.779,21 ευρώ μηνιαίως, αντίστοιχα, έτσι ώστε ο ισχυρισμός του περί αδυναμίας πληρωμής από το έτος 2013 αξιολογείται ως ουσία αβάσιμος. Και ενώ ο ίδιος συνομολογεί, στο εισαγωγικό της προκειμένης δίκης δικόγραφο, ότι πριν το έτος 2013 εξυπηρετούσε κανονικά τη δανειακή του υποχρέωση, ουδόλως διευκρινίστηκε ούτε βέβαια αποδείχθηκε περί του τι συνετέλεσε στη μη ανταπόκρισή του πλέον στην αναληφθείσα ως άνω υποχρέωσή του, όταν τα ετήσια εισοδήματά του δεν παρουσίασαν ιδιαίτερες αποκλίσεις κατά το έτος άσκησης της υπό κρίση αίτησης (2014), που αποτελεί και τον κρίσιμο χρόνο της ερευνώμενης αδυναμίας πληρωμής, όταν, δηλαδή, οι συνολικές ετήσιες αποδοχές του δεν παρουσιάζονται μειωμένες σε σύγκριση με αυτές των πρώτων, κατά σειρά αναφοράς, οικονομικών ετών, οπότε ευλόγως θα αναμενόταν να εξακολουθεί να αποπληρώνει αυτή όπως έπραττε, σύμφωνα με τις παραδοχές του ίδιου, πριν την επέλαση της οικονομικής κρίσης και κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αίτησης αλλά και μετέπειτα, μόνη, δε, η γέννηση του νεότερου σε ηλικία τέκνου του κατά το έτος 2011 και η συνεπεία αυτής αύξηση των οικογενειακών δαπανών δεν αποδείχθηκε ότι επέδρασε τόσο σημαντικά στην κατακόρυφη αύξηση των δαπανών του νοικοκυριού του. Και τούτο διότι, οι δαπάνες διαβίωσης του ανέρχονται σε αυτές που απαιτούνται για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και της οικογένειας του. Βάσει των συνθηκών και όρων διαβίωσης του εφεσιβλήτου, των διδαγμάτων της κοινής πείρας, σε συνδυασμό με τις έρευνες των οικογενειακών προϋπολογισμών (Ε.Ο.Π.) που διενεργεί η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ), οι οποίες, όμως, δεν δύνανται να παράγουν δεσμευτική ισχύ νομοθετήματος για το Δικαστήριο ούτε να προδιαμορφώσουν την τελική δικαστική κρίση περί του ύψους των μηνιαίων δαπανών και καταβολών, αλλά έχουν ενδεικτική ισχύ, αφού ορίζουν απλά κατευθυντήριες γραμμές και από όσα ο εφεσίβλητος αναφέρει στην αίτησή του, το ύψος των βιοτικών οικογενειακών αναγκών του εκτιμάται ότι ανέρχεται στο ποσό των 1.500,00 ευρώ, κατά μέσο όρο, μηνιαίως. Ας σημειωθεί δε ότι ο εφεσίβλητος στην κρινόμενη αίτησή του υπολογίζει το κόστος διαβίωσης του ιδίου στο ποσό των 400,00 ευρώ μηνιαίως και της λοιπής οικογένειας του σε αυτό των 1.200,00 ευρώ και τα λοιπά εφάπαξ έξοδα σε 1.500,00 ευρώ ετησίως, τα οποία επιμεριζόμενα σε μηνιαία κλίμακα αντιστοιχούν σε (1.500,00 : 12 =) 125,00 ευρώ και επομένως τις συνολικές δαπάνες διαβίωσης της οικογένειας του σε 1.725,00 ευρώ μηνιαίως (5η σελίδα της αίτησής του, υπό την ένδειξη "έξοδα κατά μήνα") και ακολούθως στη 17η σελίδα της αίτησής του εξειδικεύει αυτές περί τα 1.500,00 ευρώ μηνιαίως, ενώ πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με την προσκομιζόμενη από τον εφεσίβλητο απόδειξη πληρωμής μηνός Απριλίου 2021 της συζύγου του, εκδοθείσα από την εργοδότη εταιρία "ΜΕΤΡΟ ΑΕΒΕ", παρέχεται στη σύζυγό του διατακτική τροφίμων ύψους 150,00 ευρώ, δια της οποίας αποδεικνύεται ότι καλύπτεται εν μέρει η δαπάνη αγοράς των βασικών ειδών διατροφής της οικογενείας του, ενώ το μήνα Ιανουάριο του έτους 2018 για την ίδια αιτία καταβλήθηκε ποσό ύψους 70,00 ευρώ. Υπό τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ο εφεσίβλητος με βάση τα εισοδήματα που αποκόμιζε, συνυπολογιζόμενης και της συνεισφοράς της συζύγου του, αφαιρουμένων και των δαπανών διαβίωσης του ίδιου και της οικογένειας του, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, μπορούσε ευχερώς να εξοφλεί το σύνολο της οφειλής του, ύψους 780,69 ευρώ, κατά μήνα, χωρίς αυτό να αποβαίνει σε βάρος των στοιχειωδών βιοτικών αναγκών αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογένειας του, οι οποίες (στοιχειώδεις βιοτικές ανάγκες) δεν υπερβαίνουν, όπως προειπώθηκε, το ποσό των 1.500,00 ευρώ μηνιαίως. Ακόμη, δε, και αν ήθελε υποτεθεί ότι οι εύλογες δαπάνες διαβίωσης της τετραμελούς οικογένειας του ανέρχονται σε 1.720,00 ευρώ μηνιαίως, όπως προβάλλεται από τον ίδιο με τις έγγραφες προτάσεις του (7η σελίδα αυτών), ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, και πάλι η υπολειπόμενη ρευστότητά του καθιστά ευχερή την αποπληρωμή του συνόλου της μηνιαίας δόσης, που προαναφέρθηκε. Στην κρινόμενη περίπτωση, μετά την αφαίρεση των δαπανών για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του οφειλέτη αλλά και των προστατευόμενων μελών της οικογένειας του (κατά τα ανωτέρω δεκτά γενόμενα), η υπολειπόμενη ρευστότητα, που του απομένει [2.811,09 ευρώ (κατά το έτος 2014) - 1.500,00 ευρώ (μηνιαίες δαπάνες διαβίωσης) =] 1.311,09 ευρώ, του επέτρεπε με ευχέρεια να ανταποκριθεί στο σύνολο της οφειλής του και, ως εκ τούτου, η σχέση ρευστότητάς του προς την ανωτέρω οφειλή είναι θετική. Η αποπληρωμή, επομένως, του επιδίκου δανείου από τον εφεσίβλητο αφενός μεν δεν κρίνεται ότι επιβάρυνε ουσιωδώς τις στοιχειώδεις βιοτικές ανάγκες αυτού αλλά και των λοιπών προστατευόμενων μελών της οικογένειας του (άρθρο 2 παρ. 1 Συντ.), αφετέρου δε (και κυρίως) καταδεικνύει και την αρνητική συνδρομή της μόνιμης και ολικής αδυναμίας πληρωμής εκ μέρους του, καθόσον ο μηνιαίος μισθός του δύνατο ευχερώς να εξυπηρετήσει το επίδικο δάνειο. Ο τελευταίος, όμως, κατά παράβαση των αρχών που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 288 του ΑΚ για την καλόπιστη εκτέλεση των ενοχών συνδυαστικά ερμηνευμένη με αυτήν του άρθρου 281 του ΑΚ για την άσκηση του δικαιώματος στο πλαίσιο που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, επιχειρεί να αποφύγει την πληρωμή μέρους της οφειλής του υπαγόμενος στις διατάξεις του ν. 3869/2010. Τυχόν αντίθετη κρίση δεν συνάδει με τη λογική και τον αιτιολογικό λόγο εφαρμογής του ανωτέρω νομοθετήματος, σκοπός του οποίου είναι η ολική επανένταξη μόνο των υπερχρεωμένων πολιτών στην ενεργό οικονομική και κοινωνική ζωή, καθόσον θα επέτρεπε στον οποιονδήποτε υψηλά αμειβόμενο πολίτη, μετά από την όποια μείωση των αποδοχών του και μόνο και χωρίς την έρευνα της πραγματικής δυνατότητας αποπληρωμής των συμβατικών υποχρεώσεών του, ακόμη και μετά την ανωτέρω μείωση, να επιτυγχάνει την (ολική ή μερική) διαγραφή των χρεών του επιχειρώντας την υπαγωγή του στις ευεργετικές διατάξεις του ανωτέρω νομοθετήματος, υπονομεύοντας με τον τρόπο αυτό ευθέως στην πράξη το τελευταίο. Συναφώς προς τα ανωτέρω, ο προβαλλόμενος από το εκκαλούν ισχυρισμός περί μη περιέλευσης του εφεσιβλήτου σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής, που εμπεριέχεται στους δεύτερο (2°) και πέμπτο (5°) λόγους της έφεσης, οι οποίοι εκτιμώνται ενιαίως από το παρόν Δικαστήριο για την ενότητα της σκέψης, αποδεικνύεται και ως κατ' ουσίαν βάσιμος. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκρινε ότι αποδείχθηκε μόνιμη και γενική αδυναμία του εφεσιβλήτου να ανταποκριθεί στην αναληφθείσα δανειακή του υποχρέωση, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, όπως βάσιμα παραπονείται το εκκαλούν, κατά τους σχετικούς λόγους της έφεσης. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση ως και ουσιαστικά βάσιμη ....". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμους τους δεύτερο και πέμπτο λόγους εφέσεως, εξαφάνισε την εκκαλουμένη, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει η αίτηση του αιτούντος - αναιρεσείοντος, και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, απέρριψε αυτήν ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Κρίνοντας έτσι, το ως άνω δικαστήριο, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1 του Ν.3869/2010, ενώ διέλαβε στην απόφασή του, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών των χρεών του αναιρεσείοντος, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις παραπάνω διατάξεις και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτουμένη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, περί της ορθής εφαρμογής αυτών. Συγκεκριμένα, παρέθεσε λεπτομερώς τα ποσά, που αποτυπώνονται στα εκκαθαριστικά σημειώματα που προσκόμισε ο αναιρεσείων και αποτελούν το κατά τα κρίσιμα έτη, ήτοι από το χρόνο κατάθεσης της αίτησης το έτος 2014 μέχρι τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, μηνιαίο οικογενειακό του εισόδημα, αλλά και τις από το οικονομικό έτος 2007 και τις εφεξής μηνιαίες οικογενειακές του απολαβές που ανέρχονταν στα ποσά των 2.713.75, 2.879,98, 2.930,27, 2.656,06, 1.717,97, 2.741,55, 2.802,60, 2.811,09, 2.815,54, 2.792,58, 2.800,40, 2.756,80 και 2.779,21 ευρώ, ότι ποσά αυτά τα οποία, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δεν διαφέρουν από τα ποσά που δέχθηκε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δεν αμφισβήτησε ο αναιρεσείων ούτε με τις προτάσεις ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, αιτιολογούνται δε αυτά πλήρως και μάλιστα με ενδελεχή αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, όπως και το ύψος των μηνιαίων δαπανών του αναιρεσείοντος και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, καθώς και το ύψος των μηνιαίων υποχρεώσεών του για την εξυπηρέτηση του στεγαστικού δανείου που έχει λάβει από το αναιρεσίβλητο (μοναδικό πιστωτή του), στοιχεία, που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα και καλύπτουν, χωρίς να είναι αναγκαία οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων πιο πάνω, κανόνων ουσιαστικού δικαίου, αναφορικά με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της (θετικής, κατά τις παραδοχές), σχέσης ρευστότητας, και της υπαγωγής ή μη του αναιρεσείοντος στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010.

