ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1476/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1476/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1476/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1476 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1476/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Διονυσία Νταϊφώτη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Μ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Βαλκάνο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "AΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" και δ.τ. "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, αφενός για τις απαιτήσεις της ίδιας και αφετέρου για τις απαιτήσεις του πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "CITΙBANK INTERNATIONAL PLC", που εδρεύει στο Λονδίνο και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2015 αίτηση του 1ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 178/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 213/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 17-9-2020 αίτησή του.
Με την υπ' αριθμό 295/2024 Πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και ο 1ος των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη διάταξη του άρθρου 307 εδάφια α' και β' του Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι "αν για οποιοδήποτε λόγο, που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου". Η επαναλαμβανόμενη κατ' άρθρο 307 του Κ.Πολ.Δ. συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 του Κ.Πολ.Δ. συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση (Α.Π. 936/2018) και ο διάδικος ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη, είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία, ο διάδικος δε που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις (Α.Π. 701/2023, Α.Π. 32/2023).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 576 παρ. 1 - 3 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτήν κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση, εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία οπότε, κατά την παρ. 3 του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ., η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (Α.Π. 361/2024, Α.Π. 608/2021). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (Α.Π. 536/2020, Α.Π. 177/2018).

Εξάλλου, από το άρθρο 143 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015, με το οποίο ορίζεται ότι "ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 (δηλαδή, είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση) είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάστασή του", συνάγεται ότι ο δικηγόρος που παραστάθηκε ως πληρεξούσιος του διαδίκου στην πρωτοβάθμια ή στη δευτεροβάθμια δίκη (εφόσον ασκηθεί έφεση) θεωρείται κατά νόμο αντίκλητος για τις αναγόμενες στη δίκη αυτή επιδόσεις εγγράφων, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν γνωστοποιηθεί η αντικατάστασή του (Α.Π. 361/2024, Α.Π.1080/2023, Α.Π.1578/2021). Από, δε, το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 438 και 104 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει, ότι από τη μνεία που γίνεται στο προεισαγωγικό τμήμα της δικαστικής απόφασης, ότι για κάποιον από τους διαδίκους παρέστη ο αναφερόμενος σ' αυτή πληρεξούσιος δικηγόρος και τη βεβαίωση στο κύριο σώμα αυτής ότι το δικαστήριο δίκασε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, υπάρχει πλήρης απόδειξη για το διορισμό αυτού ως δικαστικού πληρεξουσίου του διαδίκου αυτού, δεδομένου ότι, η συνδρομή του στοιχείου της δικαστικής πληρεξουσιότητας, είναι γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου 104 του ως άνω κώδικα (Α.Π. 361/2024, Α.Π.1170/2021, Α.Π.1305/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 15-11-2024 υπ' αριθμ. 295/2024 πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, φέρεται προς επανασυζήτηση στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (7-3-2025), η από 17-9-2020 (αριθμ. έκθ. κατ. 11/2020) αίτηση αναίρεσης, κατ' εφαρμογή του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ., κατόπιν διαπίστωσης αδυναμίας έκδοσης απόφασης επί της ως άνω αναίρεσης εκ μέρους της εισηγήτριας Αρεοπαγίτου Χριστίνας-Ζαφειρίας Γαβριηλίδου, λόγω της παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη συζήτηση που έλαβε χώρα κατά τη δικάσιμο της 18-11-2022. Περαιτέρω, από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης προκύπτει ότι κατά την αρχική συζήτηση της υπόθεσης στις 18-11-2022 η δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", ενεργούσα αφενός για τις απαιτήσεις της ίδιας και αφετέρου για τις απαιτήσεις του πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "CITYBANK INTERNATIONAL PLC", που εδρεύει στο Λονδίνο, δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Επίσης, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του Δικαστηρίου προκύπτει ότι κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (7-3-2025) επαναλαμβανόμενη, κατ' άρθρο 307 Κ.Πολ.Δ., συζήτηση, η οποία αποτελεί, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση, η δεύτερη αναιρεσίβλητη ομοίως δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε υποβλήθηκε ως προς αυτήν δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης (άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" και ο πρώτος αναιρεσείβλητος Σ. Μ., παραστάθηκαν τόσο κατά την αρχική όσο και κατά την επαναλαμβανόμενη παρούσα συζήτηση. Από την υπ' αριθμ. ...-2021 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφερείας του Εφετείου Θράκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης Ε. Α. Τ., που προσκομίζει το αναιρεσείον, με επιμέλεια του οποίου επισπεύδεται η συζήτηση, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ορισθείσα με Πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος (άρθρο 568 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), αρχική δικάσιμο (18-11-2022), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην απολειπόμενη δεύτερη αναιρεσίβλητη. Επομένως, η τελευταία, που δεν παραστάθηκε στη δικάσιμο της 18-11-2022 είχε κληθεί νόμιμα.

Περαιτέρω, από το από 27-11-2024 αποδεικτικό επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης Δ. Γ. προκύπτει ότι αντίγραφο της υπ' αριθμ. 295/15-11-2024 Πράξης της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (7-3-2025) επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, στη Μαρία Αγγελακούδη, ως πληρεξούσια δικηγόρο της δεύτερης αναιρεσίβλητης, η οποία φέρει την ιδιότητα του αντικλήτου αυτής για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη συγκεκριμένη δίκη έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, κατ' άρθρο 143 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., καθότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) της προσβαλλόμενης υπ'αριθμ. 213/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, που δίκασε ως Εφετείο, αυτή παρέστη στο ως άνω Δικαστήριο ουσίας, ως πληρεξούσια δικηγόρος της δεύτερης αναιρεσίβλητης και δεν προκύπτει ότι γνωστοποιήθηκε με δικόγραφο από την απούσα αναιρεσίβλητη προς το αναιρεσείον η αντικατάστασή της. Συνακόλουθα, εφόσον η απολειπόμενη αναιρεσίβλητη, που δεν παραστάθηκε τόσο στην αρχική δικάσιμο (18-11-2022), όσο και στην παρούσα δικάσιμο (7-3-2025), κλήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα να παραστεί κατά τις ως άνω δικασίμους, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Με τη διάταξη του άρθρου 577 Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι: "1. Το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης. 2. Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. 3. Αν ο Άρειος Πάγος κρίνει νόμιμη και παραδεκτή την αναίρεση, εξετάζει το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της". Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι η αίτηση αναίρεσης υποβάλλεται από τον Άρειο Πάγο σε δικονομική αξιολόγηση πρώτα ως προς το παραδεκτό και το νόμω βάσιμο αυτής και ακολούθως, εφόσον αυτή ασκήθηκε παραδεκτά και νόμιμα, ερευνάται το παραδεκτό και το βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της. Κατά το άρθρο 68 Κ.Πολ.Δ., δικαστική προστασία έχει το δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον, ενώ, κατά το άρθρο 70 Κ.Πολ.Δ., όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή η μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή. Η νομιμοποίηση των διαδίκων (ενεργητική και παθητική) και το έννομο συμφέρον συνιστούν διακριτές διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης και ουσιαστικές προϋποθέσεις παροχής δικαστικής προστασίας, η συνδρομή αυτών ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης με ελεύθερη απόδειξη, η δε έλλειψή τους συνεπάγεται την απόρριψη της σχετικής αίτησης δικαστικής προστασίας ως απαράδεκτης.

