Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1482 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1482/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Μαΐου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Π. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Καραγιάννη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΕΕΓΑ Η ΕΘΝΙΚΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σταυρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2356/2019 εν μέρει οριστική και 398/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2632/2021 τελεσίδικη του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-12-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 8-12-2021 (αριθμ. έκθ. κατ. 9637/1182/8-12-2021) αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 2632/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 591, 614 αριθ.6 Κ.Πολ.Δ.), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, εφόσον δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, που δημοσιεύθηκε στις 28-5-2021 και η κρινόμενη αίτηση κατατέθηκε στη γραμματεία του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εξέδωσε την προσβαλλομένη (άρθρο 495 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), στις 8-12-2021 (άρθρα 552,553 παρ.1β,556,558,564 παρ.3, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2632/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο ενάγων, ήδη αναιρεσείων, με την από 20-12-2017 (αριθμ. έκθ. κατ. 108887/5063/21-11-2018) αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εξέθεσε ότι στις 16-9-1996, από υπαιτιότητα του Γ. Ξ. (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη), οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Α.Ε.", στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της οποίας υπεισήλθε η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΕΕΓΑ Η ΕΘΝΙΚΗ", ήδη αναιρεσίβλητη, προκλήθηκε τροχαίο ατύχημα κατά το οποίο συγκρούστηκε το ως άνω αυτοκίνητο με την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, που οδηγούσε ο ενάγων, συνεπεία του οποίου προκλήθηκε ο περιγραφόμενος στην αγωγή τραυματισμός του. Ότι για το ένδικο ατύχημα άσκησε την από 10-11-1997 αγωγή του κατά του υπαίτιου οδηγού και της εναγομένης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 5066/2001 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε αποκλειστικά υπαίτιος της ένδικης σύγκρουσης ο οδηγός του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου και η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή, επιδικάζοντας στον ενάγοντα το ποσό των 11.807.070 δραχμών. Ότι, λόγω της δυσμενούς εξέλιξης της υγείας του και της υποβολής του σε νέες χειρουργικές επεμβάσεις, για μεταγενέστερες αξιώσεις του, άσκησε τις από 5-3-2001, 5-1-2004, 15-5-2012, 15-4-2015 αγωγές, για επιμέρους χρονικά διαστήματα από 15-11-1997 έως και Δεκέμβριο 2014, επί των οποίων εκδόθηκαν οριστικές και τελεσίδικες αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και του Εφετείου Αθηνών. Ότι, λόγω της μη προβλέψιμης δυσμενούς εξέλιξης της κατάστασης του δεξιού γόνατος και της υποβολής αυτού στις 27-3-2015 και στις 15-6-2015 σε χειρουργικές επεμβάσεις αφαίρεσης υλικών οστεοσύνθεσης δεξιάς κνήμης επί παλαιάς τομής και ολικής αρθροπλαστικής δεξιού γόνατος, αντιστοίχως, ζημιώθηκε κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε, μετά την μετατροπή του αιτήματος από καταψηφιστικό σε εν μέρει αναγνωριστικό, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το ποσό των 14.735,16 ευρώ ως αποζημίωση για τη θετική ζημία που υπέστη, το ποσό των 20.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την περαιτέρω ηθική του βλάβη, το ποσό των 10.000 ευρώ ως ιδιαίτερη αποζημίωση κατ' άρθρο 931 ΑΚ και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει το ποσό των 180.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και το ποσό των 70.000 ευρώ ως ιδιαίτερη αποζημίωση κατ' άρθρο 931 ΑΚ. Επί της αγωγής εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθμ. 2356/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία με οριστική της διάταξη δέχθηκε εν μέρει αυτήν και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 8.802,62 ευρώ, ενώ ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης ως προς το κονδύλιο αποζημίωσης για ιατρικές δαπάνες, προκειμένου να προσκομιστεί με επιμέλεια του επιμελέστερου των διαδίκων, βεβαίωση του ασφαλιστικού φορέα του ενάγοντος, από την οποία να προκύπτει αν ο τελευταίος έλαβε ή όχι οποιαδήποτε παροχή από τις αναφερόμενες στο ιστορικό της ιατρικές δαπάνες, συνολικού ποσού 390,50 ευρώ. Μετά από επανάληψη της συζήτησης, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 398/2020 οριστική απόφαση του άνω Δικαστηρίου, η οποία, αναφορικά με τις ιατρικές δαπάνες, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 240,50 ευρώ. Επί ασκηθεισών εφέσεων εκ μέρους των διαδίκων, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2632/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την από 25-6-2020 έφεση του ενάγοντος και δέχθηκε κατ' ουσίαν την από 14-9-2020 έφεση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, εξαφάνισε τις εκκαλούμενες υπ' αριθμ. 398/20 οριστική και υπ' αριθμ. 2356/2019 εν μέρει οριστική και εν μέρει μη οριστική αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και, ακολούθως, απέρριψε την αγωγή, δεχόμενο ότι οι αξιώσεις του ενάγοντος έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 10 παρ. 2 του Ν. 489/1976. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 321, 322, 324, 325 και 331 Κ.Πολ.Δ. και 914, 297 και 298 Α.Κ. προκύπτει ότι η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί αγωγής αποζημίωσης, λόγω θανάτωσης, ή βλάβης του σώματος, ή της υγείας προσώπου, αποτελεί δεδικασμένο για τη νέα δίκη αποζημίωσης με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, την ευθύνη του υπαιτίου, την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος και τη ζημία που έπαθε ο ενάγων για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην πρώτη αγωγή, όχι όμως και για το μεταγενέστερο χρόνο, κατά τον οποίο η αδικοπραξία είναι δυνατό να εξακολουθήσει να έχει επιζήμιες συνέπειες, γιατί αυτές δεν είχαν προβληθεί, ούτε καταστεί αντικείμενο έρευνας, κατά την πρώτη αγωγή (Α.Π. 1679/2024, Α.Π. 565/2023, Α.Π. 735/2021, Α.Π. 206/2020, Α.Π. 210/2020, ΑΠ 637/2017).
Περαιτέρω, στο άρθρο 10 του ν. 489/1976, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 7 του ν. 3557/2007, και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του χρόνου που έλαβε χώρα το τροχαίο ατύχημα (16-9- 1999), στη μεν παράγραφο 1 ορίζεται ότι "το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή", στη δε παράγραφο 2 ότι "η αξίωση αυτή παραγράφεται μετά πάροδο δύο ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των κειμένων διατάξεων για την αναστολή και διακοπή της παραγραφής". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η διετής παραγραφή αρχίζει, ενόψει και του άρθρου 241 Α.Κ., όχι από την ίδια ημέρα, αλλά από την επόμενη ημέρα του ατυχήματος. Μέσα στη διετία πρέπει να ολοκληρωθεί η άσκηση της αγωγής, δηλαδή κατάθεση στη γραμματεία του δικαστηρίου και επίδοση στον εναγόμενο (άρθρο 215 Κ.Πολ.Δ.). Για την έναρξη της παραγραφής αυτής δεν έχει σημασία αν και πότε λαμβάνει γνώση της ζημίας ο ζημιωθείς. Δεν εφαρμόζεται εδώ η διάταξη του άρθρου 937 Α.Κ., διότι αυτή ισχύει στην αξίωση αποζημίωσης από αδικοπραξία. Η διάταξη του άρθρου 10 παρ. 2 του ν. 489/1976, που ρυθμίζει ειδικά την αξίωση αποζημίωσης κατά του ασφαλιστή που ευθύνεται έναντι του παθόντος όχι από αδικοπραξία, αλλά από το νόμο, επικρατεί της γενικής διάταξης του άρθρου 937 Α.Κ. Η παραπάνω διετής παραγραφή ως προς την αφετηρία της καλύπτει την περίπτωση της προβλεπτής από την αρχή ζημίας του παθόντος. Δεν εφαρμόζεται αν η ζημία είναι από την αρχή απρόβλεπτη, πράγμα που μπορεί να συμβεί σε απρόβλεπτη, κατά τα ιατρικά δεδομένα, επιδείνωση της υγείας του παθόντος. Και στη διετή αυτή παραγραφή ισχύουν οι γενικές ρυθμίσεις του Α.Κ. ως προς τη διακοπή (Α.Κ. 255 επ.) και αναστολή της παραγραφής (Α.Κ. 260 επ.). Ειδικά, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 261 εδ. α' Α.Κ. και 221 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει, ότι σε περίπτωση άσκησης αγωγής για μέρος μόνο της αξίωσης για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο, δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία, όχι δε και για άλλες αξιώσεις προς αποζημίωση από την ίδια αιτία, που ανάγονται σε μεταγενέστερο χρόνο, έστω και αν, ως προς τις τελευταίες, είχε διατυπωθεί επιφύλαξη για τη δικαστική επιδίωξή τους. Εξαίρεση, υπάρχει στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η ζημία είναι απρόβλεπτη, όπως τούτο δύναται να συμβεί επί απρόβλεπτης, κατά τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, επιδείνωσης της υγείας του παθόντος, αιτιωδώς συνδεόμενης (της επιδείνωσης), προς τον τραυματισμό του από τροχαίο ατύχημα, οπότε ισχύει νέα παραγραφή, η οποία αρχίζει από τότε που η επιδείνωση έγινε γνωστή στον παθόντα ή που μπορούσε κατά τους ιατρικούς κανόνες να την προβλέψει. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το προβλεπτό ή μη της μέλλουσας επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του παθόντος, επειδή προκύπτει από τις αποδείξεις ή τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ως εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν ελέγχεται αναιρετικά (Α.Π. 401/2020).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 268 εδ. α' ΑΚ "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά 20 χρόνια και αν ακόμη η αξίωση καθεαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι σε περίπτωση βεβαίωσης με τελεσίδικη δικαστική απόφαση της ύπαρξης αξίωσης για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία, από την τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξίωσης για αποκατάσταση της ζημίας, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για το οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση. Και αυτό, διότι και το μέρος αυτό της αξίωσης, αν και δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί με δύναμη δεδικασμένου (αρ. 331 Κ.Πολ.Δ.), με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημίωσης του παθόντος γενικώς για κάθε ζημία από την αδικοπραξία. Η νέα, όμως, αυτή εικοσαετής παραγραφή προϋποθέτει αναγκαία κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 268 ΑΚ, την ύπαρξη αξίωσης που δεν έχει υποκύψει στη μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή δεδομένου ότι η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης τότε αξίωσης, δεν επιφέρει αναβίωση της αξίωσης και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον αποσβεστεί λόγω παραγραφής, η οποία διέδραμε χωρίς διακοπή κατ' άρθρο 261 ΑΚ (Ολ.ΑΠ 24/2003, Α.Π. 1443/2022, Α.Π. 485/2021, Α.Π. 546/2021).
Εξαίρεση υπάρχει στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η ζημία είναι απρόβλεπτη, οπότε αρχίζει νέα παραγραφή για εκείνες τις δυσμενείς συνέπειες, που δεν μπορούσαν από την αρχή να προβλεφθούν, κατά τα προαναφερόμενα. Αν, επομένως, με τελεσίδικη απόφαση επιδικάσθηκε στον παθόντα από αυτοκινητικό ατύχημα αποζημίωση λόγω του τραυματισμού του και με νέα αγωγή ζητεί πρόσθετη αποζημίωση για την ίδια αιτία, λόγω της απρόβλεπτης δυσμενούς εξέλιξης της υγείας του, της οποίας έλαβε γνώση μετά την άσκηση της πρώτης αγωγής, το δικαστήριο που καλείται να δικάσει την υπόθεση δεν δεσμεύεται από το δεδικασμένο της απόφασης, ως προς την έκταση των ζημιών, διότι το δικαστήριο καλείται να κρίνει αξιώσεις του παθόντος από τις επιζήμιες συνέπειες του ατυχήματος που δεν μπορούσαν να προβλεφθούν κατά το χρόνο άσκησης της πρώτης αγωγής και δεν κρίθηκαν με την τελεσίδικη απόφαση. Αντίθετα, αν πρόκειται για προβλεπτές ζημίες η παραγραφή παρατείνεται σε εικοσαετία, υπό την αναγκαία προϋπόθεση, ότι η απόφαση κατέστη τελεσίδικη εντός του χρόνου της πενταετίας ή διετίας, κατά περίπτωση, καθώς και αν στο μεταξύ διάστημα, μέχρι την τελεσιδικία, δεν έχει υποκύψει η αξίωση σε τυχόν προβλεπόμενη συντομότερου χρόνου παραγραφή (Α.Π. 1679/2024, Α.Π. 755/2005, Α.Π. 1100/2005).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (Ολ.ΑΠ 1/2020, Ολ.ΑΠ 2/2019, Ολ.ΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006, Α.Π. 6/2022, Α.Π. 1217/2020). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Α.Π. 453/2022, Α.Π. 1217/2020). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Α.Π. 68/2020, Α.Π. 12/2020, Α.Π. 1217/2020). Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την πληττόμενη 2632/2021 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Στις 16.9.1996 επί της Νέας Εθνικής Οδού ..., προκλήθηκε αυτοκινητικό ατύχημα που έλαβε χώρα κατά τη σύγκρουση της με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, που οδηγούσε ο ενάγων και ήδη εκκαλών της πρώτης υπό κρίση έφεσης και εφεσίβλητος της δευτέρας Σ. Π. (ήδη αναιρεσείων) και του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο μη διάδικος στην παρούσα δίκη Γ. Ξ., το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία 'ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ', στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της οποίας υπεισήλθε η εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη της πρώτης έφεσης και εκκαλούσα της δευτέρας, ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία ΆΕΕΓΑ ΕΘΝΙΚΗ' (ήδη αναιρεσίβλητη). Με τη με αριθμό 5066/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που έκρινε επί εφέσεως ασκηθείσας κατά της με αριθμό 92/2000 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της από 10.11.1997 αρχικής αγωγής του ήδη ενάγοντος, έχουν κριθεί με δύναμη δεδικασμένου και για την υπό κρίση διαφορά, που λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα κατ' εφαρμογή των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, τα ακόλουθα: Ότι ο οδηγός του ασφαλισμένου στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου [Γ. Ξ.] ήταν αποκλειστικά υπαίτιος του ανωτέρω ενδίκου ατυχήματος εκ του οποίου ο ενάγων Σ. Π. τραυματίσθηκε, έχοντας υποστεί, κατά την αρχική ιατρική πρόβλεψη βασεαυχενικό και υποτροχαντήριο κάταγμα δεξιού μηριαίου, κάταγμα αριστερής πηχεοκαρπικής, θλαστικό τραύμα δεξιού γόνατος, οστεοχόνδριο κάταγμα επιγονατίδας και δεξιού μηριαίου και διάστρεμμα ποδοκνημικής [υποβληθείς άμεσα στο Π.Π.Ν. Πατρών, όπου διακομίσθηκε σε χειρουργική επέμβαση -ήλωση] και ακολούθως λόγω επιπλοκών των τραυμάτων του διαγνώσθηκε στις 8.1.1997 πάσχων από ρήξη οπίσθιου κέρατος του έσω μηνιαίου και εκφύλιση του προσθίου κέρατος αυτού [γενομένης διαμόρφωσης με το SAVER] και στις 3.3.1997 από μετατραυματική δυσκαμψία δεξιού γόνατος, κριθείς από την Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή, από την οποία εξετάσθηκε στις 20.1.1998, ως έχων μόνιμη αναπηρία σε ποσοστό 60%. Ακολούθως εκ της ανωτέρω ζημιογόνου πράξης ανέκυψε στο δεξιό γόνατο του ενάγοντος νέα δυσμενής συνέπεια. Ειδικότερα σύμφωνα με την από 27.11.2001 γνωμάτευση του χειρουργού ορθοπεδικού Α. Μ. διαπιστώθηκε ότι ο ενάγων παρουσίαζε σημεία αρχόμενης οστεοαρθρίτιδας δεξιού γόνατος με ραιβότητα 16 μοίρες και συγκαλύψεως 3 μοίρες επώδυνη και ότι έχει ανάγκη διορθωτικής οστεοτομίας κνήμης, διότι εμφάνιζε έντονη συμπτωματολογία κατά τη διάρκεια της εργασίας του. Στις 12.11.2002 ο ενάγων εξετάστηκε από τον ιατρό Θ. Ξ., καθηγητή στην Ορθοπεδική Κλινική του Π.Π.Γ. Νοσοκομείου Ιωαννίνων, ο οποίος διαπίστωσε ότι ο ενάγων παρουσίασε ραιβότητα του δεξιού γόνατος και σημαντικού βαθμού χονδρικές βλάβες και του συνέστησε να υποβληθεί σε διορθωτική οστεοτομή, επέμβαση την οποία πραγματοποίησε στο ανωτέρω Νοσοκομείο στις 14.4.2003, κατά την οποία τοποθετήθηκαν εσωτερικά πλάκα και βίδες [εσωτερική οστεοσύνθεση]. Στη συνέχεια ο ενάγων εξετάστηκε στις 14.5.2003 από τον ιατρό Θ. Ξ., ο οποίος διαπίστωσε ότι παρουσιάζει εκτεταμένη βλάβη χόνδρου έσω μηριαίου κονδύλου, επιγονατίδας, έσω και έξω κνημιαίας κλήνης, εκφυλιστική ρήξη έξω μηνίσκου και μερική ρήξη προσθίου χιαστού έξω και έσω μηνίσκου, και ότι λόγω των εκτεταμένων και σε πολλαπλές θέσεις βλαβών της άρθρωσης, πρόκειται στο απώτερο μέλλον να υποβληθεί σε ολική αρθροπλαστική δεξιού γόνατος. Μετέπειτα και δη στις 8.11.2011 ο ενάγων επανεξετάστηκε από τον ορθοπεδικό ιατρό Θ. Ξ., ο οποίος γνωμάτευσε ότι ο ασθενής- ενάγων, στον ανωτέρω χρόνο είχε σταθερή και χωρίς σημαντικό πόνο πορεία στο δεξιό γόνατο διατηρώντας μικρό έλλειμμα έκτασης καθώς και ότι ο βαθμός βλάβης δείχνει ότι στο προσεχές μέλλον θα χρειαστεί να υποβληθεί σε αρθροπλαστική και του δεξιού γόνατος. Εν συνεχεία ο ενάγων εξετάστηκε στις 15.4.2015 από τον χειρουργό ορθοπεδικό Η. Ν. ο οποίος του συνέστησε λόγω της επιδείνωσης του ανωτέρω προβλήματος που πλέον εμφάνιζε βαρείες οστεοαρθριτικές αλλοιώσεις, να προβεί σε επέμβαση ολικής αρθροπλαστικής ΔΕ γόνατος επί μετατραυματικής αρθρίτιδος. Στην ανωτέρω επέμβαση, η οποία ήταν απότοκος των βλαβών που επήλθαν από το ένδικο τροχαίο, υποβλήθηκε ο ενάγων στις 15 Ιουνίου 2015 στην κλινική Όμιλος Ιατρικού Αθηνών, νοσηλευθείς έως τις 20.6.2015, οπότε έλαβε εξιτήριο με οδηγίες την επί ένα μήνα λήψη φαρμακευτικής και θεραπευτικής αγωγής και την προοδευτική βάδιση με βακτηρίες. Αναγκαία προϋπόθεση για τη διενέργεια της ανωτέρω επέμβασης ήταν, σύμφωνα με το από 18.6.2015 φύλλο ιστορικού ασθενούς του ιατρού χειρουργού ορθοπεδικού Η. Ν., η αφαίρεση των υλικών οστεοσύνθεσης δεξιάς κνήμης που είχαν τοποθετηθεί κατά τη γενόμενη στις 14.4.2003 επέμβαση (τοποθέτησής του). Υπό τα ανωτέρω προκύπτει ότι η δυσμενής εξέλιξη της υγείας του ενάγοντος στο δεξιό γόνατό του [που αποτελεί αντικείμενο της παρούσης δίκης], είναι πραγματικό περιστατικό απρόβλεπτο κατά τα ιατρικά δεδομένα, και τα διδάγματα της ιατρικής επιστήμης, το οποίο έλαβε χώρα μετά την κατάθεση της πρώτης αγωγής [10.11.1997] του ενάγοντος και συνδέεται αιτιωδώς με το ένδικο ατύχημα και την αδικοπρακτική συμπεριφορά του υπαίτιου οδηγού, καθώς και ότι η ιατρική πρόβλεψη της νέας δυσμενούς κατάστασης στο δεξιό γόνατο του ενάγοντος [που απαιτούσε για την αποκατάστασή της επέμβαση αρθροπλαστικής, καθώς και την προηγηθείσα αυτής αφαίρεση υλικών οστεοσύνθεσης δεξιάς κνήμης], διεγνώσθη το πρώτον στις 14.5.2003 από τον ορθοπεδικό ιατρό Θ. Ξ. και από το χρόνο αυτό ήταν γνωστό στον ενάγοντα ότι ήταν αναγκαία η υποβολή του στις ανωτέρω χειρουργικές επεμβάσεις. Από τον ανωτέρω χρόνο, όταν κατέστη αντικειμενικά δυνατή κατά τα διδάγματα και τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης η πρόβλεψη της νέας αυτής δυσμενούς για τον ενάγοντα εξέλιξης της υγείας του δεξιού του γόνατος [η αποκατάσταση της οποίας ήταν πλέον μονόδρομος με την χειρουργική επέμβαση της ολικής αρθροπλαστικής] και περιήλθε σε γνώση αυτού, άρχισε νέα παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων, η οποία συμπληρώθηκε στις 15-5-2005, ενώ η υπό κρίση αγωγή ασκήθηκε στις 22/11/2018. Η ανωτέρω δε παραγραφή είναι διετής κατ' άρθρο 10§2 του Ν. 489/1976 ως αρξάμενη και συμπληρωθείσα πριν την τροποποίηση του ως άνω άρθρου, οπότε δεν τίθεται θέμα εφαρμογής του άρθρου 18 του ΕισΑΚ, και για αυτήν δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη οποιουδήποτε γεγονότος αναστολής ή διακοπής αυτής. Μετά ταύτα η πρωτοδίκως προταθείσα από την εναγόμενη ένσταση παραγραφής που στηρίζεται στα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη και να απορριφθεί η υπό κρίση αγωγή. Μετά ταύτα το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που απέρριψε την ανωτέρω ένσταση παραγραφής και έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, και η περί της παραγραφής ένσταση που νομίμως επανέφερε η εναγόμενη - εκκαλούσα με τον πρώτο λόγο έφεσης, πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη, όπως και η ασκηθείσα έφεσή της στο σύνολό της, ενώ πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη η ασκηθείσα από τον ενάγοντα- εκκαλούντα έφεσή του...". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Εφετείο έκρινε ότι οι επίδικες αξιώσεις του αναιρεσείοντος έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 10 παρ. 2 του Ν. 489/1976, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 7 του ν. 3557/2007, και εφαρμόζεται στην επίδικη περίπτωση, ως εκ του χρόνου που έλαβε χώρα το τροχαίο ατύχημα (16-9-1996) (Α.Π. 255/2020), κατά παραδοχή ως βάσιμης της σχετικής ένστασης της αναιρεσίβλητης και, ακολούθως, απέρριψε κατ' ουσίαν την από 25-6-2020 έφεση του αναιρεσείοντος, δέχθηκε κατ' ουσίαν την από 14-9-2020 έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε τις πρωτόδικες υπ'αριθμ. 398/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και τη συνεκκαλούμενη υπ' αριθμ. 2356/2019 εν μέρει οριστική και εν μέρει μη οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που είχαν κρίνει διαφορετικά, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και εν συνεχεία απέρριψε, ως παραγεγραμμένη, την ένδικη από 20-12-2017 αγωγή του αναιρεσείοντος. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, που παρατέθηκαν στην προεκτεθείσα νομική σκέψη, των άρθρων 268 εδ.