Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1484 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1484/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Λ. συζ. Π. Σ. και 2) Π. Σ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Μπάκα.
Της αναιρεσίβλητης: Άνευ νομικής προσωπικότητας ένωσης των συνιδιοκτητών της κείμενης στην Αθήνα και επί των οδών ... πολυκατοικίας, όπως αυτή εκπροσωπείται νόμιμα από τη διαχειρίστρια αυτής Άννα - Αθηνά Γιαννετάκη, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Καλαμίτση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-10-2019 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 142/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1787/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7-11-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 7-11-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. 8773/8-11-2022) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1787/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και ειδικότερα των διαφορών μεταξύ ιδιοκτητών και διαχειριστών οριζοντίων ιδιοκτησιών (άρθρα 591 παρ. 1, 614 περ. 2 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 564 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), η οποία επιδόθηκε, όπως επικαλούνται οι αναιρεσείοντες και δεν αμφισβητείται, στις 12-10-2022, η δε αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στις 8-11-2022 (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 1 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Η ενάγουσα, άνευ νομικής προσωπικότητας ένωση των συνιδιοκτητών της κείμενης στην Αθηνών, επί των οδών ..., πολυκατοικίας, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από την εκλεγμένη διαχειρίστρια Άννα- Αθηνά Γιαννετάκη, ήδη αναιρεσίβλητη, με την από 29-10-2019 (αριθ. έκθ. κατάθ. 94365/1547/2019) αγωγή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απευθυνόμενη κατά των Λ. Σ. και Π. Σ., ήδη αναιρεσειόντων και της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Λ. Σ. και Σια ΟΕ", μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη, εξέθεσε ότι η πολυκατοικία έχει υπαχθεί στις διατάξεις περί οριζόντιας ιδιοκτησίας, δυνάμει συμβολαιογραφικής πράξης, νόμιμα μεταγεγραμμένης και ότι οι δύο πρώτοι εναγόμενοι που είναι συγκύριοι του ημιυπογείου καταστήματος της πολυκατοικίας, από τις αρχές του έτους 2019, προέβησαν σε εργασίες ανακαίνισης της οριζόντιας ιδιοκτησίας τους, προκειμένου η τρίτη εναγόμενη εταιρεία να λειτουργήσει σ' αυτήν επιχείρηση παντοπωλείου/μικρού εστιατορίου/ αναψυκτηρίου, ενώ η χρήση των οριζόντιων ιδιοκτησιών ως εστιατορίων απαγορεύεται από τον κανονισμό της πολυκατοικίας, στον οποίο και αυτοί ως συνιδιοκτήτες προσχώρησαν. Ότι, κατά την ανακαίνιση του καταστήματός τους οι εναγόμενοι- ήδη αναιρεσείοντες, κατασκεύασαν στο υπόγειο της ιδιοκτησίας τους περισσότερα αποχωρητήρια για την εξυπηρέτηση των πελατών τους και έξοδο κινδύνου, κατήργησαν την κύρια είσοδο του ημιυπόγειου καταστήματός τους, μετατρέποντάς την σε παράθυρο και διατήρησαν ως είσοδο μια πλαϊνή μικρή πόρτα, ενώ δίπλα στο παράθυρο εγκατέστησαν, κατά παράβαση του κανονισμού της πολυκατοικίας, ογκώδη μηχανήματα εξαερισμού, τα οποία αλλοιώνουν την πρόσοψη της πολυκατοικίας. Ότι, τοποθέτησαν στην πρασιά της πολυκατοικίας πάγκους, προς εξυπηρέτηση των πελατών θαμώνων του καταστήματος, όρθιων ή σε ψηλά καθίσματα, προτίθενται δε να παραδίδουν φαγητό κατ' οίκον , ώστε έμπροσθεν του καταστήματος θα σταθμεύουν δίκυκλα του προσωπικού του καταστήματος, δημιουργώντας αντιαισθητική εικόνα και θόρυβο. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε, να αναγνωρισθεί ότι από τον κανονισμό της πολυκατοικίας απαγορεύεται η χρήση του καταστήματος των εναγομένων συνιδιοκτητών, ως επιχείρηση παντοπωλείου, μικρού εστιατορίου ή αναψυκτηρίου, να απαγορευθεί στους εναγομένους να τοποθετήσουν τα τραπέζια εστίασης του καταστήματος στην κοινόχρηστη πρασιά της πολυκατοικίας, να υποχρεωθούν να αποξηλώσουν οποιοδήποτε μηχάνημα έχουν τοποθετήσει ή θα τοποθετήσουν στην πρόσοψη της πολυκατοικίας, καθώς και τους πάγκους που έχουν τοποθετήσει στην πρασιά της πολυκατοικίας, επ' απειλή σε βάρος τους χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την υπ'αριθμ. 142/2021 απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως προς την τρίτη εναγομένη ομόρρυθμη εταιρεία, δέχθηκε εν μέρει αυτήν ως προς τους δύο πρώτους εναγομένους, ήδη αναιρεσείοντες, απαγόρευσε σ' αυτούς την τοποθέτηση τραπεζιών εστίασης στον προ της οριζόντιας ιδιοκτησίας τους κοινόχρηστο χώρο της πρασιάς της πολυκατοικίας και σε περίπτωση μη συμμόρφωσής τους απείλησε εναντίον καθενός χρηματική ποινή τριακοσίων (300) ευρώ και προσωπική κράτηση διάρκειας ενός (1) μηνός και υποχρέωσε αυτούς να αποξηλώσουν τους πάγκους που έχουν τοποθετήσει στην κοινόχρηστη πρασιά, καθώς και τις εξωτερικές μονάδες των ηλεκτρομηχανολογικών μονάδων του εστιατορίου που έχουν τοποθετήσει στην πρόσοψη της πολυκατοικίας, επί της πρασιάς. Μετά την από 21-4-2021 έφεση που άσκησαν οι εναγόμενοι, ήδη αναιρεσείοντες, κατά της ανωτέρω απόφασης, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 1787/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται όταν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν είχαν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με την μορφή διατακτικού.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών. Ειδικότερα, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης. Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 του Α.Κ., υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. (Ολ. ΑΠ 26/2004).
Η διαπίστωση εξάλλου από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία ναι μεν μπορεί να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αρκεί όμως να προκύπτει και έμμεσα από αυτήν, όταν παρά τη μη ρητή αναφορά της διαπίστωσης, ή ακόμα και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης. Περίπτωση τέτοιας έμμεσης, αλλά σαφούς διαπίστωσης περί ύπαρξης κενού σε κάποια σύμβαση ή αμφιβολίας, ως προς τις βουλήσεις των συμβληθέντων, συντρέχει, μεταξύ άλλων και όταν το δικαστήριο της ουσίας προς σχηματισμό της κρίσης του για τη μορφή και το περιεχόμενο κάποιας σύμβασης καταφεύγει σε έγγραφα και λοιπά στοιχεία που βρίσκονται εκτός της σύμβασης ή γενικώς του εγγράφου, με το οποίο καταρτίστηκε σύμβαση (Α.Π. 1095/2023, Α.Π. 1034/2020, Α.Π. 6/2019, Α.Π. 1059/2018). Πάντως, μόνη η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αναφέρει ρητά στην απόφασή του ότι για την εξεύρεση της αληθινής βούλησης των συμβαλλομένων προσφεύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των παραπάνω διατάξεων του ΑΚ, δεν συνιστά παραβίαση των εν λόγω διατάξεων, αν στην απόφαση εκτίθενται τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών (Α.Π. 799/2020, Α.Π. 413/2015). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν, από όσα δέχεται το δικαστήριο, δεν διευκρινίζεται η θέση του ως προς το αν υπάρχει κενό ή ασάφεια, αφού, από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό, εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι πιο πάνω ερμηνευτικές διατάξεις (Α.Π. 1095/2023, Α.Π. 799/2020, Α.Π. 1399/2019, Α.Π. 1636/2018).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ. ΑΠ 1/2020, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 1/1999).
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Α.Π. 85/2020, Α.Π. 38/2020).
Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Α.Π. 78/2020, Α.Π. 59/2020). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ. ΑΠ 15/2006, Α.Π. 78/2020, Α.Π. 638/2019, Α.Π. 98/2017).
Συνεπώς, ως αιτιολογία που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών. Δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης και δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ. ΑΠ 1/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Α.Π. 414/2019). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται απλώς με την συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα, των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 1112/2020, Α.Π. 797/2020, Α.Π. 882/2019, Α.Π. 565/2018).
Εξάλλου, εκ πλαγίου παραβίαση, κατά την προεκτιθέμενη έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., μπορεί να συντελεστεί και επί των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. Ειδικότερα, τέτοια παραβίαση υπάρχει: α) όταν δεν διευκρινίζεται επαρκώς αν υπάρχει ή όχι κενό στη δικαιοπραξία, αν το δικαστήριο έχει προβεί στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων και αν δεν παραθέτει σαφώς τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, β) όταν η απόφαση περιέχει ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την εφαρμογή ή όχι των διατάξεων αυτών του ουσιαστικού δικαίου και γ) όταν το δικαστήριο έσφαλε κατά την υπαγωγή των περιστατικών, που έγιναν δεκτά, στην έννοια του νόμου (Α.Π. 1095/2023, Α.Π. 799/2020, Α.Π. 870/2017).
Τέλος, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο ότι το δικαστήριο διαπίστωσε, ρητά ή έμμεσα, κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις των συμβαλλομένων και ότι, παρά τη διαπίστωση αυτή, παρέλειψε να προσφύγει στις ερμηνευτικές αρχές των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., ή ότι προσέφυγε μεν, αλλά εσφαλμένα υπήγαγε σ' αυτές τις πραγματικές διαπιστώσεις του (Α.Π. 1041/2018, Α.Π. 1285/2011). Με τους ανωτέρω αναιρετικούς λόγους (άρθρο 559 αριθμός 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.) δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 53/2020, Α.Π. 634/2019, Α.Π. 52/2019).
Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, καθόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 508/2020, Α.Π. 90/2020, Α.Π. 22/2020, Α.Π. 145/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 1787/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα: "...Η οικοδομή της εφεσίβλητης ενάγουσας ένωσης των συνιδιοκτητών της κείμενης στο Κολωνάκι Αθηνών, στη συμβολή των οδών ... πολυκατοικίας (ήδη αναιρεσίβλητης), αποτελεί οριζόντια ιδιοκτησία, που συστάθηκε, δυνάμει της υπ' αριθ. .../1968 πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας της Συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Α., που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του τοπικά αρμόδιου Υποθηκοφυλακείου Αθηνών, στον τόμο 2394, και υπ' αύξοντα αριθμό 133, όπως τροποποιήθηκε, δυνάμει των υπ' αριθ. .../1970, και .../1971, πράξεων της ίδιας ως άνω Συμβολαιογράφου, που έχουν επίσης νομίμως μεταγραφεί. Κατά την πράξη σύστασης της οροφοκτησίας, και ειδικότερα, το 2° άρθρο του πρώτου μέρους της η οικοδομή της πολυκατοικίας αποτελείται από υπόγειο, ημιυπόγειο, ισόγειο, τέσσερεις (4) ορόφους, έναν όροφο σε εσοχή (ρετιρέ), και δώμα. Κατά το 4° άρθρο του ίδιου μέρους της εν λόγω πράξης σύστασης οροφοκτησίας, οι κοινόκτητοι και κοινόχρηστοι χώροι της πολυκατοικίας είναι, μεταξύ άλλων, το οικόπεδο του οποίου επίκειται η πολυκατοικία, είτε καλύπτεται από την οικοδομή της πολυκατοικίας, είτε είναι ακάλυπτο, και όλοι γενικά οι χώροι, εγκαταστάσεις, έργα, και πράγματα, που εκ του νόμου, ή κατ' έθιμο, ή εκ του προορισμού και της θέσης τους εξυπηρετούν περισσότερα του ενός διαμερίσματα και εν γένει χώρους της πολυκατοικίας. Κατά το 12° άρθρο του ενσωματωμένου στην εν λόγω συμβολαιογραφική πράξη σύστασης οροφοκτησίας, κανονισμού της πολυκατοικίας, οι κύριοι των οριζόντιων ιδιοκτησιών μπορούν να διαρρυθμίζουν εσωτερικά την ιδιοκτησία τους, υπό τις τιθέμενες προϋποθέσεις, και υπό τον ρητό όρο, να μην θίγονται καθόλου οι κοινόχρηστοι χώροι, έργα και εγκαταστάσεις, οι εξωτερικοί τοίχοι της οριζόντιας ιδιοκτησίας τους, ενώ επίσης απαγορεύεται σε αυτούς, κάθε μεταρρύθμιση, μεταβολή, ή επισκευή εξωτερικώς, είτε προς την οδό, είτε προς τους φωταγωγούς, διαδρόμους και κλιμακοστάσια, ή άλλους κοινόχρηστους χώρους. Με το 15° άρθρο του ίδιου κανονισμού ρητώς απαγορεύτηκε η χρήση των οριζόντιων ιδιοκτησιών της πολυκατοικίας αυτής, ως δημόσιων, ή ως ιδιωτικών γραφείων, λεσχών οποιοσδήποτε δε μορφής, σκοπού, και φύσης, οίκων ανοχής, εκλογικού κέντρου, σχολείων, οικοτροφείων, ωδείων, κλινικής, πειραματικού χημείου, ξενοδοχείων, σχολής ρυθμικής ή γυμναστικής, γραφείου κηδειών, ιχθυοπωλείου νωπών ιχθύων, ψητοπωλείου, και γενικώς για κάθε χρήση ενοχλητική των λοιπών διαμερισμάτων, δηλαδή, "τοιαύτην υπερβαίνουσαν τα εν τη πόλει των Αθηνών ανεκτά όρια τα επιβαλλόμενα εκ του εν γένει κοινωνικού και επαγγελματικού ορίου μιας μεγαλουπόλεως". Η εφεσίβλητη, και ενάγουσα, ένωση των συνιδιοκτητών νόμιμα εκπροσωπείται από την Άννα-Αθηνά Γιαννετάκη, η οποία, κατά τη γενική συνέλευση των συνιδιοκτητών της εν λόγω πολυκατοικίας, στις 12-12-2019, σύμφωνα με τις διατάξεις του καταστατικού (άρθρο 42), εκλέχτηκε διαχειρίστρια της πολυκατοικίας. Τα παραπάνω δεν αμφισβητούνται από τους διαδίκους. Περαιτέρω, αποδεικνύεται, ότι οι δύο (2) εκκαλούντες, εναγόμενοι, (ήδη αναιρεσείοντες), είναι, έκαστος κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, συγκύριοι τριών (3) οριζόντιων ιδιοκτησιών της εν λόγω πολυκατοικίας, και πιο συγκεκριμένα, του με στοιχεία "Κ-Ι" ημιυπόγειου καταστήματος, εμβαδού 119 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο και τους κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους της πολυκατοικίας 60/οο, και των υπό στοιχεία "Υ-1" και "Υ-5" αποθηκών του υπόγειου ορόφου, εμβαδού, αντίστοιχα, 84, και 6,50, τ.μ., με αντίστοιχα ποσοστά συνιδιοκτησίας 23/οο και 2/οο, που απέκτησαν αυτοί, λόγω αγοράς, το μεν κατάστημα, δυνάμει του υπ' αριθ. .../2012, συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Βύρωνα, Μ. Σ., και οι αποθήκες, δυνάμει του υπ' αριθ. .../2016, συμβολαίου της ίδιας Συμβολαιογράφου, αμφότερα δε, νομίμως μεταγραφέντα. Οι εκκαλούντες, εναγόμενοι, ισχυρίστηκαν, ότι στις οριζόντιες ιδιοκτησίες τους, και ειδικότερα, στην υπό στοιχεία "Υ-1" αποθήκη του υπογείου, ανήκει, κατ' αποκλειστική χρήση, η πρασιά της πολυκατοικίας, που βρίσκεται στην οδό .... Στηρίζουν δε τον ισχυρισμό τους αυτό οι εκκαλούντες, εναγόμενοι, στο ότι στο προαναφερόμενο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο και το συμβόλαιο σύστασης της οροφοκτησίας, αναγράφεται ότι η "Υ-1" αποθήκη συνορεύει προς τα δυτικά με την οδό ..., χωρίς να παρεμβάλλεται καμία πρασιά και κανένας κοινόκτητος χώρος, και συνηγορεί γι' αυτό, όπως ισχυρίστηκαν οι εκκαλούντες, εναγόμενοι, και το ότι όλες οι επιχειρήσεις, που λειτούργησαν κατά το παρελθόν στο χώρο αυτό, τον χρησιμοποιούσαν κατά το δοκούν. Κατά την κρίση, όμως, του παρόντος Δικαστηρίου, ο ισχυρισμός αυτός των εκκαλούντων, εναγόμενων, κρίνεται απορριπτέος, ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι στην υπ' αριθ. .../1968, συμβολαιογραφική πράξη σύστασης οροφοκτησίας, όπως και στην τροποποιητική της υπ' αριθ. .../1971 πράξη, η "Υ-1" υπόγεια αποθήκη, αλλά και το "Κ-Ι" κατάστημα, αναφέρεται ότι συνορεύουν δυτικώς με την οδό ..., βορείως με την οδό ..., όπου, στη βόρεια πλευρά, από κανέναν βέβαια δεν αμφισβητείται, ότι μεταξύ της "Υ-1" αποθήκης και του "Κ-1" καταστήματος αφενός και της οδού ... αφετέρου, παρεμβάλλεται, χωρίς να αναγράφεται ρητώς στην πράξη σύστασης οροφοκτησίας, η κοινόχρηστη πρασιά της εν λόγω πολυκατοικίας, η οποία μάλιστα, είναι φυτεμένη με διάφορα καλλωπιστικά φυτά, ενώ και στον ακάλυπτο χώρο της δυτικής πλευράς της οδού ..., υπάρχει μία λεμονιά. Η μη αναγραφή δε της πρασιάς στις συμβολαιογραφικές προαναφερόμενες πράξεις, ως συνόρου των οριζόντιων ιδιοκτησιών, οφείλεται στο αυτονόητο, της περιγραφής της οικοδομής της πολυκατοικίας, στο πρώτο μέρος της πράξης σύστασης της οροφοκτησίας, και συγκεκριμένα, στο 4° άρθρο της εν λόγω πράξης σύστασης οροφοκτησίας, όπου και σαφώς αναφέρεται, ότι κοινόκτητοι και κοινόχρηστοι χώροι της πολυκατοικίας είναι, μεταξύ άλλων, το οικόπεδο του οποίου επίκειται η εν λόγω πολυκατοικία, είτε καλύπτεται αυτό από την οικοδομή της πολυκατοικίας, είτε είναι ακάλυπτο, και επομένως, κάθε ακάλυπτο σημείο του οικοπέδου της επίμαχης πολυκατοικίας είναι, σύμφωνα με τη συστατική πράξη της οροφοκτησίας της πολυκατοικίας αυτής, κοινόκτητο και κοινόχρηστο. Άλλωστε, ο ισχυρισμός αυτός των εκκαλούντων, εναγόμενων, δεν ευσταθεί, και επειδή, αν πράγματι η περιγραφή αυτή σήμαινε, ότι ο ακάλυπτος χώρος πρασιάς της πολυκατοικίας, προς την οδό ..., αποτελεί τμήμα των οριζόντιων ιδιοκτησιών των εκκαλούντων, εναγόμενων, δεν πρόκειται τότε για δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης των εκκαλούντων, εναγόμενων, αλλά, για δικαίωμα κυριότητας επί τμήματος της οριζόντιας ιδιοκτησίας καταστήματος, ή υπόγειας αποθήκης των εκκαλούντων, εναγόμενων, που, όμως, δεν νοείται σε ακάλυπτο χώρο.
Εξάλλου, το επιχείρημα, των εκκαλούντων, εναγόμενων, ότι όλες οι επιχειρήσεις, που λειτούργησαν έως σήμερα στο χώρο του "Κ-1" καταστήματος χρησιμοποιούσαν την πρασιά της εν λόγω πολυκατοικίας, προς την οδό ..., κατά το δοκούν, αφενός μεν, πέραν του ότι, δεν αποδεικνύεται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, αφετέρου δε, αληθής υποτιθέμενος, δεν συνεπάγεται κτήση οποιουδήποτε δικαιώματος των εκκαλούντων, εναγόμενων, στην πρασιά της πολυκατοικίας προς την οδό ..., δεδομένου ότι, το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης κοινόκτητου και κοινόχρηστου χώρου αποκτάται μόνον με ρητή συμφωνία, μεταξύ όλων, των συνιδιοκτητών, για την οποία και απαιτείται συμβολαιογραφικό έγγραφο, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, και δεν είναι δυνατόν να αποκτηθεί, με χρησικτησία, και ούτε δύναται, με αχρησία, να απωλεσθεί το δικαίωμα της σύγχρησης όλων των λοιπών συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας επί του κοινόκτητου και κοινόχρηστου χώρου της πρασιάς της πολυκατοικίας αυτής προς την οδό ....
Περαιτέρω, αποδεικνύεται, ότι οι εκκαλούντες, εναγόμενοι, παραχώρησαν τη χρήση των τριών (3) οριζόντιων ιδιοκτησιών τους στην ομόρρυθμη εταιρεία "Λ. Σ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", της οποίας ομόρρυθμα μέλη είναι οι ίδιοι, για να λειτουργήσει στις οριζόντιες ιδιοκτησίες των εκκαλούντων, εναγόμενων, επιχείρηση παντοπωλείου, μικρού εστιατορίου, ή και αναψυκτήριου. Στις αρχές του 2019, οι εκκαλούντες, εναγόμενοι, άρχισαν τις εργασίες ανακαίνισης των χώρων των οριζόντιων ιδιοκτησιών τους. Ειδικότερα, στο ημιυπόγειο κατάστημα, εγκαταστάθηκε το παντοπωλείο "Νοra's Deli", της εταιρείας των εκκαλούντων, εναγόμενων, στο οποίο πωλούνται διάφορα εδέσματα και ποτά από όλον τον κόσμο, ενώ στον χώρο των δύο (2) υπόγειων αποθηκών η εταιρεία των εκκαλούντων, εναγόμενων, δημιούργησε κουζίνα-μαγειρείο, όπου προσφέρονται εδέσματα, κυρίως από τα προϊόντα του παντοπωλείου της, και αποχωρητήρια, για την εξυπηρέτηση των πελατών της επιχείρησης εστιατορίου, τα τραπεζοκαθίσματα της οποίας προώρισται να τοποθετηθούν στην κοινόχρηστη, πρασιά της πολυκατοικίας προς την οδό .... Η εν λόγω πρασιά διαμορφώθηκε ανάλογα, στεγάσθηκε, με σταθερό στέγαστρο, και τοποθετήθηκαν επ' αυτής πάγκοι, προς εξυπηρέτηση των θαμώνων του εστιατορίου της εν λόγω εταιρείας των εκκαλούντων, εναγόμενων. Η ίδια δε εταιρεία των εκκαλούντων, εναγόμενων, περαιτέρω, εγκατέστησε στις όψεις της εν λόγω πολυκατοικίας, επί των οδών ... και ..., εδραζόμενες δε στην κοινόχρηστη πρασιά της πολυκατοικίας αυτής, τις εξωτερικές ηλεκτρομηχανολογικές μονάδες εξαερισμού και απαγωγής καπνού της επιχείρησής της. Η εφεσίβλητη, ενάγουσα, ένωση των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας αντέδρασε άμεσα στη λειτουργία εστιατορίου, υποστηρίζοντας, ότι αυτό αντίκειται στον κανονισμό της, πράγμα, που οι εκκαλούντες, εναγόμενοι, αρνούνται, υποστηρίζοντας, ότι δεν υπάρχει στον κανονισμό της εφεσίβλητης, ενάγουσας, πολυκατοικίας ρητή απαγόρευση λειτουργίας του συγκεκριμένου είδους εστιατορίου (bistro), στο οποίο πρόκειται να προσφέρονται γεύματα παρασκευασμένα από τα προϊόντα, που θα πωλούνται στην επιχείρηση παντοπωλείου (delicatessen). Αντιδράσεις υπήρξαν από πλευράς συνιδιοκτητών της ενάγουσας, εφεσίβλητης, πολυκατοικίας, και όσον αφορά τη χρήση της πρασιάς, για την τοποθέτηση στον κοινόχρηστο και κοινόκτητο χώρο της, πάγκων και τραπεζοκαθισμάτων, αλλά και ως προς την εγκατάσταση στις προσόψεις της πολυκατοικίας του ηλεκτρομηχανολογικού εξοπλισμού, καθώς και απαγωγής καπνού του εστιατορίου, ενώ οι συνιδιοκτήτες της πολυκατοικίας αυτής συναίνεσαν στην εγκατάσταση στα ίδια σημεία των εξωτερικών μονάδων του ηλεκτρομηχανολογικού εξοπλισμού του εξαερισμού, της ψύξης και της θέρμανσης του προαναφερόμενου καταστήματος παντοπωλείου, στη λειτουργία του οποίου δεν αντιτίθενται οι συνιδιοκτήτες της εφεσίβλητης, ενάγουσας, πολυκατοικίας, η λειτουργία του οποίου, άλλωστε, δεν απαγορεύεται από τον κανονισμό της ήδη εφεσίβλητης, ενάγουσας, πολυκατοικίας. Ακολούθως, κατά τη γενική συνέλευση των συνιδιοκτητών της εν λόγω πολυκατοικίας, στις 29-5-2019, προκρίθηκε να τοποθετηθούν τα μηχανήματα αυτά εντός της πρασιάς επί των οδών ... και ..., εννοώντας μόνο τα μηχανήματα του παντοπωλείου, αφού ήδη από το Φεβρουάριο του 2019, είχε ρητώς εκφραστεί η αντίθεση των συνιδιοκτητών της εφεσίβλητης, ενάγουσας, πολυκατοικίας στη λειτουργία στις οριζόντιες ιδιοκτησίες των εκκαλούντων, εναγόμενων, καταστήματος εστιατορίου. Αντίθεση, η οποία δηλώθηκε και με επιστολή του πληρεξούσιου Δικηγόρου της εφεσίβλητης, ενάγουσας, ένωσης συνιδιοκτητών προς τον εκκαλούντα, εναγόμενο, που επιδόθηκε στον τελευταίο, δυνάμει της υπ' αριθ. ...-2019 έκθεσης επιδόσεως του διορισμένου στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιά με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών αρμόδιου Δικαστικού Επιμελητή Γ. Δ., με την οποία δηλώθηκε και η αντίθεση των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας στη χρήση οποιουδήποτε ακάλυπτου χώρου της. Μετά δε την ανταλλαγή εξωδίκων, και ενώ κάθε προσπάθεια εξεύρεσης κοινώς αποδεκτής λύσης στη μεταξύ τους διαφορά, απέβη άκαρπη, κατά την έκτακτη γενική συνέλευση των συνιδιοκτητών της ήδη εφεσίβλητης, ενάγουσας, πολυκατοικίας στις 10-10-2019, αποφασίσθηκε αυτή, να ασκήσει, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, εναντίον των εκκαλούντων, εναγόμενων, την αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη, προκειμένου να απαγορευτεί στους εναγόμενους, εκκαλούντες, η λειτουργία εστιατορίου, ως αντιβαίνουσα τον κανονισμό της εν λόγω πολυκατοικίας, και η κατάληψη της κοινόχρηστης πρασιάς της, με οποιοδήποτε αντικείμενο. Ως προς τη χρήση των υπόγειων οριζόντιων ιδιοκτησιών των εκκαλούντων, εναγόμενων, ο κανονισμός της εν λόγω πολυκατοικίας, στον οποίο αυτοί προσχώρησαν, με τους ανωτέρω τίτλους κτήσης τους, στο 15° άρθρο του ορίζει ότι απαγορεύεται η χρήση όλων των οριζόντιων ιδιοκτησιών, ως δημόσιων, ή ιδιωτικών γραφείων, λεσχών οποιοσδήποτε μορφής, σκοπού και φύσης, οίκων ανοχής, εκλογικού κέντρου, σχολείων, οικοτροφείων, ωδείων, κλινικής, πειραματικού χημείου, ξενοδοχείων, σχολής ρυθμικής, ή γυμναστικής, γραφείου κηδειών, ιχθυοπωλείου νωπών ιχθύων, ψητοπωλείου, και γενικώς, για κάθε χρήση ενοχλητική των λοιπών διαμερισμάτων της πολυκατοικίας, δηλαδή "υπερβαίνουσαν τα τη πόλει των Αθηνών ανεκτά όρια, τα επιβαλλόμενα εκ του εν γένει κοινωνικού και επαγγελματικού ορίου μιας μεγαλουπόλεως". Ο εν λόγω κανονισμός πολυκατοικίας, δεν θα μπορούσε να προβλέπει ρητά την πιθανότητα λειτουργίας καταστήματος bistro, δεδομένου ότι κατά το χρόνο σύνταξής του το 1968, τέτοιου είδους καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος, δεν συνηθίζονταν να λειτουργούν στην Ελλάδα, και μάλιστα εντός πολυκατοικιών, και υπό την έννοια αυτή υφίσταται κενό ρύθμισης, δυνάμενο να πληρωθεί, με ερμηνεία του κανονισμού. Η καταγωγή και ετυμολογία της λέξης bistro, δεν είναι συγκεκριμένη, ούτε γενικώς αποδεκτή. Κατά μία άποψη, η λέξη προέρχεται από τη Ρωσική λέξη bystro, που σημαίνει γρήγορα, και εμφανίστηκε στη Γαλλία, μετά τους Ναπολεόντειους πολέμους, όταν το Παρίσι κατεχόταν από τους Ρώσους, ενώ κατ' άλλη εκδοχή η λέξη προέρχεται από το φτηνής τιμής Γαλλικό λικέρ, με βάση τον καφέ, bistrouille. Τα bistro αναπτύχθηκαν έξω από τις υπόγειες κουζίνες των Γαλλικών ενοικιαζόμενων διαμερισμάτων, οι ένοικοι των οποίων πλήρωναν για το δωμάτιο, και στην τιμή συμπεριλαμβανόταν και το φαγητό, και έτσι οι ιδιοκτήτες των ενοικιαζόμενων δωματίων είχαν πρόσθετο εισόδημα. Στο bistro, εκτός από φαγητό προσφέρεται καφές και ποτό. Το μενού αποτελείται από λίγα φαγητά, γλυκά, και ψωμί, διανθισμένο από ποιοτικά και γρήγορα στην παρασκευή τους σάντουιτς, δηλαδή, φαγητά, που μαγειρεύονται γρήγορα σε ποσότητες, και μπορούν να έχουν μεγάλη διάρκεια ζωής, φτιαγμένα όλα στην κουζίνα του ίδιου χώρου, που διακοσμείται με έργα τέχνης και διαθέτει χαμηλού προφίλ μουσική. Το στυλ των bistro σήμερα είναι παγκόσμιο, φυσικά προσαρμοζόμενο στις ανάγκες κάθε εποχής. Ερμηνεύοντας το παρόν Δικαστήριο τον εν λόγω κανονισμό, όπως απαιτεί η καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, η αληθινή βούληση των συμβληθέντων, χωρίς προσήλωση στις λέξεις (άρθρα 173, και 200 του Α.