Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1468 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1468/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "EOS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΗΜΙΩΝ", της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας για παράβαση νόμου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη.
Της αναιρεσίβλητης: A. O. M. του A., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ειρήνη Πετροπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-12-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 15-1-2016 παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2348/2017 μη οριστική και 1433/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3009/2022 τελεσίδικη του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 19-6-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ερασμία Λιούλη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 19.6.2023 (αρ. εκθ. κατ. 5308/540/29.6.2023) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφάλισης (άρθρ. 614 αρ. 6 του ΚΠολΔ), η με αριθ. 3009/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί αυτή ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι η προσβαλλομένη απόφαση αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη A. O. M. άσκησε κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" και κατά των (μη διαδίκων στην παρούσα δίκη) Α. Γ., Ε. Γ., Α. συζ. Ε. Γ., ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑLLΙΑΝΖ ΕΛΛΑΣ Α.Α.Ε." και Σ. Β. την από 16.12.2015 αγωγή της αποζημιώσεως για τις θετικές και αποθετικές ζημίες, που υπέστη αυτή εξαιτίας του αυτοκινητικού ατυχήματος που συνέβη στην Αθήνα στις 9.2.2008, υπό τις συνθήκες που περιγράφει σε αυτήν (αγωγή), το δε εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον άσκησε από 15-1-2016 παρεμπίπτουσα αγωγή του κατά του πέμπτου κυρίως εναγομένου Σ. Β., οι οποίες συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε αρχικά επ' αυτών η υπ' αριθ. 2348/2017 εν μέρει οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (614 αρ. 6 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τις οριστικές διατάξεις της οποίας έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή της αναιρεσίβλητης, αναγνωρίστηκε ότι (το αναιρεσείον) οφείλει να της καταβάλει (εις ολόκληρον με τους λοιπούς εναγόμενους) το ποσό των 29.621,48 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής, καθώς και η παρεμπίπτουσα αγωγή, κατά το αντίστοιχο μέρος της, ενώ ανεστάλη η έκδοση, κατά τα λοιπά, της οριστικής απόφασης ως προς τα κονδύλια των διαφυγόντων εισοδημάτων και της δαπάνης αγοράς τεχνητού μέλους, προκειμένου να προσκομιστεί από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη βεβαίωση του οικείου ασφαλιστικού φορέα, σχετικά με την επιδότηση ή μη αυτής για το χρονικό διάστημα από 1-3-2010 και εντεύθεν και σε θετική περίπτωση του ύψους αυτής, καθώς και για το εάν το ποσό των 5.362,78 € δόθηκε για την αγορά τεχνητού μέλους ή για άλλη αιτία. Ακολούθως, μετά από κλήση, εισήχθη εκ νέου προς συζήτηση και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1433/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή (κατά το μέρος που είχε διαταχθεί, με την άνω εν μέρει οριστική απόφαση, η αναστολή έκδοσης οριστικής απόφασης), αναγνωρίστηκε ότι το αναιρεσείον οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη (εις ολόκληρον με τους λοιπούς εναγόμενους), το συνολικό ποσό των 216.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, καθώς και η παρεμπίπτουσα αγωγή του αναιρεσείοντος κατά του Σ. Β.
Κατά των άνω αποφάσεων άσκησαν η τέταρτη και ο πέμπτος εκ των εναγομένων τις από 1.7.2020 και με αρ. κατ. 41183/3003/2020 και από 17.7.2020 και με αρ. κατ. 57120/4574/2020 εφέσεις τους, αντίστοιχα, και το έκτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον την από 31-12-2020 και με αρ. κατ. 891/78/2021 έφεση. Επί των εφέσεων αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, η υπ' αριθ. 3009/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία, έγιναν δεκτές τυπικά και ουσιαστικά οι εφέσεις, εξαφανίσθηκαν οι εκκληθείσες πρωτόδικες αποφάσεις, κρατήθηκε η υπόθεση, δικάσθηκε κατ' ουσίαν η αγωγή της αναιρεσίβλητης και η παρεμπίπτουσα αγωγή και αφού κρίθηκε ότι το ατύχημα προκλήθηκε από συγκλίνουσα υπαιτιότητα των Α. Γ. και Σ. Β., (πρώτου και πέμπτου εκ των εναγομένων) και αφού απορρίφθηκε η ένσταση παραγραφής που προέβαλε το αναιρεσείον και επανέφερε με λόγο εφέσεως, αναγνωρίσθηκε, μεταξύ άλλων, η υποχρέωση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΙΔ, να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, εις ολόκληρον με τους λοιπούς εναγομένους, το συνολικό ποσό των 99.257,22 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους από την επομένη της επίδοσης.