Περαιτέρω, από το άρθρο 216 παρ.1 περ. α' Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι ως νομιμοποίηση των διαδίκων, νοείται η εξουσία διεξαγωγής ορισμένης δίκης για συγκεκριμένο δικαίωμα ή έννομη σχέση τους, δηλαδή για βιοτική σχέση αυτών με άλλο πρόσωπο ή αντικείμενο, η οποία καθορίζεται, κατά κανόνα, ως προς τους φορείς της και το αντικείμενό της, από το ουσιαστικό δίκαιο και έχει ως περιεχόμενο ή ως έννομη συνέπεια δικαίωμα ή υποχρέωση ή δέσμη δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Την εν λόγω εξουσία διεξαγωγής ορισμένης δίκης για συγκεκριμένο δικαίωμά του ή έννομη σχέση αυτού, έχει, κατά κανόνα ο φορέας της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης κατά το ουσιαστικό δίκαιο, ενώ σε συγκεκριμένες περιπτώσεις ο νόμος παρέχει την εξουσία διεξαγωγής της δίκης σε πρόσωπα, που δεν είναι φορείς της ουσιαστικής έννομης σχέσης (μη δικαιούχοι ή μη υπόχρεοι διάδικοι), όπως λχ ο σύνδικος της πτώχευσης, ο εκτελεστής διαθήκης, ο εκκαθαριστής κληρονομιάς και ο αναγκαστικός διαχειριστής. Για τη νομιμοποίηση των διαδίκων αρκεί ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης και η παράθεση στην αγωγή των περιστατικών που θεμελιώνουν τον ισχυρισμό του, ενώ επί αναίρεσης ο αναιρεσείων για την ενεργητική νομιμοποίηση του ιδίου και την παθητική νομιμοποίηση του αναιρεσίβλητου πρέπει να επικαλεστεί τη συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 556 και 558 Κ.Πολ.Δ., αντίστοιχα. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 556 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., δικαίωμα αναίρεσης έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος, εκείνος που ζητεί την αναψηλάφηση, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η αναψηλάφηση, εκείνοι που είχαν ασκήσει κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, οι προσεπικληθέντες, οι καθολικοί διάδοχοι και οι ειδικοί διάδοχοι, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής, καθώς και οι εισαγγελείς, μόνο αν ήταν διάδικοι.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό της ανωτέρω διάταξης με τη διάταξη του άρθρου 225 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι αναίρεση δύνανται να ασκήσουν αυτοτελώς και παραλλήλως τόσο ο μεταβιβάσας το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα, αρχικός διάδικος, όσο και ο προς ον η μεταβίβαση, εφόσον αυτός έγινε ειδικός διάδοχος μετά την άσκηση της αγωγής, ενώ δικαίωμα αναίρεσης παρέχεται και στον καθολικό διάδοχο του αρχικού διαδίκου και στον οιονεί καθολικό διάδοχο αυτού ( Ολ.ΑΠ 1/2023 ). Κατά το άρθρο 558 εδ. α' Κ.Πολ.Δ. (όμοιο ως προς την έφεση το άρθρο 517 εδ α' Κ.Πολ.Δ.) "η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους". Διάδικοι είναι εκείνοι οι οποίοι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι δικάσθηκαν με αυτή (Ολ.ΑΠ 11/1992).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1,104 και 105 Κ.Πολ.Δ,. συνάγεται, ότι οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται στα πολιτικά δικαστήρια με πληρεξούσιο δικηγόρο, διοριζόμενο με τον τύπο που ορίζει ο νόμος. Επομένως, αν κατά τη συζήτηση μιας πολιτικής υπόθεσης ο πληρεξούσιος διαδίκου εμφανίζεται στο δικαστήριο, αλλά δεν αποδεικνύει την πληρεξουσιότητά του, την οποία αυτεπαγγέλτως εξετάζει το δικαστήριο, ο διάδικος αυτός δεν μετέχει νομίμως στη δίκη και θεωρείται δικονομικώς απών (Α.Π. 1601/2017, Α.Π. 1695/2017). Ειδικότερα, στο άρθρο 96 αρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά το νόμο 3994/2011, ορίζεται ότι κατά τη διαδικασία του Αρείου Πάγου και στις περιπτώσεις του άρθρου 98 η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση. Δηλαδή εισάγεται εξαίρεση για τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, όπου λόγω της σοβαρότητας του εκδικαζόμενου ή διατιθέμενου αντικειμένου επιβάλλεται πανηγυρικότητα στον τύπο χορήγησης της πληρεξουσιότητας και αποκλείεται εντεύθεν η χορήγησή της με ιδιωτικό έγγραφο. Μάλιστα το τελευταίο επιτάσσεται χωρίς να εξαιρείται από τη ρύθμιση ακόμη και η περίπτωση, που η πληρεξουσιότητα παρέχεται από αρχή. Αν ο συστατικός αυτός τύπος δεν τηρηθεί, δεν υπάρχει δικαστική πληρεξουσιότητα και δεν είναι δυνατό να γίνει λόγος για απόδειξή της με άλλο αποδεικτικό μέσο (Α.Π. 475/2019, Α.Π. 192/2015)). Μόνον όσον αφορά την εκπροσώπηση του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ., όταν αυτή γίνεται από τα μέλη του κύριου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του κράτους (Ν.Σ.Κ.), σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 1 του Ν. 39086/2002 τα τελευταία "έχουν από τη θέση τους και χωρίς άλλο αποδεικτικό στοιχείο την πληρεξουσιότητα που απαιτείται από το νόμο, για την παράσταση και υπεράσπιση, ενώπιον όλων των Δικαστηρίων και Αρχών, του Δημοσίου και των οργάνων που το εκπροσωπούν κατά περίπτωση, καθώς και των Νομικών προσώπων και των Ανεξάρτητων Διοικητικών Αρχών, των οποίων η νομική υπηρεσία, σύμφωνα με ειδικές διατάξεις, διεξάγεται από το Ν.Σ.Κ. ή από μέλος του" (Α.Π. 238/ 2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο πρώτος των αναιρεσίβλητων με τις από 21-10-2022 καταταθείσες προτάσεις του ( ήτοι σε χρόνο μεγαλύτερο των 20 ημερών από την αρχική δικάσιμο), πρότεινε παραδεκτά ( άρθρο 570 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 38 Ν. 4842/2021), ένσταση έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ., διατεινόμενος ότι η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκείται απαραδέκτως από μη διάδικο, καθόσον λόγω μεταβίβασης εκ μέρους του αναιρεσείοντος, της εις βάρος αυτού (πρώτου αναιρεσίβλητου) ένδικης απαίτησής του προς την εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία "G. FINANCE NO 1 PLC", η οποία ( μεταβίβαση) επήλθε στις 29-8-2006 με την καταχώρηση της μεταξύ τους καταρτισθείσας σύμβασης διαχείρισης στο Ενεχυροφυλάκειο Αθηνών, που λογίζεται ως αναγγελία, δικαιούχος της ένδικης απαίτησης είναι η ανωτέρω εταιρεία ειδικού σκοπού, και όχι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., η οποία, προσέτι, με το από 29-8-2006 πληρεξούσιό της, διόρισε το αναιρεσείον ως γνήσιο και νόμιμο πληρεξούσιο της να προβαίνει στο όνομα και για λογαριασμό της σε συγκεκριμένες ενέργειες. Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην οικεία μείζονα νομική σκέψη, δεδομένου ότι από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι το αναιρεσείον είναι ηττηθείς πρωτοδίκως και στο δεύτερο βαθμό διάδικος (άρθρο 556 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), και, επομένως, έχει δικαίωμα αναίρεσης. Περαιτέρω, και ο επικουρικώς προβληθείς από τον ως άνω αναιρεσίβλητο ισχυρισμός, που διαλαμβάνεται στις ίδιες προτάσεις του, περί έλλειψης δικαστικής πληρεξουσιότητας, χορηγηθείσας με συμβολαιογραφικό έγγραφο, για την κατά νόμο παράσταση του αναιρεσείοντος ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, αναφορικά με τις απαιτήσεις του πιστωτικού ιδρύματος "CITYBANK INTERNATIONAL PLC", είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, σύμφωνα με την προηγηθείσα οικεία νομική σκέψη, διότι η νομική εκπροσώπηση του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" ασκείται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, και αυτό, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, παραστάθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., κατά την ανωτέρω δικάσιμο, από την Διονυσία Νταϊφώτη, πάρεδρο του ΝΣΚ.
Με την παρ. 1 του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020 (A` 104) ορίζεται ότι: "1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020-31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων. Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα, οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του Κ.Πολ.Δ., καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 του Κ.Πολ.Δ., ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους", ενώ κατά την παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α` 48) ορίζεται ότι: "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α` 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων. Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους" και τέλος κατά την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 4792/2021 (A` 54) ορίζεται ότι "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α' 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορωνοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00" (Β` 1194), ήτοι η 6.4.2021" (Α.Π. 1227/2023, Α.Π. 987/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση, από 17-9-2020 (αριθμ. εκθ. κατ. ...-2020), αίτηση αναίρεσης πλήττεται η υπ' αριθμ. 213/2018 απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επομ. του Κ.Πολ.Δ., με την οποία δικάζονται σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων. Η ως άνω απόφαση, η οποία δεν επιδόθηκε, δημοσιεύτηκε στις 29-6-2018 και η διετής καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρ. 564 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.) άρχισε (άρθρ. 144 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) την επομένη (30-6-2018) και έληγε στις 30-6-2020, χωρίς την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας από 13-3-2020 έως 31-5-2020. Λόγω, όμως, της ως άνω αναστολής και της εξ αυτής μη υπολογισμού, εν προκειμένω, του χρονικού διαστήματος από 13.3.2020 έως 31.5.2020 (2 μήνες και 18 ημέρες) και επιπλέον 30 ημερών, σύμφωνα με την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 74 παρ.1 εδ.α' του Ν. 4690/2020, η προθεσμία για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης δεν είχε συμπληρωθεί κατά την κατάθεσή της. Συγκεκριμένα, η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη Γραμματεία του πιο πάνω Δικαστηρίου στις 18-9-2020, κατά τη σχετική υπ' αριθμ. ...-2020 βεβαίωση του αρμόδιου γραμματέα, δηλαδή πριν τη συμπλήρωση της προμνημονευόμενης προθεσμίας των δύο ετών, λόγω του συνυπολογισμού του χρονικού διαστήματος 2 μηνών, 18 ημερών και 30 ημερών. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 566 παρ.1-2 και 144 του Κ.Πολ.Δ.). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Από τη παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι, η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Ο πρώτος αναιρεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης την από 22-12-2015 (αρ. έκθ. κατ. 469/30-12-2015) αίτηση, με την οποία επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του ζήτησε την, κατά τις διατάξεις του Ν. 3869/2010, δικαστική ρύθμιση των οφειλών του και την εξαίρεση από την εκποίηση του ακινήτου του, που χρησιμοποιείται ως κύρια κατοικία του και του ποσοστού επικαρπίας επί ενός διαμερίσματος, που χρησιμοποιείται ως κύρια κατοικία της τέως συζύγου του και των ανήλικων θυγατέρων του, σύμφωνα με το σχέδιο που υπέβαλε, λαμβανομένης υπόψη της περιουσιακής και οικογενειακής του κατάστασης. Επί της αίτησης αυτής, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 178/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης, η οποία δέχθηκε εν μέρει την αίτηση και ρύθμισε τα χρέη του αιτούντος, εξαίρεσε δε από την εκποίηση την κύρια κατοικία του, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της. Κατά της ανωτέρω απόφασης, το καθ' ου Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων", ήδη αναιρεσείον, άσκησε την από 11-7-2017 έφεσή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, το οποίο με την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 213/2018 απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση.

Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων...", όπως το άρθρο αυτό ισχύει και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση (ως εκ του χρόνου κατάθεσης της αίτησης στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης στις 30-12-2015), μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α' 94/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του Ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για την ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής...".

