ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1470/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1470/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1470/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1470 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1470/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Σ. του Φ., 2) Ι. Α. του Γ., κατοίκων ..., 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ PROBANK ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον ειδικό εκκαθαριστή, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "PQH Ενιαία Ειδική Εκκαθάριση Ανώνυμη Εταιρεία, Ειδικός Εκκαθαριστής Πιστωτικών Ιδρυμάτων" και δ.τ. "PQH Ενιαία Ειδική Εκκαθάριση ΑΕ", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "HELLENIC POST BANK ATE" και δ.τ. "POST CREDIT ΑΕΠΠ", που εδρεύει στην Παιανία Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 6) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" και δ.τ. "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία", 7) υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον ειδικό εκκαθαριστή, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "PQH Ενιαία Ειδική Εκκαθάριση Ανώνυμη Εταιρεία, Ειδικός Εκκαθαριστής Πιστωτικών Ιδρυμάτων" και δ.τ. "PQH Ενιαία Ειδική Εκκαθάριση ΑΕ", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 8) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 7-5-2012 (αρ. εκθ. καταθ. 365/2012 και 366/2012) αιτήσεις των 1ης και 2ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Νίκαιας και συνεκδικάστηκαν με την προφορικώς ασκηθείσα στο ακροατήριο κύρια παρέμβαση της 8ης των ήδη αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 196/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2291/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-6-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ερασμία Λιούλη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 22.6.2022 και με αρ. κατ. 5729/376/23.6.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 2291/2020 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του Ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), επί εφέσεως του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 196/2014 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Νικαίας, ερήμην των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων Π. Σ., Ι. Α. και των ανωνύμων τραπεζικών εταιριών, με τις επωνυμίες α) "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", β) "ΤΡΑΠΕΖΑ PROBANK AE" της οποίας καθολική διάδοχος έχει καταστεί η εταιρεία με την επωνυμία "PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ Α.Ε", γ) "HELLENΤIC POST BANK δ) "ΤΡΑΠΕΖΑ Eurobank Ergasias AE" ε) "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" και στ) "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.". Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται παραδεκτά εναντίον αυτών, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακολούθως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 548/2023, 67/2020, ΑΠ 508/2020). Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ (που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας κατά τα άρθρα 3 Ν 3869/2010, 739 επ., 741 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση.

Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 421/2023, ΑΠ 94/2023, ΑΠ 1683/2022, ΑΠ 1294/2022).

Σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομόδικους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (ΑΠ 1338/2023, ΑΠ 993/2023, ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1946/2017, ΑΠ 756/2017). Στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης, που θα εκδοθεί, εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της οιονεί αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ. β' του ΚΠολΔ (ΑΠ 244/2023, ΑΠ1508/2022, ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. ... και ....2023, ..., ..., ..., ..., ... και ....2023 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Δ. Α., που επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει, ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 22.6.2022 και με αρ. κατ. 5729/376/23.6.2022 αίτηση αναίρεσης με την κάτω από αυτήν από 1.9.2023 πράξη ορισμού δικασίμου της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος και κλήση προς συζήτηση για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (7.2.2025) επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 769 εδ. β' και 762 ΚΠολΔ) στους αναιρεσίβλητους. Κατά συνέπεια, αφού οι ως άνω αναιρεσίβλητοι, δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, ότι δεν θα παραστούν κατά τη συζήτηση, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ). Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, από τη δημοσίευσή της (23.6.2020), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει επίδοσή της (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 741 και 769 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ). Στην υπό έρευνα υπόθεση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Α) η αιτούσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη Π. Σ. άσκησε την από 7.5.2012 με αριθμ. έκθ. κατάθ. 365/2012 αίτησή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Νικαίας, κατά των καθών η αίτηση - ήδη αναιρεσείοντος καθώς και των ήδη αναιρεσιβλήτων ανωνύμων τραπεζικών εταιρειών α) "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", β) "ΤΡΑΠΕΖΑ PROBANK AE" γ) "HELLENΤIC POST BANK ΑΤΕ" δ) "Τράπεζα Eurobank Ergasias AE" ε) "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" και ε) "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." και Β) ο αιτών και ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος Ι. Α., άσκησε την από 7.5.2012 και με αριθμ. έκθ. κατάθ. 366/2012 αίτησή του ενώπιον του ιδίου ως άνω Ειρηνοδικείου, κατά του καθού η αίτηση - ήδη αναιρεσείοντος και των αναιρεσιβλήτων ανωνύμων τραπεζικών εταιρειών α) "Τράπεζα ΕFG Eurobank Ergasias AE", β) "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." και γ) "HELLENIC POST BANK ΑΤΕ" με τις οποίες (αιτήσεις) επικαλούμενοι έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους προς τους καθών οι αιτήσεις, ζήτησαν την διευθέτηση αυτών (οφειλών) από το Δικαστήριο, ώστε να επέλθει απαλλαγή τους από κάθε υφιστάμενο υπόλοιπο των χρεών τους έναντι των πιστωτών τους, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης, που είχαν υποβάλει, άλλως να ρυθμιστούν τα χρέη τους, σύμφωνα με το άρθρο 8 του Ν. 3869/2010 και να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία τους, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ.2 του Ν. 3869/2010. Επί των αιτήσεων αυτών, που συνεκδικάστηκαν, κατά τη συζήτηση των οποίων άσκησε την, επίσης συνεκδικασθείσα, κυρία παρέμβαση η ήδη όγδοη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." ως ειδική διάδοχος της υπό ειδική εκκαθάριση τραπεζικής εταιρείας "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" εκδόθηκε η υπ' αρ. 196/2014 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Νίκαιας, η οποία, έκανε δεκτές αμφότερες τις αιτήσεις ως βάσιμες κατ' ουσίαν και ως προς μεν την πρώτη αιτούσα και ήδη αναιρεσίβλητη ορίστηκαν μηνιαίες καταβολές ποσού 150,00 ευρώ, συμμέτρως διανεμόμενες προς τους πιστωτές της επί 5ετία, εκ των οποίων στο καθού η αίτηση και ήδη αναιρεσείον αντιστοιχεί το ποσό: α/ των 2,62 ευρώ για την οφειλή της από το με αριθμό λογαριασμού ... δάνειο μικροεπισκευών-μικροβελτιώσεων της οικίας της και β/των 17,80 ευρώ μηνιαίως, για την οφειλή της από το με αριθμό λογαριασμού ... ενυπόθηκο επισκευαστικό δάνειο, ως προς τον δε τον δεύτερο αιτούντα και ήδη αναιρεσίβλητο ορίστηκαν μηνιαίες καταβολές ποσού 50,00 ευρώ, συμμέτρως διανεμόμενες προς τους πιστωτές του, επί 5ετία, εκ των οποίων στο καθού η αίτηση και ήδη αναιρεσείον αντιστοιχεί το ποσό των 6,61 ευρώ μηνιαίως για την οφειλή του από το ανωτέρω με αριθμό λογαριασμού ... ενυπόθηκο επισκευαστικό δάνειο, εξαιρέθηκε της εκποίησης η κύρια κατοικία τους, και επιβλήθηκε σ'αυτούς η υποχρέωση να καταβάλει έκαστος εξ αυτών για τη διάσωση αυτής, μηνιαίες καταβολές ποσού 100,26 ευρώ εκάστη για χρονικό διάστημα 25 ετών, ήτοι συνολικά έκαστος εξ αυτών να καταβάλει ποσό 30.078,80 ευρώ, αρχής γενομένης από την πρώτη ημέρα του πρώτου μήνα πέντε(5) χρόνια μετά τη δημοσίευση της απόφασης αυτής (03-12-2014) από τις οποίες θα ικανοποιηθούν προνομιακά οι εμπραγμάτως εξασφαλισμένοι πιστωτές με τη σειρά της χρονικής προτεραιότητας. Κατά της απόφασης αυτής, το ήδη αναιρεσείον άσκησε την από 17.2.2014 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2291/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, επικυρώνοντας την εκκαλουμένη απόφαση. Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν 3869/2010, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, ως εκ του χρόνου ασκήσεως των ενδίκων αιτήσεων των πρώτης και δεύτερου των αναιρεσιβλήτων (7.5.2012) ενώπιον του Ειρηνοδικείου Νικαίας, πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 1 παρ.1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του (14.8.2015), ορίζεται ότι: "φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του Ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής".