Συνεπώς, οι πρώτος και τρίτος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 560 αρ. 1 και 6 ΚπολΔ, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 560 αριθμός 5 Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ` όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία ταυτίζεται με αυτή του αριθμού 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, αίτησης, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΑΠ 1296/2022, ΑΠ 917/2020, ΑΠ 1080/2020, ΑΠ 721/2017, ΑΠ 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα ούτε η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου τους (ΑΠ 989/2018, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 358/2017).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάσσει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και όσων δεν έχουν προταθεί, που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων, της έννομης σχέσης ή και του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος (άρθρο 744), καθώς και ό,τιείναι απαραίτητο, κατά την κρίση του, για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 759 παρ.3) ακόμη και αποκλίνοντας από τις περί αποδείξεως διατάξεις. Η ειδική αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει τις γνήσιες και τις μη γνήσιες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές, που ο νόμος παραπέμπει για εκδίκαση στην ειδική αυτή διαδικασία, λόγω της απλότητας και συντομίας από την οποία κυριαρχείται. Το ανακριτικό αυτό σύστημα ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, η δε εξουσία του για λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου για την ανεύρεση της αλήθειας είναι απεριόριστη και άρα μπορεί να λάβει υπόψη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (όχι, όμως, και ανεπίτρεπτα), καθώς και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 ΚΠολΔ (ΑΠ 425/2022, ΑΠ 769/2015, ΑΠ 236/2015). Ως εκ τούτου, κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 εδάφιο α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για την, παρά το νόμο, λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν (ΑΠ 154/2018, ΑΠ 636/2017, ΑΠ 528/2017) και, συνακόλουθα, από τον αριθμό 5 εδάφιο α' του (νέου) άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 883/2021, ΑΠ 686/2021, ΑΠ 257/2020), πλην όμως ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από εδ. β' του αριθμού 5 του ίδιου άρθρου, όταν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη "πράγματα", με την προεκτεθείσα έννοια, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 603/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 5 εδαφ. β' του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δεν έλαβε υπόψη "πράγματα" που προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη του τα σχετικά με αριθμούς 37, 35 και τον φάκελο με αρ. 56 και τα φύλλα μισθοδοσίας των ετών 2011 και επέκεινα, που προσκόμισε αυτός, από τα οποία προκύπτουν οι πραγματικοί ισχυρισμοί του αναφορικά με τα οικογενειακά εισοδήματα και τις οικογενειακές δαπάνες. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως ο παραδεκτός, διότι τα επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα έγγραφα, τα οποία, όπως ισχυρίζεται, προσκομίσθηκαν από τον ίδιο και δεν λήφθηκαν υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν συνιστούν "πράγμα". Πέραν τούτων είναι και αβάσιμος, καθόσον, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς, που συνιστούν "πράγματα", και τείνουν στη θεμελίωση του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί περιέλευσής του σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών, επί της οποίας βασίζεται το αίτημα της ένδικης αίτησής του για την υπαγωγή του στις ρυθμιστικές διατάξεις του Ν. 3869/2010. Ειδικότερα, το ως άνω Δικαστήριο αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφασή του αναλυτικά τα ετήσια και μηνιαία εισοδήματα του αναιρεσείοντος κατά την τριετία 2011, 2012 και 2013, πριν δηλαδή και από το έτος 2014, που είναι το έτος κατάθεσης της αίτησής του, καθώς και αυτά του έτους 2007, κατά το οποίο λήφθηκε το δάνειο, έως και το έτος της συζήτησής της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (2018), όπως και κατά τα ενδιάμεσα έτη, συνεκτιμώντας δε την, κατά τα ανωτέρω, μείωση αυτών, ρητά απέρριψε τον αντίθετο ισχυρισμό του περί αδυναμίας πληρωμής της οφειλής του προς το αναιρεσίβλητο, δεχόμενο ότι δεν συνέτρεχε κατά τη συζήτηση της αίτησης ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος η προϋπόθεση της αδυναμίας πληρωμών (η οποία, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, πρέπει να υπάρχει όχι μόνο κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης, αλλά η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο), και τούτο διότι, σύμφωνα με τις ανέλεγκτες παραδοχές της πληττόμενης απόφασης, μπορεί να εξασφαλισθεί από τα εισοδήματα που λαμβάνει αυτός τόσο η ικανοποίηση του αναιρεσίβλητου - πιστωτή του, όσο και η διατήρηση - εξασφάλιση αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης αυτού και της οικογένειάς του.

Σε κάθε περίπτωση δε, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και επειδή ο αναιρεσείων στην πραγματικότητα δεν αιτιάται τη μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του, αλλά παραπονείται γιατί το, ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο, κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα, όσον αφορά την περιέλευσή του σε αδυναμία πληρωμών, διαφορετικό από αυτό που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, πλην όμως αυτό δεν ιδρύει τον παρόντα αναιρετικό λόγο και διότι, υπό την επίκληση της ανωτέρω πλημμέλειας από το άρθρο 560 αριθμός 5 περ. β' Κ.Πολ.Δ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων γα την άσκηση της αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα. Διάταξη περί δικαστικών εξόδων δεν θα περιληφθεί, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδάφ. β' του ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β' του Ν. 3869/2010, κατά την οποία, "...δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 548/2023, ΑΠ 507/2020, ΑΠ 1400/2019).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12.6.2023 αίτηση για αναίρεση της 5807/2022 τελεσίδικης απόφασης του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών

Και, Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Ιουλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή