Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1472 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1472/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Φ. (F.) Π. (P.) του Κ. (C.), κατοίκου ... και πρώην κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεοφάνη Εμμανουήλ με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "GENERALI HELLAS Ανώνυμος Ασφαλιστική Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σωτηρία Βελέντζα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-6-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2017/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4778/2021 τελεσίδικη του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-2-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 6-2-2023 (αριθμ. έκθ. κατ. 1607/144/21-2-2023) αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 4778/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 591, 614 αριθ.6 Κ.Πολ.Δ.), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, εφόσον δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, που δημοσιεύθηκε στις 22-11-2021 και η κρινόμενη αίτηση κατατέθηκε στη γραμματεία του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εξέδωσε την προσβαλλομένη (άρθρο 495 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), στις 21-2-2023 (άρθρα 552,553 παρ.1β,556,558,564 παρ.3, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 4778/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο ενάγων, ήδη αναιρεσείων, με την από 11-6-2018 (αριθμ. έκθ. κατ. 56007/2730/11-6-2018) αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απευθυνόμενη κατά των Μ.- Λ. (M.-L.) Γ. (G.) του Κ. (C.), Ζ.-Ε. Μ.- Γ. του Κ. (μη διαδίκων στην παρούσα αναιρετική δίκη) και κατά της ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, ζήτησε, μετά την παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής ως προς τις δύο πρώτες εναγόμενες, καθώς και τον περιορισμό του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, να του καταβάλει το ποσό των 90.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από τον τραυματισμό του σε τροχαίο ατύχημα, το οποίο συνέβη κάτω από τις σ' αυτή περιγραφόμενες συνθήκες, οφειλόμενου σε αποκλειστική υπαιτιότητα (αμέλεια) της Ζ.- Ε. Μ.- Γ., κατά την παράσυρση του από το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο που οδηγούσε η τελευταία, ιδιοκτησίας της Μ.-Λ. Γ., ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες στην ως άνω ασφαλιστική εταιρεία. Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2017/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία αφού έκρινε ότι το ένδικο τροχαίο ατύχημα, το οποίο είχε ως συνέπεια να τραυματισθεί ο ενάγων, ουδόλως οφείλεται σε υπαιτιότητα της οδηγού του ασφαλισμένου στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία αυτοκινήτου, ήδη αναιρεσίβλητη, κήρυξε καταργημένη τη δίκη ως προς τις εναγόμενες, οδηγό και ιδιοκτήτρια του αυτοκινήτου, και απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Ο ενάγων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών την από 29-10-2019 έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 4778/2021 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, το οποίο, αφού έκρινε όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι το ένδικο ατύχημα δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα της οδηγού του ασφαλισμένου αυτοκινήτου και ορθώς απορρίφθηκε η αγωγή, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση μόνο κατά το κεφάλαιο κατά το οποίο η εκκαλούμενη απόφαση καταδίκασε τον ενάγοντα στα δικαστικά έξοδα της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, εξαφάνισε κατά το κεφάλαιο τούτο την εκκαλουμένη και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση μόνο κατά το μέρος που εξαφανίστηκε, συμψήφισε στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
Με τη διάταξη του αριθμ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ορίζεται, ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολ.ΑΠ 25/2003, Ολ.ΑΠ 3/1997, Ολ.ΑΠ 11/1996). "Πράγματα" κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης αποτελούν και οι επί μέρους λόγοι έφεσης ή αντέφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός του εκκαλούντος ή αντεκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του αντιδίκου του (Ολ.ΑΠ 22/2005, Ολ.ΑΠ 11/1996), όχι όμως και οι λόγοι έφεσης ή αντέφεσης που αφορούν ισχυρισμούς αρνητικούς της αγωγής. Επίσης, δεν είναι πράγματα, υπό την ως άνω έννοια, τα νομικά επιχειρήματα, που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους σε σχέση με νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους, που αναφέρονται στην ορθή ερμηνεία του νόμου (Ολ.ΑΠ 31/1997 Α.Π. 71/2019) ή η νομολογία των δικαστηρίων (Α.Π. 66/2020, Α.Π. 701/2011). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 935/2021, Α.Π. 989/2018, Α.Π. 388/2018, Α.Π. 358/2017).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτός των αναφερομένων σ' αυτή εξαιρέσεων, για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης, πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο της ουσίας, να έχει προταθεί νομίμως ενώπιον αυτού και να γίνεται επίκληση της προτάσεώς του στο αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Όπως δε συνάγεται από την πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγους αναίρεσης (Α.Π. 1277/2020, Α.Π. 4/2020, Α.Π. 59/2020, Α.Π. 142/2013).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (Ολ.ΑΠ 1/2020, Ολ.ΑΠ 2/2019, Ολ.ΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006, Α.Π. 6/2022, Α.Π. 1217/2020). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Α.Π. 453/2022, Α.Π. 1217/2020). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Α.Π. 68/2020, Α.Π. 12/2020, Α.Π. 1217/2020). Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005, Α.Π. 58/2023, Α.Π. 325/2022, Α.Π. 57/2022, Α.Π. 1096/2021, ΑΠ 109/2020).
Στην περίπτωση αυτή (άρθρ. 559 αριθ. 19), δεν αρκεί η μνεία μεμονωμένων και αποσπασματικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (Ολ.ΑΠ 28/1998, Α.Π. 58/2023, Α.Π. 57/2022, Α.Π. 109/2020). Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο με πληρότητα και όχι αποσπασματικά είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενό του αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 20/2005, Α.Π. 58/2023, Α.Π. 1198/2023, Α.Π. 109/2020). Συνακόλουθα, η εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ.19 του Κ.Πολ.Δ.), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ` ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στη κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (Α.Π. 1198/2023, Α.Π. 109/2020, Α.Π. 319/2017) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης. Αυτό διότι ο Άρειος Πάγος για τη διαπίστωση της παράβασης, ελέγχει μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων και συνεπώς, η έκθεση αυτή, είναι αναγκαία προκειμένου να αποβεί εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα, δε, και ο έλεγχος του διατακτικού της απόφασης, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης. Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (Ολ.ΑΠ 27/1998, Ολ.ΑΠ 32/1996, Α.Π. 109/2020), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος. Με το λόγο αυτόν, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 57/1990, Α.Π. 1217/2020).
Στην ερευνώμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν και μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν από αυτόν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι, όπως υποστηρίζει, το Εφετείο : α) έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, κρίνοντας ότι η οδηγός του επίδικου Ι.Χ. εκινείτο με κανονική ταχύτητα και κάτω των 30 χιλιομέτρων ανά ώρα, επειδή υπήρχαν προστατευτικά "σαμαράκια" στο οδόστρωμα επί της οδού ... και προ της συμβολής της με την οδό ... και υποτίθεται δε μπορούσε να αναπτύξει μεγάλη ταχύτητα, απέδωσε δε την υπαιτιότητα του τραυματισμού του στον ίδιο (αναιρεσείοντα), με την παραδοχή ότι κάποιο ανήλικο παιδί τον έσπρωξε από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του επίδικου οχήματος, το οποίο προκάλεσε τον τραυματισμό του, έσφαλε δε στην εκτίμησή του αυτή, καθότι ένα τέτοιο πραγματικό περιστατικό ουδέποτε έλαβε χώρα σε αυτή την έκφανση και ουδέποτε προτάθηκε τέτοιος ισχυρισμός, β) με την παραδοχή ότι το συγκεκριμένο σημείο είναι μονόδρομος και υπήρχαν οχήματα σταθμευμένα και από τις δύο πλευρές του δρόμου, ουδόλως σημαίνει ότι περιορίζεται αντικειμενικά η δυνατότητα ενός οδηγού να κινήσει το Ι.Χ. με αυξημένη ταχύτητα, ούτε ευσταθεί η δικαστική κρίση ότι έπρεπε ο αναιρεσείων να τραυματισθεί στη δεξιά πλευρά του σώματός του λόγω της σύγκρουσης και ότι έπρεπε να τραυματισθούν και άλλα παιδιά που ακολουθούσαν, γ) η κρίση του Εφετείου ότι δεν βρέθηκε αίμα στο οδόστρωμα είναι υπό αμφισβήτηση, χωρίς δυνατότητα να ελεγχθούν οι συνθήκες υπό τις οποίες συντάχθηκε η έκθεση αυτοψίας, ενώ μέχρι την επόμενη ημέρα μεσολάβησε μεγάλο χρονικό διάστημα και δ) δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε στο Δικαστήριο ότι η οδηγός οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα και δεν έδειξε τη δέουσα επιμέλεια κατά την οδήγηση του οχήματος στο συγκεκριμένο σημείο της πρόσκρουσης. Ο άνω λόγος αναίρεσης είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, δεδομένου ότι δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ.8 Κ.Πολ.Δ., όπως αναπτύχθηκε στην προεκτεθείσα μείζονα σκέψη, τα επικαλούμενα προς θεμελίωση του λόγου ως άνω περιστατικά, δηλαδή δεν αποτελούν πραγματικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος, που ασκήθηκε με την αγωγή και στηρίζουν το αίτημά της, αλλά αποτελούν επιχειρήματα και συμπεράσματα που εξάγονται, κατά την άποψή του, από την εκτίμηση των αποδείξεων. Πέραν τούτων, ο εξεταζόμενος λόγος, στο σύνολό του είναι απαράδεκτος, και για το λόγο ότι η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα ως αναιρετική πλημμέλεια ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων, που δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (Κ.Πολ.Δ. 561 παρ.1, Α.Π. 935/2021, Α.Π. 210/2010) και, ως εκ τούτου, δεν ιδρύεται στην εξεταζόμενη περίπτωση ο παρών πρώτος αναιρετικός λόγος.
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (και όχι από τον αριθμό 12 του ίδιου άρθρου, όπως εσφαλμένα αναφέρεται στην αίτηση αναίρεσης), με την αιτίαση ότι δεν έχει νόμιμη βάση και συγκεκριμένα έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι δεν είναι αιτιολογημένη η κρίση του Εφετείου ότι η οδηγός του επίδικου Ι.Χ. εκινείτο με κανονική ταχύτητα και κάτω των 30 χιλιομέτρων ανά ώρα, επειδή υπήρχαν προστατευτικά "σαμαράκια" στο οδόστρωμα και δεν μπορούσε να αναπτύξει μεγάλη ταχύτητα, απέδωσε δε την υπαιτιότητα του τραυματισμού του στον ίδιο (αναιρεσείοντα), κρίνοντας ότι κάποιο ανήλικο παιδί τον έσπρωξε από αριστερά προς δεξιά σε σχέση με την πορεία του οχήματος, ενώ τέτοιο περιστατικό ουδέποτε έλαβε χώρα. Ότι αντίθετα, ισχυρίζεται, το γεγονός ότι το συγκεκριμένο σημείο κίνησης οχημάτων είναι μονόδρομος και υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα, ουδόλως σημαίνει ότι περιορίζεται αντικειμενικά η δυνατότητα ενός οδηγού να κινήσει το Ι.Χ. με αυξημένη ταχύτητα, ενώ το γεγονός ότι δεν βρέθηκε αίμα στο οδόστρωμα είναι υπό αμφισβήτηση. Ότι, επιπροσθέτως, το σύνολο των καταθέσεων οδηγούσαν στο συμπέρασμα ότι η οδηγός οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα και δεν έδειξε τη δέουσα επιμέλεια στη διαχείριση του οχήματος στο συγκεκριμένο σημείο της πρόσκρουσης. Ο προαναφερθείς αναιρετικός λόγος κρίνεται απορριπτέος, πρωτίστως, ως απαράδεκτος, διότι, για τη θεμελίωση του λόγου αυτού, δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες νομικές σκέψεις, η διάταξη ή διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκαν και το περιεχόμενο αυτών, αλλά ούτε, όπως είναι αναγκαίο, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο, ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την έλλειψη υπαιτιότητας της οδηγού του Ι.Χ.Ε του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία αυτοκινήτου, ούτε επισημαίνονται στο αναιρετήριο, με βάση τις σχετικές κρίσιμες παραδοχές (μη κατά τα προεκτεθέντα διαλαμβανόμενες), οι κατά τον αναιρεσείοντα υπάρχουσες ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγου αναίρεσης. Επίσης, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, και για το λόγο ότι οι ανωτέρω αιτιάσεις του ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και με την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ. πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών από το Εφετείο, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 444/2017).
Μετά από αυτά, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-2-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. 1607/144/21-2-2023) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4778/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσε ο αναιρεσείων, για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Ιουλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