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 2 του εν λόγω νόμου (όπως ίσχυε πριν τροποποιηθεί με το Ν. 4336/2015), "αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές... το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητούμενων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για τη ρύθμιση των οφειλών και απαλλαγή του οφειλέτη. Αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, ιδίως εκείνα από την προσωπική του εργασία, τη δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου, και σταθμίζοντας αυτά με τις βιοτικές ανάγκες του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, τον υποχρεώνει να καταβάλλει μηνιαίως και για χρονικό διάστημα τριών έως πέντε ετών (άρθρ. 16 παρ. 2 Ν.4161/2013), ορισμένο ποσό για ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών του, συμμέτρως διανεμόμενο". Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες θεσμοθετούν τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα: Βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα, η οποία, πάντως, δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή. Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως. Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπ' όψιν το εισόδημα του οφειλέτη. Η εξόφληση των χρηματικών απαιτήσεων των πιστωτών πραγματοποιείται, κατά βάση, με τις μηνιαίες καταβολές του άρθρου 8 παρ. 2 για το αναφερόμενο εκεί χρονικό διάστημα, που ορίζονται από το δικαστήριο. Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται, από το ένα μέρος, τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και, ιδίως, από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) εγγάμου συμβιώσεως και, από το άλλο μέρος, οι βιοτικές ανάγκες (όχι απλώς οι στοιχειώδεις) του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβιώσεως αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό, που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών. Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπ' όψιν, όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του, κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές. Για την αξιολόγηση της σχέσεως ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπ' όψιν τόσον η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσον και αυτή που διαμορφώνεται σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας.

Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως της αιτήσεως και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή συντάξεως, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ. Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (Α.Π. 552/2020, Α.Π. 1379/2019, Α.Π. 882/2019, Α.Π. 52/2019, Α.Π. 551/2018). Επισημαίνεται ότι τα εισοδήματα από εργασία πρέπει να αναγράφονται στη σχετική δικαστική απόφαση καθαρά, καθώς μόνο το καθαρό εισόδημα διατίθεται για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (Α.Π. 43/2024, ΑΠ 144/2023, Α.Π. 1678/2022, Α.Π. 552/2020).

Περαιτέρω, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010, είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του. Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου, από την γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., που ορίζει ότι: "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του. Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (Ολ.ΑΠ 4/2010, Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 655/2022). Δόλο κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή, θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στο δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως, ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ. Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου, είναι και η πρόβλεψη του δράστη, ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του. Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010, ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.

Έτι περαιτέρω, από την διατύπωση της παρ. 1 εδ. α' του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας. Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε.

Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Η συνεπεία του δόλου, ήτοι η μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει. Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει, όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων, την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ίδιου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου. Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 1513/2022, ΑΠ 655/2022, ΑΠ 1352/2021, ΑΠ 208/2020).

Εξάλλου, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του πιο πάνω άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης Δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων, που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 655/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 400/2020, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 153/2017). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ` αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 335/2020), δηλαδή ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα) (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1508/2022). Στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι, όπως προαναφέρθηκε, αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ. β' του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017) και συνεπώς, οι πράξεις καθενός αναγκαίου ομόδικου ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους (ΑΠ 249/2024, ΑΠ 595/2023, ΑΠ 1486/2022).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αντίστοιχη της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται μετά από έφεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή η οποία υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου αν και δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις του, ή στην αντίθετη περίπτωση όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις του, σύμφωνα με όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας (Ολ.ΑΠ 1/2013, Ολ.ΑΠ 3/2014, Ολ.ΑΠ 8/2006). Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 849/2007).

Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ίδιου Κώδικα, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (27-05-2022), η οποία είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, κατά των προαναφερομένων αποφάσεων (των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων), αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (ΑΠ 59/2021, 71/2020). Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος, για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1901/2024, ΑΠ 151/2014). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Συνακολούθως, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 473/2023, ΑΠ 1361/2013, ΑΠ 1266/2011).