Από τις διατάξεις των άρθρων 1 περ α'-δ', 6 παράγραφοι 1, 2 και 5, 10 παρ.2 (όπως η παρ. 2 αυτού ισχύει μετά την αντικατάστασή της από το άρθρο 7 του ν. 3557/2007), 17 και 19 του ν. 489/1976, που κωδικοποιήθηκε με το ΠΔ 237/1986, προκύπτει ότι, στις περιοριστικώς προβλεπόμενες περιπτώσεις της ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου για την καταβολή αποζημίωσης στο ζημιωθέντα από αυτοκινητικό ατύχημα, η σχετική αξίωση του τελευταίου παραγράφεται μετά την παρέλευση πέντε ετών από την ημέρα του ατυχήματος, σε σχέση δε με τη διακοπή και την αναστολή της παραγραφής αυτής ισχύουν οι γενικές ρυθμίσεις των άρθρων 255 επ. και 260 επ ΑΚ. Η πενταετής αυτή παραγραφή, αρχίζει σύμφωνα με το άρθρο 241 ΑΚ, από την επομένη της ημέρας του ατυχήματος, χωρίς η έναρξή της να επηρεάζεται από την εκ μέρους του δικαιούχου γνώση ή άγνοια της ζημίας και του προς αποζημίωση υπόχρεου. Η αντίθετη συναφώς διάταξη του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ, με την οποία ρυθμίζεται γενικώς η παραγραφή των αξιώσεων αποζημίωσης από αδικοπραξία, δεν μπορεί να εφαρμοσθεί επί της ως άνω αξίωσης. Και τούτο, γιατί παραγωγικός λόγος της αξίωσης αυτής δεν είναι η αδικοπραξία αλλά απευθείας ο νόμος, ήτοι οι προαναφερθείσες διατάξεις του ν 489/1976, με τις οποίες καθορίζονται οι προϋποθέσεις θεμελίωσης της σχετικής ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου (ΑΠ 1174/2022). Εφαρμόζεται όμως η διάταξη του άρθρου 251 ΑΚ, κατά την οποία, για την έναρξη της παραγραφής, απαιτείται η αξίωση να είναι δικαστικώς επιδιώξιμη, δηλαδή εναγώγιμη. Αυτό συμβαίνει, όταν δεν υπάρχει κάποιος νομικός λόγος που να αποκλείει ή να παρεμποδίζει τη δικαστική επιδίωξη της αξίωσης. Αντίθετα, η ύπαρξη πραγματικών εμποδίων, όπως είναι και η εκ μέρους του δικαιούχου άγνοια της γένεσης της αξίωσης του, δεν παρακωλύει την έναρξη της παραγραφής, αλλά είναι δυνατό με τη συνδρομή των σχετικών προϋποθέσεων, να αποτελεί λόγο αναστολής της.
Περαιτέρω, ο θεσμός της παραγραφής είναι δημόσιας τάξης, γιατί εξυπηρετεί την ασφάλεια των συναλλαγών και τη βεβαιότητα του δικαίου, ενώ εξάλλου η καθιέρωση από το άρθρο 19 παρ. 2 του ν 489/1976 της ως άνω διετούς παραγραφής υπηρετεί επιπλέον την ανάγκη ταχύτερης εκκαθάρισης των σχετικών υποθέσεων και δεν ενέχει περιορισμό του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος παροχής δικαστικής προστασίας (άρθρο 20 παρ. 1 Σ), δεδομένου μάλιστα ότι η επίκληση της παραγραφής αυτής μπορεί, με τη συνδρομή των σχετικών προϋποθέσεων, να αντιμετωπισθεί με τις αντενστάσεις για κατάχρηση δικαιώματος ή για αναστολή της.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 255 παρ. 1 ΑΚ, η παραγραφή αναστέλλεται για όσο χρόνο ο δικαιούχος εμποδίστηκε από δικαιοστάσιο ή άλλο λόγο ανώτερης βίας να ασκήσει την αξίωση του μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της παραγραφής. Ως ανώτερη βία νοείται κάθε γεγονός απρόβλεπτο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το οποίο δεν ήταν δυνατό να αποτραπεί ακόμη και με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης. Γίνεται έτσι φανερό ότι ο νόμος αναγνωρίζει σοβαρούς λόγους εξαιτίας των οποίων η πάροδος του χρόνου δεν έχει δυσμενείς συνέπειες για το