Κ.), ήταν να μην επιτρέπεται η χρήση των οριζόντιων ιδιοκτησιών της εν λόγω πολυκατοικίας, σε κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος, που προσφέρει γεύματα, που παρασκευάζονται στο κατάστημα, και έχει αποτέλεσμα την εκπομπή καπνού και οσμών, και την ενόχληση των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας από τη συγκέντρωση και παραμονή των πελατών του καταστήματος, διότι από τη διατύπωση του προαναφερόμενου σχετικού άρθρου του εν λόγω κανονισμού, και ειδικότερα, από την απαγόρευση της λειτουργίας ψητοπωλείου και ιχθυοπωλείου νωπών ιχθύων, σε συνδυασμό με την απαγόρευση λειτουργίας των οριζόντιων ιδιοκτησιών της εν λόγω πολυκατοικίας, ακόμη και ως δημόσιων, ή ιδιωτικών γραφείων, λεσχών κάθε μορφής, σκοπού και φύσης, οίκων ανοχής, εκλογικών κέντρων, σχολείων, οικοτροφείων, ωδείων, κλινικής, πειραματικού χημείου, ξενοδοχείων, σχολής ρυθμικής, ή γυμναστικής, και γραφείου κηδειών, συνάγεται το συμπέρασμα, ότι οι συμβληθέντες στον κανονισμό θέλησαν να απαγορεύσουν οποιοδήποτε κατάστημα, από το οποίο προκαλούνται έντονες οσμές, οι οποίες ασφαλώς προκαλούνται από το μαγειρείο-παρασκευαστήριο του εστιατορίου της ομόρρυθμης εταιρείας των εκκαλούντων, εναγόμενων, στο οποίο, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη, μετ' επικλήσεως, από τους εκκαλούντες, εναγόμενους, περιγραφική έκθεση επιχείρησης μαζικής εστίασης πλήρους επεξεργασίας, σε αυτή μαγειρεύονται, μεταξύ άλλων, φαγητά από κρέας, χοιρινό, βόειο, πουλερικών, και παράγωγα κρέατος, όπως μπιφτέκια και λουκάνικα, ιχθύες και αλιεύματα, παρότι υπήρξε μέριμνα εγκατάστασης σύγχρονης τεχνολογίας απαγωγών καπνού. Εξάλλου, η τοποθέτηση των εξωτερικών μονάδων των ηλεκτρομηχανικών εγκαταστάσεων εξαερισμού, και απαγωγής καπνού του εστιατορίου στις προσόψεις της πολυκατοικίας επί της πρασιάς, αλλά και η τοποθέτηση πάγκων στην πρασιά και η σκοπούμενη ανάπτυξη τραπεζοκαθισμάτων στο χώρο της κοινόχρηστης πρασιάς αντίκεινται στον κανονισμό της εν λόγω πολυκατοικίας, με τον οποίο, όπως προαναφέρεται επιτρέπεται, υπό προϋποθέσεις, στους ιδιοκτήτες των οριζόντιων εντός της πολυκατοικίας ιδιοκτησιών να διαρρυθμίζουν εσωτερικά τις ιδιοκτησίες τους, υπό τον ρητό όρο, όμως, να μην θίγονται καθόλου οι κοινόχρηστοι χώροι, έργα και εγκαταστάσεις, και οι εξωτερικοί τοίχοι της οριζόντιας ιδιοκτησίας τους, ενώ απαγορεύεται σε αυτούς κάθε μεταρρύθμιση, μεταβολή, ή επισκευή εξωτερικώς, είτε προς την οδό, είτε προς τους φωταγωγούς, διαδρόμους και κλιμακοστάσια, ή άλλους κοινόχρηστους χώρους της εν λόγω πολυκατοικίας.
Περαιτέρω, στο δικαίωμα χρήσης των συνιδιοκτητών στους κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους εμπεριέχεται και το δικαίωμα της εμφάνισης της οικοδομής της εν λόγω πολυκατοικίας, κατά τρόπο που προσήκει στην αισθητική και αρχιτεκτονική της κατασκευή. Η τοποθέτηση των εν λόγω μηχανημάτων, ως προσθήκη γενόμενη πέρα από την αρχιτεκτονική κατασκευή του κτηρίου, παραβλάπτει τη χρήση των άλλων οροφοκτητών και είναι, και για το λόγο αυτό, ανεπίτρεπτη. Η κατάληψη δε του χώρου της κοινόχρηστης πρασιάς της πολυκατοικίας, με την τοποθέτηση πάγκων και την ανάπτυξη τραπεζοκαθισμάτων προς εξυπηρέτηση της πελατείας της επιχείρησης εστιατορίου της εταιρείας των εκκαλούντων, εναγόμενων, είναι επίσης ανεπίτρεπτη, διότι αποκλείει τους λοιπούς συνιδιοκτήτες της πολυκατοικίας της χρήσης του κοινόκτητου και κοινόχρηστου αυτού χώρου, σύμφωνα με τον προορισμό του. Εξάλλου, ο ισχυρισμός των εκκαλούντων, εναγόμενων, ότι η εν λόγω επιχείρηση εστιατορίου διαθέτει όλες τις απαιτούμενες άδειες λειτουργίας, δεν ασκεί εν προκειμένω καμία επιρροή, καθόσον οι άδειες αυτές καθιστούν νόμιμη τη λειτουργία του εν λόγω εστιατορίου μόνον έναντι των αντίστοιχων αρμόδιων Αρχών, και όχι έναντι των συνιδιοκτητών της εν λόγω πολυκατοικίας, τις διατάξεις του κανονισμού της οποίας παραβιάζει. Ενόψει όλων των παραπάνω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, οι πέντε πρώτοι λόγοι της ένδικης έφεσης, περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, και πλημμελούς εκτίμησης των αποδείξεων, αντίστοιχα, από την εκκαλουμένη, κρίνονται από το παρόν Δικαστήριο, βάσει όσων εκτίθενται στη μείζονα σκέψη της εκκαλουμένης, απορριπτέοι, ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω, οι εκκαλούντες, εναγόμενοι, ισχυρίζονται ότι η εναντίον τους αγωγή της εφεσίβλητης, ενάγουσας, ένωσης συνιδιοκτητών ασκήθηκε καταχρηστικά, και με σκοπό την αποβολή, καθώς και το ουσιαστικό κλείσιμο της επιχείρησης εστιατορίου των εκκαλούντων, εναγόμενων, οι οποίοι επικαλούνται προς θεμελίωση του ισχυρισμού τους αυτού, κατ' άρθρο 281 του Α.Κ., ότι η αγωγή της εφεσίβλητης, ενάγουσας, ένωσης συνιδιοκτητών, ασκήθηκε εναντίον τους, αν και είχε ληφθεί ομόφωνη απόφαση των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας, κατά τη γενική συνέλευση στις 29-5-2019, για την τοποθέτηση των μηχανημάτων εξαερισμού της επιχείρησης των εκκαλούντων, εναγόμενων, στο χώρο της πρασιάς της πολυκατοικίας και είχε επιτραπεί η χρήση της πρασιάς από τους εναγόμενους, εκκαλούντες. Ότι, η διαχειρίστρια είχε αναλάβει την υποχρέωση να αντιμετωπίσει τα προβλήματα των φρεατίων της πολυκατοικίας και της δυσοσμίας, πράγμα που δεν έπραξε, με κίνδυνο της υγείας των ενοίκων και σε βάρος της αξίας της περιουσίας τους. Ότι, στους κοινόχρηστους διαδρόμους της πολυκατοικίας, στο επίπεδο του ημιυπόγειου έχουν εγκατασταθεί ερμάρια και βιβλιοθήκες με βιβλία και άλλα πράγματα διαφόρων συνιδιοκτητών, οι οποίοι χρησιμοποιούν για την αποθήκευση πραγμάτων και την κοινόχρηστη ιδιοκτησία "Υ-2". Ότι, η διαχειρίστρια χρησιμοποιεί την κοινόχρηστη αποθήκη "Υ-6", και για τον λόγο αυτόν αρνήθηκε να εκμισθώσει στους εναγόμενους, εκκαλούντες, τις οριζόντιες ιδιοκτησίες "Υ-2" και "Υ-6", ενώ οι λοιποί συνιδιοκτήτες της πολυκατοικίας είδαν θετικά την πρόταση μίσθωσης των εν λόγω ιδιοκτησιών από τους εκκαλούντες, εναγόμενους. Ότι, η διαχειρίστρια δεν παραδίδει στους εκκαλούντες, εναγόμενους, ως αυτή όφειλε, τα κλειδιά των κοινόχρηστων χώρων, και ότι, στις 25-9-2019, ημέρα, κατά την οποία είχε οριστεί γενική συνέλευση των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας έσπευσε η διαχειρίστρια να καταγγείλει στο Τμήμα Ελέγχου Κατασκευών τις εργασίες ανακαίνισης, που είχαν αρχίσει οι εκκαλούντες, εναγόμενοι, στις οριζόντιες ιδιοκτησίες τους, ήδη από 14-5-2019, οι οποίες, όμως, εργασίες ανακαίνισης συνεχίστηκαν κανονικά. Κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, ο τελευταίος, έκτος, λόγος έφεσης, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, και μη ορθή εκτίμηση των αποδείξεων από την εκκαλουμένη, που απέρριψε τον παραπάνω ισχυρισμό των ήδη εκκαλούντων, εναγόμενων, εν μέρει ως μη νόμιμο, κατ' άρθρο 281 του Α.Κ., και εν μέρει ως, ουσιαστικά αβάσιμο, κρίνεται στο σύνολό του απορριπτέος, ως αβάσιμος, καθόσον τα επικαλούμενα από τους εκκαλούντες, εναγόμενους περιστατικά, ακόμη και αν υποτεθούν αληθή, αφενός, δεν καθιστούν καταχρηστική, ως αντιβαίνουσα στα χρηστά ήθη και τη δημόσια τάξη την αγωγή της εφεσίβλητης, ενάγουσας, ένωσης συνιδιοκτητών. Αγωγή η οποία και δεν αντίκειται στον κοινωνικό, ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος της εφεσίβλητης, ενάγουσας, συνιδιοκτησίας. Αφετέρου, η επικαλούμενη από τους εκκαλούντες, εναγόμενους, παράβαση των όρων του κανονισμού της εν λόγω πολυκατοικίας και από τους λοιπούς συνιδιοκτήτες της, αλλά και από την ίδια τη νόμιμη εκπρόσωπο αυτής της εφεσίβλητης, ενάγουσας, συνιδιοκτησίας, δηλαδή τη διαχειρίστριά της, δεν συνεπάγεται την κατάργηση του κανονισμού της πολυκατοικίας αυτής (...), ούτε νομιμοποιεί τους εκκαλούντες, εναγόμενους, στην παράβαση του κανονισμού της πολυκατοικίας αυτής, δεδομένου ότι η συμμόρφωση στις διατάξεις του εν λόγω κανονισμού είναι υποχρέωση όλων των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας αυτής, για την εξασφάλιση της απρόσκοπτης λειτουργίας της κοινωνίας, μεταξύ δε των συνιδιοκτητών της (...), δεδομένου ότι δεν μπορούν οι εκκαλούντες, εναγόμενοι, να επικαλούνται προς απόρριψη της σε βάρος τους αγωγής της ενάγουσας, εφεσίβλητης, ισότητα στην παρανομία (...). Άλλωστε, ως προς την επικαλούμενη άδεια εγκατάστασης των μηχανημάτων στην πρασιά, καθώς και τη χρήση της πρασιάς αυτής, ο τελευταίος λόγος έφεσης κρίνεται από το παρόν Δικαστήριο απορριπτέος, ως ουσιαστικά αβάσιμος, αφού αποδείχθηκε, ότι ουδέποτε παραχωρήθηκε από τους συνιδιοκτήτες της πολυκατοικίας στους εκκαλούντες, εναγόμενους, ή στην ομόρρυθμη εταιρεία τους, άδεια χρήσης του χώρου της κοινόχρηστης πρασιάς της πολυκατοικίας, και όσον αφορά τα μηχανήματα, χορηγήθηκε άδεια από τους συνιδιοκτήτες της εν λόγω πολυκατοικίας στους εκκαλούντες, εναγόμενους, για εγκατάσταση μόνο των μηχανημάτων εξωτερικών μονάδων εξαερισμού του καταστήματος παντοπωλείου και όχι του καταστήματος εστιατορίου των εκκαλούντων, εναγόμενων. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη, δέχθηκε τα ίδια, και καθ' ο μέρος της έκρινε νόμιμη, δέχθηκε την αγωγή της ήδη εφεσίβλητης, ενάγουσας, συνιδιοκτησίας, ως εν μέρει βάσιμη κατ' ουσίαν, απαγορεύοντας στους εναγόμενους, και εκκαλούντες, να τοποθετήσουν τα τραπέζια εστίασης του καταστήματος εστιατορίου τους στον προ της οριζόντιας ιδιοκτησίας τους χώρο κοινόχρηστης πρασιάς της πολυκατοικίας, επ' απειλή σε βάρος κάθε εναγόμενου, εκκαλούντος, χρηματικής ποινής ποσού 300 €, και προσωπικής κράτησης διάρκειας μέχρι ενός μηνός, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τη διάταξη αυτή, και υποχρεώνοντας τους εκκαλούντες, εναγόμενους, να αποξηλώσουν τους πάγκους, που τοποθέτησαν στο χώρο της κοινόχρηστης πρασιάς της πολυκατοικίας, καθώς και τις εξωτερικές μονάδες ηλεκτρομηχανολογικών μονάδων εστιατορίου, που τοποθέτησαν στην πρόσοψη, και επί της κοινόχρηστης πρασιάς της πολυκατοικίας, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν έσφαλε, περί την εκτίμηση των αποδείξεων...". Το Εφετείο, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές του, απέρριψε την έφεση των εναγομένων, ήδη αναιρεσειόντων, ως ουσιαστικά αβάσιμη και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει τα ίδια.
Ήδη με τους πρώτο, δεύτερο και τέταρτο λόγους της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, τις αναιρετικές πλημμέλειες, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και εκ πλαγίου, με ελλιπείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης και ειδικότερα αιτιώνται ότι το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του: α) κατέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. για την ερμηνεία του όρου 15 του Κανονισμού της πολυκατοικίας, μολονότι δεν διαπιστούται στην ελάσσονα πρόταση, έστω και έμμεσα κενό ή ασάφεια στο περιεχόμενο του άρθρου 15 του Κανονισμού της πολυκατοικίας, σχετικά με τη λειτουργία καταστήματος παντοπωλείου/μικρού εστιατορίου ή/ και αναψυκτηρίου, με αποτέλεσμα να καταλήξει στο εσφαλμένο ερμηνευτικό πόρισμα ότι συνάγεται ερμηνευτικά από το παραπάνω άρθρο του Κανονισμού απαγόρευση ως προς κάθε κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος, που προσφέρει γεύματα, που παρασκευάζονται στο κατάστημα, β) δεν παρατίθενται καθόλου αιτιολογίες, που να εξηγούν για ποιο λόγο καθίσταται κρίσιμη η δυνατότητα του Κανονισμού να προβλέψει τη χρήση μπιστρό, ενώ το αγωγικό αίτημα αφορά τη χρήση παντοπωλείου/ μικρού εστιατορίου ή/και αναψυκτηρίου, και η χρήση μπιστρό ουδόλως αναφέρεται στην αγωγή, άλλως παρατίθενται ανεπαρκείς αιτιολογίες, γ) δεν διαλαμβάνεται οποιαδήποτε παραδοχή ως προς το ζήτημα κατά πόσον οι χρήσεις αυτές (παντοπωλείου/μικρού εστιατορίου ή/και αναψυκτηρίου) ήταν γνωστές στην Αθήνα κατά το έτος 1968 (σύνταξης του Κανονισμού της πολυκατοικίας), ούτε πότε έγιναν γνωστές στην Ελλάδα, ούτε αναφέρονται πραγματικά περιστατικά που να απέκλειαν τη σχετική γνώση των συμβαλλομένων κατά την κατάρτιση του Κανονισμού, ή αν υφίσταντο τέτοιες χρήσεις στην ευρύτερη περιοχή όπου κείται η επίδικη οριζόντια ιδιοκτησία, με αποτέλεσμα να υπάρχει έλλειψη αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες ζήτημα κατά πόσον ο συνταχθείς το έτος 1968 Κανονισμός της πολυκατοικίας θα μπορούσε να προβλέψει ρητά την πιθανότητα λειτουργίας καταστήματος παντοπωλείου/μικρού εστιατορίου ή/και αναψυκτηρίου ή τη χρήση bistro, ενώ προκύπτει αντιφατική αιτιολογία από την παραδοχή ότι η χρήση μπιστρό το έτος 1968 δεν ήταν συνηθισμένη στην Ελλάδα, καθώς δεν αποκλείει τη γνώση των συμβαλλομένων μερών ως προς τη συγκεκριμένη χρήση, δ) ερμήνευσε κατά τρόπο εσφαλμένο τον επίμαχο όρο 15 του Κανονισμού πολυκατοικίας, κατά τρόπο διασταλτικό, επεκτείνοντας την απαγόρευση που στον Κανονισμό τίθεται μόνο σε σχέση με τη χρήση ψητοπωλείου, κατά τρόπο ώστε να απαγορεύονται όλες οι χρήσεις καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος που προσφέρει γεύματα, που παρασκευάζονται στο κατάστημα.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που ανωτέρω δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις άνω ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, γιατί από τις προεκτιθέμενες παραδοχές του, στις οποίες στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, συνάγεται ότι διαπίστωσε ότι υπάρχει κενό στη δικαιοπρακτική βούληση των συμβαλλόμενων μερών, ασάφεια και αμφιβολία σχετικά με την έννοια των δηλώσεών τους, κατά την κατάρτιση του επίδικου Κανονισμού πολυκατοικίας και ειδικότερα όσον αφορά το περιεχόμενο του επίμαχου 15ου όρου αυτού και ανέκυψε ανάγκη ερμηνείας του, και, ως εκ τούτου, προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ειδικότερα, η πληττόμενη απόφαση, αφού παραθέτει ολόκληρο τον όρο 15 του Κανονισμού, σύμφωνα με τον οποίο "απαγορεύεται η χρήση όλων των οριζόντιων ιδιοκτησιών ως δημόσιων ή ιδιωτικών γραφείων, λεσχών οποιασδήποτε μορφής, σκοπού και φύσης, οίκων ανοχής, εκλογικού κέντρου, σχολείων, οικοτροφείων, ωδείων, κλινικής, πειραματικού χημείου, ξενοδοχείων, σχολής ρυθμικής, ή γυμναστικής, γραφείου κηδειών, ιχθυοπωλείου νωπών ιχθύων, ψητοπωλείου, και γενικώς για κάθε χρήση ενοχλητική των λοιπών διαμερισμάτων της πολυκατοικίας, δηλαδή υπερβαίνουσαν τα τη πόλει των Αθηνών ανεκτά όρια , τα επιβαλλόμενα εκ του εν γένει κοινωνικού και επαγγελματικού ορίου μιας μεγαλουπόλεως", ερμηνεύοντας τον ως άνω όρο, δέχεται ότι η αληθινή βούληση των συμβληθέντων μερών, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, ήταν να απαγορεύσουν τη χρήση των οριζόντιων ιδιοκτησιών ως οποιοδήποτε κατάστημα από το οποίο προκαλούνται έντονες οσμές και ενόχληση των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας από τη συγκέντρωση και παραμονή των πελατών του καταστήματος, οι οποίες, κατά τις παραδοχές, προκαλούνται από το μαγειρείο-παρασκευαστήριο του εστιατορίου της ομόρρυθμης εταιρείας των αναιρεσειόντων, στο οποίο μαγειρεύονται μεταξύ άλλων φαγητά από κρέας και παράγωγα κρέατος, ιχθύες και αλιεύματα. Στο πόρισμά του αυτό καταλήγει το Εφετείο από ερμηνεία του όλου κειμένου του όρου, συνεκτιμώντας και το γεγονός ότι κατά το χρόνο σύνταξης του Κανονισμού, το έτος 1968, οι συμβληθέντες συνιδιοκτήτες της πολυκατοικίας δεν μπορούσαν να προβλέψουν την πιθανότητα λειτουργίας καταστήματος παντοπωλείου, μικρού εστιατορίου ή και αναψυκτηρίου (bistro), ώστε να απαγορεύσουν ρητά τη χρήση οριζόντιας ιδιοκτησίας ως τέτοιου, καθώς το έτος 1968 αυτού του είδους καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος, δεν συνηθιζόταν να λειτουργούν στην Ελλάδα και μάλιστα εντός πολυκατοικιών. Άρα το Εφετείο, αφού διαπίστωσε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι υπάρχει κενό στη δικαιοπρακτική βούληση των συμβαλλόμενων μερών και ασάφεια και αμφιβολία σχετικά με την έννοια των δηλώσεών τους, κατά την κατάρτιση του επίμαχου όρου του Κανονισμού, ορθώς δέχθηκε την ανάγκη ερμηνείας του και προσέφυγε στους ερμηνευτικούς των δικαιοπραξιών κανόνες των άρθρων 173, 200 Α.Κ. και ορθώς ερμήνευσε το σχετικό 15ο όρο του Κανονισμού, χωρίς να παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου, με ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία τις διατάξεις αυτές.
Επομένως, οι κρινόμενοι πρώτος, δεύτερος και τέταρτος αναιρετικοί λόγοι, ενιαίως ερευνώμενοι, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ως προς τις ανωτέρω αιτιάσεις τους υπό στοιχεία α,β και δ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω, όλες οι λοιπές, περιλαμβανόμενες στους ανωτέρω αναιρετικούς λόγους, αιτιάσεις των αναιρεσειόντων είναι απαράδεκτες, διότι ανάγονται στην, περί την αποδοχή πραγματικών περιστατικών, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, καθώς και σε επιχειρήματα των αναιρεσειόντων προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτούς εκδοχής περί του ότι δεν προβλέπεται στον επίμαχο Κανονισμό της πολυκατοικίας απαγόρευση χρήσης οριζόντιας ιδιοκτησίας ως κατάστημα "παντοπωλείο/μικρό εστιατόριο ή/και αναψυκτήριο", όπως διατείνονται, η οποία (εκδοχή) δεν έγινε δεκτή από το Δικαστήριο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ως ορθό, με τις αιτιάσεις δε αυτές, και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 559 αριθμούς 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται απαραδέκτως (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και το προεκτεθέν αποδεικτικό του πόρισμα, υπό το πρόσχημα ότι παραβιάστηκαν οι ως άνω ερμηνευτικοί κανόνες.
Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει, βάσει αυτών, την αληθινή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς, όχι δε και όταν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 24/2022, Α.Π. 1220/2021, Α.Π. 816/2021, Α.Π. 1267/2020). Για την πληρότητα του λόγου αυτού αναίρεσης απαιτείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 116 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν, καθώς και ο κανόνας δικαίου, την ερμηνεία και εφαρμογή του οποίου τα διδάγματα αυτά αφορούν (Α.Π. 24/2022, Α.Π. 140/2021, Α.Π. 780/2020). Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές, που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς. Έτσι, αποκλείεται η αναίρεση για εσφαλμένη χρησιμοποίησή τους ή μη χρησιμοποίησή τους προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν (Α.Π. 1092/2021, Α.Π. 140/2021, Α.Π. 1250/2019). Ειδικότερα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα πραγματικά περιστατικά, ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, που προσκομίστηκαν, ή για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, γιατί στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (Ολ. ΑΠ 8/2005, Α.Π. 302/2022, Α.Π. 1992/2022, Α.Π. 3/2021, Α.Π. 735/2021, Α.Π. 109/2020). Με τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή τα διδάγματα της κοινής πείρας, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 302/2022, Α.Π. 508/2020, Α.Π. 52/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ.1 εδάφ. β' του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια ότι το Εφετείο, κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον ουσιαστικό κανόνα δικαίου των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία εάν το δικαστήριο της ουσίας ελάμβανε υπόψη του θα είχε αποστεί από την προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών και θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι κατά το χρόνο σύνταξης του Κανονισμού της πολυκατοικίας, το έτος 1968, ήταν ευρέως γνωστή η χρήση υγειονομικού καταστήματος του εστιατορίου (μπιστρό) στην Ελλάδα, καθώς τη δεκαετία του 1960, όπως ισχυρίζονται, "...η Ελλάδα και η Αθήνα έχει αφήσει πίσω της τον Πόλεμο και υιοθετεί μια κουλτούρα διαφορετική έχοντας άμεση επιρροή από το εξωτερικό ειδικά σε θέματα συνηθειών και διασκέδασης τόσο της αστικής τάξης όσο και των λαϊκότερων στρωμάτων της κοινωνίας...αρχίζει και μια τάση για ανέγερση ουρανοξυστών... γίνονται έργα τουριστικών υποδομών, όπως η πλαζ της Βουλιαγμένης...η Ακτή του Αγίου Κοσμά, το ξενοδοχείο Μον Παρνές... το ξενοδοχείο Χίλτον...ένα νέο ρεύμα μουσικής, το νέο κύμα, έρχεται στην Ελλάδα...και ανοίγει τις πόρτες των μπουάτ (boite)... εκείνη την εποχή (περί το 1968) μικρά καταστήματα που προσέφεραν λίγα πιάτα συνοδεία ποτού ή κρασιού...δεν ήταν ασυνήθιστα. Οι μικρές μπουάτ προσιδιάζουν τρόπον τινά στο ύφος των μπιστρό...στη δεκαετία του 1960, προς τα τέλη της οποίας καταρτίσθηκε ο επίμαχος κανονισμός πολυκατοικίας, όχι μόνο υφίσταται η έννοια του μπιστρό στην Ελλάδα, αλλά στην πρωτεύουσα της Χώρας ήδη είχαν αναπτυχθεί ικανός αριθμός επιχειρήσεων τέτοιου είδους...". Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθώς, αφενός μεν, τα ανωτέρω αναφερόμενα στο αναιρετήριο προς θεμελίωση του ως άνω λόγου δεν συνιστούν διδάγματα κοινής πείρας, υπό την έννοια που εκτέθηκε στην ανωτέρω νομική σκέψη, αφετέρου δε διότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ανάγονται στην εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης ή μη πραγματικών περιστατικών που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 2, 4 παρ. 1, 5 και 13 παρ. 1, 3 ν.3741/1929, που ισχύει και μετά την εισαγωγή του ΑΚ κατ` άρθ. 54 ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι οι συνιδιοκτήτες κοινής οικοδομής, υπαγόμενης στο καθεστώς του νόμου αυτού, μπορούν να ρυθμίσουν ελεύθερα, με σύμβαση που καταρτίζεται συμβολαιογραφικώς με τη σύμπραξη όλων των συνιδιοκτητών και μεταγράφεται (Κανονισμός της πολυκατοικίας), τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, τόσο ως προς τα αναγκαστικώς ως αδιαίρετα κοινά μέρη της οικοδομής, όσο και ως προς τις χωριστές οριζόντιες ιδιοκτησίες σε ορόφους ή διαμερίσματα και μάλιστα κατά παρέκκλιση από τις ενδοτικού δικαίου διατάξεις του άνω ν.3741/1929 και του Α.Κ. (Α.Π. 1271/1989). Οι κατά τον τρόπο αυτό δημιουργούμενοι περιορισμοί της κυριότητας έχουν κατά ρητή του άρθρου 13 Ν.3741/1929 επιταγή, τον χαρακτήρα δουλείας και δεσμεύουν και τους διαδόχους των εξ αρχής συμβληθέντων ή όσων προσχώρησαν μεταγενέστερα στον καταρτισθέντα με τη σύμβαση Κανονισμό της πολυκατοικίας. Κατά συνέπεια, με τον Κανονισμό που έχει ισχύ νόμου, εγκύρως καθιερώνονται περιορισμοί και απαγορεύσεις στη χρήση των ανωτέρω πραγμάτων και πέραν των αναφερομένων στα άρθρα 3 παρ. 2 και 5 στοιχ α` του Ν.3741/1929. Η συμφωνία αυτή των συνιδιοκτητών, που μπορεί να περιληφθεί στην αρχική πράξη σύστασης οροφοκτησίας και Κανονισμό για τη χρήση των αδιαιρέτων μερών της οικοδομής, δεν μπορεί να τροποποιηθεί ή να καταργηθεί παρά μόνο με τη συναίνεση όλων (παμψηφεί απόφαση) των αρχικώς συμβληθέντων ή των μετέπειτα συνιδιοκτητών της οικοδομής και αφού η σχετική συμφωνία τους περιληφθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και υποβληθεί σε μεταγραφή (Α.Π. 551/2003). Από αυτά παρέπεται ότι, αν με κάποιο όρο του Κανονισμού απαγορεύεται σε συνιδιοκτήτη η ενέργεια μεταβολών σε κάθε περίπτωση ή ορισμένη χρήση των πραγμάτων αυτών, η απαγόρευση ισχύει και όταν από την απαγορευμένη πράξη δεν παραβλάπτεται η χρήση ούτε θίγονται τα δικαιώματα των άλλων συνιδιοκτητών και συνεπώς, όταν επιδιώκεται να αρθεί η παράνομη κατάσταση που δημιουργήθηκε από τέτοια ενέργεια συνιδιοκτήτη δεν είναι αναγκαίο να ερευνάται αν από αυτή παραβλάπτεται η χρήση των άλλων, ούτε αν θίγονται τα δικαιώματά τους, ούτε αν μειώνεται η ασφάλεια των ιδιοκτητών ή του όλου οικοδομήματος, ούτε αν μεταβάλλεται ο συνήθης προορισμός του, κατά τα πιο πάνω αναφερόμενα (Α.Π. 746/2018, Α.Π. 562/2014, Α.Π. 1472/2001).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες απέρριψε τον προβληθέντα, με σχετικό λόγο έφεσης, ισχυρισμό τους ότι για την (απαγορευμένη σύμφωνα με τον 12ο άρθρο του Κανονισμού της πολυκατοικίας) τοποθέτηση των ηλεκτρομηχανολογικών μονάδων του εστιατορίου στην πρασιά της πολυκατοικίας προηγήθηκε ομόφωνη απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των συνιδιοκτητών, ληφθείσα στις 29-5-2019, και συνεπώς (η προσβαλλόμενη απόφαση) στερείται νόμιμης βάσης. 'Ομως, με βάση τις προεκτιθέμενες παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο το λόγο έφεσης των αναιρεσειόντων, ως προς την επικαλούμενη άδεια εγκατάστασης του ηλεκτρομηχανολογικού εξοπλισμού, καθώς και απαγωγής καπνού του εστιατορίου στην πρασιά, με την αιτιολογία ότι με την εν λόγω απόφαση της Γενικής Συνέλευσης χορηγήθηκε από τους συνιδιοκτήτες της πολυκατοικίας στους ήδη αναιρεσείοντες άδεια χρήσης του χώρου της κοινόχρηστης πρασιάς για εγκατάσταση μόνο των μηχανημάτων εξωτερικών μονάδων εξαερισμού του καταστήματος παντοπωλείου και όχι του καταστήματος εστιατορίου των αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας την εκκαλούμενη απόφαση (142/2021), η οποία είχε υποχρεώσει τους τελευταίους να αποξηλώσουν (εκτός από τους πάγκους που είχαν τοποθετήσει στην κοινόχρηστη πρασιά) τις εξωτερικές μονάδες των ηλεκτρομηχανολογικών μονάδων του εστιατορίου. Ενόψει τούτων, ο ως άνω αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, πέραν του ότι αλυσιτελώς προβάλλεται, καθώς, μετά την παραδοχή του Εφετείου ότι δεν επιτρέπεται η χρήση της οριζόντιας ιδιοκτησίας των αναιρεσειόντων ως εστιατορίου, είναι άνευ αντικειμένου η επικαλούμενη πλημμέλεια, ενώ σε κάθε περίπτωση, με την παραπάνω αιτίαση, και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής της στο άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται απαραδέκτως (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και το προεκτεθέν αποδεικτικό του πόρισμα.
Κατόπιν αυτών, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας των αναιρεσειόντων (άρθρ. 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει, να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-11-2022 (αριθμ. έκθ. κατ. 8773/974/2022) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1787/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