Από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η αιτούσα, ηλικίας 46 ετών, και ο αιτών, ηλικίας 45 ετών, έχουν τελέσει νόμιμο γάμο, από τον οποίο έχουν αποκτήσει δύο τέκνα, τον Γ., ηλικίας 21 ετών και την Φ., ηλικίας 14 ετών. Η αιτούσα εργάζεται στο υπουργείο αγροτικής ανάπτυξης και τροφίμων ως διοικητική υπάλληλος ΔΕ και οι μηνιαίες απολαβές της ανέρχονται, κατά τη συζήτηση της αίτησης, στο ποσό των 963 ευρώ, ποσό εμφανώς μειωμένο σε σχέση με αυτό των προηγούμενων ετών (βλ. ....), εκ των οποίων ποσό 356,96 ευρώ παρακρατείται από το "Ταμείο παρακαταθηκών και δανείων" για την εξόφληση δανειακών της υποχρεώσεων. Προοπτική βελτίωσης της οικονομικής κατάστασης της απούσας δεν είναι πιθανή, αντιθέτως, υπάρχει κίνδυνος να τεθεί αυτή, στα πλαίσια των δημοσιονομικών μέτρων που έχει λάβει η Χώρα για την αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης, σε διαθεσιμότητα. Ο αιτών απασχολούταν έως το έτος 2005 σε ταξί, καθώς ο ίδιος ήταν κύριος του με αριθμό κυκλοφορίας ... οχήματος, οπότε και μεταβίβασε το τελευταίο αιτία πωλήσεως, ενώ κατέστη άνεργος από την ....2009 έως και την ....2013. Τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα, ο ίδιος απασχολήθηκε περιστασιακά ως σερβιτόρος, μη λαμβάνοντας, όμως, σταθερό μηνιαίο εισόδημα από την εργασία του αυτή και προσφάτως, ήτοι την 1.4.2014, μίσθωσε το υπ'αριθμ. κυκλοφορίας ... Ε.Δ.Χ. ταξί, στο οποίο απασχολείται καθημερινώς, ως οδηγός, λαμβάνοντας μηνιαίως, κατά μέσο όρο, το ποσό των 550 ευρώ. Τα τέκνα των αιτούντων ενισχύονται οικονομικά από τους τελευταίους, καθόσον ο υιός τυγχάνει σπουδαστής στη σχολή Πλοιάρχων της ΑΕΝ/ Ύδρας, ενώ η ανήλικη θυγατέρα τους τυγχάνει μαθήτρια τρίτης γυμνασίου. Οι αιτούντες διατηρούν ληξιπρόθεσμες οφειλές στη αρμόδια Δ.Ο.Υ, στη δημόσια επιχείρηση ηλεκτρισμού, στην εταιρία ύδρευσης, ενώ δεν διαθέτουν άλλη πηγή εισοδημάτων, καθόσον η οικονομική ενίσχυση που οι τελευταίοι ελάμβαναν από τους γονείς του αιτούντος έχει διακοπεί. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους, από την κατάθεση της ένδικης αίτησης, οι αιτούντες ανέλαβαν τα δάνεια, τα οποία αδυνατούν με τις τρέχουσες συνθήκες να αποπληρώσουν. Οι αιτούντες περιήλθαν σε πραγματική, μόνιμη και διαρκή αδυναμία να πληρώσουν τις ως άνω ληξιπρόθεσμες χρηματικές οφειλές τους προς τους πιστωτές τους, η οποία οφείλεται στη μείωση των οικογενειακών εισοδημάτων τους σε συνδυασμό με την αύξηση του κόστους διαβίωσης, λόγω της οικονομικής κρίσης, που πλήττει τη Χώρα τα τελευταία έτη. (Για την ανωτέρω μείωση των εισοδημάτων βλ. εκκαθαριστικά σημειώματα και δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος οικονομικών ετών 2004, 2005, 2007, 2008, 2010, 2011, 2012, 2013, και 2014, όπου τα οικογενειακά εισοδήματα των αιτούντων ανέρχονται στο ποσό των 34.007,87€, 28.575,19€, 18.941,01€, 23.047,85€, 21.718,666, 19.445,156, 17.171,736, 13.520,046, 15.623,816 αντίστοιχα). Η αδυναμία αυτή των αιτούντων δεν οφείλεται σε δόλο και τούτο διότι δεν αποδείχθηκε πως οι αιτούντες, με πράξεις ή παραλείψεις τους, επεδίωξαν την αδυναμία τους αυτή, αλλά ούτε πως οι ίδιοι προέβλεψαν την ως άνω αδυναμία, αποδεχόμενοι αυτήν. Αντιθέτως, αποδείχθηκε πως οι αιτούντες είχαν την εύλογη πεποίθηση πως με τα εισοδήματα τους και την επικείμενη αύξηση αυτών, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα μπορούσαν να ανταπεξέλθουν στις δανειακές υποχρεώσεις τους (....). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά προέβη σε ρύθμιση μηνιαίων καταβολών από τα εισοδήματα των αιτούντων για χρονικό διάστημα πέντε ετών προς μερική εξόφληση των οφειλών τους, λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω στοιχεία, καθώς επίσης και τα έξοδα των βιοτικών αναγκών τους, το προτεινόμενο από τους ίδιους σχέδιο διευθέτησης οφειλών, σε συνδυασμό με την άρση της παρακράτησης του μισθού της αιτούσας από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, που πρέπει να διαταχθεί από το Δικαστήριο για τη σύμμετρη ικανοποίηση όλων των πιστωτών. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά διέταξε την άρση της παρακράτησης του μισθού της αιτούσας από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, διότι σε διαφορετική περίπτωση θα καθίστατο ανέφικτη η σύμμετρη ικανοποίηση των πιστωτών. Επομένως, οι λόγοι έφεσης πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους ως αβάσιμοι. ....". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού απέρριψε κατ' ουσίαν την ένσταση δόλιας περιέλευσης των αιτούντων - πρώτης και δεύτερου αναιρεσιβλήτων σε αδυναμία πληρωμής των οφειλών τους, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμες τις αιτήσεις, ρύθμισε τα χρέη αυτών και εξαίρεσε της εκποίησης την κύρια κατοικία τους, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό αυτής οριζόμενα. Κρίνοντας, όμως, έτσι, το ως άνω δικαστήριο, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1 παρ.1 του Ν.3869/2010, ενώ διέλαβε στην απόφασή του, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών των χρεών της πρώτης και του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ανεπαρκείς αιτιολογίες, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων στερώντας, με τον τρόπο αυτό, την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρεται το ύψος των δανείων, που έλαβαν από καθεμία πιστώτρια τράπεζα, και οι εξ αυτών οφειλές τους, ούτε οι δόσεις εξυπηρέτησης των δανείων κατά το κρίσιμο διάστημα, με επακόλουθο να μη δικαιολογείται η κρίση του δικαστηρίου για το ότι αυτοί έχουν περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρεών τους και να μην καθίσταται εφικτός ο έλεγχος, από αντιπαραβολή των εισοδημάτων τους (ρευστότητα) με τις (μηνιαίες) δαπάνες τους για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών, παράλληλα με την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών, αν οι αναιρεσίβλητοι - οφειλέτες μπορούν να ικανοποιήσουν όλα αυτά, οπότε δεν υφίσταται αδυναμία πληρωμών και, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να υπαχθούν στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010, ή αν, αντίθετα, τα εισοδήματά τους δεν επαρκούν, οπότε και υπάρχει πράγματι αδυναμία πληρωμής, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης (ΑΠ 1627/2024, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 1208/2017). Επιπρόσθετα, κρίνοντας το Δικαστήριο, ότι η προβληθείσα πρωτοδίκως από τις πιστώτριες ένσταση, περί δόλιας περιέλευσης των αιτούντων και ήδη πρώτης και δεύτερου αναιρεσιβλήτων σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών τους, την οποία επανέφερε το αναιρεσείον με πρόσθετο λόγο έφεσης, είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη ως προς την πρώτη αιτούσα, (ενώ ως προς τον δεύτερο σιγή απέρριψε αυτήν), διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκή αιτιολογία για το ζήτημα αυτό, το οποίο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ερμηνεία και μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων που παρατέθηκαν. Ειδικότερα, το άνω Δικαστήριο διατύπωσε το ως άνω αποδεικτικό πόρισμα, χωρίς να διαλάβει πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία του δόλου, όπως προεκτίθενται στην νομική σκέψη και ορίζονται από τους ανωτέρω εφαρμοστέους ουσιαστικού δικαίου κανόνες, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε και δη ότι η ως άνω προβληθείσα ένσταση περί δόλου είναι ουσιαστικά αβάσιμη. Επομένως, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίον το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση τις ανωτέρω πλημμέλειες, από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμος, κατ' αμφότερα τα σκέλη του, και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά από αυτά, παρέλκει η έρευνα του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, καθόσον η αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου, που έγινε δεκτός, καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή του. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή πλην εκείνου, που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση (άρθρο 580 αριθμ. 3 ΚΠολΔ). Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση, κατ' άρθρο 28 παρ.4 του ν.2579/1998. Επίσης, διάταξη περί δικαστικών εξόδων δεν θα περιληφθεί, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδάφ. β' του ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β' του Ν. 3869/2010, κατά την οποία, "...δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 548/2023).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την από 22.6.2022 και με αρ. κατ. 5729/376/23.6.2022 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθμ. 2291/2020 τελεσίδικης απόφασης του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Ιουλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή