Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1469 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1469/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Βασιλική Παπαγιαννοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Εταιρείας με την επωνυμία "Μ. Εθνικές Μεταφορές, Αποθηκεύσεις, Διανομές" και δ.τ. "Μ. Τρανς ΑΕ", που εδρεύει στο 12ο χλμ. Αλεξανδρούπολης - Συνόρων και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-4-2012 αίτηση (άρθρ. 33 ν. 2971/2001) της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Εφετείο Θράκης.
Εκδόθηκε η 91/2013 απόφαση του Εφετείου Θράκης, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 15-10-2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ερασμία Λιούλη διάβασε την από 24-1-2025 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 91/2013 απόφασης του Εφετείου Θράκης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 6Α του διατάγματος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 "Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", που προστέθηκε με το άρθρο 46 παρ. 3 του ν. 4305/2014 "Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ. ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει: α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητό τους, β) στο δικηγόρο, ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνσή τους. Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, εκτός εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ., το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου. Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο. Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις" (Α.Π. 74/2023, Α.Π.144/2022, Α.Π. 125/2021)
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 15.10.2013 και με αριθ. κατάθ. 42/2013 αίτηση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου διώκεται η αναίρεση της 91/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, της οποίας, με πράξη της Προέδρου του Δ` Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου, ορίστηκε δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (07.02.2025). Κατ' αυτήν, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, ενώ η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση από πληρεξούσιο δικηγόρο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ, που εφαρμόζεται και κατά την αναιρετική δίκη, κατά την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την υπ'αριθμόν ....2024 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θράκης Ι. Κ., που προσκομίζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, που επισπεύδει τη συζήτηση, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την παραπάνω δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με παραγγελία της Δικαστικής Πληρεξουσίας Α' Νομικού Συμβουλίου του Κράτους πληρεξουσίας του αναιρεσείοντος Αθηνάς Χαλάτση προς την, θεωρούμενη, κατά τα ανωτέρω, ως αντίκλητο της μη εμφανισθείσας αναιρεσίβλητης - πληρεξουσία και αντίκλητο της καθής η αίτηση, δικηγόρο Αλεξανδρούπολης Χρυσοβαλάντου Βασιλακάκη, η οποία την εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης, στις 22-2-2013, ήτοι στη δίκη ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 91/2013 απόφασή του. Επομένως, αφού αυτή δεν εμφανίσθηκε, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, κατ` άρθρο 576 παρ. 2 εδ. γ` ΚΠολΔ να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία της.
Η κρινόμενη από 15.10.2013 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 42/18.10.2013 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 91/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία του Ν. 2882/2001 - Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (Κ.Α.Α.Α.), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., 22 Ν. 2882/2001, σε συνδυασμό με άρθρα 83 Ν. 4790/2021 και 25 Ν. 4792/2021). Είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για τη διάνοιξη εθνικών οδών κ.