Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1481 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1481/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Παναγιώτα Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Π. του Β. και 2) Π. Π. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias ΑΕ" και ήδη "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" και δ.τ. "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ", 2) εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "CAIRO No. 2 FINANCE DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", που εδρεύει στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και εκπροσωπείται στην Ελλάδα από την εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις με την επωνυμία "Eurobank FPS Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" και δ.τ. "Eurobank Financial Planning Services", που εδρεύει στο Μοσχάτο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ - ΥΠΟ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΑΕ", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, που δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 30-1-2013 (αρ. εκθ. καταθ. 35/2013 και 36/2013) αιτήσεις των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Μεσολογγίου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 92/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 141/2018 τελεσίδικη του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-8-2019 αίτησή τους.
Με την υπ' αριθμό 304/2024 Πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Παναγιώτα Γιαννακοπούλου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 307 εδ. α' και β' ΚΠολΔ "Αν για οποιοδήποτε λόγο που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου". Τέτοιος λόγος αδυναμίας είναι, μεταξύ άλλων, η αποχώρηση από την υπηρεσία δικαστή μέλους της σύνθεσης λόγω συνταξιοδότησης ή παραίτησης (ΑΠ572/2024, ΑΠ200/2024).
Εξάλλου, η επαναλαμβανόμενη, κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ, συζήτηση, αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση. Και ναι μεν στο άρθρο 307 ΚΠολΔ δεν αναφέρεται ρητώς, όπως στο άρθρο 254 ΚΠολΔ, ότι η επαναλαμβανόμενη συζήτηση αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης, όμως δεν συντρέχει δικαιολογητικός λόγος να αντιμετωπιστούν κατά διαφορετικό τρόπο οι δύο περιπτώσεις, γιατί οι ως άνω διατάξεις διαφέρουν μόνον ως προς το λόγο της επανάληψης, ο οποίος, στην περίπτωση του άρθρου 307 ΚΠολΔ, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα κάποιου διαδίκου και, συνεπώς, δεν δικαιολογείται να υφίσταται, αν αυτός δεν εμφανιστεί ή δεν εμφανιστεί προσηκόντως, δυσμενέστερη μεταχείριση, δηλαδή να δικαστεί ερήμην και να υποστεί τις σχετικές συνέπειες.
Συνακόλουθα, η αρχική και η επαναλαμβανόμενη συζήτηση συνθέτουν μία συζήτηση και ο διάδικος, ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, είχε, όμως, παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία, ο διάδικος δε, που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις (ΑΠ572/2024, ΑΠ200/2024, ΑΠ17/2023, ΑΠ32/2023, ΑΠ936/2018).
Σύμφωνα με το άρθρο 576 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ "Αν ο διάδικος, που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί".
Εξάλλου, κατά το άρθρο 226 παρ. 4 εδ. γ' και δ' ΚΠολΔ "Αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων".
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 260 § 4 ΚΠολΔ "Όταν οι υποθέσεις που είναι γραμμένες στο πινάκιο δεν εισάγονται προς συζήτηση συνεπεία λόγων ανώτερης βίας ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του διευθύνοντος το δικαστήριο, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο. Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Με πρωτοβουλία του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων ... για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα". Σε περίπτωση ερημοδικίας διαδίκου, είτε κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε μετά από αναβολή της συζήτησης, είτε κατά τη νέα δικάσιμο, σε περίπτωση αυτεπάγγελτου επαναπροσδιορισμού της συζήτησης που ματαιώθηκε συνεπεία λόγων ανωτέρας βίας, για να ισχύσει η εγγραφή της υπόθεσης από το γραμματέα στο οικείο πινάκιο ως κλήτευσ του απολειπομένου διαδίκου, απαιτείται, ως προϋπόθεση, ο εν λόγω διάδικος, είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ο ίδιος, είτε να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης είτε αναβλήθηκε είτε ματαιώθηκε για λόγους ανωτέρας βίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθμ. ....2019 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Πειραιά Α. Α., που επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση κατά την ορισθείσα αρχική δικάσιμο της .../2020, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην δεύτερη αναιρεσίβλητη, εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία "CAIRO No 2 FINANCE DESIGNATED ACTIVITY COMPANY". Κατά την δικάσιμο εκείνη η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την δικάσιμο της 28/1/2022, οπότε ματαιώθηκε λόγω καιρικών φαινομένων και προσδιορίσθηκε αυτεπαγγέλτως με την από 24/2/2022 πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου για την δικάσιμο της 2/12/2022, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, πλην όμως, η δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε, εκπροσωπούμενη από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 § 2 και 573 § 1 ΚΠολΔ και η υπόθεση συζητήθηκε, παρά την απουσία της. Επειδή, όμως, μετά παρέλευση ικανού χρονικού διαστήματος από τη συζήτηση, διαπιστώθηκε αδυναμία έκδοσης απόφασης εκ μέρους της εισηγήτριας Αρεοπαγίτου Χριστίνας-Ζαφειρίας Γαβριηλίδου, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 ΚΠολΔ, με την υπ' αριθμ. 