δικαιούχο. Κοινό χαρακτηριστικό γνώρισμα των λόγων αυτών είναι η αντικειμενική αδυναμία του δικαιούχου να επιδιώξει την ικανοποίηση της αξίωσής του (ΑΠ 1819/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 3009/2022 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα ακόλουθα σχετικά με το ενδιαφέρον ζήτημα της παραγραφής της αξιώσεως της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος: "Στις 09-02-2008 και περί ώρα 06:10 ο Α. Γ., πρώτος των εναγόμενων, οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο που ανήκε κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στους γονείς του, δεύτερο και τρίτη των εναγομένων..., ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τέταρτη των εναγομένων ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ALLIANZ ΕΛΛΑΣ Α.Ε." και κινείτο επί της οδού ... με κατεύθυνση από την πλατεία Κάνιγγος προς την Λεωφόρο ....... Κατά τον ίδιο χρόνο, ο Σ. Β., πέμπτος των εναγόμενων, οδηγούσε την με αριθμό κυκλοφορίας ..., δίκυκλη μοτοσικλέτα στην οποία επέβαινε η ενάγουσα και κινείτο επί της .....οδού ..., με κατεύθυνση προς την οδό ..., προτιθέμενος να διασχίσει κάθετα την οδό ... και να συνεχίσει την ευθεία πορεία του επί της ίδιας οδού, που μετονομάζεται σε οδό ... Περί το μέσον της ως άνω διασταύρωσης (των οδών ... και ...) έλαβε χώρα σύγκρουση των ως άνω οχημάτων και συγκεκριμένα η εμπρόσθια και αριστερή πλευρά της μοτοσικλέτας συγκρούσθηκε με την εμπρόσθια δεξιά πλευρά του άνω ΙΧΕ αυτοκινήτου.......... Με βάση τα ανωτέρω, το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα αμελή οδική συμπεριφορά αμφοτέρων των εμπλεκόμενων οδηγών και ειδικότερα η αμέλεια του οδηγού του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου συνίσταται στο ότι οδηγούσε χωρίς τεταμένη την προσοχή του και υπό την επίδραση οινοπνεύματος που επηρέασε την οδηγητική του ικανότητα, .... με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί την κάθετη εκ δεξιών του κίνηση της μοτοσικλέτας (......). Όμως, στην πρόκληση του ατυχήματος συνετέλεσε κυριαρχικά και ο μοτοσικλετιστής, ο οποίος κινούμενος με μεγάλη ταχύτητα .....και ευρισκόμενος υπό την επίδραση οινοπνεύματος που επηρέασε την οδηγητική του ικανότητα .... δεν ακινητοποίησε τη μοτοσικλέτα στο σηματοδότη ενόψει της σ' αυτό εναλλαγής σε κίτρινο σταθερό φως.... ελπίζοντας ότι θα μπορούσε με ασφάλεια να διασχίσει τον κόμβο (....) εισήλθε ανέλεγκτα σ' αυτόν καθ'ον χρόνο όμως, είχε ήδη εναλλαχθεί στην πορεία του ο σηματοδότης σε ερυθρό (......). Τα ανωτέρω, άλλωστε δέχτηκε ως προς την υπαιτιότητα, και η υπ' αριθμ. 437/2014 τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που εκδόθηκε επί προγενέστερης αγωγής της ενάγουσας (αρ. κατ. 50735/2821/30-3-2009) και του εναγόμενου Σ. Β. κατά των τεσσάρων πρώτων εναγόμενων της υπό κρίση κύριας αγωγής ως προς τους οποίους αποτελεί δεδικασμένο (δηλαδή ως προς όλους τους νυν διαδίκους, πλην του νυν διαδίκου ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ το οποίο δεν ήταν διάδικος στην δίκη εκείνη), με την οποία μάλιστα προσδιορίστηκε το ποσοστό ευθύνης στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος σε 70% για τον οδηγό της μοτοσικλέτας και σε 30% για τον οδηγό του ΙΧΕ αυτοκινήτου......
Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι η ενάγουσα έλαβε γνώση της συνυπαιτιότητας του εκκαλούντος Σ. Β. το πρώτο, στις 31-12-2012 όταν δημοσιεύθηκε η υπ' αριθμ 4233/2012 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού που εκδόθηκε επί της προαναφερόμενης προγενέστερης της σε βάρος του ως άνω οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου, η οποία συνεκδικάσθηκε με αγωγή του άνω εκκαλούντος (Σ. Β.), ενώ μέχρι τότε θεωρούσε ως μόνο υπαίτιο του ένδικου τροχαίου ατυχήματος τον οδηγό του ΙΧΕ αυτοκινήτου και ακολούθως στις 24-1-2014, όταν δημοσιεύθηκε η προαναφερόμενη υπ' αρ. 437/24-1-2014 τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, επ' αυτής που έκρινε τελεσίδικα επί της συνυπαπιότητας του Σ. Β. Η υπό κρίση αγωγή ασκήθηκε την 28-12-2015 και επομένως, δεδομένου, ότι στην προκειμένη περίπτωση, ως χρόνος έναρξης της παραγραφής θεωρείται ο ως άνω χρόνος γνώσης του (συν)υπαίτιου (24-1-2014), έως την άσκηση της υπό κρίση αγωγής δεν παρήλθε χρόνος πλέον της πενταετίας (....) και ως εκ τούτου οι επίδικες αξιώσεις της ενάγουσας σε βάρος των εκκαλούντων Σ. Β. και ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ, το οποίο υπεισήλθε στη θέση της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΗΜΙΩΝ", στην οποία ήταν ασφαλισμένη η ως άνω δίκυκλη μοτοσικλέτα και της οποίας η άδεια ανακλήθηκε, δεν έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή. Η ίδια πενταετής παραγραφή της αξίωσης ισχύει και για την επίδικη αξίωση, λόγω διαφυγόντων κερδών της ενάγουσας σε βάρος του εκκαλούντος Σ. Β., την οποία ένσταση παραγραφής προβάλλει ο τελευταίος, δεδομένου, ότι όπως προαναφέρθηκε ο χρόνος παραγραφής ξεκινάει από τον ως άνω χρόνο που η ενάγουσα έλαβε γνώση ότι αυτός είναι συνυπαίτιος του ένδικου ατυχήματος και δεν είναι διετής από της ως άνω υπ' αρ. 437/24-1-2014 τελεσίδικης απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο ανωτέρω εκκαλών. Επομένως, οι σχετικοί λόγοι της έφεσης των τελευταίων περί παραγραφής των επίδικων αξιώσεων σε βάρος τους είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την καταλυτική της αγωγής ένσταση παραγραφής και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, ως προελέχθη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την πληττόμενη απόφασή του, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 10, 17, 19 του Ν. 489/1976, 241, 251 και 255 ΑΚ. Ειδικότερα, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στις ανωτέρω νομικές σκέψεις, η πενταετής παραγραφή του άρθρου 19 παρ. 2 ν. 489/1976 δεν άρχισε από την ως άνω ημέρα δημοσίευσης των ως άνω αποφάσεων 31.12.2012 και 24.1.2014, όπως η ενάγουσα ισχυρίζεται, αλλά από την επομένη της ημέρας του ως άνω ατυχήματος, ήτοι από 10.2.2008, αφού η αξίωση της ενάγουσας κατά του εναγομένου Επικουρικού Κεφαλαίου ήταν από τότε δικαστικώς επιδιώξιμη, δηλαδή εναγώγιμη, δεδομένου ότι δεν υπήρχε κάποιος νομικός λόγος που να απέκλειε ή να παρεμπόδιζε τη δικαστική επιδίωξη της αξίωσης αυτής. Από την 10.2.2008 όμως μέχρι την 30.12.2015, οπότε και επιδόθηκε η υπό κρίση αγωγή, όπως προκύπτει από την επί του επιδοθέντος στο αναιρεσίβλητο αντιγράφου σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ν. Χ., παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε ετών και οι αξιώσεις της ενάγουσας κατά του εναγομένου Επικουρικού Κεφαλαίου υπέπεσαν στην παραγραφή του άρθρου 19 παρ. 2 σε συνδ. με το άρθρο 10 παρ.2 του ν 489/1976, η οποία συμπληρώθηκε στις 10-2-2013.
Εξάλλου, η άσκηση αγωγής κατά συγκεκριμένου προσώπου και η εν συνεχεία απόρριψή της κατ' αυτού ή η εν μέρει παραδοχή της, λόγω συνυπαιτιότητας, δεν συνιστά λόγο ανωτέρας βίας, υπό την έννοια του άρθρου 255 ΑΚ, δηλαδή γεγονός απρόβλεπτο και αδύνατο να αποτραπεί στη συγκεκριμένη περίπτωση ακόμη και με μέτρα άκρας επιμέλειας και συνεπώς δεν επέφερε την αναστολή της παραγραφής, αφού με βάση τα στοιχεία, που ήταν εξαρχής γνωστά στην ενάγουσα, καθιστούσε αβέβαιη την έκβαση της ανοιγείσας κατά του Α. Γ. πολιτικής δίκης. Ειδικότερα, η ενάγουσα, ως συνεπιβαίνουσα στην μοτοσυκλέτα του Σ. Β., σταθμίζοντας την πιθανότητα της απόρριψης ως κατ' ουσίαν αβάσιμης της κατ' αυτού αγωγής, είχε τη νομική και πραγματική δυνατότητα, λόγω υφισταμένης αβεβαιότητας, να ασκήσει εξαρχής χωριστή αγωγή και κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, με αυτοτελές δικόγραφο, προς αποφυγή της διαζευκτικής ή επικουρικής εναγωγής, η οποία, ακόμη και αν συνεκδικαζόταν με την αγωγή κατά του φερομένου ως υπαιτίου οδηγού και του ασφαλιστή του, δεν θα δημιουργούσε, κατ' άρθρο 218 παρ. 1α ΚΠολΔ, αντιφατικότητα, καθόσον αυτή ερευνάται χωριστά για κάθε αγωγή και όχι σε συσχετισμό με άλλη, έτσι ώστε, σε περίπτωση απόρριψης της αγωγής κατά του φερομένου ως υπαιτίου οδηγού και του ασφαλιστή του, για το λόγο ότι η ζημία προκλήθηκε από τη δίκυκλη μοτοσικλέτα, που ήταν ασφαλισμένη στην ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΕΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΗΜΙΩΝ", της οποίας η άδεια ανακλήθηκε και στη θέση της υπεισήλθε το έκτο εναγόμενο - αναιρεσείον (Επικουρικό Κεφάλαιο), το δικαστήριο θα ερευνούσε την αγωγή κατά του οδηγού της μηχανής. Για τους πιο πάνω λόγους, λαμβανομένου υπόψη αφενός μεν του ότι η βραχυχρόνια πενταετής παραγραφή του άρθρου 19 παρ. 2 ν. 489/2976 επιβλήθηκε, όπως προαναφέρθηκε, με σκοπό την ταχεία εκκαθάριση των συναλλαγών μεταξύ των τρίτων ζημιωθέντων από αυτοκινητικά ατυχήματα και του Επικουρικού Κεφαλαίου, αφετέρου δε ότι το τελευταίο ουδόλως αποδεικνύεται, ούτε άλλωστε και η ενάγουσα ισχυρίζεται κάτι τέτοιο, ότι δηλαδή απέτρεψε αυτήν από το να ασκήσει την κατ' αυτού αξίωσή της, είτε με πρόθεση συμπλήρωσης του χρόνου παραγραφής ή χωρίς τέτοια πρόθεση. Επομένως, ο μοναδικός (κατά ορθή εκτίμηση) λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αυτά, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Κατόπιν αυτών πρέπει να γίνει δεκτή η από 19-6-2023 αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το κεφάλαιο, που αφορά στην αξίωση της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος και να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει το αναιρεσείον, σε αυτό (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκασή της, ιδίως, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.
Εν προκειμένω, εφ' όσον κρίθηκε, ότι η εν λόγω αξίωση της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος έχει παραγραφεί, δεν υπάρχει στάδιο περαιτέρω εκδίκασης της υπόθεσης, ως προς το αναιρούμενο ως άνω μέρος.
Συνεπώς, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση, (ΑΠ 278/2023) να γίνει δεκτή η από 31.12.2020 και με αρ. κατ. 891/78/2021 έφεση του αναιρεσείοντος ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει το εκκαλούν - αναιρεσείον σε αυτό, να εξαφανιστούν οι υπ'αριθμ. 1433/2020 και 2348/2017 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το πληττόμενο σκέλος αυτών, να κρατηθεί και να δικαστεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και να απορριφθεί η από 16.12.2015 και με αρ. καταθ. 119134/6707/2015 αγωγή της αναιρεσιβλήτου κατά το μέρος που στρέφεται κατά του έκτου εναγομένου - αναιρεσείοντος και να συμψηφιστούν στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων, λόγω, κατ' εκτίμηση των περιστάσεων, εύλογης αμφιβολίας της αναιρεσίβλητης - εφεσίβλητης - ενάγουσας για την έκβαση της δίκης (άρθρ. 179 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 8 του Ν 4842/2021).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί ως προς τους παρόντες διαδίκους την υπ' αριθμ. 3009/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την επιστροφή στο αναιρεσείον του παραβόλου, που έχει καταθέσει.
Κρατεί και δικάζει την από 31.12.2020 και με αρ. κατ. 891/78/2021) έφεση του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" κατά των υπ' αριθμ. 1433/2020 και 2348/2017 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Δέχεται την ανωτέρω έφεση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει το εκκαλούν - αναιρεσείον σε αυτό.
Απορρίπτει την από 16.12.2015 και με αρ. καταθ. 119134/6707/2015 αγωγή ως προς το έκτο εναγόμενο - αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ".
Και, Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Ιουλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