λπ.", όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 παρ. 9 και 10 του Ν. 947/1979 αναφορικά με την εφαρμογή αυτών και στις περιπτώσεις των προς βελτίωση των υφιστάμενων οδών πραγματοποιούμενων νέων χαράξεων ή διαπλατύνσεων αυτών ή τμημάτων, καθώς και επί των επαρχιακών οδών για το μέχρι 20 μέτρων πλάτους αυτών, προκειμένου περί διανοίξεως εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους κατάληψης 30 μέτρων, οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κάθε πλευράς υποχρεούνται σε αποζημίωση ζώνης πλάτους 15 μέτρων με την συμμετοχή τους στις δαπάνες της απαλλοτριώσεως των καταλαμβανόμενων από τις οδούς αυτές ακινήτων. Με την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου ορίστηκε ότι ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες για την εφαρμογή του θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγόμενων οδών, ενώ κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου όταν οι δικαιούχοι της αποζημιώσεως για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 1 παράγραφοι 1, 3 και 4 του Ν. 653/1977, που εισάγουν αμάχητο τεκμήριο ωφέλειας, κρίθηκε ότι αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου (Πρόσθετου) Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης δικαιωμάτων του ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία, μετά την επικύρωσή της με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει κάθε άλλης διάταξης του ημεδαπού δικαίου, άρα και της πιο πάνω διατάξεως του Ν. 653/1977 (άρθρο 28 παρ. 1 Συντάγματος). Ωστόσο, το τεκμήριο αυτό δεν καταργείται, αλλά εξακολουθεί να ισχύει ως μαχητό και συνεπώς, αν οι παρόδιοι ιδιοκτήτες θεωρούν ότι δεν ωφελούνται από την απαλλοτρίωση, μπορούν να το καταρρίψουν, αποδεικνύοντας ότι δεν ωφελούνται και να διεκδικήσουν την αντίστοιχη αποζημίωση, ήτοι ρύθμιση που προβλέπεται ρητά πλέον και από το άρθρο 33 ν. 2971/2001 (Ολ. ΑΠ 7/2013, ΑΠ 465/2020, ΑΠ 982/2018, ΑΠ 212/2017). Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου 33 ν. 2971/2002 (που ισχύει από 19-1-2002), προκύπτει ότι τα στοιχεία για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου διευρύνονται και ότι, εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγομένης οδού, που προέβλεπε ο ως άνω νόμος 653/1977, ορίζονται (ενδεικτικά) και η δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο, που περιλαμβάνεται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου. Έτσι, ο ισχυριζόμενος ότι το απομένον τμήμα του ακινήτου του δεν ωφελείται, αλλά αντιθέτως ζημιώνεται από την απαλλοτρίωση, μπορεί, αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρόμενης ωφέλειας, δηλαδή την επικαλούμενη ζημία του και ανατρέποντας το ως άνω μαχητό τεκμήριο, να αποζημιωθεί και για την αυτοαποζημιούμενη έκτασή του και να ζητήσει τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης και γι' αυτή (ΑΠ 487/2021, ΑΠ 273/2019, ΑΠ 1554/2017, ΑΠ 688/2011, ΑΠ 1009/2011, ΑΠ 791/ 2010, ΑΠ 1046/2010, ΑΠ 801/2009). Η αξίωση αυτή του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωμένου ακινήτου εισαγόταν προς κρίση, κατά την τακτική διαδικασία, ενώπιον του αρμόδιου πολιτικού δικαστηρίου, διότι, κατά την κρατούσα στη νομολογία άποψη (Ολ. ΑΠ 8/1999), δεν ήταν αντικείμενο της δίκης για τον προσδιορισμό της τιμής μονάδας αποζημίωσης, άποψη που τελικά κρίθηκε, κατά τα προεκτιθέμενα, ότι παραβιάζει το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Ήδη, κατά τις διατάξεις του άρθρου 33 παρ. 1, 2, 3, 6 και 7 του ν. 2971/2001, το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του νόμου 653/1977 είναι, όπως προαναφέρθηκε, μαχητό και κρίνεται, μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου αυτού (ΑΠ 1059/2022, ΑΠ 318/ 2016, ΑΠ 1258/2015, ΑΠ 406/2015).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ. ΑΠ 1/2020, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 1/1999).
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 85/2020, ΑΠ 38/2020).
Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 59/2020). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ. ΑΠ 15/2006, ΑΠ 1317/2023, ΑΠ 78/2020, 38/2020, ΑΠ 638/2019, ΑΠ 98/2017).
Συνεπώς ως αιτιολογία που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών. Δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης και δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ. ΑΠ 1/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1059/2022, ΑΠ 414/2019). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται απλώς με την συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα, των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1059/2022, ΑΠ 1112/2020, ΑΠ 797/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 565/2018, ΑΠ 813/2017). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" και "αντίφαση" (Ολ. ΑΠ 20/2005, ΑΠ 1059/2022, ΑΠ 510/2021, ΑΠ 1106/2020, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1752/2013). Μάλιστα, δεν αρκεί η μνεία μεμονωμένων και αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη απόφαση κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (Ολ. ΑΠ 28/1998, ΑΠ 662/2022, ΑΠ 1106/2020, ΑΠ 965/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007). Με τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 53/2020, ΑΠ 634/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 849/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 91/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, προκύπτει ότι το Εφετείο αυτό, μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) τα ακόλουθα: "Με την υπ' αριθμό ...-2008 απόφαση (πράξη) του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης (Φ.Ε.Κ. 101/14-3-2008, Τεύχος Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων και Πολιτικών Θεμάτων) κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και, συγκεκριμένα, για την κατασκευή του έργου "Βελτίωση Ε.Ο. No 2, τμήμα Αλεξανδρούπολης - Λουτρού, υποτμήμα Απαλός-Λουτρός". Η έκταση που απαλλοτριώθηκε βρίσκεται στο Νομό Έβρου, έχει συνολικό εμβαδόν 69.873,09 τετραγωνικών μέτρων και απεικονίζεται με κλίμακα 11000 στα κτηματολογικά διαγράμματα (5 Πινακίδες) και τον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα .... Μεταξύ των ιδιοκτησιών που απαλλοτριώνονται περιλαμβάνεται και το υπ' αριθμό 153 του κτηματολογικού πίνακα ακίνητο κυριότητας της αιτούσας. Το συγκεκριμένο ακίνητο έχει συνολική έκταση 1.149,99 τ.μ., και απαλλοτριώνεται τμήμα της 562,22 τ.μ., με το ποσό των εξήντα (60) ευρώ ανά τ.μ. (..). Το ακίνητο, πριν απαλλοτριωθεί, θεωρείτο άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση, επειδή είχε εμβαδόν πάνω από 750 τ.μ. (άρθρο 1 αρ. 2 β.αα. πδ. 24/1985). Αν επρόκειτο να ανοικοδομηθεί, θα προέκυπτε κτίριο μήκους 16 περίπου μέτρων παράλληλα με την εθνική οδό, πλάτους 7 περίπου μέτρων κάθετα στην εθνική οδό και συνολικού εμβαδού 112 τ.μ., το οποίο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως αποθήκη. Η έκταση όμως που απομένει μετά την απαλλοτρίωση τμήματός του έχει εμβαδόν μόλις 597,77 τ.μ. και συνεπώς το συγκεκριμένο ακίνητο έπαυσε να είναι κατά παρέκκλιση άρτιο και οικοδομήσιμο .... Η ιδιοκτησία εξάλλου της αιτούσας είχε πάντοτε πρόσωπο στην εθνική οδό Αλεξανδρούπολης- τουρκικών συνόρων, η οποία σήμερα απλώς διαπλατύνεται. Αποδεικνύεται συνεπώς ότι η ιδιοκτησία της αιτούσας δεν ωφελείται από την απαλλοτρίωση, όπως αποφαίνεται και η επιτροπή του άρθρου 33 Ν. 2971/2001 ως προς το συγκεκριμένο ακίνητο.......". Υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο, δέχθηκε το αίτημα της αναιρεσιβλήτου ως και ουσιαστικά βάσιμη και αναγνώρισε ότι δεν υπάρχει υποχρέωση αυτοαποζημίωσης (τεκμήριο ωφέλειας) για την ως άνω (ΚΠ 153) ιδιοκτησία της. Ήδη με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες, περί ανατροπής του μαχητού τεκμηρίου ωφέλειας, διατάξεις δεχόμενη με ανεπαρκή και ελλιπή αιτιολογία ότι δεν υπάρχει το τεκμήριο της ωφέλειας, ούτε υποχρέωση προς αυτοαποζημίωση, όσον αφορά το επίδικο ακίνητο της αναιρεσίβλητης, που απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι στο αναιρετήριο δεν διαλαμβάνονται οι πλήρεις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, δηλαδή η ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του Εφετείου και ειδικότερα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία το Δικαστήριο αυτό δέχθηκε ως αποδεδειγμένα και στα οποία θεμελίωσε την κρίση του, ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της αίτησης της αναιρεσιβλήτου, αλλά μόνο επιλεκτικές και αποσπασματικές παραδοχές. Σε κάθε περίπτωση και ανεξαρτήτως των ανωτέρω, ο εξεταζόμενος αναιρετικός λόγος είναι και αβάσιμος, καθόσον από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, που προπαρατέθηκε, προκύπτει ότι με τις προαναφερθείσες παραδοχές του το Εφετείο δεν παραβίασε, εκ πλαγίου, τις αναφερόμενες στην αρχή της παρούσας νομικής σκέψης διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα και συγκεκριμένα ως προς την ανυπαρξία ωφέλειας στο τμήμα της ιδιοκτησίας της αναιρεσίβλητης, που εναπομένει μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση που επιβλήθηκε από το αναιρεσείον, κατ' ανατροπή του μαχητού, πλέον, τεκμηρίου ωφέλειας, αναφέροντας αναλυτικά τα καθοριστικά στοιχεία της έλλειψης ωφέλειας αυτού, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών, ενώ, τέλος, δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφέρει αναλυτικά την πριν και την μετά την απαλλοτρίωση κατάσταση του επιδίκου ακινήτου, μνημονεύοντας όλα τα καθοριστικά κριτήρια της έλλειψης ωφέλειας αυτού μετά την απαλλοτρίωση. Πιο συγκεκριμένα, αναφέρει ότι αυτό, πριν απαλλοτριωθεί, θεωρείτο άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση, επειδή είχε εμβαδόν πάνω από 750 τ.