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 2 του εν λόγω νόμου (όπως ίσχυε πριν τροποποιηθεί με το Ν. 4336/2015), "αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές... το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητούμενων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για τη ρύθμιση των οφειλών και απαλλαγή του οφειλέτη... Αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, ιδίως εκείνα από την προσωπική του εργασία, τη δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου, και σταθμίζοντας αυτά με τις βιοτικές ανάγκες του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, τον υποχρεώνει να καταβάλλει μηνιαίως και για χρονικό διάστημα τριών έως πέντε ετών (άρθρο 16 παρ. 2 Ν. 4161/2013), ορισμένο ποσό για ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών του, συμμέτρως διανεμόμενο". Με την παρ. 17 άρθρου 1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 άρθρου 2 Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α 94/14-8-2015), αντικαταστάθηκε το πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του άνω άρθρου 8 του ν. 3869/2010 και ορίστηκε ότι : "Αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο, αφού αφαιρέσει το ποσό που απαιτείται για την κάλυψη των εύλογων δαπανών διαβίωσης του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, όπως αυτές εκάστοτε προσδιορίζονται με απόφαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους δυνάμει του ν. 4224/2013 ή μέχρις ότου εκδοθεί η ανωτέρω απόφαση, όπως αυτές προσδιορίζονται στην Έρευνα Οικονομικών Προϋπολογισμών (Ε.Ο.Π.) που διενεργεί κάθε χρόνο η Ελληνική Στατιστική Υπηρεσία και στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι δαπάνες κοινωνικής ασφάλισης που βαρύνουν τον οφειλέτη, διατάσσει την καταβολή μηνιαίως, για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών, του ποσού που απομένει με βάση τα περιουσιακά στοιχεία και τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών, συμμέτρως διανεμόμενου". Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες θεσμοθετούν υπό προϋποθέσεις, τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει επαρκή ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα: Βασική προϋπόθεση για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου Ν. 3869/2010, για τη ρύθμιση των οφειλών του, είναι ότι πρέπει να βρίσκεται σε γενική και μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) αδυναμία πληρωμών, την οποία πρέπει να περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και η οποία, πάντως, δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή. Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως. Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του. Η εξόφληση των χρηματικών απαιτήσεων των πιστωτών πραγματοποιείται κατά βάση με τις μηνιαίες καταβολές του άρθρου 8 παρ. 2, για το αναφερόμενο εκεί χρονικό διάστημα, που ορίζονται από το δικαστήριο. Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται από το ένα μέρος τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και ιδίως από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (επί υπαρκτής και ενεργού) έγγαμης συμβίωσης και από το άλλο μέρος οι βιοτικές ανάγκες (όχι απλώς οι στοιχειώδεις) του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών. Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων (Α.Π. 606/2023, Α.Π. 540/2022, Α.Π. 883/2020, Α.Π. 882/2019). Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (Α.Π. 540/2022, Α.Π. 883/2020, Α.Π. 257/2020, ΑΠ 882/2019).

Εξάλλου, η ύπαρξη απλώς περιουσιακών στοιχείων, που είναι γενικά ρευστοποιήσιμα, δεν επηρεάζει, ούτε βελτιώνει τη ρευστότητα του οφειλέτη και τη δυνατότητα να ανταποκριθεί στα χρέη του και δεν είναι σε θέση να ανατρέψει το χαρακτηρισμό της μόνιμης αδυναμίας πληρωμών, γιατί, όπως προεκτέθηκε, η έλλειψη ρευστότητας θεμελιώνει αδυναμία πληρωμών, έστω και αν ο οφειλέτης έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως. Επισημαίνεται ότι η εν λόγω αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (Α.Π. 257/2020, Α.Π. 1379/2019, Α.Π. 52/2019).

Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή σύνταξης, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ. (Α.Π. 785/2022, Α.Π. 1061/ 2022, Α.Π 974/2022). Στην έννοια του προστατευόμενου μέλους εντάσσεται κάθε πρόσωπο που έχει αξίωση διατροφής από τον οφειλέτη και συνεπώς αυτός επιβαρύνεται εξ αιτίας του λόγου αυτού. Δικαίωμα διατροφής δε, σύμφωνα με το άρθρο 1486 Α.Κ., έχει μόνον όποιος δεν μπορεί να διατρέφει τον εαυτό του από την περιουσία του ή από εργασία κατάλληλη για την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του και τις λοιπές βιοτικές του συνθήκες ενόψει και των τυχόν αναγκών της εκπαίδευσής του (Α.Π. 786/2022).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και ισχύει, κατ' άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του νόμου αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016, όπως είναι και η ένδικη αίτηση αναίρεσης (κατατεθείσα την 18-9-2020) "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων, στο πιο πάνω άρθρο, λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το Ν. 4335/2015 και αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Δεν υπάρχει όμως, έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Α.Π. 449/2022, Α.Π. 1351/2021, Α.Π. 805/2021, Α.Π. 508/2020, Α.Π. 151/2014, Α.Π. 1942/2013, Α.Π. 2075/2007). Η παραπάνω διάταξη δεν έχει εφαρμογή όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (A.Π. 1943/2022, Α.Π. 785/2022, Α.Π. 545/2021, Α.Π. 701/2020). Συνακόλουθα δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 681/2020, Α.Π. 508/2020, Α.Π. 632/2019, Α.Π. 174/2015, Α.Π. 198/2015). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από που προκύπτει, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" και "αντίφαση" (Ολ.ΑΠ 20/2005, Α.Π. 1059/2022, Α.Π. 510/2021, Α.Π. 1106/2020, Α.Π. 550/2017, Α.Π. 1184/2015, Α.Π. 121/2014, Α.Π. 1752/2013). Μάλιστα, δεν αρκεί η μνεία μεμονωμένων και αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη απόφαση κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (Ολ.ΑΠ 28/1998, Α.Π. 662/2022, Α.Π. 1106/2020, Α.Π. 965/2020, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 901/2010, Α.Π. 2173/2007). Με τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο (άρθρο 560 αριθμός 6 Κ.Πολ.Δ.) δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. Στην ερευνώμενη υπόθεση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, το ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην προκειμένη δίκη, αναφορικά με την περιέλευση του αιτούντος-πρώτου αναιρεσίβλητου σε κατάσταση μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών των ληξιπρόθεσμων χρεών του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο αιτών (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος), ηλικίας 47 ετών, είναι έγγαμος και πατέρας τριών τέκνων. Τα δύο εξ αυτών, την Κ. και τη Χ., ηλικίας 20 ετών, τα απέκτησε από τον πρώτο του γάμο με την Μ. Α., ενώ το τρίτο, ηλικίας 4 ετών, το απέκτησε με την Σ. Κ., με την οποία τέλεσε γάμο το έτος 2015. Ο αιτών είναι αστυνομικός, φέρει το βαθμό του υπαρχιφύλακα και οι μηνιαίες αποδοχές του ανέρχονται στο ποσό των 1.313,46 ευρώ. Επίσης, λαμβάνει από την εκμίσθωση ενός ακινήτου, εμβαδού 32,11 τ.μ., κείμενου στη Νέα Χιλή Αλεξανδρούπολης, επί της οδού ..., επί του οποίου έχει δικαίωμα επικαρπίας κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, το ποσό των 95 ευρώ μηνιαίως. Υπηρετεί στη Θεσσαλονίκη και διαμένει σε ιδιόκτητη κατοικία της δεύτερης συζύγου του, μαζί με το κοινό ανήλικο τέκνο τους και το ηλικίας 18 ετών τέκνο, που η σύζυγός του απέκτησε από τον πρώτο της γάμο, το οποίο πάσχει από σύνδρομο Down και λαμβάνει επίδομα αναπηρίας, ποσού 450 ευρώ μηνιαίως. Οι ενήλικες δε κόρες του αιτούντος είναι φοιτήτριες και ειδικότερα η Κ. φοιτά στο τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών στην Ξάνθη, ενώ η Χ. φοιτά στο τμήμα Ιστορίας και Εθνολογίας στην Κομοτηνή. Αμφότερες διαμένουν σε μισθωμένη κατοικία στην Ξάνθη, ενώ η Χ., για τις ανάγκες των σπουδών της, μετακινείται από την Ξάνθη στην Κομοτηνή, δαπανώντας για τη μετακίνησή της αυτή ποσό 200 ευρώ μηνιαίως, το οποίο καλύπτει ο αιτών. Επίσης, ο τελευταίος καταβάλει ως μηνιαία διατροφή για αμφότερες τις κόρες του το ποσό των 300 ευρώ. Η σύζυγος του αιτούντος είναι εκπαιδευτικός και οι μηνιαίες αποδοχές της ανέρχονται στο ποσό των 1.062,60 ευρώ. Δυνάμει δε της υπ' αριθ. 15/2016 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, ρυθμίστηκαν, κατ' εφαρμογή του Ν. 3869/2010, οι οφειλές της τελευταίας προς τους πιστωτές της, με την καταβολή 100 μηνιαίως ευρώ για τέσσερα έτη και 220,54 ευρώ μηνιαίως για είκοσι έτη, με τετραετή περίοδο χάριτος, για τη διάσωση της πρώτης κατοικίας της, στην οποία διαμένει με τον αιτούντα και τα τέκνα της, όπως ανωτέρω εκτέθηκε. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησης, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη, ο αιτών είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη, τα οποία, κατά πλάσμα του νόμου, θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης αυτής, με εξαίρεση τις κάτωθι αναφερόμενες εμπραγμάτως ασφαλισμένες απαιτήσεις, των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης της απόφασης (άρθρο 6 παρ. 3 Ν. 3869/2010). Ειδικότερα, ο αιτών οφείλει τα κάτωθι χρηματικά ποσά: Α) προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (καθ' ου η αίτηση και ήδη εκκαλούν), (ήδη αναιρεσείον), ποσό 46.799,30 ευρώ, από σύμβαση στεγαστικού δανείου, απαίτηση η οποία είναι εμπραγμάτως ασφαλισμένη με εγγραφή υποθήκης, ενώ για την αποπληρωμή του ως άνω δανείου παρακρατείται από το μισθό του αιτούντος ποσό 384,56 ευρώ μηνιαίως και Β) προς την Αlpha Βank (καθ' ης η αίτηση καi ήδη εφεσίβλητη), (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) ποσό 26.768,59 ευρώ, από σύμβαση στεγαστικού δανείου, απαίτηση η οποία είναι εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης, καθώς και ποσά 3.602,31 ευρώ και 840,87 ευρώ αντιστοίχως από δύο συμβάσεις καταναλωτικών δανείων. Λαμβάνοντας υπόψη το συνολικό ύψος των ανωτέρω δανειακών υποχρεώσεων του αιτούντος, τα προαναφερόμενα εισοδήματά του και τις οικογενειακές του ανάγκες, οι οποίες ανέρχονται στο ποσό των 1.400 ευρώ μηνιαίως, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο αιτών έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του, καθόσον η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έκρινε τα ίδια και κατέληξε ότι ο αιτών τελεί σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένου ως αβάσιμου του πρώτου λόγου έφεσης. Με το δεύτερο λόγο έφεσης, όπως εκτιμάται από το Δικαστήριο, το εκκαλούν παραπονείται για κακή εκτίμηση των αποδείξεων από την εκκαλουμένη ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων, που θέτει το άρθρο 1 παρ. 1 Ν. 3869/2010 για την υπαγωγή του αιτούντος στις ευεργετικές ρυθμίσεις του ως άνω νόμου και ειδικότερα ως προς το στοιχείο της μονιμότητας της αδυναμίας του προς πληρωμή των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεών του και συγκεκριμένα το εκκαλούν παραπονείται ότι η εκκαλουμένη δεν έλαβε υπόψη της τη βάσιμη προσδοκία αύξησης των εισοδημάτων του αιτούντος - εφεσιβλήτου από την εφαρμογή των υπ' αριθ. 2192-2096/2014 αποφάσεων της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, με τις οποίες κρίθηκαν αντισυνταγματικές οι περικοπές των αποδοχών όλων των Σωμάτων Ασφαλείας, μεταξύ των οποίων και του αιτούντος, ως αστυνομικού, που θα έχει ως συνέπεια την επαναφορά των μισθολογικών αποδοχών του στο προ της 1ης Αυγούστου 2012 ύψος, με περαιτέρω συνέπεια να μην υφίσταται μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του και άρα ούτε δυνατότητα υπαγωγής του στις ευεργετικές ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010. Ωστόσο, η εκκαλουμένη, προκειμένου να αχθεί στην κρίση, ότι ο αιτών έχει περιέλθει σε μόνιμη οικονομική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του, έλαβε υπόψη τις αποδοχές του, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για να διαπιστωθεί η οικονομική δυνατότητα του αιτούντος - οφειλέτη να ανταποκριθεί στις οικονομικές του υποχρεώσεις. Αντίθετα, εισοδήματα που δεν έχουν εισπραχθεί και παρουσιάζεται αβέβαιη χρονικά η είσπραξή τους, όπως αυτά που θα προκύψουν από την επάνοδο των αποδοχών του αιτούντος στο προ της 1-8-2012 μισθολογικό καθεστώς, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη για τον υπολογισμό της οικονομικής του δύναμης.