α, 297,298,914,937 Α.Κ και 321,322,324,325,331 Κ.Πολ.Δ., ενώ διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το επίμαχο ουσιώδες ζήτημα της ένστασης παραγραφής των αξιώσεων του αναιρεσείοντος, και συγκεκριμένα του χρόνου έναρξης της παραγραφής αυτής, το οποίο τέθηκε ενώπιόν του με τους λόγους έφεσης της αναιρεσίβλητης, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για το αν εφαρμόστηκαν ορθά ή όχι οι διατάξεις αυτές και, άρα, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, το Εφετείο, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές, της προσβαλλόμενης απόφασής του, δέχθηκε ότι ο ζημιωθείς αναιρεσείων έλαβε γνώση στις 14-5-2003 των απρόβλεπτων, επιζήμιων για την υγεία του, συνεπειών, από τον ορθοπεδικό ιατρό Θ. Ξ., ο οποίος τον εξέτασε κατά την ημερομηνία εκείνη και διαπίστωσε ότι παρουσιάζει εκτεταμένη βλάβη χόνδρου έσω μηριαίου κονδύλου, επιγονατίδας, έσω και έξω κνημιαίας κλήνης, εκφυλιστική ρήξη έξω μηνίσκου και μερική ρήξη προσθίου χιαστού έξω και έσω μηνίσκου και λόγω των εκτεταμένων και σε πολλαπλές θέσεις βλαβών της άρθρωσης, ότι πρόκειται στο μέλλον να υποβληθεί σε ολική αρθροπλαστική δεξιού γόνατος, αφού προηγηθεί αυτής αφαίρεση των υλικών οστεοσύνθεσης δεξιάς κνήμης και επομένως ήταν από το χρόνο εκείνο (14-5-2003) αντικειμενικά δυνατή η πρόβλεψη της νέας αυτής δυσμενούς για τον αναιρεσείοντα εξέλιξης της υγείας του δεξιού του γόνατος, έκτοτε δε άρχισε η παραγραφή των σχετικών με τις απαιτούμενες χειρουργικές επεμβάσεις αξιώσεων, στις οποίες (χειρουργικές επεμβάσεις), εντέλει, υποβλήθηκε για την αφαίρεση των υλικών οστεοσύνθεσης κνήμης και για ολική αρθροπλαστική γονάτου στις 15-6-2015, η οποία (παραγραφή) συμπληρώθηκε στις 15-5-2005, μετά την πάροδο των δύο ετών που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 10 παρ. 2 του Ν. 489/1976, ενώ η ένδικη αγωγή ασκήθηκε στις 22-11-2018, χωρίς να μεσολαβήσει οποιοδήποτε γεγονός αναστολής ή διακοπής αυτής.
Εξάλλου, εφόσον τα νεότερα πραγματικά περιστατικά, που συνιστούσαν απρόβλεπτη επιδείνωση της υγείας του αναιρεσείοντος, δεν είχαν καταχθεί προς κρίση στη δίκη επί της αρχικής από 10-11-1997 αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 5066/2001 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ούτε κρίθηκαν απ' αυτό, κατά την εκτεθείσα μείζονα σκέψη, η παραγραφή δεν παρατάθηκε σε εικοσαετία, διότι με την ένδικη αγωγή το Δικαστήριο κλήθηκε να κρίνει αξιώσεις του παθόντος από τις επιζήμιες συνέπειες του ατυχήματος που δεν μπορούσαν να προβλεφθούν κατά το χρόνο άσκησης της πρώτης αγωγής και δεν κρίθηκαν με την τελεσίδικη απόφαση που είχε αντικείμενο αποζημίωση για τις προβλεπτές ζημίες εκ του τραυματισμού του αναιρεσείοντος (Α.Π. 1679/2024). Ως εκ τούτου είναι αβάσιμοι, οι δύο λόγοι αναίρεσης (πρώτος και δεύτερος), από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τους οποίους ο χρόνος έναρξης της παραγραφής των επίδικων αξιώσεων του αναιρεσείοντος συναρτήθηκε, εσφαλμένα, με τον παραπάνω χρόνο (14-5-2003) και όχι με την επόμενη ημέρα κατά την οποία πραγματοποιήθηκε καθεμία εκ των ένδικων χειρουργικών επεμβάσεων. Ήτοι, στην παρούσα περίπτωση, με την επίφαση αναιρετικής πλημμέλειας από τους λόγους αυτούς, προβάλλονται αιτιάσεις, για την, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς τις οποίες ο αναιρεσείων έχει διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση, καθώς και ως προς τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα που εκτίθεται σαφώς, ως προς το παραπάνω ζήτημα.
Περαιτέρω, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό, από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγο υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρ. 339 και 432 επ. Κ.Πολ.Δ., εγγράφου, δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή, ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται για διαγνωστικό λάθος, αλλά για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει όμως από τον αναιρετικό έλεγχο. Δεν θεωρούνται έγγραφα με την εν λόγω έννοια τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, στα οποία περιλαμβάνεται, εκτός άλλων, και η αγωγή της ενεστώσας δίκης (Α.Π. 2081/2007), οι προτάσεις, τα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου, που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων ή η εισηγητική έκθεση εξέτασης μαρτύρων. Επίσης δεν αποτελούν έγγραφα εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, όπως η έκθεση πραγματογνωμοσύνης.(Α.Π. 42/2014). Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά, πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης. Σ' αυτή την περίπτωση, προϋπόθεση για να ιδρυθεί ο λόγος αναίρεσης, είναι να μπορούσαν οι κρίσιμες περικοπές που παραλείφθηκαν να οδηγήσουν σε διαφορετικό διατακτικό από εκείνο στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, χωρίς να λάβει αυτές υπόψη (Α.Π. 662/2021, Α.Π. 2236/2009). Για να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραβιάστηκε κατά το περιεχόμενό του. Δεν αρκεί, έτσι, ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξάλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 2/2008, Α.Π. 124/2023, Α.Π. 1182/2021, A.Π. 1167/2019, Α.Π. 1348/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης και με την επίκληση της παραπάνω διάταξης του αριθμού 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των προσκομισθέντων με επίκληση από τον αναιρεσείοντα: α) της από 20-12-2017 ένδικης αγωγής του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στην οποία γίνεται λόγος για ολική αρθροπλαστική γόνατος γενικά και όχι αριστερού γόνατος, όπως εσφαλμένα ανέγνωσε, καθώς δεν αναφέρεται σ'αυτήν (αγωγή) ποιό γόνατο θα υποβληθεί σε ολική αρθροπλαστική και β) του φύλλου ιστορικού ασθενούς, που συντάχθηκε, σφραγίσθηκε και υπογράφηκε από τον θεράποντα ιατρό χειρουργό-ορθοπεδικό Η. Ν. στις 27-3-2015, το οποίο αφορά στην πρώτη χρονικά εκ των επίδικων χειρουργικών επεμβάσεων, της αφαίρεσης των υλικών οστεοσύνθεσης, η οποία πραγματοποιήθηκε τον Μάρτιο του 2015, με το να δεχθεί ότι ο χρόνος σύνταξής του είναι η 18-6-2015, ημερομηνία της νόμιμης επικύρωσης του αντιγράφου, με αποτέλεσμα να συνδέει τις δύο χειρουργικές επεμβάσεις ως ενιαίες ενέργειες, αν και διαχωρίζονται μεταξύ τους από χρονική απόσταση τριών μηνών. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος: α) όσον αφορά στην αγωγή, διότι δεν συνιστά "έγγραφο" κατά την αναφερόμενη στη νομική σκέψη έννοια και β) όσον αφορά στο φύλλο ιστορικού ασθενούς, διότι αλυσιτελώς προβάλλεται, καθόσον η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν επιδρά στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί.
Μετά από αυτά, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-12-2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. 9637/1182/8-12-2021) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2632/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσε ο αναιρεσείων, για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