μ., ότι αν επρόκειτο να ανοικοδομηθεί, θα προέκυπτε κτίριο μήκους 16 περίπου μέτρων παράλληλα με την εθνική οδό, πλάτους 7 περίπου μέτρων κάθετα στην εθνική οδό και συνολικού εμβαδού 112 τ.μ., το οποίο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως αποθήκη και ότι το επίδικο είχε πάντοτε πρόσωπο στην εθνική οδό Αλεξανδρούπολης και δεν επηρεάζεται θετικά από την απαλλοτρίωση, ενώ έπαυσε να είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, διότι, όπως αναφέρεται λεπτομερώς το τμήμα που απομένει μετά την απαλλοτρίωση έχει εμβαδόν μόλις 597,77 τ.μ. και όλες οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), η δικαστική δαπάνη, μαζί με τη νόμιμη αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων, βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση, επιδικάζεται από το Δικαστήριο με την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο αυτόν και παρακατατίθεται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (Τ.Π.Δ.) υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου. Η εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης γίνεται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά. Όταν υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση κατά την έννοια του άρθρου 1Β του Ν. 2362/1995, η επιδικαζόμενη από τα Δικαστήρια αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημίωσης στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, καθορίζεται υποχρεωτικά έως το ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων, σύμφωνα με το άρθρο 130 παρ. 2 του Ν. 4070/2012, που τροποποίησε τη σχετική διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 και η οποία εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο 146 παρ. 9 περ. δ' των μεταβατικών διατάξεων του ίδιου νόμου και στις εκκρεμείς απαλλοτριώσεις, κατά την έναρξη της ισχύος του, που συμπίπτει με τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, την 10-4-2012 (ΦΕΚ A' /10-4-2012), κατά το άρθρο 188 του ίδιου νόμου. Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες εναρμονιζόμενες προς τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 4 εδάφιο τελευταίο του άρθρου 17 του Συντάγματος, αποσκοπούν στη μη φαλκίδευση της οφειλόμενης στον καθού η απαλλοτρίωση πλήρους αποζημιώσεως μέσω επιβαρύνσεων του τελευταίου έστω και με μέρος των εξόδων της δίκης για τον καθορισμό της, συνάγεται ότι στη δίκη αυτή (καθορισμού αποζημιώσεως αναγκαστικώς απαλλοτριωθέντων ακινήτων), κατά παρέκκλιση από τους γενικούς κανόνες των άρθρων 173 επ. του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, αφ' ενός μεν η δικαστική δαπάνη επιβάλλεται πάντοτε σε βάρος του υποχρέου σε αποζημίωση και αφ' ετέρου αποκλείεται ο ολικός ή μερικός συμψηφισμός των δικαστικών εξόδων, καθώς και η κατανομή του οικείου ποσού ανάλογα με την έκταση της νίκης ή της ήττας καθενός από τους διαδίκους (Ολομ.ΑΠ 9/1996). Ενόψει τούτων, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφήρμοσε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 και καταδίκασε το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα της αιτούσας και ήδη αναιρεσίβλητης στο ήμισυ του ποσοστού από 3% επί του ποσού αποζημιώσεως και στην αμοιβή για την παράσταση της πληρεξουσίας Δικηγόρου τους από 650 ευρώ, ισχυριζόμενο ότι αυτή εφαρμόζεται μόνο στις δίκες καθορισμού προσωρινής ή οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως απαλλοτριωθέντος ακινήτου και αναγνώρισης δικαιούχων, όπου υπόχρεο προς καταβολή της αποζημιώσεως είναι το Ελληνικό Δημόσιο και η αμοιβή της δικηγόρου των δικαιούχων αποζημιώσεως αναιρεσιβλήτων υπολογίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος (ΑΠ 546/2020, ΑΠ 982/2018). Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα πρέπει η υπό κρίση αναίρεση να απορριφθεί. Έξοδα δεν επιβάλλονται ελλείψει αιτήματος, λόγω της ερημοδικίας της αναιρεσιβλήτης, η οποία δεν υποβλήθηκε σε δικαστικά έξοδα. (106 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15.10.2013 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 91/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