Εξάλλου, σε περίπτωση που πράγματι τα εισοδήματα του αιτούντος αυξηθούν στο μέλλον, υφίσταται η δυνατότητα των δανειστών του να προσφύγουν στο αρμόδιο δικαστήριο, αξιώνοντας την τροποποίηση της ρύθμισης των οφειλών του, κατ' άρθρο 8 παρ. 4 Ν. 3869/2010. Κατόπιν των ανωτέρω, ο δεύτερος λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το, δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, τον ισχυρισμό του εκκαλούντος Ν.Π.Δ.Δ., ήδη αναιρεσείοντος, περί μη περιέλευσης του αιτούντος σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, που προέβαλε με τους πρώτο και δεύτερο λόγο της έφεσής του κατά της πρωτόδικης υπ'αριθμ. 178/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης, η οποία είχε κρίνει τα ίδια και είχε δεχθεί εν μέρει την αίτηση του πρώτου αναιρεσίβλητου περί υπαγωγής του στις προστατευτικές διατάξεις του Ν. 3869/2010. Με το να οδηγηθεί το Εφετείο στην προαναφερθείσα κρίση του, περί μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών του αιτούντος, δεν παραβίασε εκ πλαγίου την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 Ν. 3869/2010, καθόσον διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς λογικά κενά αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας της διάταξης που εφαρμόστηκε και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η συνδρομή της γενικής και μόνιμης αδυναμίας πληρωμής εκ μέρους του αναιρεσίβλητου-αιτούντος των χρηματικών οφειλών του. Ειδικότερα, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται αναλυτικά η οικογενειακή κατάσταση του αιτούντος-πρώτου αναιρεσίβλητου, η εργασιακή απασχόληση αυτού και της συζύγου του, τα μηνιαία εισοδήματα αυτού και της συζύγου του, η περιουσιακή του κατάσταση, οι αναγκαίες μηνιαίες δαπάνες αξιοπρεπούς διαβίωσης του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (ενός ανηλίκου τέκνου από το δεύτερο γάμο του και δύο ενηλίκων τέκνων από τον πρώτο γάμο του), στα οποία περιλαμβάνονται και οι μηνιαίες δαπάνες και τα έξοδα διατροφής των ενήλικων θυγατέρων του, οι οποίες είναι φοιτήτριες και δεν εργάζονται, το ύψος του χρέους αυτού από σύμβαση στεγαστικού δανείου προς το αναιρεσείον, το ποσό που το τελευταίο (ως πιστωτής) παρακρατούσε μηνιαίως από το μισθό του, το συνολικό ποσό της οφειλής του από δανειακές υποχρεώσεις προς την πιστώτρια - δεύτερη αναιρεσίβλητη "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", η αρνητική σχέση ρευστότητας προς τα ληξιπρόθεσμα χρέη του και δη η ανεπάρκεια του μηνιαίου εισοδήματός του για την εξυπηρέτηση των δανείων και για την ταυτόχρονη κάλυψη των αναγκαίων δαπανών διαβίωσης του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του και ότι αυτή (αρνητική σχέση) δεν αναμένεται να βελτιωθεί και, με βάση όλα τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά περιστατικά, το άνω Δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος έχει περιέλθει (χωρίς δόλο), σε γενική και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους προς τους πιστωτές του και ότι συμπερασματικά, με βάση τα προεκτεθέντα, συντρέχουν στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010. Εξάλλου, δεν απαιτείται η αναφορά στην απόφαση, για να κρίνει το δικαστήριο ουσίας αν συντρέχει η μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών του αιτούντος, όπως διατείνεται το αναιρεσείον: α) του χρονικού σημείου συνομολόγησης απάντων των δανείων του του πρώτου αναιρεσίβλητου, β) των εισοδημάτων του κατά το χρόνο ανάληψης των δανειακών του υποχρεώσεων, γ) των εισοδημάτων της πρώην συζύγου του κατά τον ίδιο χρόνο για να κριθεί η τυχόν συνεισφορά της, δεδομένου ότι η ίδια ήταν εκ τρίτου συμβαλλόμενη στην επίδικη σύμβαση με το ΤΠΔ και συνοφειλέτρια με τον αιτούντα, δ) της εξέλιξης των εισοδημάτων τους από το χρόνο δανεισμού έως το χρόνο συζήτησης της ένδικης αίτησης, ε) αν ο αιτών άσκησε το δικαίωμά του να ζητήσει την παύση ή έστω τη μείωση της οφειλόμενης διατροφής προς τις ενήλικες κόρες του (από τον πρώτο του γάμο), ενώ δεν προκύπτει ελλιπής αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης από το γεγονός ότι δεν εκτίθεται στις παραδοχές της το ύψος της μηνιαίας δόσης που όφειλε να καταβάλει ο αιτών προς την πιστώτρια, δεύτερη αναιρεσίβλητη, τραπεζική εταιρεία, καθώς από την αντιπαραβολή των μηνιαίων εισοδημάτων του αιτούντος (1.313,46 ευρώ από το μισθό του+ 95 ευρώ από μισθώματα), με αυτά που διατίθενται μηνιαίως για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του για την αξιοπρεπή διαβίωσή τους (1.400 ευρώ), με το χρηματικό ποσό που απαιτείται για την εξυπηρέτηση και μόνο των δανειακών του υποχρεώσεων προς το αναιρεσείον (384,56 ευρώ), προκύπτει η αρνητική σχέση ρευστότητας των ληξιπρόθεσμων χρεών του και των βιοτικών αναγκών του, οπότε δικαιολογείται η κρίση του Δικαστηρίου ότι περιήλθε σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής. Επομένως, ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αναίρεσης από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Στη διάταξη του άρθρου 62 του Ν. 2214/1994 "Αντικειμενικό σύστημα φορολογίας εισοδήματος και άλλες διατάξεις" ορίζεται ότι για την εξυπηρέτηση και ασφάλιση των τοκοχρεολυτικών δανείων που χορηγούνται από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (εφεξής ΤΠΔ) για την απόκτηση πρώτης κατοικίας από δημόσιους υπαλλήλους, συνταξιούχους και λοιπούς δικαιούμενους, κατά την κείμενη νομοθεσία, κάθε δανειζόμενος υποχρεούται να εκχωρήσει υπέρ του δανειστή: α) μέχρι τα 6/10 όλων γενικά των τακτικών μηνιαίων απολαβών του (μισθός, επιδόματα, μηνιαία αναλογία δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, ΔΙΒΕΕΤ κ.λπ.), β) μέχρι τα 6/10 της κύριας και επικουρικής συντάξεώς του και όλων γενικά των μερισμάτων και άλλων παροχών που τακτικά λαμβάνει από τα ασφαλιστικά του ταμεία (τα ποσοστά αυτά των εδαφίων α` και β` μειώθηκαν σε 3/10 σύμφωνα με την ΥΑ2/19843/0094 που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 677/Β/7-3- 2012), γ) τα 3/4 από το εφάπαξ βοήθημα που χορηγείται σ` αυτόν από οποιοδήποτε ασφαλιστικό του φορέα ή από την οριζόμενη από την εργατική νομοθεσία αποζημίωση, λόγω λύσεως της εργασιακής σχέσεως (παρ. 1). Οι εκχωρήσεις αυτές είναι ισχυρές, ενώ καταργείται κάθε αντίθετη γενική ή ειδική διάταξη (παρ. 2). Τροποποιήσεις και συμπληρώσεις του άρθρου 62 του Ν. 2214/1994 επέφεραν οι νόμοι 2592/1998, 3453/2006, 3867/2010 και 4038/2012. Για την αναγγελία των εκχωρήσεων αυτών αρκεί η τήρηση των κοινών διατάξεων κατά παρέκκλιση τυχόν ειδικών ρυθμίσεων όπως του άρθ. 95 του Ν. 2362/1995 και του άρθρου 53 του ν.δ. 496/1974. Εκχωρήσεις που έχουν γίνει οποτεδήποτε πριν από την εφαρμογή του παρόντος χωρίς την εφαρμογή των αναφερόμενων στο προηγούμενο εδάφιο ειδικών ρυθμίσεων θεωρούνται εξ υπαρχής έγκυρες, εφόσον τηρήθηκαν οι κοινές διατάξεις". Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 455 του Α.Κ., εκχώρηση είναι η μεταβίβαση της απαίτησης του δανειστή σε νέο δικαιούχο, μέσω σύμβασης μεταξύ τους, χωρίς τη συναίνεση του οφειλέτη. Με τον τρόπο αυτό μεταβιβάζεται η απαίτηση και μεταβάλλεται το πρόσωπο του δανειστή και όχι η φύση και τα χαρακτηριστικά της απαίτησης (Α.Π. 1050/2021). Αντικείμενο εκχώρησης είναι δυνατό να είναι και η μέλλουσα απαίτηση. Η συμφωνία μεταξύ του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων και του δανειολήπτη, με την οποία ο δεύτερος προς εξόφληση του δανείου που έλαβε από το πρώτο, εκχωρεί σε αυτό την απαίτηση έναντι του εργοδότη του για μέρος του μισθού του, είναι έγκυρη και στηρίζεται στο άρθρο 62 του Ν. 2214/1994. Η εγκυρότητα της σύμβασης εκχώρησης συνεπάγεται ότι το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων δικαιούται να εισπράττει απευθείας από τον εργοδότη του μισθωτού (ή από τον ασφαλιστικό φορέα του συνταξιούχου) το μέρος των αποδοχών του οφειλέτη, το οποίο εκχωρήθηκε. Η ανωτέρω διάταξη καθορίζει απλά τον τρόπο καταβολής της τοκοχρεωλυτικής δόσης, η οποία γίνεται με νόμιμη εκχώρηση, από τον οφειλέτη προς το Ταμείο, ενός ποσοστού του μισθού ή της σύνταξής του. Από τη γραμματική διατύπωση της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 62 παρ. 1 και 2 του Ν. 2214/1994 προκύπτει ότι ο πραγματικά επιδιωκόμενος σκοπός της εν λόγω διάταξης είναι μόνον η εξασφάλιση του εκδοχέα, ήτοι του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων και η παραχώρηση ασφάλειας προς αυτό ως προς την είσπραξη της απαίτησής του και όχι η οριστική απόκτηση από αυτό (Τ.Π.Δ.) της απαίτησης. Στην προκειμένη περίπτωση υφίστανται δύο συμβάσεις και, ειδικότερα, αυτή της βασικής αιτίας (σύμβαση δανείου) και αυτή της εκχώρησης μελλοντικών περιοδικών παροχών, δηλαδή των έναντι του εργοδότη , (ή του ασφαλιστικού του ταμείου) του δανειολήπτη μελλοντικών περιοδικών απαιτήσεων των μηνιαίων αποδοχών χάριν καταβολής, περιεχόμενο της οποίας, κατά τα προεκτεθέντα, δεν είναι η, με μόνη την εκχώρηση, απόσβεση των εν λόγω μελλοντικών περιοδικών από το δάνειο, οφειλών προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και, κατ' επέκταση και του χρέους, αλλά η παροχή ασφάλειας από τον δανειολήπτη προς το Ταμείο. Επομένως, το γεγονός ότι ο δανειολήπτης έχει εκχωρήσει, χάριν καταβολής, τις μελλοντικές περιοδικές απαιτήσεις του κατά του εργοδότη του (ή του ασφαλιστικού του ταμείου) στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, με σύμβαση, που έχει συνάψει με το τελευταίο, δεν αποτελεί εμπόδιο για να ζητήσει την υπαγωγή του στην ρύθμιση του Ν. 3869/2010, διότι ο δανειολήπτης, παρά την εκχώρηση, εξακολουθεί να οφείλει εκ δανείου, καθόσον η ένδικη εκχώρηση δεν απόσβεσε την από το δάνειο οφειλή του (Α.Π. 1031/2015). Κατά τη ρύθμιση των οφειλών του υπερχρεωμένου δανειολήπτη δυνάμει των διατάξεων του Ν. 3869/2010, δεν τίθεται εν αμφιβολία η εγκυρότητα της σύμβασης εκχώρησης, ούτε πρόκειται για καταγγελία αυτής εκ μέρους του εκχωρητή - δανειολήπτη, αλλά για εφαρμογή των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων του Ν. 3869/2010, οι οποίες, λόγω αυτής της φύσης τους, δεν καταργούν, αλλά επιδρούν στη συναφθείσα ενοχική σύμβαση εκχώρησης, η οποία είναι δυνατόν να αναπροσαρμόζεται και δη, να περιορίζεται κατά το μέτρο που υπαγορεύουν οι ανάγκες της ρύθμισης του Ν. 3869/2010. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, σκοπός της, εκ μέρους του δανειολήπτη, εκχώρησης, κατά το άρθρο 62 του Ν. 2214/1994, δεν είναι η οριστικοποίηση του ποσού της οφειλής προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, αλλά είναι η, σε κάθε περίπτωση, εξασφάλιση της αποπληρωμής της εν λόγω οφειλής, σε όποιο ποσό και αν ανέρχεται αυτή, με συνέπεια, αφενός μεν, τα παρακρατούμενα χρηματικά ποσά να αποτελούν μέρος του εισοδήματος του δανειολήπτη, αφετέρου δε, το Δικαστήριο, στα πλαίσια της ρύθμισης του χρέους του κατά τον Ν. 3869/2010, να δύναται να προβεί σε αναπροσαρμογή της οφειλής του δανειολήπτη προς το άνω Ν.Π.Δ.Δ. και, αντιστοίχως, στον περιορισμό της μηνιαίας δόσης με βάση τις οικονομικές δυνατότητες του οφειλέτη, οπότε η εκχώρηση θα ισχύει, πλέον, για το ποσό που θα διατάξει το Δικαστήριο. Έτσι, η εν λόγω εκχώρηση κατά το άρθρο 62 του Ν. 2214/1994 θα εξακολουθεί να ισχύει παράλληλα με τη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 και απλώς θα μεταβάλλεται το ποσοστό του μισθού (ή, της σύνταξης) που θα παρακρατείται, το οποίο, προφανώς, θα πρέπει να βρίσκεται εντός των προαναφερόμενων νόμιμων ορίων (Α.Π.1325/2024, Α.Π.1315/2023, Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 1379/2019).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδάφ. α' του Κ.Πολ.Δ., κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, Α.Π. 20/2023, Α.Π. 980/2021, Α.Π. 756/2021).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στον νόμο, ιδρύεται δε αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με το λόγο αυτό, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1009/2021, Α.Π. 123/2021, Α.Π. 1221/2020, Α.Π. 1210/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ, με την αιτίαση ότι το, δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και εκ πλαγίου με έλλειψη αιτιολογίας, τις διατάξεις των άρθρων 455 επ. του Α.