304/2024 πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, ορίσθηκε νέα δικάσιμος προς επανάληψη της συζήτησης η 4/4/2025 και αντίγραφα της πράξεως αυτής και της κλήσης προς συζήτηση κατά την ανωτέρω δικάσιμο, επιδόθηκαν με την επιμέλεια της γραμματείας του δικαστηρίου: α) στον δικηγόρο Μεσολογγίου Βασίλειο Φραίμη, ως αντίκλητο των αναιρεσειόντων (βλ. από .../2024 αποδεικτικό επίδοσης της Επιμελήτριας Δ/ρίων του Πρωτοδικείου Αιτωλοακαρνανίας-Παράλληλη έδρα Μεσσολογγίου Δέσποινας Μπίσσα), β) στον Αντώνιο Χονδρόπουλο, ως αντίκλητο της πρώτης αναιρεσίβλητης (βλ. το από 2/12/2024 αποδεικτικό επιδόσεως της δικαστικής υπαλλήλου του Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας Μαρίας Κανάκη, γ) στην "Eurobank Financial Planning Services", ως νόμιμη εκπρόσωπο της δεύτερης αναιρεσίβλητης, εταιρείας ειδικού σκοπού "CAIRO No 2 FINANCE DESIGNATED ACTIVITY COMPANY" (βλ. το από .../2025 αποδεικτικό επιδόσεως του Επιμελητή του Αρείου Πάγου Δ. Β.), και δ) στο τρίτο αναιρεσίβλητο, υπό εκκαθάριση πιστωτικό ίδρυμα με την επωνυμία "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ" (βλ. το από .../2024 αποδεικτικό επίδοσης του Επιμελητή του Αρείου Πάγου Κ. Τ.). Η δεύτερη αναιρεσίβλητη, όμως, δεν εμφανίσθηκε, εκπροσωπούμενη από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά τη νέα αυτή δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 § 2 και 573 § 1 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, αφού κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστεί, τόσο στην αρχική, όσο και στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία της, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην προκειμένη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 3 ν. 3869/2010, 739 επ., 741 ΚΠολΔ). Οι λοιποί διάδικοι, που δεν παρέστησαν στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, αλλά είχαν παραστεί στην αρχική, δικάζονται αντιμωλία. Με την από 30/8/2019 και με αριθμό κατάθεσης 5/30-8-2019 αίτηση αναίρεσης των 1. Ε. Π. του Β. και 2. Π. Π. του Δ., προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 141/2018 τελεσίδικη απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"). Η αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση στις 22-11-2018, έχει ασκηθεί παραδεκτά, ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 § 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 741 και 769 του ιδίου Κώδικα, και, περαιτέρω, νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της (22/11/2018), σύμφωνα με το άρθρο 564 § 3 ΚΠολΔ αφού, από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής.
Συνεπώς, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 §§ 1 και 3 του ΚΠολΔ).
Από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. αριθμ. 141/2018 απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτώς επισκοπούνται (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα, αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Οι ήδη αναιρεσείοντες, με τις από 30/1/2013 και με αριθμ. καταθ. 35/8.2.2013 και 36/8.2.2013 αιτήσεις τους, αντιστοίχως, προς το Ειρηνοδικείο Μεσολογγίου, ζήτησαν τη ρύθμιση των οφειλών τους σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3869/2010. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 92/2014 απόφασή του, απέρριψε τις αιτήσεις ως προς την 3η αναιρεσίβλητη πιστώτρια τράπεζα, που κατέστη διάδικος μετά από νόμιμη κλήτευσή της (άρθρα 5 ν. 3869/2010, 748 ΚΠολΔ), αναφορικά με το στεγαστικό δάνειο με αριθμό ....2012, ανερχόμενο στις 15/10/2012 σε 30.816,73€, δέχθηκε κατά τα λοιπά εν μέρει τις αιτήσεις και ρύθμισε τα χρέη των αιτούντων-αναιρεσειόντων, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου: α) η από 1/4/2015 (αριθμ. καταθ. 14/6.4.2015) έφεση των ήδη αναιρεσειόντων και β) η από 8/4/2015 (αριθμ. καταθ. 15/8.4.2015) έφεση της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν και εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 141/2018 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία έγιναν τυπικά δεκτές και απορρίφθηκαν κατ' ουσία οι εφέσεις. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 31/2009, ΑΠ597/2024, ΑΠ1212/2023, ΑΠ606/2023, ΑΠ 59/2021). Με το λόγο αυτό, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 57/1990, ΑΠ687/2024, ΑΠ1217/2020).
Περαιτέρω, με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ.1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "1. Φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. 2. Δεν επιτρέπεται η ρύθμιση οφειλών, οι οποίες: είτε α) έχουν αναληφθεί το τελευταίο έτος πριν την υποβολή της αίτησης για την έναρξη της διαδικασίας της παραγράφου 1 του άρθρου 4 είτε β) προέκυψαν από αδικοπραξία που διαπράχθηκε με δόλο, από διοικητικά πρόστιμα, χρηματικές ποινές, φόρους και τέλη προς το Δημόσιο και τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου και δευτέρου βαθμού, τέλη προς νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και εισφορές προς οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης είτε γ) προέκυψαν από χορήγηση δανείων από Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 15 και 16 του ν. 3586/2007, όπως ισχύουν (Α' 151)".
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 1 § 2α' του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία "δεν επιτρέπεται η ρύθμιση οφειλών, μεταξύ άλλων, οι οποίες έχουν αναληφθεί το τελευταίο έτος πριν από την υποβολή της αίτησης για την έναρξη της διαδικασίας της παραγράφου 1 του άρθρου 4". Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες εκθέτουν ότι, με το μοναδικό λόγο της έφεσής τους, ισχυρίσθηκαν ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι το συμπληρωματικό επιδοτούμενο στεγαστικό δάνειο, με αριθμό σύμβασης ... και αριθμό χορηγητικού λογαριασμού ..., ανερχόμενο στις 15-10-2012 στο ποσό των 30.816,73 ευρώ και την 30-3-2015 στο ποσό των 28.210,23 ευρώ για κεφάλαιο και 6.013,66 ευρώ για τόκους και συνολικά στο ποσό των 34.223,89 ευρώ, στο οποίο φέρεται ως οφειλέτις η δεύτερη εκκαλούσα-αναιρεσείουσα και έχει συμβληθεί ως εγγυητής ο πρώτος εκκαλών-αναιρεσείων, δεν υπάγεται στη ρύθμιση του άρθρου 1 § 2α του ν. 3869/2010, διότι φέρει ως χρονολογία ανάληψης την 30-5-2012 και κατά συνέπεια η οφειλή δημιουργήθηκε το τελευταίο έτος πριν την υποβολή της ένδικης αίτησης ήτοι στις 8-2-2013, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι το συγκεκριμένο δάνειο χορηγήθηκε το έτος 2007 και όχι το έτος 2012 και εκταμιεύτηκε σε δύο δόσεις, την 24-7-2007 και 30-6-2008, συνεπώς η οφειλή δεν δημιουργήθηκε το τελευταίο έτος πριν την υποβολή της ένδικης αίτησης και επιτρέπεται να υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 3869/2010. Ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε κατ' ουσία την έφεσή τους, με το ακόλουθο σκεπτικό: "Το στεγαστικό δάνειο με αριθμό ... που συμφωνήθηκε από την τραπεζική ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ", στο οποίο ο α' εκκαλών συμβλήθηκε ως εγγυητής με πρωτοφειλέτρια τη σύζυγό του - β' εκκαλούσα με συνολική οφειλή στις 15-10-12 σε 30.816,73 Ευρώ δεν υπάγεται στη ρύθμιση του νόμου αυτού (άρθρ. 1 παρ. 2α' Ν. 3869/2010), καθόσον κρίσιμος χρόνος είναι εκείνος της χρονολογίας ανάληψης αυτού, ήτοι εκείνη της σύναψης της σχετικής σύμβασης, αφού οι ένδικες αιτήσεις κατατέθηκαν στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 8-2-2013, ενώ αυτό συμφωνήθηκε στις 30-5-2012 (βλ. ιδίως την 15-10-2012 ΕΞΩΔΙΚΗ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ - ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ), σύμφωνα με τα αναφερόμενα παραπάνω". Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι, υπό την επίφαση της από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), καθόσον ανάγεται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο αυτό.
Εξάλλου, η διαλαμβανόμενη στον ίδιο λόγο μερικότερη αιτίαση ότι το συγκεκριμένο δάνειο δεν εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 διότι δεν θεωρείται ανάληψη, αφού, κατά τους αναιρεσείοντες, "είναι πράξη διευθέτησης-ρύθμισης παλαιότερων οφειλών και μεταφορά αυτών στο τελευταίο έτος πριν από την υποβολή της αίτησης του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 3869/2010", είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 562 § 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός αυτός είχε προταθεί παραδεκτά από τους αναιρεσείοντες, ως εκκαλούντες, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ247/2024, ΑΠ988/2023, ΑΠ475/2023, ΑΠ610/2023, ΑΠ905/2023), από την παραδεκτή, δε, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της από 1/4/2015 έφεσής τους και των από 7/2/2018 προτάσεών τους ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, προκύπτει ότι δεν υποβλήθηκε ο ως άνω ισχυρισμός, όπως όφειλε, ως λόγος έφεσης, τυχόν δε έρευνα τέτοιου νέου ισχυρισμού από το δικαστήριο αυτό, μετά την τελεσίδικη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, θα μετέβαλε τον Άρειο Πάγο σε δικαστήριο ουσίας τρίτου βαθμού. Τέλος, οι διαλαμβανόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις ότι το δικαστήριο "κατέληξε μάλιστα χωρίς αιτιολογία, άλλως με ελλιπή και χωρίς τα επιβαλλόμενα από το νόμο και το Σύνταγμα στοιχεία, δηλαδή χωρίς να είναι ειδική, σαφής και εμπεριστατωμένη, στερώντας έτσι την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης στο όλως λανθασμένο ως άνω συμπέρασμα", αορίστως προβάλλονται, αφού στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ενάριθμα σε ποιο λόγο αναίρεσης υπάγονται αυτές, από εκείνους που περιοριστικά αναφέρονται με τους αριθμούς 1 έως και 6 στο άρθρο 560 ΚΠολΔ (ΑΠ1786/2024, ΑΠ124/2022, ΑΠ536/2021, ΑΠ718/2020, ΑΠ27/2020, ΑΠ563/2019), ενώ, και υπό την κατ' εκτίμηση εκδοχή ότι αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 6 του ως άνω άρθρου αναιρετική πλημμέλεια, ο λόγος αυτός είναι και πάλι αόριστος, αφού δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο ποιες επιπλέον ουσιαστικές παραδοχές έπρεπε να διαλαμβάνονται στην απόφαση για την πληρότητα της αιτιολογίας της (ΑΠ40/2024, ΑΠ987/2023, ΑΠ1940/2022, ΑΠ680/2022, ΑΠ1435/2021). Σε κάθε δε περίπτωση, ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, κρίνοντας όπως παραπάνω αναφέρεται το ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι το προαναφερόμενο δάνειο, που συμφωνήθηκε στις 30/5/2012, ήτοι το τελευταίο έτος πριν από την υποβολή των αιτήσεων των εκκαλούντων-αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στις 8/2/2013, δεν υπάγεται στη ρύθμιση του ν. 3869/2010, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2α' του ν. 3869/2010, στην οποία ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και τα οποία αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό του ανωτέρω ουσιαστικού κανόνα δικαίου, τον οποίο δεν παραβίασε ευθέως. Κατά το άρθρο 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, όπως και ο λόγος της έφεσης, που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ7/2020), όχι όμως και οι ισχυρισμοί, που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ1699/2024, ΑΠ343/2024, ΑΠ163/2022, 172/2020). Ο εκ του άνω άρθρου λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ25/2003, ΑΠ1176/2024, ΑΠ122/2024, ΑΠ1286/2022, ΑΠ1012/2021), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ1176/2024, ΑΠ215/2024, ΑΠ195/2024, ΑΠ122/2024, ΑΠ376/2022, ΑΠ261/2022, ΑΠ1012/2021, ΑΠ681/2021, ΑΠ7/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο, από το άρθρο 560 αρ. 5 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση, ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου δεν έλαβε υπόψη του τον νομίμως προταθέντα με την έφεση ισχυρισμό τους ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, "κρίνοντας ορθά το σύνολο των αποδείξεων, έπρεπε να κρίνει και να δεχθεί ότι το συμπληρωματικό επιδοτούμενο στεγαστικό δάνειο με αριθμό σύμβασης ... και αριθμό χορηγητικού λογαριασμού ..., χορηγήθηκε το έτος 2007 και όχι το έτος 2012 και εκταμιεύθηκε σε δύο δόσεις, την 24/7/2007 και 30/6/2008 και κατά συνέπεια η οφειλή δεν δημιουργήθηκε το τελευταίο έτος πριν την υποβολή της ένδικης αίτησης". Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι ο ως άνω ισχυρισμός, ανεξαρτήτως αν προτάθηκε με λόγο έφεσης, δεν αποτελεί "πράγμα", υπό την έννοια που προεκτέθηκε, αφού δεν έχει αυτοτέλεια, αλλά συνιστά επιχείρημα των αναιρεσειόντων για την υποστήριξη των απόψεών τους αναφορικά με το χρόνο κατάρτισης της επίμαχης σύμβασης δανείου και, κατ' επέκταση, της υπαγωγής της στις διατάξεις του ν. 3869/2010. Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη τον εν λόγω ισχυρισμό και τον απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων, δεχόμενο ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς αυτά που τον συγκροτούν και απορρίπτοντας για το λόγο αυτό κατ' ουσία την έφεση των αναιρεσειόντων.
Περαιτέρω, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο για τους (περιοριστικά) αναφερόμενους στο προαναφερθέν άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγους (ΑΠ1298/2024, ΑΠ827/2024, ΑΠ1019/2023, ΑΠ1032/2019) και δεν χωρεί ανάλογη εφαρμογή των λοιπών λόγων αναίρεσης του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ827/2024, ΑΠ1019/2023, ΑΠ1702/2018). Στους προαναφερθέντες περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, δεν περιλαμβάνονται οι αναιρετικοί λόγοι από τους αριθμούς 10 και 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τους οποίους επιτρέπεται αναίρεση: αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν (ΑΠ1298/2024, ΑΠ195/2024, ΑΠ90/2024, ΑΠ7/2020). Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι, από τη γενική αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση "από την επανεκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα, που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά, όλων των εγγράφων, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, χωρίς να έχει παραλειφθεί κανένα από αυτά κατά την ουσιαστική εξέταση της υπόθεσης, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά", δεν καθίσταται αδιαστίκτως βέβαιο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη και τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα που οι αναιρεσείοντες επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν (αρθρ. 559 αρ. 11γ'ΚΠολΔ). Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, όπως προεκτέθηκε, δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης κατ' αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των Ειρηνοδικείων. Οι λοιπές διαλαμβανόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις των αναιρεσειόντων ότι "ναι μεν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποχρεούται να ακολουθήσει ορισμένους κανόνες ως προς την αποδεικτική ισχύ των αποδεικτικών μέσων ούτε και ελέγχεται προς τούτο αναιρετικά, εντούτοις όλα τα ανωτέρω ελέγχονται στα πλαίσια της απαιτούμενης αιτιολόγησης της απόφασής του, ώστε να ελεγχθεί όχι μόνο με ποιο τρόπο αποδείχθηκαν όσα πραγματικά γεγονότα έκρινε ως αληθή (αρθρ. 559 περ. 10 ΚΠολΔ) αλλά και ποια από τα αντικρουόμενα αποδεικτικά μέσα προέκρινε και για ποιο λόγο (αρθρ.559 περ. 19 ΚΠολΔ) και επομένως έσφαλε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και πρέπει για το λόγο αυτό η απόφασή του να αναιρεθεί" είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, καθόσον α) δεν προβλέπεται στο άρθρο 560 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος αντίστοιχος προς αυτόν του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, και β) η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες πλημμέλεια ότι το δικαστήριο δεν αιτιολόγησε ποια αποδεικτικά μέσα προέκρινε και για ποιο λόγο, δεν δύναται να θεμελιώσει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ (ταυτόσημο προς τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), αφού, ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ1656/2024, ΑΠ687/2024, ΑΠ68/2020, ΑΠ12/2020, ΑΠ1217/2020).
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ). Διάταξη για δικαστικά έξοδα δεν θα περιληφθεί, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β του ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 του ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β του ν. 3869/2010, κατά την οποία "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ917/2024, ΑΠ550/2023, ΑΠ930/2021, ΑΠ883/2021, ΑΠ552/2020, ΑΠ507/2020).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30/8/2019 και με αριθμό κατάθεσης 5/2019 αίτηση των 1) Ε. Π. του Β. και 2) Π. Π. του Δ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 141/2018 τελεσίδικης απόφασης του ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Ιουλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