Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1480 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1480/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Παναγιώτα Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και από τον Γενικό Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Θεσσαλίας - Στερεάς Ελλάδος, που κατοικοεδρεύει στη Λάρισα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αγγελική Λεκάκη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. συζ. Π. Τ., το γένος Α. Χ., 2) Α. Τ. του Π., συζ. Β. Ν., κατοίκων ..., 3) Μ. Σ. του Ε., 4) Μ. Π. του Ι., 5) Α. Π. του Ι., 6) Ε. Π. του Ι., κατοίκων ..., 7) Ε. Σ. του Κ., κατοίκου ..., 8) Α. Σ. του Κ., συζ. Α. Ζ., κατοίκου ..., 9) Ε. Λ. του Ε., συζ. Α., κατοίκου ..., 10) Α. Λ. του Η., 11) Ι. συζ. Ε. Μ., το γένος Ε. Λ., κατοίκου ..., 12) Ε. Λ. του Ε., συζ. Ι. Γ., κατοίκου ..., 13) Γ. Π. του Κ., κατοίκου ... και 14) Β. Π. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-6-2008 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσείοντος (μετά την έκδοση της 1/2008 -όπως αυτή διορθώθηκε με τις 53/2008 και 83/2008- απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Λάρισας και συνεκδικάστηκε με την από 2-7-2008 αίτηση του ήδη αποβιώσαντος Α. Λ. του Η., των 7ης, 8ης, 9ης, 11ης, 12ης και 13ης των ήδη αναιρεσιβλήτων και του Κ. Π. του Δ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, την από 2-7-2008 αίτηση του 14ου των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, την από 19-11-2010 διά των προτάσεων κύρια παρέμβαση - ανταίτηση των 1ης έως και 6ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, τις διά των προτάσεων ανταιτήσεις του ήδη αναιρεσείοντος, καθώς και με τις αιτήσεις, ανταιτήσεις και παρεμβάσεις άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 263/2011 εν μέρει οριστική και 194/2014, όπως αυτή διορθώθηκε με την 77/2018, τελεσίδικη του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της 194/2014 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, καθώς και της 77/2018 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου, ζητεί το αναιρεσείον με την από 19-6-2018 αίτησή του.
Με την υπ' αριθμό 299/2024 Πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Παναγιώτα Γιαννακοπούλου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 307 εδ. α' και β' ΚΠολΔ "Αν για οποιοδήποτε λόγο που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου". Τέτοιος λόγος αδυναμίας είναι, μεταξύ άλλων, η αποχώρηση από την υπηρεσία δικαστή μέλους της σύνθεσης λόγω συνταξιοδότησης ή παραίτησης (ΑΠ572/2024, ΑΠ200/2024).
Εξάλλου, η επαναλαμβανόμενη, κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ, συζήτηση, αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση. Και ναι μεν στο άρθρο 307 ΚΠολΔ δεν αναφέρεται ρητώς, όπως στο άρθρο 254 ΚΠολΔ, ότι η επαναλαμβανόμενη συζήτηση αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης, όμως δεν συντρέχει δικαιολογητικός λόγος να αντιμετωπιστούν κατά διαφορετικό τρόπο οι δύο περιπτώσεις, γιατί οι ως άνω διατάξεις διαφέρουν μόνον ως προς το λόγο της επανάληψης, ο οποίος, στην περίπτωση του άρθρου 307 ΚΠολΔ, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα κάποιου διαδίκου και, συνεπώς, δεν δικαιολογείται να υφίσταται, αν αυτός δεν εμφανιστεί ή δεν εμφανιστεί προσηκόντως, δυσμενέστερη μεταχείριση, δηλαδή να δικαστεί ερήμην και να υποστεί τις σχετικές συνέπειες. Συνακόλουθα, η αρχική και η επαναλαμβανόμενη συζήτηση συνθέτουν μία συζήτηση και ο διάδικος, ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, είχε, όμως, παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία, ο διάδικος δε, που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις (ΑΠ572/2024, ΑΠ200/2024, ΑΠ17/2023, ΑΠ32/2023, ΑΠ936/2018). Με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3, 104, 143 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ ορίζονται, αντίστοιχα, τα εξής: α) Στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. β) Η πληρεξουσιότητα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, δίνεται μόνο, είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, μπορεί δε να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει και τα ονόματα των πληρεξουσίων. γ) Ο δικαστικός πληρεξούσιος που ορίσθηκε σύμφωνα με το άρθρο 96, είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάστασή του. δ) Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. ε) Αν ο διάδικος, που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως, και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγονται τα εξής: 1) Οι διάδικοι παρίστανται στο ακροατήριο με πληρεξούσιο δικηγόρο, στον οποίο, αν πρόκειται για διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρέπει να έχει δοθεί δικαστική πληρεξουσιότητα με συμβολαιογραφική πράξη ή με δήλωση του διαδίκου που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Η έλλειψη αυτής, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της παράστασης, καθώς και των πράξεων που είχαν γίνει προηγουμένως, και ο διάδικος θεωρείται ότι δεν παρίσταται (ΑΠ648/2023, ΑΠ681/2022, ΑΠ 96/2020, ΑΠ838/2017). 2) Σε περίπτωση περισσοτέρων αναιρεσίβλητων, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της αναίρεσης, αν κάποιος από αυτούς απουσιάζει κατά τη συζήτηση, τότε, για να είναι παραδεκτή η συζήτηση, πρέπει να αποδεικνύεται ότι ο απών αναιρεσίβλητος είχε παράσχει στον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο, μέσω του οποίου επέσπευσε και ο ίδιος τη συζήτηση, την προς τούτο απαιτούμενη πληρεξουσιότητα, την ύπαρξη της οποίας ερευνά αυτεπαγγέλτως ο Άρειος Πάγος. Ομοίως, στην περίπτωση που ο απών αναιρεσίβλητος κλητεύθηκε για τη συζήτηση της αναίρεσης από τον αναιρεσείοντα ή τους νόμιμα παριστάμενους λοιπούς αναιρεσίβλητους, εάν η σχετική κλήση επιδόθηκε στον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο του, ως αντίκλητό του, θα πρέπει και πάλι να αποδεικνύεται η απαιτούμενη πληρεξουσιότητα του τελευταίου.
Στην αντίθετη περίπτωση, η υπόθεση χωρίζεται για όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νόμιμα και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς, που δεν κλητεύθηκαν νόμιμα (ΑΠ648/2023, ΑΠ681/2022, ΑΠ171/2020, ΑΠ209/2019, ΑΠ782/2018, ΑΠ365/2018).
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 226 παρ. 4 εδ. γ' και δ' ΚΠολΔ "Αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων". Επίσης, με το άρθρο 83 παρ. 2 του ν. 4690/2020 και με την όμοια διάταξη του άρθρου 83 παρ. 2 του ν. 4790/2021, ορίζεται ότι: "Σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και οποιασδήποτε διαδικασίας ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊού COVID-19, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του προϊσταμένου του δικαστηρίου, νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο στη συντομότερη διαθέσιμη δικάσιμο. Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στον δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου. Στις υποθέσεις με διάδικο το Ελληνικό Δημόσιο, ο γραμματέας του δικαστηρίου γνωστοποιεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους τη νέα δικάσιμο με το οικείο πινάκιο ή έκθεμα. Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων ... για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα". Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 260 § 4 ΚΠολΔ "Όταν οι υποθέσεις που είναι γραμμένες στο πινάκιο δεν εισάγονται προς συζήτηση συνεπεία λόγων ανώτερης βίας ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του διευθύνοντος το δικαστήριο, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο. Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Με πρωτοβουλία του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων ... για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα". Σε περίπτωση ερημοδικίας διαδίκου, είτε κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε μετά από αναβολή της συζήτησης, είτε κατά τη νέα δικάσιμο, σε περίπτωση αυτεπάγγελτου επαναπροσδιορισμού της συζήτησης που ματαιώθηκε λόγω της πανδημίας COVID-19 ή άλλων λόγων ανωτέρας βίας, για να ισχύσει η εγγραφή της υπόθεσης από το γραμματέα στο οικείο πινάκιο ως κλήτευση του απολειπομένου διαδίκου, απαιτείται, ως προϋπόθεση, ο εν λόγω διάδικος, είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ο ίδιος, είτε να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης είτε αναβλήθηκε είτε ματαιώθηκε λόγω της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων ή για άλλους λόγους ανωτέρας βίας. Σε αντίθετη περίπτωση, η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο της μετ' αναβολή ή της αυτεπαγγέλτως προσδιορισθείσας νέας δικασίμου, δεν ισχύει ως κλήτευσή του κατ' αυτή και απαιτείται η νόμιμη κλήτευσή του (ΑΠ681/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 6/3/2020, επιδόθηκε στο αναιρεσείον, Ελληνικό Δημόσιο, με την επιμέλεια των αναιρεσίβλητων, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του δικηγόρου Τρικάλων Χρήστου Δεληντζή (βλ. την υπ' αριθμ. ....2019 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελητρίας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Σ. Δ., που επικαλούνται και προσκομίζουν οι κατά τη συζήτηση παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι). Κατά τη δικάσιμο αυτή η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 2/4/2021, οπότε ματαιώθηκε, διαρκούσας της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων (από 7/11/2020 έως 6/4/2021) λόγω της πανδημίας covid 19 και επαναπροσδιορίσθηκε αυτεπαγγέλτως, με την από 13/5/2021 πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, για τη δικάσιμο της 28/1/2022, οπότε ματαιώθηκε εκ νέου, με την υπ' αριθμ. 4035/26.1.2022 (ΦΕΚ Β' 190/26.1.2022) απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης περί αναστολής λειτουργίας Δικαστηρίων και Εισαγγελιών της Περιφέρειας Αττικής και Κρήτης, λόγω έκτακτων καιρικών φαινομένων και επαναπροσδιορίσθηκε αυτεπαγγέλτως, με την από 24/2/2022 πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, για τη δικάσιμο της 4/11/2022. Κατά τη δικάσιμο αυτή και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι δεύτερη, τρίτη, τέταρτη, πέμπτος, έκτος, δωδέκατη και δέκατος τέταρτος των αναιρεσίβλητων δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε υποβλήθηκε η κατ' άρθρο 242 ΚΠολΔ σχετική δήλωση, ενώ παρέστησαν οι λοιποί αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους, Χρήστο Δεληντζή. Επειδή, όμως, μετά παρέλευση ικανού χρονικού διαστήματος από τη συζήτηση, διαπιστώθηκε αδυναμία έκδοσης απόφασης εκ μέρους της εισηγήτριας Αρεοπαγίτου Χριστίνας-Ζαφειρίας Γαβριηλίδου, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 ΚΠολΔ, με την από 15/11/2024 πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, ορίσθηκε νέα δικάσιμος προς επανάληψη της συζήτησης η 21/3/2025 και κλήθηκαν οι αναιρεσίβλητοι για να παραστούν κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση, με επίδοση αντιγράφου της προαναφερόμενης πράξης ορισμού δικασίμου προς επανάληψη της συζήτησης και της σχετικής κλήσης προς εμφάνιση κατά την άνω δικάσιμο, στον δικηγόρο Τρικάλων Χρήστο Δεληντζή, ως πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητό τους (βλ. το από .../2024 αποδεικτικό επιδόσεως του Επιμελητή Δικαστηρίων του Πρωτοδικείου Τρικάλων Γ. Μ.). Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας, δεν αποδεικνύεται ότι ο ως άνω δικηγόρος, ο οποίος, αφενός έδωσε την παραγγελία για την επίδοση στο αναιρεσείον της αίτησης αναίρεσης και της κλήσης προς συζήτηση κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 6/3/2020, αφετέρου παρέλαβε, ως αντίκλητος, την κλήση που επιδόθηκε με επιμέλεια του Γραμματέα του Δικαστηρίου προς επανάληψη της συζήτησης στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (21/3/2025), είχε την απαιτούμενη κατ' άρθρο 96 ΚΠολΔ πληρεξουσιότητα και από τους απολειπόμενους αναιρεσίβλητους, αφού δεν γίνεται επίκληση, ούτε αποδεικνύεται η από αυτούς παροχή πληρεξουσιότητας προς τον εν λόγω δικηγόρο, με την προσκόμιση του σχετικού συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου και, κατά συνέπεια, ακύρως αυτός επέσπευσε, ως προς τους παραπάνω αναιρεσίβλητους, τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και ακύρως παρέλαβε, ως αντίκλητός τους, την κλήση για την παράστασή τους κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση. Επομένως, εφόσον οι απολειπόμενοι αναιρεσίβλητοι δεν επέσπευσαν νομίμως τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ούτε κλητεύθηκαν νομίμως από το αναιρεσείον ή τους λοιπούς αναιρεσίβλητους, τόσο για την αρχική, όσο και για την επαναλαμβανόμενη συζήτηση, πρέπει να κηρυχθεί, ως προς αυτούς, απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, να χωριστεί η υπόθεση ως προς αυτούς, οι οποίοι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσίβλητους (άρθρο 576 παρ. 3 εδ. β' ΚΠολΔ) και να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία των λοιπών αναιρεσίβλητων, οι οποίοι δικάζονται αντιμωλία, εφόσον είχαν παραστεί κατά την προηγούμενη συζήτηση. Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 291 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης. Η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί εκουσίως ρητώς με δήλωση των κληρονόμων του θανόντος στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, ακόμα και ταυτόχρονα με τη δήλωση διακοπής, εφόσον παρίσταται ο αντίδικος, είτε με την επίδοση ιδιαιτέρου δικογράφου ή και με εξώδικη δήλωση, αλλά και σιωπηρώς με την κοινοποίηση κλήσης για συζήτηση της υποθέσεως (ΑΠ 895/2020, ΑΠ 1045/2017, ΑΠ 711/2015, ΑΠ 1726/2013).
Εξάλλου, στην ειδική διαδικασία των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις περί βίαιης διακοπής της δίκης των άρθρων 286 έως 297 Κ.Πολ.Δ., αλλά η δίκη συνεχίζεται με τους κληρονόμους, σύμφωνα με όσα ορίζει η διάταξη του άρθρου 18 παρ. 5 του ν. 2882/2001, η οποία, ως ειδική, κατισχύει των γενικών ως άνω διατάξεων του ΚΠολΔ (ΑΠ1076/2024, ΑΠ 895/2020, ΑΠ 1144/2019, ΑΠ 1259/2017)
Στην ερευνώμενη υπόθεση, ο πληρεξούσιος δικηγόρος Χρήστος Δεληντζής, κατά την προηγούμενη συζήτηση στις 4/11/2022, με προφορική δήλωσή του στο ακροατήριο δήλωσε ότι ο δέκατος αναιρεσίβλητος, Α. Λ. του Η., απεβίωσε στις .../2019 (μετά την άσκηση της αναίρεσης) και η δίκη συνεχίζεται με τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του: 1) Ε., συζ. Α. Λ., 2) Η. Λ. του Α., 3) Α. Λ. του Α. και 4) Γ. Λ. του Α., τους οποίους εκπροσωπεί, προσκόμισε δε α) το υπ' αριθμ. ....2020 πληρεξούσιο του Συμβολαιογράφου Φαρκαδόνας Α. Κ., β) το από .../2019 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξίαρχου Φαρκαδόνας Κ. Κ. και γ) το υπ' αριθμ. πρωτ. ....2019 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου Φαρκαδόνας. Τα ανωτέρω δεν αμφισβητήθηκαν από το αναιρεσείον ή τους λοιπούς παριστάμενους αναιρεσίβλητους.
Συνεπώς, νόμιμα χωρεί η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης με τους ως άνω κληρονόμους του δέκατου αναιρεσίβλητου. Με την από 19/6/2018 (αριθμ. καταθ. 22/20-6-2018) αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου προσβάλλονται α) η υπ' αριθμ. 77/2018 διορθωτική-ερμηνευτική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά τη διαδικασία των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων και β) η υπ' αριθμ. 194/2014 τελεσίδικη απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε κατά την ίδια διαδικασία, όπως αυτή διορθώθηκε και ερμηνεύθηκε με την προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 77/2018 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου. Από τις διατάξεις των άρθρων 319 ΚΠολΔ και 18 παρ.1 εδ. β' και 22 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) προκύπτει ότι η απόφαση του Εφετείου, που εκδίδεται επί αιτήσεως διορθώσεως ή ερμηνείας αποφάσεως του ιδίου δικαστηρίου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 315 επ. του ΚΠολΔ, η οποία είχε εκδοθεί κατά το άρθρο 20 του Κ.Α.Α.Α. (επί αιτήσεως για οριστικό προσδιορισμό αποζημιώσεως από αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου), υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναίρεσης. Κατά τη διάταξη του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης. Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, το εμπρόθεσμο της ασκηθείσας αναίρεσης είναι προϋπόθεση του παραδεκτού της. Τη συνδρομή της εν λόγω προϋπόθεσης εξετάζει ο Άρειος Πάγος και αυτεπαγγέλτως με βάση τα υποβληθέντα έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας, απορρίπτει δε την αναίρεση αν λείπει η προϋπόθεση αυτή. Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 § 4 του ν. 2882/2001, εάν δεν επιδόθηκε η απόφαση του εφετείου περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, η προθεσμία προς άσκηση αναίρεσης είναι σε κάθε περίπτωση ένα έτος από τη δημοσίευση της απόφασης. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 315 ΚΠολΔ, αν από παραδρομή κατά τη σύνταξη της απόφασης περιέχονται λάθη γραφικά ή λογιστικά ή το διατακτικό της διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος ή και αυτεπαγγέλτως, να τη διορθώσει με νέα απόφασή του. Αντικείμενό της αποτελούν ακούσιες πλημμέλειες που παρεισφρύουν κατά τα σύνταξη ή την καθαρογραφή της απόφασης. Με την αποδοχή της αίτησης διόρθωσης ή και μετά από αυτεπάγγελτη ενέργεια του δικαστηρίου, αποκαθίσταται η υπάρχουσα διάσταση, ώστε να αποδοθεί στο κείμενο της απόφασης το ηθελημένο περιεχόμενό της. Με τη διόρθωση της απόφασης, δεν δημιουργείται νέα αυτοτελής απόφαση, αλλά διορθώνεται η ήδη υπάρχουσα, η οποία ως ενιαίο σύνολο με τη διορθωτική παράγει έννομα αποτελέσματα αναδρομικά από τη δημοσίευσή της και όχι από τη διόρθωσή της (ΑΠ13/2023, ΑΠ1123/2022, ΑΠ330/2022).
Συνεπώς με ένδικο μέσο προσβάλλεται η διορθωθείσα απόφαση και δεν είναι ανάγκη να συμπροσβάλλεται και η διορθωτική απόφαση, ούτε παρέχεται, λόγω της διόρθωσης της απόφασης, νέα προθεσμία προς άσκηση ενδίκου μέσου κατά της διορθωθείσας απόφασης, εκτός αν το ένδικο μέσο ασκείται κατά της διορθωτικής απόφασης για πλημμέλειες αυτής, κατά το άρθρο 319 ΚΠολΔ (ΑΠ1123/2022, ΑΠ330/2022, ΑΠ395/2019, ΑΠ1119/2019). Η ενότητα, επομένως, της διορθωτικής (ή της ερμηνευτικής) αποφάσεως με την αρχική απόφαση που διορθώθηκε με αυτήν, διασπάται, όσο αφορά τα ένδικα μέσα, έτσι ώστε, κάθε μία από αυτές, να υπόκειται και να προσβάλλεται αυτοτελώς για σφάλματα τα οποία εμφιλοχώρησαν κατά την διαδικασία της εκδόσεώς της (ΑΠ1123/2022, ΑΠ395/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, η ανωτέρω προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 194/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, περί οριστικού προσδιορισμού αποζημίωσης, δημοσιεύθηκε στις 30/4/2014 και δεν προκύπτει (ούτε οι παριστάμενοι διάδικοι επικαλούνται) ότι επιδόθηκε, ενώ, η υπό κρίση από 20/6/2018 αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε στη γραμματεία του ως άνω Εφετείου στις 20/6/2018, ασκήθηκε μετά την πάροδο της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 22 § 4 ν. 2882/2001 καταχρηστικής προθεσμίας του ενός έτους, η οποία έληξε στις 30/4/2015. Σημειωτέον ότι, η επικαλούμενη από το αναιρεσείον επίδοση στις .../2018 της υπ' αριθμ. 77/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία διορθώθηκε και ερμηνεύθηκε η προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 194/2014 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αφετηρία για την έναρξη της νέας προθεσμίας για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά της τελευταίας αυτής απόφασης. Τούτο διότι, όπως προεκτέθηκε, με τη διόρθωση της απόφασης αυτής δεν δημιουργήθηκε νέα αυτοτελής απόφαση, αλλά διορθώθηκε η ήδη υπάρχουσα, η οποία, ως ενιαίο σύνολο με τη διορθωτική παράγει έννομα αποτελέσματα ως προς όλα τα ζητήματα, μεταξύ των οποίων και αυτό της έναρξης της προθεσμίας της άσκησης της αίτησης αναίρεσης, αναδρομικά από τη δημοσίευσή της και όχι από τη διόρθωσή της (ΑΠ1119/2019).
Πρέπει, επομένως, η αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 194/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας και αφορά στους παρισταμένους αναιρεσίβλητους, να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω της εκπρόθεσμης άσκησής της. Αντιθέτως, η αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της διορθωτικής, υπ' αριθμ. 77/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, έχει ασκηθεί παραδεκτά, ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 § 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 741 και 769 του ιδίου Κώδικα, και, περαιτέρω, νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε αυτήν στις 20/6/2018, ήτοι εντός της κατ' άρθρο 564 § 1 ΚΠολΔ 30ήμερης προθεσμίας από την επίδοσή της, η οποία, όπως επικαλείται το αναιρεσείον χωρίς να αμφισβητηθεί από τους παριστάμενους αναιρεσίβλητους, έλαβε χώρα στις 21/5/2018. Πρέπει, συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που κρίθηκε παραδεκτή, ως δικόγραφο, να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 §§ 1 και 3 του ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παραβίαση των κανόνων του δικονομικού δικαίου, δηλαδή εκείνων που καθορίζουν τα όργανα, τον τρόπο και τη μορφή της ένδικης προστασίας, δεν ελέγχεται με τον από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Οι προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 315 και 316 ΚΠολΔ, που ορίζουν τις προϋποθέσεις διόρθωσης και ερμηνείας αποφάσεων, είναι δικονομικού δικαίου και η παραβίασή τους δεν ελέγχεται με τον από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ804/2023, ΑΠ719/2023, ΑΠ1685/2022, ΑΠ1123/2022).
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 315 και 316 ΚΠολΔ διορθώθηκε και ερμηνεύθηκε η υπ' αριθμ. 194/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις διόρθωσης και ερμηνείας της απόφασης αυτής. Με το προαναφερόμενο περιεχόμενο, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, οι διατάξεις των άρθρων 315 και 316 ΚΠολΔ είναι δικονομικού δικαίου και, ως εκ τούτου, η παραβίασή τους δεν ελέγχεται με τον από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο. Κατά το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας τόσο για το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου, και για το αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα, τα οποία προσέδωσε σ' αυτό το δικαστήριο της ουσίας, όσον και η κρίση για τη συνδρομή ή μη των κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ προϋποθέσεων του δεδικασμένου, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. ελέγχεται, από τον Άρειο Πάγο. Η παραδοχή ότι υπάρχει ή όχι δεδικασμένο μπορεί να γίνει με άμεσο τρόπο, δηλαδή με σαφή περί του αιτήματος σκέψη της απόφασης ή με έμμεσο τρόπο, όπως όταν υπό το ένδυμα της διόρθωσης ή της ερμηνείας της απόφασης αλλοιώνεται η ουσία της διορθούμενης ή ερμηνευόμενης απόφασης (ΑΠ395/2019).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 315 του ΚΠολΔ, η οποία, ως εξαιρετική, υπηρετεί, στα πλαίσια της επιταγής για ασφάλεια δικαίου, τον κύριο σκοπό της δίκης, που είναι η δικαιοσύνη, συνάγεται ότι, κατόπιν αιτήσεως των διαδίκων ή και αυτεπαγγέλτως, είναι δυνατόν να γίνει διόρθωση των σφαλμάτων της απόφασης, που οφείλονται σε ασυμφωνία αυτών που ήθελε το δικαστήριο και εκείνων, που έχουν διατυπωθεί στην απόφαση, έστω και αν, από τη διόρθωση της ανακρίβειας της διατύπωσης, επέρχεται μεταβολή στο διατακτικό, αφού η μεταβολή αυτή, επιτρεπόμενη από το νόμο, δεν ανατρέπει αλλ' ορθώς διατυπώνει την αληθή δικαιοδοτική βούληση, δεν αποτελεί δε παραβίαση του δεδικασμένου (ΟλΑΠ29/2004, ΟλΑΠ30/2004, ΑΠ1123/2022, ΑΠ815/2022, ΑΠ395/2019, ΑΠ318/2018). Η ανακριβής ή ελλιπής, εξάλλου, διατύπωση, η οφειλόμενη σε παραδρομή και ευρισκόμενη σε αναντιστοιχία προς εκείνα που θέλησε το δικαστήριο, πρέπει να προκύπτει είτε από την ίδια την απόφαση, ήτοι από την όλη διάρθρωση της απόφασης και όσα συνέβησαν κατά τη σύνταξή της (ΟλΑΠ 22/2004, ΑΠ1123/2022, ΑΠ815/2022, ΑΠ395/2019), είτε από το συνδυασμό αυτής προς τα πρακτικά του δικαστηρίου ή και τα διαδικαστικά έγγραφα και, ιδίως, προς εκείνα, με τα οποία ζητήθηκε η συγκεκριμένη έννομη προστασία (ΑΠ1123/2022, ΑΠ266/2019).
Πρέπει δε η διόρθωση να μη σχετίζεται με την ουσία της υπόθεσης, ούτε να αλλοιώνει την έννοια της απόφασης και να μεταβάλει ή να ανακαλεί το περιεχόμενό της και, έτσι, να οδηγεί άμεσα ή έμμεσα σε επανεκτίμηση των αποδείξεων ή επανεξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Τούτο σημαίνει ότι, για τη διαπίστωση του σφάλματος του δικαστηρίου, δεν πρέπει να γίνεται επανεξέταση της ουσίας της διαφοράς, αλλά να προκύπτει αυτό από την απλή επισκόπηση της απόφασης, των πρακτικών ή και των δικογράφων των διαδίκων, ώστε να γίνεται, στη συνέχεια, η διόρθωσή της. Κατά συνέπεια, αντικείμενο διόρθωσης, δεν αποτελούν διαγνωστικά σφάλματα του δικαστηρίου, που αναφέρονται στην ερμηνεία ή στην εφαρμογή ουσιαστικής διάταξης, καθώς και στην εκτίμηση των αποδείξεων, τα οποία, εφόσον αποδειχθούν, αίρονται μόνο με την οδό των ένδικων μέσων, αλλά μόνον ακούσιες πλημμέλειες, που παρεισέφρησαν κατά τη σύνταξη ή την καθαρογραφή της απόφασης (ΑΠ1184/2023, ΑΠ87/2023, ΑΠ1123/2022, ΑΠ815/2022, ΑΠ1479/2019, ΑΠ318/2018, ΑΠ359/2017).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 316 ΚΠολΔ "Αν η απόφαση είναι διατυπωμένη με τρόπο που γεννά αμφιβολίες ή είναι ασαφής, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος, να την ερμηνεύσει με νέα του απόφαση, έτσι που η έννοιά της να γίνει αναμφίβολη, η ερμηνεία, όμως, δεν μπορεί ποτέ να αλλάξει το διατακτικό της απόφασης που ερμηνεύεται". Όπως προκύπτει από τη διάταξη αυτή, η ερμηνεία γίνεται από το ίδιο δικαστήριο, που έχει εκδώσει την αρχική απόφαση και με την ίδια διαδικασία, χωρίς χρονικό περιορισμό και μόνο ύστερα από αίτημα διαδίκου και όχι αυτεπάγγελτα. Η ερμηνεία αποβλέπει στην αποκατάσταση του αληθινού νοήματος της απόφασης, εφόσον αυτό δεν είναι κατανοητό από τους διαδίκους, για το λόγο ότι η διατύπωση είναι ασαφής ή αμφίβολη και, έτσι, με την ερμηνεία αίρονται οι ασάφειες και οι αοριστίες της διατύπωσης των σχετικών σημείων της απόφασης, με την επεξήγηση της αληθούς έννοιας και την αποκατάσταση του ακριβούς νοήματος αυτών. Αμφίβολο, κατ' αρχήν, θεωρείται το νόημα της απόφασης, όταν η λεκτική διατύπωση, λόγω των όρων που χρησιμοποιήθηκαν, οδηγεί σε διάφορες ερμηνευτικές εκδοχές, ενώ η ασάφεια της απόφασης πρέπει να είναι τέτοια ώστε να δυσχεραίνεται ή να καθίσταται αδύνατη η κατανόηση αυτής ή η εκτέλεσή της και η οριοθέτηση του ουσιαστικού δεδικασμένου, που απορρέει από αυτή. Το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου εισάγεται η αίτηση ερμηνείας δικαστικής απόφασης (άρθρο 317 παρ. 2 του ΚΠολΔ), θα εξετάσει σε πρώτη φάση, αν πράγματι η απόφαση είναι ασαφής, αόριστη και με αμφίβολο νόημα. Μόνο τότε, ήτοι, αν διαγνωστεί ότι η απόφαση δεν είναι "σαφής", αλλά έχει ανάγκη ερμηνείας, θα προχωρήσει στην ερμηνεία της απόφασης, αναζητώντας την αληθινή βούληση του δικαστή (και όχι το νόημα της απόφασης καθ' εαυτό), λαμβάνοντας υπόψη, εφόσον είναι αναγκαίο και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η ερμηνευόμενη απόφαση (αγωγή, προτάσεις και λοιπά δικόγραφα της δίκης εκείνης). Δεν ερευνάται, δηλαδή, πώς θα ήταν ορθό να αποφανθεί το δικαστήριο, κατά τη δίκη εκείνη, αλλά πώς πράγματι αποφάνθηκε. Νομικές ή ουσιαστικές πλημμέλειες της απόφασης, δεν είναι δυνατό να καλυφθούν με τη μέθοδο της ερμηνείας και, συνεπώς, δεν επιτρέπεται, κατά την ερμηνεία, η επανεκτίμηση των αποδείξεων, που είχαν διεξαχθεί τότε, ούτε το δικαστήριο έχει εξουσία, με ερμηνεία ή προσθήκη νέας διάταξης, να αλλοιώσει την ουσία της απόφασης και την έννοια αυτής, ούτε να συμπληρώσει παραλείψεις, σε αιτήματα, που υποβλήθηκαν από τους διαδίκους, διότι τούτο αντίκειται στους κανόνες του δεδικασμένου. Οι τυχόν απόψεις των διαδίκων για την έννοια της απόφασης, δεν δεσμεύουν το δικαστήριο. Το δικαστήριο, κατά την ερμηνεία της απόφασής του, περιορίζεται στην επεξήγηση της αληθινής έννοιάς της, ήτοι στον καθορισμό των αόριστων και στην αποσαφήνιση των ασαφών σημείων του διατακτικού της ή και των αιτιολογιών της, όταν οι τελευταίες επέχουν θέση διατακτικού, χωρίς όμως να αλλάξει το διατακτικό της απόφασής του (ΑΠ1831/2024, ΑΠ1781/2023, ΑΠ815/2022, ΑΠ480/2022).
Κατά την ερμηνεία, τέλος, αναζητείται η βούληση των δικαστών που εξέδωσαν την ερμηνευόμενη απόφαση, με βάση τα στοιχεία γενικά της δίκης (ΑΠ1831/2024, ΑΠ480/2022, ΑΠ1479/2019, ΑΠ 962/2017, ΑΠ 75/2017).
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα: Στις 19/11/2010 συζητήθηκε ενώπιον του Εφετείου Λάρισας η από 6-6-2008 (αριθμ. καταθ. 629/2008) αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, με αιτήματα: α) τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για τα ακίνητα με τα επικείμενά τους, τα οποία απαλλοτριώθηκαν με την με αριθμ. 1984/ΤΚ/8.5.2006 (ΦΕΚ Δ' 428/22.5.2006) απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Θεσσαλίας, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή του έργου "Ε.O. Λάρισας-Τρικάλων, τμήμα από παράκαμψη Φαρκαδόνας -μέχρι αρχή παράκαμψης Μεγαλοχωρίου", καθώς και για τα εναπομείναντα τμήματα των ακινήτων αυτών και β) την αναγνώριση του τεκμηρίου ωφελείας και της υποχρέωσης αυτοαποζημίωσης των παροδίων ιδιοκτησιών. Επίσης, με την από 2/7/2008 και με αριθμό κατάθεσης 763/3.7.2008 (υπό στοιχ. ΚΑ στην απόφαση που διορθώθηκε και ερμηνεύθηκε) αίτησή τους ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, οι έβδομη (Ε. Σ. του Κ.), όγδοη (Α. Σ. του Κ.), ένατη (Ε. Λ. του Ε., συζ. Α.), δέκατος (Α. Λ. του Η., ήδη αποβιώσας, στη θέση του οποίου συνεχίζουν η δίκη οι προαναφερθέντες κληρονόμοι του), ενδέκατη (Ι. συζ. Ε. Μ.), δωδέκατη (Ε. Λ. του Ε., συζ. Ι. Γ.) και δέκατη τρίτη (Γ. Π. του Κ.) αναιρεσίβλητοι, ισχυρίσθηκαν ότι τα απαλλοτριούμενα ακίνητά τους, με ΑΚΠ 446, 450, 451, 452 και 454, βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια της Κοινότητας Κρήνης Ν. Τρικάλων, έχουν πρόσωπο σε δημόσια έκταση παράπλευρη της Ε.Ο. Τρικάλων-Λαρίσης, η οποία δημιουργήθηκε από τον αναδασμό και δυνατότητα άμεσης κυκλοφοριακής σύνδεσης από την Ε.Ο. δια της παράπλευρης έκτασης, γι' αυτό θα πρέπει να ορισθεί ίδια τιμή μονάδας αποζημίωσης με τα ακίνητα που βρίσκονται στην κτηματική περιοχή της Φαρκαδόνας και του Κλοκωτού, αφού όλα τα ακίνητα βρίσκονται στην ίδια ευθεία και όχι να θεωρηθεί ότι τα ακίνητα της Κρήνης έχουν μικρότερη αξία, όπως λανθασμένα έκρινε η Περιφέρεια Λάρισας, που στους πίνακες πληρωμής τα έχει ορίσει σε 5€/τ.μ. και όχι σε 10€/τ.μ., όπως για τα ακίνητα Φαρκαδόνας και Κλοκωτού. Με βάση τα προαναφερόμενα ζήτησαν: 1) Να ορισθεί οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης στα αιτηθέντα για κάθε ακίνητο ποσά και να κριθεί ότι τα ακίνητά τους έχουν την ίδια αξία με τα ακίνητα της κτηματικής περιφέρειας της Φαρκαδόνας και του Κλοκωτού και 2) να αναγνωρισθεί ότι δεν προκύπτει ωφέλεια για τα ακίνητά τους και ότι αυτά δεν αυτοαποζημιώνονται ούτε οφείλουν αποζημίωση σε τρίτους. Επίσης, η πρώτη αναιρεσίβλητη, Ε. συζ. Π. Τ., με τις προτάσεις-κύρια παρέμβαση-ανταίτηση που κατέθεσε στις 16/10/2009 (από κοινού με τους δεύτερη έως και έκτο των αναιρεισίβλητων, ως προς τους οποίους κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αναίρεσης), δήλωσε ότι παρεμβαίνει κυρίως για την με ΑΚΠ 28 ιδιοκτησία, στη θέση του καθ'ου η αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, Ν. Β. του Φ. και ζήτησε, α) να ορισθεί η τιμή μονάδας αποζημίωσης για την ως άνω απαλλοτριούμενη ιδιοκτησία στο αιτηθέν ποσό και β) να αναγνωρισθεί ότι δεν υφίσταται τεκμήριο ωφέλειας για το εναπομείναν τμήμα του ακινήτου της.
Η ίδια, κατά την πρώτη συζήτηση ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας (19/10/2010), με προφορική δήλωση στο ακροατήριο της πληρεξουσίας δικηγόρου της, Ευθυμίας Στάμου, άσκησε κύρια παρέμβαση, προβάλλοντας δικαίωμα ιδίας κυριότητας στην ως άνω, με ΑΚΠ 28 ιδιοκτησία, στη θέση του φερόμενου ιδιοκτήτη Ν. Β. του Φ. (χωρίς να υποβάλει άλλα αιτήματα). Οι ως άνω αιτήσεις, κύριες παρεμβάσεις και ανταίτηση συνεκδικάσθηκαν (και με άλλες αιτήσεις, ανταιτήσεις και κύριες παρεμβάσεις, που δεν ενδιαφέρουν τον αναιρετικό έλεγχο) και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 263/2011 μη οριστική απόφαση του Εφετείου Λάρισας, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης. Με την απόφαση αυτή, κρίθηκαν παραδεκτές και νόμιμες, μεταξύ άλλων, α) η προαναφερθείσα από 2/7/2008 (αριθμ. καταθ. 763/3.7.2008) αίτηση των έβδομης, όγδοης, ένατης, δέκατου, ενδέκατης, δωδέκατης και δέκατης τρίτης των αναιρεσίβλητων (σελ. 121) και β) η ασκηθείσα στο ακροατήριο κύρια παρέμβαση της πρώτης αναιρεσίβλητης, με την οποία αυτή προέβαλε δικαίωμα ιδίας κυριότητας επί της με ΑΚΠ 28 ιδιοκτησίας (σελ. 129 υπό το στοιχ. 13). Αντιθέτως, το δικαστήριο, ενώ έκρινε επί του παραδεκτού άλλων ανταιτήσεων, που είχαν ασκηθεί με τις προτάσεις (σελ. 123-125), ουδόλως ασχολήθηκε με την προαναφερθείσα ανταίτηση που η πρώτη αναιρεσίβλητη άσκησε με τις κατατεθείσες στις 16/10/2009 προτάσεις της. Μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, εκδόθηκε η με αριθμ. 194/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία, κατά την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας των ως άνω αιτήσεων, ανταιτήσεων και κυρίων παρεμβάσεων, οι οποίες είχαν ήδη κριθεί παραδεκτές και νόμιμες με τη μη οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου (σελ. 79 της 194/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας), στο κεφάλαιό της με αριθμ. 12 και στο σημείο που αναφέρει τις ιδιοκτησίες, για τις οποίες δέχεται τις αιτήσεις των κυρίως παρεμβαινόντων-ανταιτούντων ιδιοκτητών, για ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας (σελ. 171, στίχοι 10ος-14ος), δεν περιέλαβε και την με ΑΚΠ 28 ιδιοκτησία της πρώτης αναιρεσίβλητης, ενώ, στο κεφάλαιο 13 (σελ. 172) διαλαμβάνεται η κρίση ότι "κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει τόσο οι αιτήσεις, όσο και οι ανταιτήσεις και οι κύριες παρεμβάσεις, κατά το μέρος που κρίθηκαν παραδεκτές και νόμιμες, με την υπ' αριθμ. 263/2011 μη οριστική απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, να γίνουν δεκτές, ως βάσιμες και κατ' ουσίαν, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό", ενώ στο διατακτικό, στη διάταξη με την οποία αναγνωρίζεται ότι δεν συντρέχει το κατά το άρθρο 1 ν. 653/1977 τεκμήριο ωφέλειας για τα αναφερόμενα σε αυτήν ακίνητα (σελ. 177), επίσης δεν περιελήφθη η με ΑΚΠ 28 ιδιοκτησία της πρώτης αναιρεσίβλητης, της οποίας η σχετική ανταίτηση, όπως προεκτέθηκε, δεν κρίθηκε, ως προς το παραδεκτό και τη νομική βασιμότητά της, με την ως άνω μη οριστική απόφαση του Εφετείου Λάρισας.
Περαιτέρω, στο σκεπτικό της υπ' αριθμ. 194/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας (σελ. 115-116), κατά τον προσδιορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης, αναφέρονται, κατά λέξη, και τα εξής: "Από όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, αλλά και από τα υπόλοιπα εκ των προσκομιζομένων και επικαλούμενων που δεν μνημονεύθηκαν προηγουμένως ειδικότερα, εκτιμώμενα κατά το λόγο της τοπικής και χρονικής τους προσφορότητας, προκύπτει ότι η πραγματική αξία των απαλλοτριουμένων ακινήτων, για την οποία υπέχει υποχρέωση αποζημιώσεως το αιτούν στη Γ αίτηση - καθ' ου στις λοιπές αιτήσεις - Ελληνικό Δημόσιο, κατά τον κρίσιμο χρόνο της συζητήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό αποζημιώσεως (19.11.2010 - ΑΠ 24/2010), δεδομένου ότι αυτή διεξάγεται μετά την παρέλευση πλέον του έτους από τη συζήτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων για τον προσωρινό προσδιορισμό, η οποία έλαβε χώρα στις 5.9.2009 (άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 13 παρ. 1 εδ. β' του ΚΑΑΑ, όπως συμπληρώθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 1 του ν. 2985/2002), με βάση τις υπάρχουσες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς να υπολογισθεί η τυχόν ανατίμηση ή υποτίμηση της αξίας τους που επέρχεται λόγω της εξαγγελίας απαλλοτριώσεως ή της εκτελέσεως του έργου, το οποίο αυτή αφορά, κατά συνέπεια δε, η πλήρης οφειλομένη για τα ίδια ακίνητα αποζημίωση, δηλαδή εκείνη με την οποία οι δικαιούχοι μπορούν να αντικαταστήσουν τα απαλλοτριούμενα με άλλα ισάξια (ΟλΑΠ 13/2000 Δ/νη 2000.950, ΑΠ J332/1985 Δ/νη 26. 1134), ανέρχεται ως εξής: α) για αγρούς ποτιστικούς της κτηματικής περιφέρειας Δ.Δ. Μεγαλοχωρίου με πρόσοψη στην Εθνική Οδό Τρικάλων-Λαρίσης 30 ευρώ/τ.μ., β) για αγρούς ποτιστικούς Δ.Δ. Πατουλιάς- Χρυσαυγής με πρόσοψη στην ΕΌ. Τρικάλων-Λαρίσης 25 ευρώ/τ.μ., γ) για αγρούς ποτιστικούς Δ.Δ. Ταξιαρχών με πρόσοψη στην Ε.Ο. Τρικάλων- Λαρίσης 20 ευρώ/τ.μ., δ) για αγρούς ποτιστικούς λοιπών Δημοτικών διαμερισμάτων (εκτός Δ.Δ. Μεγαλοχωρίου, Χρυσαυγής, Πατουλιάς), με πρόσοψη στην Ε.Ο. Τρικάλων - Λαρίσης, 10 ευρώ/τ.μ., ε) για αγρούς ποτιστικούς με πρόσοψη σε δημοτικό δρόμο 5 ευρώ/τ.μ. και στ) για αγρούς ποτιστικούς με πρόσοψη σε αγροτικό δρόμο 3 ευρώ/τ.μ....", ενώ στο διατακτικό, διαλαμβάνεται αντίστοιχη διάταξη, η οποία έχει ως εξής: "ΚΑΘΟΡΙΖΕΙ την οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως των αναφερομένων στο σκεπτικό της παρούσας ακινήτων με τα επικείμενό τους, που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά για λόγους δημοσίας ωφέλειας με την υπ' αριθμό ...-2006 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Θεσσαλίας, δημοσιευμένης στο υπ' αριθμό ...-2006 ΦΕΚ και ειδικότερα για την κατασκευή του έργου "Ε.Ο. Λάρισας-Τρικάλων, τμήμα από παράκαμψη Φαρκαδόνας (χ.θ. 37 + 00) μέχρι αρχή παράκαμψης Μεγαλοχωρίου (χ.θ. 53 + 197,50)", που ευρίσκεται στο Νομό Τρικάλων, όπως η απαλλοτριούμενη έκταση εικονίζεται με κλίμακα 1:1000 στα από Αύγουστος 2005 κτηματολογικά διαγράμματα και στον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα της Διευθύνσεως Δημοσίων Έργων της Περιφέρειας Θεσσαλίας, τα οποία έχουν συνταχθεί από τον τοπογράφο-μηχανικό Β. Π. και την GEODATA Ε.Ε. με ανάδοχους μελετητές τους "ΜΕΤΕ ΣΥΣΜ. Α.Ε. ΧΩΡΟΤΕΧΝΙΚΗ Α.Ε., ΓΕΟΔΑΤΑ Ε.Ε., Κ. Δ., Κ. Τ., Γ. Κ. & X. Δ.", τα οποία έχουν θεωρηθεί από την προϊσταμένη της Διευθύνσεως Δημοσίων Έργων Β. Δ.-Α., πολιτικό μηχανικό Α' στις 03-03-2006 και έχουν εγκριθεί με την υπ' αριθμό ...-2006 απόφαση της Διευθύνσεως Δημοσίων Έργων της Περιφέρειας Θεσσαλίας, στις ακόλουθες τιμές: Α) Για το έδαφος: α) για αγρούς ποτιστικούς της κτηματικής περιφέρειας Δ.Δ. Μεγαλοχωρίου με πρόσοψη στην Εθνική Οδό Τρικάλων-Λαρίσης 30 ευρώ/τ.μ., β) για αγρούς ποτιστικούς Δ.Δ. Πατουλιάς-Χρυσαυγής με πρόσοψη στην Ε.Ο. Τρικάλων-Λαρίσης 25 ευρώ/τ.μ., γ) για αγρούς ποτιστικούς Δ.Δ. Ταξιαρχών με πρόσοψη στην Ε.Ο. Τρικάλων-Λαρίσης 20 ευρώ/τ.μ., δ) για αγρούς ποτιστικούς λοιπών Δημοτικών διαμερισμάτων (εκτός Δ.Δ. Μεγαλοχωρίου, Χρυσαυγής Πατουλιάς), με πρόσοψη στην Ε.Ο. Τρικάλων - Λαρίσης, 10 ευρώ/τ.μ., ε) για αγρούς ποτιστικούς με πρόσοψη σε δημοτικό δρόμο 5 ευρώ/τ.μ. και στ) για αγρούς ποτιστικούς με πρόσοψη σε αγροτικό δρόμο 3 ευρώ/τ.μ.".
Με την από 7/9/2017 (αριθμ. καταθ. 550/2017) αίτησή τους ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, οι πρώτη, έβδομη, όγδοη, ένατη, δέκατος, ενδέκατη, δωδέκατη και δέκατη τρίτη των αναιρεσίβλητων (ως προς τον δέκατο τέταρτο αναιρεσίβλητο κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της αναίρεσης), ζήτησαν, αφενός μεν τη διόρθωση-συμπλήρωση της υπ' αριθμ. 194/2014 απόφασής του, ως προς το σκεπτικό και διατακτικό της, με την προσθήκη ότι δεν συντρέχει το τεκμήριο ωφέλειας και για την με ΑΚΠ 28 ιδιοκτησία της πρώτης αναιρεσίβλητης, η οποία, κατά τα εκτιθέμενα στην αίτηση, από προφανή παραδρομή παραλείφθηκε, αφετέρου δε, την ερμηνεία της εν λόγω απόφασης, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς τους, είναι διατυπωμένη με τρόπο που γεννά αμφιβολίες και είναι ασαφής, ώστε να καθορισθεί ότι τα ακίνητα των έβδομης, όγδοης, ένατης, δέκατου, ενδέκατης, δωδέκατης και δέκατης τρίτης των αναιρεσίβλητων, με ΑΚΠ 446, 450, 451, 452 και 454, θεωρείται ότι έχουν πρόσωπο στην Ε.Ο. Τρικάλων-Λάρισας και την ίδια αποζημιωτέα αξία με τα ακίνητα της κατηγορίας αυτής, σύμφωνα με την ανωτέρω απόφαση, ήτοι 10€/τ.μ., επειδή, λόγω της ασαφούς διατύπωσης, η Διεύθυνση Τεχνικών Έργων της Περιφέρειας Θεσσαλίας εκτίμησε ότι αυτά έχουν πρόσοψη σε αγροτική οδό και καθόρισε την αποζημίωσή τους σε 3€/τ.μ.. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 77/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία, κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος της, έχει ως εξής: "Από την εκτίμηση των εγγράφων που τέθηκαν, από τους αιτούντες ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και ειδικότερα από το σκεπτικό της υπ' αριθ. 194/2014 απόφασης, προέκυψαν τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθμ. 1984/ΤΚ/8.5.2006 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Θεσσαλίας, που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 428/22.5.2006Δ, κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή - διαπλάτυνση της Ε.Ο. Τρικάλων - Λάρισας και για το τμήμα αυτής από αρχή παράκαμψης Φαρκαδόνας, μέχρι τέλους παράκαμψης Μεγαλοχωρίου. Μεταξύ των ιδιοκτησιών που απαλλοτριώθηκαν με την πιο πάνω απόφαση του Γ.Γ., είναι και οι ιδιοκτησίες των αιτούντων. Μετά από αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1/2008, απόφαση του δικαστηρίου αυτού, με την οποία, εκτός των άλλων, αναγνωρίστηκε ότι δεν συντρέχει το τεκμήριο της ωφέλειας, για τις πιο πάνω ιδιοκτησίες των αιτούντων. Εν τω μεταξύ το Ελληνικό Δημόσιο είχε ήδη ασκήσει την από 6.6.2008 και με αριθμό κατ. 629/2008, αυτοτελή αίτησή του για καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης των απαλλοτριούμενων εδαφικών εκτάσεων και ζήτησε εκτός των άλλων και την επαναφορά του τεκμηρίου ωφέλειας, ως προς όλους εκείνους, για τους οποίους είχε ανατραπεί το τεκμήριο αυτό με την υπ' αριθμ. 1/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων. Οι ήδη αιτούντες, μαζί με άλλους ιδιοκτήτες απαλλοτριούμενων ακινήτων της επίδικης απαλλοτρίωσης, οι οποίοι δεν είχαν παραστεί στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων, κατά τη δίκη του καθορισμού της προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης και εξ αυτού του λόγου δεν είχε ανατραπεί γι αυτούς το τεκμήριο της ωφέλειας, άσκησαν ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, τις υπ' αριθμ. κατ. 762 και 763/2008 αυτοτελείς αιτήσεις (οι με στοιχεία 3, 4, 5, 6, 7, και 8 των αιτούντων), καθώς και κύρια παρέμβαση - ανταίτηση με τις προτάσεις (οι υπό στοιχεία 1 και 2 των αιτούντων), Ειδικότερα: επί της από 6.6.2008 με αριθμό κατάθεσης 629/2008 αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου, ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, άσκησαν οι με στοιχεία 1. και 2. από τους αιτούντες κύρια παρέμβαση - ανταίτηση με τις προτάσεις τους που προκατατέθηκαν της συζήτησης νόμιμα και εμπρόθεσμα. Η αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου συνεκδικάσθηκε στις 19.11.2010 με τις από 2.7.2008 με αρ. καταθ,, 762 και 763/2008 αιτήσεις των με στοιχεία 3, 4, 5, 6, 7 και 8 των αιτούντων, περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος των ακινήτων τους που απαλλοτριώθηκαν και εκδόθηκε η με αρ. 263/2011 μη οριστική απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία και έγιναν τυπικά δεκτές οι αιτήσεις, ανταιτήσεις και κύριες παρεμβάσεις των ήδη αιτούντων. Ειδικότερα οι : 1. α) Ε. συζ. Π. Τ. το γένος Α. και Α. Χ., β) Α. Τ. του Π. Ε. συζ. Ν. Β. του Φ. (ΚΠ 28) και 2. ) α) Μ. Σ. του Ε. και της Α., β) Μ. Π. του Ι. και της Μ., γ) Α. Π. του Ι. και της Μ., δ) Ε. Π. του Ι. και της Μ. (ΚΠ 405, 565), με τις προτάσεις τους ζήτησαν ασκώντας ανταίτηση, τον καθορισμό τιμής μονάδας των ακινήτων τους και την αναγνώριση περί μη ύπαρξης ωφέλειας των απαλλοτριωμένων ακινήτων τους. Οι παραπάνω παρεμβάσεις και ανταιτήσεις τους έγιναν τυπικώς δεκτές ως παραδεκτές και νόμιμες με την υπ' αρ. 263/2011 μη οριστική απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, όπως αναλυτικά περιγράφεται στις σελίδες 124 2η παράγραφος, σελ. 129 με στοιχείο 13 και 131 2η παράγραφος, όπου αναγράφεται "Αντιθέτως παραδεκτά έχουν ασκηθεί, με τις προ πέντε ημερών από τη δικάσιμο προτάσεις, οι ανταιτήσεις των :" "Η πληρεξούσια δικηγόρος Ευθυμία Στάμου, δήλωσε ότι παρεμβαίνουν κυρίως οι αναφερόμενοι στα πρακτικά μη διάδικοι (σελ. 154-155 Ε. Τ. κλπ 5), στην αίτηση του δημοσίου για τις ιδιοκτησίες με ΑΚΠ 28,405, 565 στη θέση του Ν. Β. του Φ. (οι 1 α, β) και στη θέση του Π. Ι. του Α. (οι 2 α,β,γ,δ) προβάλλοντας ιδία κυριότητα", "Οι κύριες αυτές παρεμβάσεις είναι παραδεκτές και νόμιμες, καθώς και τα σωρευόμενα σ' αυτές αιτήματα καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως, ιδιαίτερης αποζημίωσης, αναγνώρισης ότι δεν είναι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες και αναγνώρισης δικαιούχων, για τα οποία έχει τηρηθεί η απαιτούμενη προδικασία και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω συνεκδικαζόμενες με τις αιτήσεις που αναφέρονται παραπάνω και στις οποίες αφορούν". Με την ανωτέρω απόφαση διατάχθηκε επίσης η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για τον καθορισμό της τιμής μονάδας, της τυχόν ύπαρξης ωφέλειας των ακινήτων, καθώς και τυχόν ιδιαίτερης αποζημίωσης των απαλλοτριούμενων ακινήτων, προσδιορίζοντας ταυτόχρονα νέα ημερομηνία συζήτησης. Μετά από την κατάθεση της πραγματογνωμοσύνης το παρόν δικαστήριο προχώρησε σε νέα συζήτηση της υπόθεσης στις 13.12.2013 αποτελούσα συνέχεια της προηγούμενης συζήτησης (άρθρο 254 ΚΠολΔ). Κατά τη συνεχιζόμενη συζήτηση, οι αιτούντες, δεν παραστάθηκαν και δεν κατέθεσαν προτάσεις καθώς αυτό δεν είναι υποχρεωτικό σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της 2ης παραγράφου του αρθρ. 254 ΚΠολΔ και η εκούσια αποχώρηση διαδίκου μετά από την έναρξη της κατ' ουσίαν συζήτησης, δεν θεωρείται ερημοδικία και δικάζεται κατ' αντιμωλία σύμφωνα με τα ισχύοντα κατά τη συζήτηση άρθρα 280 και 281 ΚΠολΔ. Μετά την ανωτέρω συζήτηση επακολούθησε η έκδοση της με αρ. 194/2014 οριστικής αποφάσεως του παρόντος δικαστηρίου η οποία εκ παραδρομής παρότι στο σκεπτικό της επαναλαμβάνει (σελ. 172) ότι "13. Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει τόσο οι αιτήσεις, όσο και οι ανταιτήσεις και οι κύριες παρεμβάσεις, κατά το μέρος που κρίθηκαν παραδεκτές και νόμιμες, με την υπ' αρ. 263/2011 μη οριστική απόφαση του παρόντος δικαστηρίου να γίνουν εν μέρει δεκτές ως βάσιμες και κατ' ουσίαν κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό", εντούτοις το διατακτικό της διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή και ανακριβώς καθώς δεν περιέχονται σε αυτό τα ακίνητα των αιτούντων με αρ. Κ.Π. 28, 405 και 565. Πρέπει, λοιπόν, σύμφωνα με τα αναφερόμενα παραπάνω στη μείζονα σκέψη, να διαταχθεί η συμπλήρωση του διατακτικού της με αρ. 194/2014 απόφασης του παρόντος δικαστηρίου, ώστε να αναγνωριστεί ότι δεν συντρέχει το τεκμήριο ωφέλειας για τα ακίνητα των αιτούντων με αρ. ΚΠ 28, 405 και 565. 3.- Περαιτέρω, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα, προέκυψε ότι οι με στοιχεία 3. α) Ε. Σ. του Κ. και β) Α. Σ. του Κ., συζ. Α. Ζ., κάτοικοι ... (ΑΚΠ 446), 4. Ε. Λ. του Ε. συζ. Α., κάτοικος ... (ΑΚΠ 450), 5. Α. Λ. του Η., (ΑΚΠ 451) 6. Ι. συζ, Ε. Μ., το γένος Ε. και Μ. Λ. (ΑΚΠ 452), β) Ε. Λ. του Ε. και της Μ. συζ. Ι. Γ. (ΑΚΠ 452) και 7. Γ. Π. του Κ., με την υπ' αρ. 763/2008 αίτησή τους ζήτησαν τον προσδιορισμό της αξίας γης των ακινήτων τους που βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια της Κοινότητας Κρήνης του Νομού Τρικάλων ως έχοντα πρόσωπο σε δημόσια έκταση παράπλευρης της Ε.Ο Τρικάλων Λαρίσης, η οποία δημιουργήθηκε από τον αναδασμό και όλα έχουν το δικαίωμα και τη δυνατότητα άμεσης κυκλοφοριακής σύνδεσης από την Εθνική οδό δια της παράπλευρης έκτασης. Επιπλέον ότι θα πρέπει να οριστεί η ίδια τιμή με την κτηματική περιοχή της Φαρκαδόνας και του Κλοκωτού δεδομένου ότι όλα τα ακίνητα των παραπάνω περιοχών γειτνιάζουν και βρίσκονται στην ίδια ευθεία και όχι να θεωρηθεί ότι τα ακίνητα της Κρήνης έχουν μικρότερη αξία όπως λανθασμένα έκρινε η περιφέρεια Λάρισας που στους πίνακες πληρωμής τα έχει ορίσει 5,00 € το τ.μ. και όχι 10,00 € το τ.μ. όπως στις κτηματικές περιοχές του Κλοκωτού και της Φαρκαδόνας (ως έχοντα πρόσωπο στην Ε.Ο). Ειδικότερα ο με στοιχείο 8. Π. Β. του Κ., (ΚΠ 21) με την υπ' αρ. κατάθεσης αίτησή του περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας για το ακίνητό του με αρ. ιδιοκτησίας στον κτηματολογικό πίνακα (21), αγρός ποτιστικός συνολικού εμβαδού 7.248 τ.μ, οικοδομήσιμος βάσει του π.δ. 24/31.05.1985 (ΦΕΚ Δ' 707/1979) με εμβαδό απαλλοτριούμενης έκτασης 312,90 τ.μ. ζήτησε την αναγνώριση της αξίας του ως έχων πρόσοψη στην Εθνική Οδό Τρικάλων-Λαρίσης, με την ανάλογη αξία των γειτονικών ακινήτων των συναιτούντων του. Η με αρ. 194/2014 οριστική απόφαση του παρόντος δικαστηρίου καθόρισε στο διατακτικό της (σελ. 176) την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριούμενων ακινήτων των ανωτέρω αιτούντων καθορίζοντας τις τιμές μονάδας όχι με μοναδικό και ιδιαίτερο καθορισμό για κάθε ένα ακίνητο αλλά με δύο γενικά κριτήρια, ήτοι α) την κτηματική περιφέρεια που βρίσκονται τα ακίνητα και β) την πρόσοψη την οποία έχουν. Η παραπάνω διατύπωση του διατακτικού και ο καθορισμός των συγκεκριμένων κριτηρίων με την κατάταξη των ακινήτων στην κάθε κατηγορία να επαφίεται στα όργανα του Ελληνικού Δημοσίου, γεννά αμφιβολίες και είναι ασαφής ως προς την ανεύρεση της πραγματικής αξίας των απαλλοτριούμενων ακινήτων των προαναφερόμενων αιτούντων και την είσπραξη της πλήρους και ανταποκρινόμενης στην αξία του αποζημίωσης κατ' άρθρο 13 Ν 2882/2001. Εκμεταλλευομένη την ανωτέρω ασάφεια η Διεύθυνση τεχνικών έργων της Περιφέρειας Θεσσαλίας, ως αρμόδια για τη σύνταξη των πινάκων παρακατάθεσης αποζημιώσεων εκτίμησε για τα ακίνητα των αιτούντων με αρ. ΚΠ 21, 446, 450, 451, 452, 454, καθώς παρεμβάλλεται μεταξύ αυτών και της εθνικής οδού, αγροτική οδός, ότι έχουν πρόσοψη σε αγροτική οδό και για το λόγο αυτό κατατέθηκε ως αποζημίωσή τους το ποσό των 3 ευρώ/τ.μ. κατατάσσοντας αυτά στην αντίστοιχη κατηγορία (αγρός με πρόσοψη σε αγροτική οδό) της με αρ. 191/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Η παραπάνω εκτίμηση της ΔΤΕ της Περιφέρειας Θεσσαλίας είναι λανθασμένη καθώς σύμφωνα με τα όσα έκρινε η με αρ. 678/2012 απόφαση του Συμβουλίου της Επικράτειας Τμήμα Β "Πρόσωπο σε εθνική οδό θεωρείται ότι διαθέτει όχι μόνο η αγροτική έκταση που εφάπτεται σε εθνική οδό, αλλά και εκείνη που έχει πρόσωπο σε δρόμο (αγροτικό ή άλλο) παράπλευρο εθνικής οδού".
Συνεπώς, εφόσον η ΔΤΕ της Περιφέρειας Θεσσαλίας παρά την υποβολή αίτησης από τους προαναφερόμενους αιτούντες, δεν προχωρά σε διόρθωση του πίνακα παρακατάθεσης, πρέπει η με αριθμό 191/2014 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, να ερμηνευθεί, με την παρούσα απόφαση, ώστε η έννοιά της σχετικά με την αξία των ακινήτων των προαναφερόμενων αιτούντων, να γίνει αναμφίβολη και ειδικότερα να καθοριστεί ότι τα ανωτέρω ακίνητα θεωρείται ότι έχουν πρόσωπο στην Ε.Ο. Τρικάλων - Λάρισας και την ίδια αξία αποζημίωσης με τα ακίνητα της κατηγορίας αυτής σύμφωνα με την ανωτέρω απόφαση, ήτοι 10€/τ.μ.
Συνεπώς, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα παραπάνω στη μείζονα σκέψη, εφόσον η παραπάνω απόφαση είναι διατυπωμένη με τρόπο που γεννά αμφιβολίες και είναι ασαφής, πρέπει αυτή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 316, 317 και 318 ΚΠολΔ να ερμηνευθεί, όπως αναφέρεται παραπάνω αλλά και στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ:
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ την από 7.9.2017 και με αριθμό κατ. 550/8.9.2017 αίτηση, ως ουσιαστικά βάσιμη.
ΔΙΟΡΘΩΝΕΙ- ΣΥΜΠΛΗΡΩΝΕΙ την υπ' αριθ. 194/2014 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου (Διαδικασίας Απαλλοτριώσεων), ούτως ώστε να περιληφθεί τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της, διάταξη με την οποία αναγνωρίζεται ότι δεν συντρέχει το τεκμήριο ωφέλειας για τις ιδιοκτησίες με ΑΚΠ 21, 405 και 565.
ΕΡΜΗΝΕΥΕΙ την ίδια παραπάνω απόφαση και ορίζει ότι τα ακίνητα με ΑΚΠ 21, 446, 450, 451, 452, 454, θεωρείται ότι έχουν πρόσωπο στην Ε.Ο. Τρικάλων-Λάρισας και την ίδια αξία αποζημίωσης με τα ακίνητα της κατηγορίας αυτής, σύμφωνα με την ανωτέρω απόφαση, ήτοι 10 ευρώ/τ.μ.". Στην προκειμένη όμως περίπτωση δεν συνέτρεχαν οι κατ' άρθρο 315 ΚΠολΔ προϋποθέσεις διόρθωσης-συμπλήρωσης της υπ' αριθμ. 194/2014 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, αφού δεν υπήρξαν από παραδρομή κατά τη σύνταξή της γραφικά ή λογιστικά λάθη, ούτε το διατακτικό της διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς, ούτε διαπιστώνεται αναντιστοιχία μεταξύ του διατακτικού και του σκεπτικού της, δυνάμενη να αρθεί με τη διόρθωση αυτής, δεδομένου ότι ούτε στο σκεπτικό της περιελήφθη η με ΑΚΠ 28 ιδιοκτησία της πρώτης αναιρεσίβλητης μεταξύ των ακινήτων για τα οποία το δικαστήριο δέχθηκε ότι δεν ισχύει το τεκμήριο ωφέλειας. Επομένως, το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αντί να απορρίψει την αίτηση διόρθωσης ως μη νόμιμη, δέχθηκε αυτήν ως ουσία βάσιμη και προέβη στην αιτηθείσα διόρθωση-συμπλήρωση της υπ' αριθμ. 194/2014 τελεσίδικης απόφασής του, προσθέτοντας, τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της, επιπλέον διάταξη, με την οποία αναγνωρίζεται ότι δεν συντρέχει το τεκμήριο ωφέλειας και για την ιδιοκτησία της πρώτης αναιρεσίβλητης (αναγράφοντας εκ παραδρομής τον ΑΚΠ 21 αντί του ορθού 28), παραβίασε το απορρέον από την απόφαση αυτή δεδικασμένο.
Περαιτέρω, από το προπαρατεθέν περιεχόμενο της υπ' αριθμ. 194/2014 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, αναφορικά με τον προσδιορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα, προκύπτει ότι η ως άνω απόφαση δεν έχει διατυπωθεί κατά τρόπο που γεννά αμφιβολίες ούτε είναι ασαφής, αντιθέτως, προκύπτει με σαφήνεια και χωρίς αμφιβολία το πώς το δικαστήριο πράγματι αποφάνθηκε για το ζήτημα αυτό και δεν συντρέχει λόγος ερμηνείας της. Παρά ταύτα, το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αντί να απορρίψει την αίτηση ερμηνείας της υπ' αριθμ. 194/2014 απόφασής του ως μη νόμιμη, αφού δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 316 ΚΠολΔ, δέχθηκε την αίτηση ως ουσία βάσιμη και προέβη στην ερμηνεία της απόφασης αυτής, ορίζοντας ότι τα ακίνητα των έβδομης, όγδοης, ένατης, δέκατου, ενδέκατης, δωδέκατης και δέκατης τρίτης των αναιρεσίβλητων, με ΑΚΠ 446, 450, 451, 452 και 454, θεωρείται ότι έχουν πρόσωπο στην Ε.Ο. Τρικάλων-Λάρισας και την ίδια αξία αποζημίωσης με τα ακίνητα της κατηγορίας αυτής, ήτοι 10 ευρώ/τ.μ., στηριζόμενο σε περιστατικά μεταγενέστερα της ερμηνευθείσας απόφασης, δηλαδή την ανακύψασα μετά την έκδοσή της διαφορά μεταξύ των ανωτέρω αναιρεσίβλητων και της Διεύθυνσης Τεχνικών Έργων της Περιφέρειας Θεσσαλίας, ως προς το κατατεθέν ποσό της αποζημίωσης. Διατύπωσε δε την κρίση περί λανθασμένης εκτίμησης της ΔΤΕ της Περιφέρειας Θεσσαλίας σχετικά με το ποια ακίνητα θεωρούνται ότι έχουν πρόσωπο σε εθνική οδό, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 678/2012 απόφαση του ΣτΕ, ερευνώντας πώς, κατά την κρίση του, θα ήταν ορθό να αποφανθεί το δικαστήριο που εξέδωσε την ερμηνευόμενη απόφαση, και, τέλος, με την προσθήκη της προαναφερόμενης νέας διάταξης, αλλοίωσε την ουσία της εν λόγω απόφασης και την έννοια αυτής, παραβιάζοντας έτσι το απορρέον από αυτήν δεδικασμένο. Πρέπει, επομένως, κατά παραδοχή ως βάσιμου του δεύτερου λόγου αναίρεσης, να γίνει δεκτή η από 19/6/2018 αίτηση αναίρεσης ως προς τους παριστάμενους αναιρεσίβλητους και κατά το μέρος που πλήττει την υπ' αριθμ. 77/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας και να αναιρεθεί η απόφαση αυτή. Ακολούθως, κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 § 3 ΚΠολΔ, αφού η απόφαση δεν αναιρείται για κάποιον από τους αναφερόμενους στις παραγράφους 1 και 2 του ως άνω άρθρου και δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση, να δικασθεί η από 7/9/2017 (αριθμ. καταθ. 550/2017) αίτηση διόρθωσης και ερμηνείας της υπ' αριθμ. 194/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας και να απορριφθεί, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Διάταξη για παράβολο δεν θα περιληφθεί, αφού το αναιρεσείον δεν υποχρεούται σε κατάθεση παραβόλου για την άσκηση αναίρεσης. Η δικαστική δαπάνη πρέπει να συμψηφισθεί υποχρεωτικά μεταξύ του αναιρεσείοντος και των πρώτης, έβδομης, όγδοης, ένατης, ενδέκατης και δέκατης τρίτης των αναιρεσιβλήτων, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας αυτών, κατ' άρθρο 22 παρ. 2 του ν. 3693/1957, όπως ισχύει (ΑΠ674/2022, ΑΠ948/2020, ΑΠ752/2017).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 19/6/2018 (αριθμ. καταθ. 22/20-6-2018) αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 77/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας και της υπ' αριθμ. 194/2014 απόφασης του Εφετείου Λάρισας (όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 77/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας), ως προς τους αναιρεσίβλητους: Α. Τ. του Π. (2η), Μ. Σ. του Ε. (3η) Μ. Π. του Ι. (4η), Α. Π. του Ι. (5ο), Ε. Π. του Ι. (6ο), Ε. Λ. του Ε. (12η) και Β. Π. του Κ. (14ο).
Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς τους προαναφερόμενους αναιρεσίβλητους.
Απορρίπτει την από 19/6/2018 (αριθμ. καταθ. 22/2018) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 194/2014 απόφασης του Εφετείου Λάρισας ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους.
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 77/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, ως προς τους αναιρεσίβλητους: Ε. συζ. Π. Τ. (1η), Ε. Σ. του Κ. (7η), Α. Σ. του Κ. (8η), Ε. Λ. του Ε., συζ. Α. (9η), Ε. Λ. του Ε., συζ. Α., Η. Λ. του Α., Α. Λ. του Α. και Γ. Λ. του Α., που συνεχίζουν τη δίκη ως κληρονόμοι του αποβιώσαντος Α. Λ. του Η. (10ου), Ι. συζ. Ε. Μ. (11η) και Γ. Π. του Κ. (13η).
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της από 7/9/2017 (αριθμ. καταθ. 550/2017) αίτησης διόρθωσης και ερμηνείας της υπ' αριθμ. 194/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας ως προς τους ανωτέρω αναιρεσίβλητους.
Απορρίπτει την αίτηση ως προς αυτούς.
Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη μεταξύ του αναιρεσείοντος και των πρώτης, έβδομης, όγδοης, ένατης, τους ανωτέρω κληρονόμους του δέκατου, ενδέκατης και δέκατης τρίτης των αναιρεσιβλήτων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Ιουλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