Κ., 62 του Ν. 2214/1994,4 παρ. 1, 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, επειδή, όπως ισχυρίζεται, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε το λόγο έφεσής του, με τον οποίο παραπονείτο ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του (178/2017) δεν διέταξε τη συνέχιση της παρακράτησης από τις αποδοχές του πρώτου αναιρεσίβλητου των ποσών που καθορίσθηκαν καταβλητέα σε αυτό (αναιρεσείον) με τη ρύθμιση των άρθρων 8 και 9 του Ν. 3.869/2010. Το Ειρηνοδικείο Αλεξανδρούπολης διέλαβε στο διατακτικό της εκκαλούμενης απόφασης, όσον αφορά την ρύθμιση των χρεών του πρώτου αναιρεσίβλητου, κατ' άρθρο 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του, κατ' άρθρο 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, τις ακόλουθες διατάξεις: "Ρυθμίζει τα χρέη του αιτούντα το αναιρεσείον. Ορίζει μηνιαίες καταβολές προς τους πιστωτές του επί 36 μήνες, οι οποίες θα καταβάλλονται εντός των πρώτων δέκα εργάσιμων ημερών εκάστου μηνός, αρχής γενομένης από τον πρώτο μήνα μετά την κοινοποίηση προς αυτόν της παρούσας απόφασης, συνολικού ποσού τριακοσίων ευρώ (300,00) το μήνα, συμμέτρως κατανεμόμενη ως εξής: 1] προς το ΤΠΔ από σύμβαση στεγαστικού δανείου, το ποσό των 185,65 ευρώ, 2] προς την Alpha Bank: α] από σύμβαση στεγαστικού δανείου, το ποσό των 97,78 ευρώ, β] από την υπ' αρθ. 2 σύμβαση, όπως αυτή αναγράφεται στην κρινόμενη αίτηση, το ποσό των 13,43 ευρώ, γ] από την υπ' αρθ. 3 σύμβαση, όπως αυτή αναγράφεται στην κρινόμενη αίτηση, το ποσό των 3,13 ευρώ.

ΕΞΑΙΡΕΙ από την εκποίηση την κύρια κατοικία του αιτούντα, και ειδικότερα το δικαίωμα επικαρπίας σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ενός διαμερίσματος α' ορόφου στην Αλεξανδρούπολη, με εσωτερική αρίθμηση Α-2, 32,11 τμ με αποθήκη με εσωτερική αρίθμηση ΥΑ-2, εμβαδού 6,63 τμ και θέση στάθμευσης με αριθμό 3, στον ακάλυπτο χώρο του ισογείου, εμβαδού 12,50 τμ, επί της οδού ..., στο ΟΤ 2Α.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στον αιτούντα την υποχρέωση να καταβάλει μηνιαίως στο ΤΠΔ για τη διάσωση της παραπάνω κατοικίας του το ποσό των διακοσίων τριών ευρώ και εβδομήντα τεσσάρων (203,74) ευρώ. Οι καταβολές αυτές ορίζονται 2ετείς (24 δόσεις) και θα ξεκινήσουν την πρώτη μέρα του πρώτου μήνα, 36 μήνες μετά τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης και θα γίνεται εντός των πρώτων δέκα εργάσιμων ημερών έκαστου μηνός. Η αποπληρωμή του ποσού αυτού θα γίνει χωρίς ανατοκισμό με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζα της Ελλάδος αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας". Όπως, προαναφέρθηκε, το, δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης, απέρριψε στο σύνολό της την έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση. Με αυτά που ανωτέρω διέλαβε το ως άνω πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, στις προαναφερόμενες διατάξεις του διατακτικού της, σαφώς συνάγεται ότι δεν έθεσε εν αμφιβολία και δεν θεώρησε καταργηθείσα την μεταξύ του αναιρεσείοντος και του πρώτου αναιρεσίβλητου υφισταμένη σύμβαση εκχώρησης, αναφορικά με τον τρόπο καταβολής των μηνιαίων δόσεων, η οποία (καταβολή) συμφωνήθηκε με βάση την εν λόγω μεταξύ τους συναφθείσα σύμβαση εκχώρησης, να γίνεται με παρακράτηση από το αναιρεσείον μέρους των μηνιαίων αποδοχών του πρώτου αναιρεσίβλητου-οφειλέτη, αλλά, στα πλαίσια της ρύθμισης του χρέους κατά τον Ν. 3869/2010 του τελευταίου, αναπροσάρμοσε μόνο και, ειδικότερα, περιόρισε, κατά το μέτρο που έκρινε ότι υπαγορεύουν οι ανάγκες της ρύθμισης του νόμου αυτού και με βάση τις γενόμενες δεκτές οικονομικές δυνατότητες του πρώτου αναιρεσίβλητου, το ύψος του ποσού των μηνιαίων δόσεων, που οφείλει να καταβάλει ο τελευταίος προς το αναιρεσείον, στα πλαίσια των διατάξεων των άρθρων 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, τις οποίες εφάρμοσε, χωρίς, όμως, να θίξει και χωρίς να μεταβάλει τον προαναφερόμενο τρόπο καταβολής τους, που συνίσταται στην παρακράτηση από τις μηνιαίες αποδοχές του πρώτου αναιρεσίβλητου, των καθορισθεισών πλέον, με την ρύθμιση του Ν. 3869/2010, μηνιαίων δόσεων, με βάση την ως άνω μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εκχώρησης, που εξακολουθεί, κατά τα προαναφερθέντα στην νομική σκέψη της παρούσας, να ισχύει παραλλήλως με την ρύθμιση του Ν. 3869/2010 και απλώς το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας μετέβαλε με τις ανωτέρω διατάξεις και παραδοχές του, το ύψος του ποσού μηνιαίως που θα παρακρατεί το αναιρεσείον από τις μηνιαίες αποδοχές του τελευταίου-οφειλέτη και όχι, όπως προαναφέρεται, τον, με παρακράτηση από τις μηνιαίες αποδοχές τους, τρόπο καταβολής του.
Συνεπώς, ορθώς με την προσβαλλόμενη απόφασή του το δικάσαν ως Εφετείο Δικαστήριο, απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος, ο οποίος αλυσιτελώς είχε προβληθεί, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση και, ως εκ τούτου, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατόπιν όλων αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για να ερευνηθεί, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της. Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση κατ' άρθρον 28 παρ. 4 του Ν. 2579/1998 (Α.Π. 1784/2023. Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 1047/2021). Τέλος, στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση, που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β` του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει το άρθρο 8, παρ. 6, εδάφ. β` του πιο πάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Ολ. Α.Π. 4/2023, Α.Π. 1784/2023, Α.Π. 606/2023).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-9-2020 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 213/2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, που δίκασε ως Εφετείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Ιουλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή