ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1485/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1485/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1485/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1485 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1485/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αγαθή Δερέ, Μερόπη Τζουγκαράκη, Ιφιγένεια Ματσούκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 29 Μαΐου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Λαυρέντιο Παππά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Μ. συζ. Β., το γένος Χ. Α., 2) Ι. Μ. του Β., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ανδρονίκη Λακαρδή, και κατέθεσαν προτάσεις.

Της υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΕΤΑΔ Α.Ε.", η οποία εδρεύει στην Αθήνα, οδός ..., με ΑΦΜ ... Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Αθηνών, νομίμως εκπροσωπουμένης από τη Διευθύνουσα Σύμβουλο αυτής, Η. Χ. του Α., κάτοικο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Αλεξανδροπούλου, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-3-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 778/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2054/2022 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 27-12-2022 αίτησή του και η προσθέτως παρεμβαίνουσα με την από 8-4-2024 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβασή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι, που παραστάθηκαν στο ακροατήριο, ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 27.12.2022 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 2054/18.04.2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε κατ' ουσίαν την από 23.11.2018 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 778/05.03.2018 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε κάνει δεκτή την από 09.03.2015 αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή των αναιρεσίβλητων. Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§1, 566§1 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 του Κ.Πολ.Δ.) συνεκδικαζόμενη (άρθρα 573§1, 246 του Κ.Πολ.Δ.) με την από 08.04.2022 αυτοτελή πρόσθετη υπέρ του αναιρεσείοντος παρέμβαση της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία ""Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου Ανώνυμη Εταιρεία" και τον διακριτικό τίτλο "ΕΤ.Α.Δ. Α.Ε.". Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 80 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς δε για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναιρέσεως, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 του Κ.Πολ.Δ., αν η ισχύς της αποφάσεως στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78 του ίδιου Κώδικα. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρεμβάσεως ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της αποφάσεως, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής, στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του. Το δικονομικό δικαίωμα της ασκήσεως αυτοτελούς πρόσθετης παρεμβάσεως παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδηλώσεως δυσμενών ενεργειών της αποφάσεως εις βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας. Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρεμβάσεως ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της αποφάσεως. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 του Κ.Πολ.Δ. αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαστική ομοδικία του παρεμβαίνοντος με τον διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται, κατά πλάσμα δικαίου, ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες, που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (Α.Π. 200/2024, Α.Π. 490/2023, Α.Π. 1350/2022, Α.Π. 267/2021). Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου στο επίδικο πράγμα ή δικαίωμα, όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225§2 του Κ.Πολ.Δ.), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατ' αυτού κατά το άρθρο 325 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 200/2024, Α.Π. 1350/2022, Α.Π. 267/2021, Α.Π. 368/2019, Α.Π. 1564/2017).

Έτι περαιτέρω από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81§1 και 215§1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας, και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους, η οποία, στην περίπτωση που ασκείται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, πρέπει να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568§4 του Κ.Πολ.Δ., σε όλους τους μέχρι της ασκήσεώς της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα (Α.Π. 200/2024, Α.Π. 490/2023, Α.Π. 456/2023, Α.Π. 267/2021, Α.Π. 368/2019).

Εξάλλου, από τον συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 215§§ 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ. (όπως η § 2 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο § 2 του ν. 4335/2015) και 81§1 του ίδιου Κώδικα και όπως συνάγεται από τη διάρθρωση του πραγματικού αυτών, η επέλευση των συνεπειών της ασκήσεως τόσο της αγωγής, όσο και της παρεμβάσεως, εξαρτάται από την ενέργεια και των δύο επιμέρους διαδικαστικών πράξεων, λαμβανομένων σε ενότητα, ώστε η έλλειψη της επιδόσεως να συνιστά έλλειψη όρου του υποστατού αυτών. Γι' αυτό, όταν δεν έχει γίνει επίδοση της αγωγής ή της παρεμβάσεως, τότε η μεν άσκηση αυτών δεν επιφέρει τα αποτελέσματά της, η δε έλλειψη αυτή λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο είτε κατ' ένσταση είτε αυτεπαγγέλτως, δεν υπάρχει δε κατ' αρχήν τρόπος θεραπείας της ελλείψεως παρά μόνο με την ενέργεια της ελλείπουσας επιδόσεως και βέβαια μέσα στη νόμιμη προθεσμία, γιατί, άλλως, το ένδικο βοήθημα θεωρείται ως μη ασκηθέν, όπως ρητά διαγράφει πλέον τη συνέπεια αυτή για την αγωγή (άρα, κατά παραπομπή, και για την παρέμβαση) το νέο άρθρο 215§2 του Κ.Πολ.Δ., αίρεται δε πλέον η υπό το προϊσχύσαν του ν. 4335/2015 δίκαιο αμφισβήτηση, αν η έλλειψη της επιδόσεως της αγωγής λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως ή μόνον κατ' ένσταση και εφόσον επέφερε αυτή στον προτείνοντα διάδικο (δικονομική) βλάβη, που δεν μπορεί άλλως να επανορθωθεί, οπότε σε διαφορετική περίπτωση θεραπεύεται το σχετικό ελάττωμα που προκύπτει από τη μη επίδοση (Α.Π. 200/2024, Α.Π. 1350/2022, Α.Π. 267/2021).

Στην υπόψη περίπτωση, το τρίτο προς τους αρχικούς διαδίκους νομικό πρόσωπο και συγκεκριμένα η ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία ""Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου Ανώνυμη Εταιρεία" και τον διακριτικό τίτλο "ΕΤ.Α.Δ. Α.Ε."., νομίμως εκπροσωπούμενη, ισχυριζόμενη ότι απέκτησε το ένδικο ακίνητο κατά τη διάρκεια της δίκης από το αναιρεσείον και, επομένως, θα δεσμεύεται από το δεδικασμένο της αποφάσεως του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, την από 08.04.2024 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβασή του ζητώντας να γίνει τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η από 27.12.2022 αίτηση περί αναιρέσεως της άνω αποφάσεως.

Ακολούθως, το αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνον νομικό πρόσωπο επιμελήθηκε της επιδόσεως του κατατεθέντος σχετικού δικογράφου στους τρεις διάδικους της αναιρετικής δίκης (βλ. τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες με στοιχεία ....2024, ....2024 και ....2024 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών, που εδρεύει στην περιφέρεια του Πρωτοδικείου Αθηνών, Ο. Δ.), δηλαδή εντός της προθεσμίας που ορίστηκε από την Πρόεδρο του Τμήματος τούτου του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου (Γ' Πολιτικό Τμήμα). Επομένως, η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση ασκήθηκε παραδεκτά και πρέπει, ως ήδη σημειώθηκε ανωτέρω, να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναιρέσεως.

Επειδή, η προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών της δίκης εγγράφων, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.), υπήρξε κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι ήδη αναιρεσίβλητες (Ε. Μ. σύζυγος Β., το γένος Χ. Α., Ι. Μ. του Β.) ήγειραν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 09.03.2015 αγωγή τους, την οποία έστρεψαν κατά του ήδη αναιρεσείοντος (Ελληνικό Δημόσιο, νομίμως εκπροσωπούμενο) και του μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη νομικού προσώπου, με την επωνυμία "Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου Ανώνυμη Εταιρεία", με την οποία ζήτησαν να αναγνωριστεί η συγκυριότητά τους επί του επιδίκου ακινήτου. Η άνω αγωγή συζητήθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατ' αντιμωλίαν των εναγουσών και του πρώτου εναγόμενου, εκδόθηκε δε η υπ' αριθμ. 778/05.03.2018 οριστική απόφαση με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή. Κατά της αποφάσεως αυτής το ήδη αναιρεσείον άσκησε την από 23.11.2018 έφεσή του, την οποία έστρεψε κατά των ήδη αναιρεσίβλητων και απηύθηνε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Η έφεση συζητήθηκε ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδόθηκε δε η υπ' αριθμ. 2054/18.04.2022 τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν. Κατά της αποφάσεως αυτής το ήδη αναιρεσείον άσκησε την από 27.12.2022 αίτηση, την οποία έστρεψε κατά των ήδη αναιρεσίβλητων και απηύθηνε στο Δικαστήριο τούτο, ζητώντας την αναίρεση της τελεσίδικης αποφάσεως. Οι παραδοχές του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, στις οποίες στήριξε την εκφερθείσα κρίση του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, είναι, κατ' αντιγραφήν, οι ακόλουθες: "Το επίδικο ακίνητο, με εμβαδό 20.079,64 τ.μ., κείται στο νοτιοανατολικό μέρος της οικοδομικής ενότητας της - έξω από τις ζώνες Α και Β, εκτός του ρυμοτομικού σχεδίου πόλης - περιοχής του Δήμου Γαλατσίου Αττικής, της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Γαλατσίου, της Περιφερειακής Ενότητας Κεντρικού Τομέα Αθήνας, της Περιφέρειας Αττικής, στη θέση "Εύμορφη Εκκλησιά", που περικλείεται από τις οδούς (ανατολικά) Β., στην οποία φέρει αριθμό 133, (μεσημβρινά) Αγίας Ειρήνης (πριν Πανουριά), (δυτικά) Ωρωπού και (βόρεια) Αναγέννησης και ειδικότερα στην περιοχή Β, όπως αυτή, για τα όρια και τους όρους δόμησής της προσδιορίζεται με το π.δ. της 06.08.1980 (ΕτΚ 475/Δ/28.08.1980) και το δημόσιο τοπογραφικό διάγραμμα, που το συνοδεύει. Το εν λόγω ακίνητο αποτελεί ξεχωριστό γεωτεμάχιο/γήπεδο, άρτιο και οικοδομήσιμο, με μοναδικό αριθμό ακινήτου 3A692C11516EA78C, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 εδ. ε του ν. 4178/06.08.2013, εμφαίνεται δε στο από Νοεμβρίου 2013, σε κλίμακα 1:500, τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Δ.Χ. Π., που έχει εξαρτηθεί από το Εθνικό Γεωδαιτικό Σύστημα Αναφοράς 1987 και προσδιοριστεί σ' αυτό περιμετρικά με τα στοιχεία κορυφών Ο-14-Π-Ρ-Σ-19-18-2l- T-23-Y-37-Θ-H-29-30-Z-N-Ξ-0 και ειδικότερα Π478750.005 - 4208230.087, Ρ478741.502 - 4208217.821, Σ478679.485 - 4208256.862, Τ478580.400 - 4208319.631, Υ478553.247 - 4208336.576, Θ4786...6-4208432.978, Η478675.398 - 208390.023, Ζ478733.884 - 4208353.223, Ν478704.110 - 4208300.478, Ξ478720.836 - 4208290.022, Ο478769.215 - 4208259.551. Συνορεύει, βορειοανατολικά, μερικά, σε πλευρά Θ - Η - 29 - 30 - Ζ, συνολικού μήκους 144,01 μέτρων, με ακίνητο συγκυριότητας κληρονόμων Γ. Π. Β., και μερικά, σε πλευρά Ν - Ξ - Ο, συνολικού μήκους 76,90 μέτρων, με ακίνητο κυριότητας Ε. Μ. (πρώτης ενάγουσας), νοτιοανατολικά, μερικά, σε πλευρά Ζ-Ν μήκους 60,38 μέτρων, με ακίνητο κυριότητας Ε. Μ. (πρώτης ενάγουσας), και, μερικά, σε πρόσωπο Ο - 14 - Π - Ρ, συνολικού μήκους 50,09 μέτρων, με τη Λεωφόρο Β., στην οποία φέρει αριθμό 133, νοτιοδυτικά, μερικά, σε πλευρά Ρ-Σ-19 - 18 - 21 - Τ, συνολικού μήκους 190,57 μέτρων με έτερο ακίνητο συγκυριότητας κληρονόμων Γ.Π. Β. και, μερικά, σε πλευρά Τ - 23 - Υ, συνολικού μήκους 32,01 μέτρων με ακίνητο κυριότητας ΟΣΚ, σε χρήση των 11ου Νηπιαγωγείου και 15ου Δημοτικού Σχολείου Γαλατσίου, και, βορειοδυτικά, σε πλευρά Υ - 37 - Θ, συνολικού μήκους 113,96 μέτρων, με ακίνητο κυριότητας ΕΥΔΑΠ. Εν συνεχεία, αποδείχθηκε ότι η επίδικη έκταση δημιουργήθηκε από την πραγματική συνένωση μερικότερων όμορων εκτάσεων (αγροτικών/γεωργικών γηπέδων), εμφαινόμενων χωριστά έκαστο στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα, που ανήκαν στην πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή της πρώτης ενάγουσας και είχαν περιέλθει σε αυτή: I. Κατά ένα (πρώτο) τμήμα, συνολικού εμβαδού 14.764,50 τ.μ., συνεπεία αγοράς πέντε (5) γηπέδων από τη μητέρα της, Ι. χήρα Χ. Α., και τη θεία της (αδελφή της μητέρας της), Ε. χήρα Γ. Π., αμφότερες το γένος Γ. και Μ. Β., θετές θυγατέρες του Λ. Γ. Β., στις οποίες ανήκαν, κατά συγκυριότητα, συννομή και συγκατοχή σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου σε εκάστη, κατόπιν κληρονομικής διαδοχής του παραπάνω (θετού) πατρός τους συνταχθέντων των ακολούθως αναφερόμενων πέντε (5) αγοραπωλητηρίων συμβολαίων και II. Κατά έτερο (δεύτερο) τμήμα, εμβαδού 5.315,44 τ.μ., συνεπεία κληρονομιάς της μητρός της, Ι. χας Χ. Α. για το οποίο συντάχθηκε η ακολούθως αναφερόμενη πράξη αποδοχής κληρονομιάς. Ειδικότερα, το υπό στοιχείο (I) πρώτο τμήμα απαρτίστηκε από πέντε (5) μερικότερα γήπεδα, δηλαδή: α) γήπεδο έκτασης 3.000,30 τ.μ. που στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα εμφαίνεται με περιμετρικά στοιχεία κορυφών 15-14-Π-Ρ-Σ-15 και έχει συμπεριληφθεί στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού γραφείου του Δήμου Γαλατσίου με αριθμό ΚΑΕΚ 050380101008, όπως αποδεικνύεται από το με στοιχεία ....2014 πιστοποιητικό του ως άνω γραφείου, και το οποίο η πρώτη ενάγουσα απέκτησε δυνάμει του με αριθμό ....1974 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθήνας Γ.Δ. Μ., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Αθήνας (τ. 2794, α/α 481, σύμφωνα με το με αριθμό ....1974 πιστοποιητικό), β) γήπεδο έκτασης 1.968.90 τ.μ., που στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα εμφαίνεται με περιμετρικά στοιχεία κορυφών 17 - 16 - 19 - 18 - 17 και έχει συμπεριληφθεί στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού γραφείου του Δήμου Γαλατσίου με αριθμό ΚΑΕΚ 050380101009, όπως αποδεικνύεται από το με στοιχεία ....2014 πιστοποιητικό του ως άνω γραφείου, και το οποίο η πρώτη ενάγουσα απέκτησε δυνάμει του ίδιου ως άνω συμβολαίου, γ) γήπεδο έκτασης 2.797,50 τ.μ. που στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα εμφαίνεται με περιμετρικά στοιχεία κορυφών 24 - 20 - 21 - Τ - 23 - 24 και έχει συμπεριληφθεί στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού γραφείου του Δήμου Γαλατσίου με αριθμό ΚΑΕΚ 050380101010 και 050380101011, όπως αποδεικνύεται από το με στοιχεία ....2014 και ....2014 πιστοποιητικό του ως άνω γραφείου, και το οποίο η πρώτη ενάγουσα απέκτησε δυνάμει του με αριθμό ....1974 συμβολαίου του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Αθήνας (τ. 2794, α/α 485, σύμφωνα με το με αριθμό ....1974 πιστοποιητικό), δ) γήπεδο έκτασης 4022,40 τ.μ., που στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα εμφαίνεται με περιμετρικά στοιχεία κορυφών 26 - Η - 27 - 25 - 26 και έχει συμπεριληφθεί στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού γραφείου του Δήμου Γαλατσίου με αριθμό ΚΑΕΚ 050380101017, όπως αποδεικνύεται από το με στοιχεία ....2014 πιστοποιητικό του ως άνω γραφείου, και το οποίο η πρώτη ενάγουσα απέκτησε δυνάμει του με αριθμό ....1972 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ.Χ. Δ., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Αθήνας (τ. 2669, α/α 200, σύμφωνα με το με αριθμό ....1972 πιστοποιητικό) και ε) γήπεδο έκτασης 2975,40 τμ., που στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα εμφαίνεται με περιμετρικά στοιχεία κορυφών 29 - 30 - 31 - 28 - 29 και έχει συμπεριληφθεί στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού γραφείου του Δήμου Γαλατσίου με αριθμό ΚΑΕΚ 050380101016, όπως αποδεικνύεται από το με στοιχεία ....2014 πιστοποιητικό του ως άνω γραφείου, και το οποίο η πρώτη ενάγουσα απέκτησε δυνάμει του ίδιου ως άνω συμβολαίου. Το υπό στοιχείο (II) δεύτερο τμήμα, εμβαδού 5.315,44 τμ, το οποίο εμφαίνεται στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα και προσδιορίζεται περιμετρικά σ' αυτό με τα στοιχεία κορυφών Ο - 14 - 15- Σ- 19 - 16 - 17 - 18 - 21 -20 - 24 - 23 - Υ - 37 - Θ - Η - 26 - 25 - 27 - Η - 29 - 28 - 31 - 30 - Ζ - Ν - Ξ - Ο, και έχει συμπεριληφθεί στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού γραφείου του Δήμου Γαλατσίου με αριθμό ΚΑΕΚ 050380101018, όπως αποδεικνύεται από το με στοιχεία ....2014 πιστοποιητικό του ως άνω γραφείου, περιήλθε στην πρώτη ενάγουσα από κληρονομιά της μητέρας της, Ι. χας Χ. Α., συνταχθείσας της με αριθμό ....2013 πράξης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Αθηνών Σ.Γ. Μ., νομίμως μεταγεγραμμένης στο Υποθηκοφυλακείο Αθηνών (τ. 5058, α/α 222, σύμφωνα με το με αριθμό ....2014 πιστοποιητικό). Ακολούθως, με το με αριθμό 6390/15.01.2014 συμβόλαιο γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Γ. Μ., νομίμως μεταγεγραμμένο στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών (τ. 5059, α/α 170, σύμφωνα με το με αριθμό ....2014 πιστοποιητικό) η πρώτη ενάγουσα μεταβίβασε στη δεύτερη ενάγουσα κατά πλήρη κυριότητα ποσοστό 1% εξ αδιαιρέτου της επίδικης έκτασης με αποτέλεσμα οι ενάγουσες να έχουν καταστεί συγκύριες, συννομείς και συγκάτοχες αυτής η πρώτη, πλέον, με ποσοστό 99% εξ αδιαιρέτου και η δεύτερη με ποσοστό 1% εξ αδιαιρέτου. Το εν λόγω ακίνητο εμπίπτει σε μεγαλύτερη εδαφική έκταση, εμβαδού 4.500 στρεμμάτων, γνωστή ως "Κτήμα Β." ή "Όμορφη Εκκλησιά". Επί της εκτάσεως αυτής το εναγόμενο, Ελληνικό Δημόσιο, δεν απέκτησε ποτέ κυριότητα με το δικαίωμα του πολέμου, όπως αβασίμως αυτό ισχυρίζεται και τούτο, διότι η Αττική δεν κατακτήθηκε από τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις με τα όπλα, αλλά περιήλθε στην εδαφική κυριαρχία του ελληνικού κράτους στις 31.03.1833, κατ' εφαρμογήν της από 27.06./09.07.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης και μετά από σχετικές συμφωνίες των ελληνικών και τουρκικών αρχών, σύμφωνα με όσα επισημάνθηκαν στη μείζονα σκέψη υπό στοιχείο ΙΙ.

Εξάλλου, μετά από την έκδοση από τον σουλτάνο Μαχμούντ Β του δωρητηρίου θεσπίσματος, το έτος 1829, με βάση το οποίο αναγνωρίστηκαν ιδιοκτησιακά δικαιώματα σε όλα τα ακίνητα, τα οποία βρίσκονταν στην Αττική και κατέχονταν νόμιμα από Έλληνες και Οθωμανούς, σύμφωνα με το οθωμανικό δίκαιο (δηλαδή με τίτλους "ταπί", "χοτζέτ", "βουγιουρδί"), κατά τη διάρκεια της τρίτης τουρκοκρατίας της Αθήνας, κατά το χρονικό διάστημα από 25 - 27.05.1827 έως 31.03.1833, άρχισαν να γίνονται σε ευρεία κλίμακα πωλήσεις ακίνητων της Αττικής από Τούρκους και Έλληνες σε άλλους Έλληνες, αλλά και ξένους ιδιώτες με αποτέλεσμα τη δημιουργία μεγάλων ιδιωτικών κτημάτων ... . Στα πλαίσια των πωλήσεων αυτών, δημιουργήθηκε το "Κτήμα Β." ή "Εύμορφη Εκκλησιά", το οποίο αρχικώς τελούσε υπό την κατοχή με διάνοια κυρίου των μελών της ελληνικής οικογένειας Κ. και στη συνέχεια, περιήλθε στην κατοχή του Α. Κ., που την ασκούσε με διάνοια κυρίου, κατόπιν διαδοχικών μεταβιβάσεων, με τα ακόλουθα πωλητήρια έγγραφα (ιδιωτικά και δημόσια), διακεκριμένων τμημάτων και ιδανικών μεριδίων της έκτασης αυτής από τα μέλη της ως άνω οικογένειας και τους δικαιοδόχους τους, οι οποίοι, ωστόσο, δεν διέθεταν έστω και άκυρους τίτλους κατά το οθωμανικό δίκαιο. Συγκεκριμένα: α) Με τα από 02.04.1829, 25.04.1829, 06.05.1829, 29.05.1829, 13.07.1829 και 06.09.1829 έγγραφα, που συντάχθηκαν ενώπιον των δημοσίων νοταρίων (μνημόνων) Αθηνών Δ. Π. (το πρώτο) και Ι. Λ. (τα υπόλοιπα έξι), οι αναφερόμενες σ' αυτά εκτάσεις μεταβιβάστηκαν, λόγω πωλήσεως, κατά κυριότητα και παραδόθηκαν από τα μέλη της οικογένειας Κ. στον Ι. Κ., β) με τις ενώπιον του δημοσίου νοταρίου Σπετσών Ε. Ν. συνταχθείσες επί του σώματος των ανωτέρω εγγράφων από 23.11.1829 ισάριθμες (δηλαδή επτά) πράξεις, ο αγοραστής των ως άνω εκτάσεων Ι. Κ. μεταβίβασε αυτές, κατά κυριότητα, και τις παρέδωσε στον Ν. Μ., γ) με το από 02.09.1830 έγγραφο του Ι. Κ. και τη με αριθμό ....1833 εγκριτική συναφή πράξη (επιτροπικό έγγραφο) του ως άνω δημοσίου νοταρίου, οι ίδιες πιο πάνω εκτάσεις μεταβιβάστηκαν, κατά κυριότητα, λόγω πωλήσεως και παραδόθηκαν από τους Ι. Κ. και Ν. Μ. στο Ν. Ζ., δ) με το ενώπιον του νοταρίου (μνήμονος) της πόλεως των Αθηνών Π. Π. συνταχθέν από 13.02.1833 έγγραφο, οι ίδιες πιο πάνω εκτάσεις μεταβιβάστηκαν, κατά κυριότητα, λόγω πωλήσεως, και παραδόθηκαν από τον Ν. Ζ. στον Α. Κ., ε) με το από 27.02.1833 έγγραφο που συντάχθηκε από τον πρόκριτο των Αθηνών Παλαιολόγο Βενιζέλο ενώπιον των δημογερόντων Αθηνών Μ. Τ., Σ. Μ. και Σ. Β., οι αδελφοί Γ. Μ. και Κ. Τ. μεταβίβασαν, κατά κυριότητα, λόγω πωλήσεως και παρέδωσαν στον Α. Κ. την ακίνητη κληρονομιαία περιουσία της μητέρας τους, Φ., θυγατέρας Π. Κ. και στ) με τα με αριθμούς ....1837, ....1841, ....1843, ...1852, ....1852, ....1852, ....1852 και ....1853 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Π., οι αναφερόμενες ο' αυτά εδαφικές εκτάσεις μεταβιβάστηκαν, κατά κυριότητα, λόγω πωλήσεως, και παραδόθηκαν από διάφορα μέλη της οικογένειας Κ. στον Α. Κ. Κατόπιν των ανωτέρω αλλεπάλληλων μεταβιβαστικών πράξεων, οι περιελθούσες στον Α. Κ. επιμέρους εδαφικές εκτάσεις διαμορφώθηκαν από αυτόν σε ενιαία έκταση, συνολικού εμβαδού 4.500 στρεμμάτων, περίπου, η οποία περιελάμβανε καλλιεργήσιμα τμήματα, βοσκοτόπους (λειβάδια), χέρσες εκτάσεις, λατομεία άμμου, λίθων και μαρμάρων, ασβεστοκάμινο και βουνά εντός της οποίας, όπως προαναφέρθηκε και συνομολογεί το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, βρίσκεται το επίδικο ακίνητο, το οποίο περιλαμβανόταν σε ευρύτερη πεδινή καλλιεργήσιμη έκταση του ανωτέρω κτήματος. Στην πραγματικότητα η ευρύτερη αυτή έκταση, που μεταβιβάστηκε, με τον προαναφερόμενο τρόπο στον Α. Κ., αποτελείται από δύο μεγάλα όμορα εδαφικά τμήματα το κτήμα "Εύμορφη Εκκλησιά" και το κτήμα "Σκουμπουργιάννη", εκ των οποίων το δεύτερο έχει βόρειο όριο το πρώτο και διαμορφώθηκε από τον πιο πάνω αγοραστή της σε ενιαία περιοχή, η οποία προσδιορίζεται με ανατολικό - νοτιοανατολικό όριο την κορυφογραμμή των Τουρκοβουνίων και το Ψυχικό και με βόρειο - βορειοανατολικό όριο το ρέμα Καλογρέζας, όρια που θεωρούνται φυσικά και σταθερά, έτσι ώστε να δικαιολογείται η αναφορά στα προαναφερόμενα έγγραφα ότι το ευρύτερο κτήμα "Εύμορφή Εκκλησιά" εκτείνεται δυτικά της κορυφογραμμής των Τουρκοβουνίων και νότια του ρέματος Καλογρέζας και περιλαμβάνει και το συνεχόμενο κτήμα του "Σκουμπουργιάννη". Επομένως, από ανατολικά και βόρεια, το ευρύτερο κτήμα οριοθετείται από σταθερά και φυσικά όρια που δεν επιδέχονται αμφισβήτησης, σε αντίθεση με τα δυτικά και νότια όρια, που εμφανίζουν ελαστικότητα, αφού φέρεται να συνορεύει δυτικά, εν μέρει, με τη Α. Ηρακλείου και νότια με το κτήμα Γαλατσίου και το συντροφικό καμίνι του Πασσαλή, χωρίς ωστόσο να επηρεάζεται ο προσδιορισμός της ακριβούς θέσεως του επίδικου ακινήτου, αφού τούτο κείται μακρά των ορίων αυτών. Είναι γεγονός ότι οι μεταβιβαζόμενες εκτάσεις στα προαναφερόμενα συμβόλαια δεν προσδιορίζονται επακριβώς με τα εμβαδά τους, τις πλευρικές τους διαστάσεις και τα όμορα ακίνητα, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα σαφούς προσδιορισμού της θέσης κάθε μεταβιβαζόμενης ιδιοκτησίας. Ωστόσο, τούτο δικαιολογείται, καθώς στην εποχή των πιο πάνω μεταβιβάσεων ήταν δύσκολη και δαπανηρή, αν όχι αδύνατη, η τοπογράφηση τόσο μεγάλων εκτάσεων, που είχαν τότε μικρή οικονομική αξία ... . Έτσι κατά τους χρόνους υπογραφής των "περί της ανεξαρτησίας της Ελλάδος" τριών πρωτοκόλλων (δηλαδή στις 03.02.1830, στις 16.06.1830 και στις 01.07.1833) και της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως (δηλαδή στις 09.07.1832, αλλά και στις 31.03.1833 οπότε και ολοκληρώθηκε η ενσωμάτωση της Αττικής στο ελληνικό κράτος), η πιο πάνω περιγραφόμενη ευρύτερη έκταση του κτήματος των 4.500 στρεμμάτων, στην οποία περιλαμβανόταν και το επίδικο, δεν ανήκε κατά κυριότητα στο τουρκικό κράτους, ούτε σε τούρκους ιδιώτες που το εγκατέλειψαν κατά την αποχώρησή τους από την περιοχή της Αττικής, αλλά ήταν στην κατοχή του Α. Κ. και των δικαιοπάροχων του (οικογένεια Κ.), Ελλήνων, οι οποίοι συμπεριφέρονταν ως κύριοι με την πεποίθηση ότι τους ανήκει, με βάση τους προαναφερόμενους, ανίσχυρους, κατά το οθωμανικό δίκαιο, τίτλους (ιδιωτικά και δημόσια έγγραφα), έχοντες και την άδολη και ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσβάλλουν την κυριότητα άλλου. Αντίθετα, το εξουσίαζαν με βάση το Σουλτανικό δωρητήριο θέσπισμα του έτους 1829 και τους αναφερόμενους πιο πάνω τίτλους ... και περιήλθε ως ανήκον σ' αυτούς τους ιθαγενείς Έλληνες σύμφωνα με όσα στην μείζονα σκέψη υπό στοιχείο II αναφέρονται. Μετά την έκδοση του β.δ. της 17.1 1/29.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών", οι προαναφερόμενοι δεν τήρησαν την επιβαλλόμενη από αυτό ετήσια προθεσμία από τη δημοσίευσή του, για να προσκομίσουν στη γραμματεία των οικονομικών τους τυχόν οθωμανικούς τίτλους ιδιοκτησίας τους ή νόμιμης εξουσιάσεως στα τμήματα του ευρύτερου κτήματος, που αποτελούσαν δάση, εφόσον δεν διέθεταν τέτοιους. Όμως, ο Α. Κ. και οι ως άνω δικαιοπάροχοί του καθώς και οι πιο κάτω διάδοχοί του ουδέποτε έπαυσαν από τις 31.03.1833, οπότε ενσωματώθηκε η Αττική στο ελληνικό κράτος, και στη συνέχεια αρχικά μέχρι και τις 30.11.1837 και ακολούθως, μέχρι και τις 11.09.1915, να κατέχουν και να νέμονται ανεπίληπτα ολόκληρη την έκταση του κτήματος, με την ειλικρινή πεποίθηση ότι είναι κύριοι αυτής και ότι δεν παραβιάζουν τα δικαιώματα άλλων με τη συμπεριφορά τους. Ο Α. Κ. απεβίωσε στις ....1864 και με την από ....1864 μυστική διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε με το με αριθμό 08/11.11.1864 πρακτικό του Πρωτοδικείου Αθηνών, μη έχοντας άλλους πλησιέστερους συγγενείς, εγκατέστησε μοναδική κληρονόμο του στο πιο πάνω κτήμα την Α. χήρα Λ. Β. ή Μ., σύζυγο πρωτοξαδέλφου του. Η παράδοση του κτήματος από τους εκτελεστές της διαθήκης στην πιο πάνω κληρονόμο, η οποία υπεισήλθε και αναμείχθηκε στην κληρονομιά με διάνοια κληρονόμου, πιστοποιείται με τη με αριθμό .../1865 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Τ. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι κατά το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο για την αποδοχή της κληρονομιάς αρκούσε ο κληρονόμος να υπεισέλθει σ' αυτή και να αναμειχθεί με διάνοια κληρονόμου και δεν ήταν αναγκαία η μεταγραφή της αποδοχής ... . Κατά την ως άνω μυστική διαθήκη, το παραπάνω κτήμα έχει επιφάνεια 15.000 περιφερειακά στρέμματα, που αντιστοιχούν σε 4.500 εμβαδομετρικά στρέμματα, καταμετρημένα από το μηχανικό Δ. Ζ.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η Α. χήρα Λ. Β. ή Μ. απεβίωσε στις 21.01.1899, χωρίς να αφήσει διαθήκη και κατέλειπε μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο της τον υιό της, Γ. Λ. Β. η Μ., ο οποίος υπεισήλθε στην κληρονομιά της μητέρας του, στην οποία περιλαμβανόταν και ολόκληρο το πιο πάνω κτήμα των 4.500 στρεμμάτων, επομένως και το επίδικο ακίνητο, και αναμείχθηκε σε αυτή. Ο Γ. Λ. Β. η Μ. απεβίωσε στις ....1911, χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από την επιζώσα σύζυγο του Ε., το γένος I. Κ. η Κ., και από τα τέσσερα (4) τέκνα του, Α. συζ. Ε. Τ., Λ. Β., Α. συζ. Α. Ε. και Μ. συζ. Κ. Η τελευταία αποποιήθηκε την κληρονομιά με τη με αριθμό 63/03.03.1911 πράξη του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών και η μερίδα της προσαύξησε ισομερώς τις μερίδες των άλλων κληρονόμων. Από τους υπόλοιπους, που όλοι υπεισήλθαν στην κληρονομιά και αναμείχθηκαν σ' αυτή, ο Λ. Β. του Γ. με την από 31.08.1911 αγωγή του ενώπιον του Πρωτοδικείου Αθηνών ζήτησε την διανομή όλου του ως άνω ακινήτου, που είχε περιέλθει σε αυτόν και στους συγκληρονόμους του. Κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας ο Λ. Β. του Γ. αγόρασε από τη μητέρα του Ε., χήρα Γ. Β., και την αδελφή του Α., χήρα Α. Ε., δυνάμει του με αριθμό .../1918 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Ο., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Αθηναίων (τ. 744, α/α.293) τα 2/4 εξ αδιαιρέτου του όλου ακινήτου (1/4 εξ αδιαιρέτου από την κάθε μία). Ακολούθως, αυτός και η αδελφή του Α., ως μόνοι πλέον συγκύριοι του κτήματος, με το με αριθμό ....1927 συνυποσχετικό συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Ρ., συμφώνησαν να καταργήσουν τις μεταξύ τους δίκες για την διανομή του κτήματος και να προβούν σε εξώδικη διανομή. Επακολούθησε ο διορισμός πραγματογνώμονα, διαιτητών και επιδιαιτητή, οι οποίοι ενήργησαν τη διανομή του κτήματος, με την από 04.06.1927 απόφασή τους, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την 7.008/1927 απόφαση του Προέδρου Πρωτόδικων Αθηνών, καθώς και με τα με αριθμό από 1 έως 16/1927 πρακτικά διαιτησίας, τα οποία επίσης κηρύχθηκαν εκτελεστά, με την 8.855/1927 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών. Όλα τα έγγραφα αυτά, συνυποσχετικά, διαιτητική απόφαση και πρακτικά των διαιτητών μετεγράφησαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Αθηναίων (τ. 954, α/α 138). Με την παραπάνω διανομή στον Λ. Β. του Γ. περιήλθαν, με αναφορά στο από 08.04.1927 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα των παραπάνω διαιτητών που συνοδεύει την από 04.06.1927 διαιτητική απόφαση των (διαιτητών) Α. Χ., Θ. Σ. και (επιδιαιτητή) Κ. Δ., οι εδαφικοί τομείς Α, Β, Γ, Δ, Ε, Ζ, Η, Κ, Μ, Ν και Ο, επιφανείας, καθένας τους, αντίστοιχα, (93.025) + (66.700) + (75.150) + (70.225) + (23.325) + (144,375) + (247.950) + (532.850) + (234.650) + (315.550) + (43.875) και τμήματα των εδαφικών τομέων Θ, Α, και Π, αντίστοιχα, επιφανείας (142.000) + (24.200) + (20.550) τ.μ. και συνολικά 2.034.425 τ.μ., περίπου, που καταλαμβάνουν το βόρειο τμήμα του κτήματος "Εύμορφη Εκκλησιά". Η επίδικη έκταση περιλαμβάνεται, μερικά, στον τομέα Η και, μερικά, στον τομέα Μ της ευρύτερης έκτασης που απαρτίζουν οι παραπάνω εδαφικοί που περιήλθαν στον Λ. Β. του Γ., όπως προκύπτει από το πρακτικό της 01.05.1927, που συνοδεύει την από 04.06.1927 διαιτητική απόφασης διανομής και το από 10.01.2015 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Δ.Χ. Π., σε κλίμακα 1:20.000. Στις θετές θυγατέρες του Λ. Β. του Γ. Ι., χήρα Χ. Α., και Ε., χήρα Γ. Π., τα επιμέρους ακίνητα (οικόπεδα και αγροτικές εκτάσεις), μεταξύ των οποίων και η επίδικη έκταση, περιήλθαν σε συγκυριότητα, συννομή και συγκατοχή εξ αδιαιρέτου σε ποσοστό 50% σε εκάστη συνεπεία της - σύμφωνα με όσα επισημάνθηκαν ανωτέρω - κληρονομίας του πατέρα τους, Λ. Β. του Γ., αποβιώσαντος στις ....1934, δυνάμει των από ...1932 και ....1933 ιδιόγραφων διαθηκών, που δημοσιεύθηκαν με τα με αριθμούς 633-634/21.02.1934 πρακτικά και κηρύχθηκαν κυρίες με την 5.904/26.06.1934 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθήνας. Έκτοτε δε η επίδικη έκταση περιήλθε στις ενάγουσες με τις προαναφερόμενες πράξεις. Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι οι προαναφερόμενοι, αρχικός ιδιοκτήτης του μείζονος κτήματος, Α. Κ. και όλοι οι αναφερόμενοι διάδοχοί του, κατείχαν και νέμονταν αρχικώς ολόκληρο (και επομένως και την επίδικη έκταση) το ενιαίο ακίνητο και ακολούθως, κατά τα τμήματα, που περιήλθαν στον καθένα από αυτούς, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, με βάση τους αναφερομένους πιο πάνω κτητικούς τίτλους και κληρονομικές διαδοχές, σύμφωνα με το β.ρ.δ. που ίσχυε στην Αττική, από 23.02.1835 και μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ στις 23.02.1946, κατά τις αντίστοιχες διακρίσεις, από τότε που ο Α. Κ. αγόρασε και το τελευταίο τμήμα του (1853) και μέχρι την άσκηση της αγωγής, έχοντας μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ (23.02.1946) την πεποίθηση ότι, νεμόμενοι το κτήμα δεν προσβάλλουν δικαίωμα κυριότητας τρίτων και αυτού ακόμη του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, μετά δε την εισαγωγή του ΑΚ έχοντας την πεποίθηση, χωρίς βαριά αμέλεια, και σε κάθε περίπτωση, ανεξάρτητα από το στοιχείο της καλής πίστης, ότι έχουν αποκτήσει κυριότητα στο όλο ακίνητο και το επίδικο. Η ύπαρξη δε τίτλων του τουρκικού κράτους, όπως "ταπία" και "χοτζέτια", αφορούν τα ακίνητα εκείνα, τα οποία δεν αποτελούσαν κατά την τουρκοκρατία ιδιωτικά κτήματα, ενώ στο συγκεκριμένο κτήμα ήταν εγκατεστημένοι ιδιώτες Έλληνες, δηλαδή οι πωλητές των επιμέρους εδαφικών τμημάτων προς τον Α. Κ. ... . Ειδικότερα, η μεγαλύτερη αυτή έκταση αποτελείτο από καλλιεργήσιμους πεδινούς αγρούς (στους οποίους συμπεριλαμβανόταν και το επίδικο ακίνητο), οπωροφόρα δένδρα, δασοκτήματα, βοσκήσιμες εκτάσεις, ασβεστοκάμινους και λατομεία άμμου, λίθων και μαρμάρου. Την έκταση αυτή οι προαναφερόμενοι νομείς την εκμίσθωσαν σε τρίτους κατά τμήματα, προκειμένου ανάλογα με τη μορφολογία κάθε τμήματος να χρησιμοποιηθεί για καλλιέργεια, συλλογή ρητίνης, βοσκή και εξόρυξη λίθων κλπ. Επίσης, επισκέπτονταν το κτήμα, το επέβλεπαν ως δικό τους και προέβαιναν σε οριοθέτησή του. Ακόμη, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1867 έως το έτος 1909, δηλαδή συνεχώς για 40 και πλέον έτη, για τα τμήματα της ευρύτερης έκτασης, που δεν ήταν δεκτικά καλλιέργειας πλήρωναν δημοτικό φόρο ιδιωτικών βοσκήσιμων γαιών, που βάρυνε τον ιδιοκτήτη, κάτοχο ή διαχειριστή βοσκήσιμων γαιών και έχουν εκδοθεί τα σχετικά διπλότυπα του Υπουργείου Οικονομικών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 177 ν. ΣΙΒ (1852) περί δημοσίου λογιστικού, ενώ με την πιο πάνω ιδιότητα του ιδιοκτήτη υπέβαλλαν κατ' έτος στο Δήμο Αθηναίων τις προβλεπόμενες από το άρθρο 52 του ν. ΒΠ/1892, δηλώσεις βοσκής. Περαιτέρω, μεριμνούσαν για τη φύλαξη του όλου κτήματος, διορίζοντας οι ίδιοι αγροφύλακες και δασοφύλακες και προέβαιναν σε απόκρουση πράξεων τρίτων, διαταρακτικών της νομής τους. Μεταξύ δε των εδαφικών τμημάτων, τα οποία ήταν δεκτικά καλλιέργειας και τα καλλιεργούσαν, συγκαταλέγεται και το επίδικο ακίνητο, που ήταν καλλιεργήσιμος αγρός μέχρι αυτό να καταστεί αστικό ακίνητο (οικόπεδο), οπότε έπαυσαν να το καλλιεργούν, αλλά το επέβλεπαν το οριοθετούσαν και το προστάτευαν από ενέργειες τρίτων. Ειδικότερα, και εντελώς ενδεικτικά, τέτοιες συμβάσεις με τις οποίες δικαιοπάροχοι των εναγουσών ασκούσαν πράξεις νομής ανάλογα με τη μορφολογία κάθε εδαφικού τμήματος στην ευρύτερη έκταση, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και το επίδικο, που τότε ήταν καλλιεργήσιμος αγρός είναι: α) τα με αριθμούς 2.423/1837, 2.566/1838, 260/1841, 1.893/1846 και 1.045/1852 μισθωτήρια των νοταρίων Αθηνών Κ. Π. και Π. Π., με τα οποία ο Α. Κ. εκμίσθωνε σε τρίτους τμήματα του κτήματος "Εύμορφη Εκκλησιά" για καλλιέργεια και βοσκή, β) το με αριθμό .../1861 συμβόλαιο για τη σύσταση από τους Γ. Β. και Ν. Β. ποιμαντικής εταιρείας, στην οποία ο Α. Κ. παραχωρεί λειβάδι στην "Εύμορφη Εκκλησία" αμισθί, γ) η με αριθμό .../1865 συμβολαιογραφική πράξη, με την οποία παραχωρείται από τον υιό της Α. Β., που ενεργεί για λογαριασμό της μητέρας του, λειβάδι στην "Εύμορφη Εκκλησιά", για διατροφή κοινών ποιμνίων αιγοπροβάτων των κτηνοτρόφων Σ. και Ν. Β. και Γ. Β., δ) τα με αριθμούς .../1887 και .../1877 μισθωτήρια, με τα οποία παραχωρούνται από τα ανωτέρω τμήματα του κτήματος "Εύμορφη Εκκλησιά" για βοσκή, καλλιέργεια και εκμετάλλευση, ε) η με αριθμό .../1882 πράξη καθορισμού ορίων του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Κ., που έχει μεταγραφεί από τότε στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Αθηναίων, με την οποία οι όμοροι του Κτήματος "Εύμορφη Εκκλησιά" εν μέρει από τη δυτική και νότια πλευρά αναγνωρίζουν ότι αποδέχονται τα όρια του κτήματος της Α. Β. ή Μ., στ) το με αριθμό .../1892 εγγυητικό του συμβολαιογράφου Αθηνών Β., με το οποίο ο Γ. Μ. παρέχει την εγγύηση προς το Δημόσιο επί του κτήματος στη θέση "Εύμορφη Εκκλησιά" για τον διορισμό του αγροφύλακα Α. Μ., ζ) το από ....1897 συμφωνητικό μεταξύ του Γ. Μ. και των ιερομονάχων Θ. Κ. και Ι. Β., όπου αναφέρεται η έκταση του κτήματος και γίνεται περιγραφή αυτού, με το οποίο τους παραχωρείται από τον Γ. Μ. δωμάτιο, κείμενο πλησίον της εκκλησίας "Άγιος Γεώργιος" υπό τον όρο να περιποιούνται και να καλλωπίζουν αυτή, η) το με αριθμό .../1903 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Γ., με το οποίο ο Γ. Μ. πωλεί στον Χ. Γ. οικόπεδο από το Κτήμα "Εύμορφη Εκκλησιά", στη θέση "Πλακάκια", το οποίο είχε περιέλθει σ' αυτόν από κληρονομία της μητέρας του Α. Μ., θ) το με αριθμό .../1903 μισθωτήριο του συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Σ. με το οποίο ο Γ. Μ. εκμισθώνει στον Π. Μ. τη χορτονομή του κτήματος "Εύμορφη Εκκλησιά" για πέντε χρόνια μέχρι τις 22.03.1908, ι) το με αριθμό .../1903 μισθωτήριο του συμβολαιογράφου Αθηνών H.. Κ., με το οποίο ο Γ. Β. εκμισθώνει στον Γ. Α., Α. Τ. κλπ, για 40 χρόνια, διάφορα τμήματα του κτήματος "Εύμορφη Εκκλησιά", εκτάσεως 650 στρεμμάτων, προς αποκλειστική και μόνο καλλιέργεια των σ'αυτό λατομείων και εξόρυξη από αυτό μαρμάρων κλπ, ια) το με αριθμό .../1903 ενοικιαστήριο του συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Γ., με το οποίο ο Γ. Μ. εκμισθώνει στον Σ. Κ. από το κτήμα αυτό 50 παλιά στρέμματα, για πέντε χρόνια για καλλιέργεια, ιβ) το με αριθμό .../1906 μισθωτήριο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Ρ., με το οποίο ο Γ. Μ. εκμισθώνει στον Π. Γ. τα πεύκα στο κτήμα του "Εύμορφη Εκκλησιά", για εξαγωγή ρητίνης για πέντε χρόνια, ιγ) την 3.954/1908 απόφαση του Ειρηνοδίκη βόρειας πλευράς Αθηνών που δέχτηκε την αίτηση προσωρινών μέτρων του Γ. Μ. κατά Σ. Κ., I. Π. κλπ, καθόσον αφορά στο κτήμα "Εύμορφη Εκκλησιά", ιδ) δηλώσεις φόρου βοσκής των ετών 1897 - 1909, με μισθωτή τον κτηνοτρόφο Π. Μ. που ελάμβανε το Ελληνικό Δημόσιο και βεβαίωνε φόρους, τους οποίους, στη συνέχεια, εισέπραττε, ιε) το με αριθμό .../1910 μισθωτήριο του συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Π. με το οποίο ο Γ. Μ. ή Β. μισθώνει στον Π. Μ. τη χορτονομή του κτήματος "Εύμορφη Εκκλησιά", για πέντε έτη από το 1911 έως το 1916. Επίσης, κατά καιρούς έχουν απαλλοτριωθεί αναγκαστικά, για δημοσία ωφέλεια, πολλά επιμέρους τμήματα του μείζονος ακίνητου, όπως 1.100 στρέμματα προς τον Περισσό, που απαλλοτριώθηκαν το 1923 και σήμερα βρίσκονται εκεί οι οικισμοί Νεάπολης και Σαφράμπολης και οι δικαιοπάροχοι των εναγουσών έχουν αναγνωριστεί δικαιούχοι της σχετικής αποζημίωσης, με αντίδικο το εναγόμενο, Ελληνικό Δημόσιο. Μετά την ένταξη της ευρύτερης έκτασης στο σχέδιο πόλεως, οι δικαιοπάροχοι των εναγουσών και ακολούθως οι ίδιες ασκούσαν στο επίδικο πράξεις νομής, που προσιδιάζουν σε αστικής φύσης ακίνητα και συγκεκριμένα, οριοθέτηση, επίβλεψη και επισκέψεις.
Συνεπώς, οι διάδοχοι του Α. Κ. έγιναν κύριοι της όλης έκτασης του κτήματος, περιλαμβανομένου και του επιδίκου, με έκτακτη χρησικτησία, που συμπληρώθηκε μέχρι τις 11.09.1915, κατά το προϊσχύσαν β.ρ.δ., αφού με βάση αυτό ήταν δυνατή η χρησικτησία και επί δημοσίων κτημάτων. Η κυριότητα αυτή των εναγουσών και των δικαιοπαρόχων τους δεν ανατράπηκε μετά τις 11.09.1915, με άσκηση καλόπιστης νομής από το Ελληνικό Δημόσιο επί 30 έτη, ώστε να καταστεί αυτό κύριο του όλου επίμαχου κτήματος, με έκτακτη χρησικτησία κατά το ίδιο προϊσχύσαν β.ρ.δ. ή μεταγενέστερα από 23.02.1946 με άσκηση νομής από το Ελληνικό Δημόσιο επί 20 έτη, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΑΚ. Το Ελληνικό Δημόσιο ουδέποτε άσκησε πράξεις νομής με διάνοια κυρίου στο μείζον κτήμα Β. (και επομένως και στο επίδικο ακίνητο). Αντιθέτως, πάντοτε θεωρούσε ως ιδιωτική έκταση τόσο το επίδικο ακίνητο, που δεν ήταν ποτέ δάσος, αλλά καλλιεργήσιμη πεδινή έκταση (αγρός) αρχικά και στη συνέχεια, μετά την ένταξή του στο σχέδιο πόλεως, ως αστικό ακίνητο, όσο και την ευρύτερη έκταση, τμήματα της οποίας κατά το παρελθόν καλύπτονταν από δασική βλάστηση, η άποψή του δε αυτή εκφράστηκε με πλήθος δημοσίων εγγράφων και πράξεων των οργάνων του (άδειες δασαρχείου, γνωμοδότηση, πράξεις απαλλοτρίωσης κλπ) από το έτος 1912 έως το έτος 1957. Επίσης, ουδέποτε κατέστη, καθ' οιονδήποτε τρόπο, αδέσποτο το επίδικο ακίνητο και αδέσποτη η ευρύτερη έκταση, ώστε να περιέλθουν, εν συνεχεία, στο Δημόσιο. Η κυριότητα του επίδικου μεταβιβάστηκε, στη συνεχεία, νομότυπα στις ενάγουσες βάσει των προδιαληφθέντων τίτλων τους και λοιπών νομίμων προσόντων (νομή, διάνοια κυρίου, καλή πίστη κατά τις άνω διακρίσεις), οι οποίες συνέχισαν την νομή των δικαιοπαρόχων τους με καλή πίστη και διάνοια κυρίου μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής ... . Ειδικότερα, και ειδικά για την έκταση που το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο παραχώρησε στο ΤΑΙΠΕΔ η πρώτη ενάγουσα (Ε. Μ.) εκμίσθωσε αυτή, ήδη, από το έτος 1985, στις εταιρείες με τις επωνυμίες "Α. Β. και υιοί ΟΕ" και "Ελληνική Λέσχη Περιηγήσεων και Αυτοκινήτου" Ε.Λ.Π.Α.", για το σύνολο δε τις επίδικης έκτασης έχουν συνταχθεί πλήθος τοπογραφικών διαγραμμάτων, υπάρχει συνεχής επίβλεψη, φύλαξη, επιτήρηση και ήδη από τις 01.05.2011 υπάρχει επιτήρηση από τις ενάγουσες μία φορά κάθε εβδομάδα και με συνοδεία του ειδικού φύλακα Π.Δ. Τ.

Περαιτέρω, οι ενάγουσες φροντίζουν κάθε χρόνο για τον καθαρισμό/αποψίλωση της επίδικης έκτασης απο την ετήσια ποώδη βλάστηση από ειδικό συνεργείο καθαρισμού, όπως προκύπτει ενδεικτικά από τα προσκομιζόμενα τιμολόγια για τα έτη 2006, 2007, 2009, 2010, 2011, 2013 και 2014. Τέλος, για την περίφραξη της επίδικης έκτασης ως ξεχωριστού τμήματος του Κτήματος "Εύμορφη Εκκλησιά" εκδόθηκε η με στοιχεία ....2010 απόδειξη παροχής υπηρεσιών του Γ.Α. Α. χωρίς το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να έχει ουδέποτε δικαίωμα κυριότητας στην επίδικη έκταση. Το τελευταίο άρχισε να αμφισβητεί τον ιδιωτικό χαρακτήρα της έκτασης, χωρίς ωστόσο να ασκήσει συγκεκριμένες πράξεις νομής επ' αυτής, στις οποίες τελικώς προέβη μόλις το έτος 1987, με αφορμή σχετικό δημοσίευμα σε ημερήσια εφημερίδα και το με αριθμό ....1982 έγγραφο του Δήμου Νέας Ιωνίας. Κατόπιν του δημοσιεύματος τούτου, ακολούθησαν τα έγγραφα ....1982 της Διεύθυνσης Δημοσίων Κτημάτων και ....1983 της Διεύθυνσης Ειδικών Επιθεωρήσεων του Υπουργείου Οικονομικών, με τα οποία το Δημόσιο ανακίνησε το ιδιοκτησιακό καθεστώς των κληρονόμων Γ. Β. στην "Ομορφοκκλησιά Αττικής" και ύστερα από εντολή του Υπουργού Οικονομικών αρχικά ο επιθεωρητής δημοσίων κτημάτων Π. Γ. και στη συνέχεια η τοπογράφος μηχανικός Α. Π. διενήργησαν έρευνα και συνέταξαν τις με αριθμό ....1983 και από ....1986, αντίστοιχα, εκθέσεις τους. Επακολούθησε η με αριθμό ....1987 γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων, με την οποία το συμβούλιο αυτό εκτιμώντας ως αόριστους, ιδίως ως προς την περιγραφή των ορίων, τους τίτλους που είχαν προσκομίσει οι κληρονόμοι Γ. Β. και θεωρώντας ως κρίσιμο στοιχείο, το γεγονός ότι το έτος 1972 είχε κριθεί ως πλαστό, κατά την υπογραφή του, το αντίγραφο της 154/30.05.1853 πράξης οριοθεσίας του Ειρηνοδίκη βόρειας πλευράς Αθηνών Σιαματιάδη [γεγονός, όμως, που δεν ασκεί επιρροή ούτε στην ύπαρξη και γνησιότητα του περιεχομένου του πρωτοτύπου, αφού, μάλιστα, το πρωτότυπο φέρεται να λήφθηκε υπόψη από το ίδιο το συμβούλιο, για τη σύνταξη της πιο πάνω γνωμοδότησης, ούτε στην καλή πίστη των δικαιοπαρόχων των εναγουσών, αφού δεν την αναιρεί ... ώστε να μην μπορούν να συνεχίσουν τη χρησικτησία, που είχε αρχίσει ο απώτατος δικαιοπάροχος τους, Α. Κ., οι προαναφερόμενοι καθολικοί η ειδικοί διάδοχοί του, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο. Κρίνοντας, μάλιστα, το πιο πάνω συμβούλιο ότι οι κληρονόμοι Γ. Β. ούτε χρησικτησία μπορούσαν να επικαλεστούν διότι, κατά την κρίση του, δεν είχαν καλή πίστη, εισηγήθηκε να καταγραφεί ως δημόσιο κτήμα το κτήμα Β., όπως αυτό απεικονίζεται στο από Ιουλίου 1986 τοπογραφικό διάγραμμα της μηχανικού Α. Π. Τη γνωμοδότηση αυτή αποδέχθηκε ο Υπουργός Οικονομικών με την Δ. 3954/756/20.07.1987 απόφασή του, με την οποία ζητήθηκε να καταγραφούν ως δημόσια κτήματα, τα ακάλυπτα τμήματα (άκτιστα οικόπεδα) της έκτασης των 4.500 στρεμμάτων του Κτήματος Β., που βρίσκονται στην κυριότητα των κληρονόμων Β. Η απόφαση αυτή συμπληρώθηκε με την με αριθμό ....1992 απόφαση του Υφυπουργού Οικονομικών, με την οποία ζητήθηκε και η καταγραφή ως δημοσίων κτημάτων και όλων των ακαλύπτων χώρων, που βρίσκονται μέσα στη μείζονα έκταση των 4.500 στρεμμάτων, ανεξάρτητα από το αν αυτοί βρίσκονται στην κυριότητα των κληρονόμων Γ. Β. ή έχουν μεταβιβαστεί σε τρίτους. Με την πρώτη απόφαση του Υπουργού Οικονομικών το επίδικο, καταγράφηκε ως δημόσιο κτήμα, την 01.03.1989, με αύξοντα αριθμό βιβλίου καταγραφής ΑΒΚ 2213, 2223 και 2565 (αναφορικά όμως μόνο με την έκταση 8903 τ.μ) στο Γενικό Βιβλίο Δημοσίων Κτημάτων, ενώ εν συνεχεία τμήμα αυτού, έκτασης 11.112,00 τμ., το πρώτο εκ των εναγομένων μεταβίβασε με το ν. 3989/01.07.2011 σε συνδυασμό με την με αριθμό ....2013 απόφαση της Διυπουργικής Επιτροπής Αναδιαρθρώσεων και Αποκρατικοποιήσεων στη δεύτερη εκ των εναγομένων ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου ΑΕ" που συνέστησε με αυτό. Οι ανωτέρω ενέργειες του παρισταμένου εναγομένου συνιστούν αμφισβήτηση του εμπράγματου δικαιώματος αποκλειστικής κυριότητας των εναγουσών επί της επίδικης εδαφικής έκτασης και θεμελιώνουν το έννομο συμφέρον των τελευταίων στην άσκηση της κρινόμενης αγωγής, εφόσον δε αποδείχθηκε ότι από το έτος 1833 και πάντως το αργότερο από το έτος 1855 έως τις 11.09.2015, δηλαδή συνεχώς και για διάστημα τριάντα (30) και πλέον ετών, οι προμνημονευόμενοι απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγουσών νεμήθηκαν το επίδικο με διάνοια κυρίου και με ανεπίληπτη καλή πίστη, με βάση τους πιο πάνω τίτλους τους, ενώ ποτέ το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δεν άσκησε διακατοχικές πράξεις, αλλά αντιθέτως θεωρούσε τους κληρονόμους Β. ως κυρίους της ευρύτερης έκτασης, ανεξάρτητα από τη μορφολογία της (αν δηλαδή αυτή ήταν δάσος κατά το έτος 1836 ή λειβάδι κατά τη χρονική περίοδο 1833-1834, ή όπως το επίδικο τμήμα της, καλλιεργήσιμος αγρός) έγιναν κύριοι του επίδικου με έκτακτη χρησικτησία του β.ρ.δ. (άρθρο 51 ΕισΝΑΚ), και ακολούθως οι άμεσοι δικαιοπάροχοι των εναγουσών και οι ίδιες έγιναν κύριοι με τους πιο πάνω τίτλους, όπως αυτοί, κατά σειρά, αναφέρθηκαν. Εξάλλου, αποδείχθηκε ο χαρακτήρας του επίδικου ακίνητου ως αστικού ακινήτου (οικοπέδου) με τη μεταγενέστερη ένταξη της περιοχής στο σχέδιο πόλεως, και ο μέχρι τότε χαρακτήρας του ως καλλιεργήσιμου αγρού και ανήκοντος σε ευρύτερο πεδινό καλλιεργήσιμο τμήμα του κτήματος Β., όπως, άλλωστε, κρίθηκε με τις 2.088/2014 και 1.359/2002 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, που επικύρωσαν τις σχετικές 3.181/2013 και 9.632/2000 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι οποίες εκδόθηκαν σε προηγούμενες δίκες μεταξύ της πρώτης ενάγουσας και του Ελληνικού Δημοσίου σχετικά με άλλο ακίνητο διάφορο μεν του επιδίκου, αλλά ανήκον στην ίδια ευρύτερη πεδινή καλλιεργήσιμη έκταση. Ακόμη, για διάφορα άλλα τμήματα της όλης έκτασης έχουν εκδοθεί τελεσίδικες αλλά και αμετάκλητες αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών με τις οποίες αναγνωρίστηκε η κυριότητα ιδιωτών έναντι του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου ... .

Συνεπώς, αποδεικνύεται τόσο η φύση του επίδικου ακίνητου όσο και οι πράξεις νομής που προσιδιάζουν σ' αυτή και που οι ενάγουσες και οι δικαιοπάροχοι τους ενήργησαν επ' αυτού.

Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο είχε το χαρακτήρα δάσους ή δασικής εκτάσεως ή λιβαδίου και βοσκοτόπου, κατά την έννοια των Β.Δ. της 17/29.11.1836 και 3/15.12.1833, αλλά αποδείχθηκε ότι αυτό είχε τη μορφή αγρού. Ανεξάρτητα όμως από τη μορφή, που είχε το επίδικο, εφόσον αποδείχθηκε ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγουσών από το έτος 1833 και πάντως το αργότερο από το έτος 1853 και μέχρι την 11.9.1915, δηλαδή για χρονικό διάστημα πλέον της τριακονταετίας, νεμήθηκαν τη μείζονα έκταση του όλου κτήματος, στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο με διάνοια κυρίου, καλή πίστη, αλλά και με βάση τους πιο πάνω νόμιμους τίτλους τους, ενώ ποτέ το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δεν άσκησε σ' αυτό διακατοχικές πράξεις, και επομένως αυτές, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην μείζονα σκέψη υπό στοιχείο V, απέκτησαν την κυριότητα του επίδικου ακινήτου με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, που είχε συμπληρωθεί στις 11.9.1915 και ότι η κυριότητα αυτή στη συνέχεια δεν καταλύθηκε. Ενόψει των γεγονότων που αποδείχτηκαν, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι οι ισχυρισμοί του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου ότι το ίδιο είναι κύριο του επίδικου ακινήτου, το οποίο περιήλθε στην κυριότητά του: α) ως διαδόχου του Τουρκικού - Οθωμανικού Δημοσίου, ούτε ως διαδόχου της Βαληδέ Σουλτάνας ... δυνάμει του Πρωτοκόλλου του 1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" και των δύο ερμηνευτικών αυτού πρωτοκόλλων του ίδιου έτους, καθώς και της Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος", αφού, σύμφωνα με όσα παραπάνω αναφέρθηκαν ότι αποδείχθηκαν, αυτό δεν ανήκε κατά κυριότητα στο τουρκικό κράτος ούτε σε τούρκους ιδιώτες που το εγκατέλειψαν κατά την αποχώρησή τους από την περιοχή της Αττικής αλλά κατεχόταν από τον απώτερο δικαιοπάροχο των εναγόντων Α. Κ. και τους ως άνω δικαιοπαρόχους του, οι οποίοι συμπεριφέρονταν ως κύριοι και έχοντες την άδολη και ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσβάλλουν την κυριότητα άλλου, το εξουσίαζαν δυνάμει των τίτλων που αναφέρονται παραπάνω και το ενέμοντο έκτοτε με τα προσόντα της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας. Δεν περιήλθε δε στο Ελληνικό Δημόσιο ούτε "δικαιώματι πολέμου" αφού η Αττική δεν κατακτήθηκε με όπλα, αλλά παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Κράτος στις 31.03.1833 με την από 27.6/09.07.1833 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και κατόπιν συμφωνίας μεταξύ των ελληνικών και τουρκικών άρχων. Τα σχετικά δε ιδιοκτησιακά δικαιώματα αναγνωρίστηκαν ακολούθως δυνάμει του πρωτοκόλλου της 21.1/03.02.1830 "Περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" και της συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως σύμφωνα με όσα στην προηγηθείσα νομική σκέψη αναφέρονται, και επομένως δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι διστάζεις των άρθρων 1 έως και 3 του οθωμανικού νόμου της 7 Ραμαζάν του οθωμανικού έτους 1274, σύμφωνα με όσα στην υπό στοιχείο I μείζονα σκέψη αναφέρονται, β), άλλως διότι η μείζων έκταση ήταν δάσος κατά το έτος 1836 και δεν προσκομίστηκαν τίτλοι ιδιοκτησίας της στη Γραμματεία των Οικονομικών μέσα στην προβλεπομένη από το β.δ. της 16.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών", ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευσή του, ενόψει ειδικότερα του ότι πέραν των όσων αναφέρονται παραπάνω, το επίδικο ακίνητο και η ευρύτερη έκταση, στην οποία αυτό ευρίσκετο δεν ήταν ούτε επί τουρκοκρατίας δασική έκταση, γ) άλλως, διότι κατελήφθη από το Ελληνικό Δημόσιο ως εγκαταλελειμμένο κατά την διάρκεια του αγώνα της ανεξαρτησίας και, πάντως πριν από την 02.02.1830, αφού δεν εγκαταλείφθηκε από Οθωμανούς κατά τη διάρκεια του αγώνα της ανεξαρτησίας σύμφωνα με όσα παραπάνω αναφέρονται ενόψει του ότι αυτό κατεχόταν κατά τα αναφερόμενα ανωτέρω από Έλληνες ιδιώτες, δ) άλλως ως αδέσποτο, δυνάμει του άρθρου 16 του νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων" του 1837, ε) άλλως το Ελληνικό Δημόσιο έγινε κύριος, νομέας και κάτοχος της ευρύτερης έκτασης, συμφωνά με το άρθρο 1 του από 3/15.12.1833 β.δ/τος, σύμφωνα, επίσης, με όσα παραπάνω αναλυτικά αναφέρονται. Να σημειωθεί, εξάλλου, ότι η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το γεγονός ότι, το Ελληνικό Δημόσιο αποφάσισε δυνάμει των με αριθμούς 3.260/13.06.2005, 2.984/23.05.2005, 5.515/10.10.2007, 4.045/12.06.2008 Πρακτικών της Τριμελούς Επιτροπής του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, να μην ασκήσει αιτήσεις αναιρέσεως κατά των 4.808/2004, 1.363/2006, 2.658/2007 και 2.007/2008 τελεσίδικων αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών, οι οποίες εκδόθηκαν επί αγωγών του, που αφορούσαν ακίνητα του "Κτήματος Β.", οι οποίες και απορρίφθηκαν, δεχόμενο ουσιαστικά την ανυπαρξία του δικαιώματός του επί των αντίστοιχων επίδικων εκτάσεων. Κατόπιν όλων των ανωτέρω η αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, αφού οι ενάγουσες είναι αποκλειστικώς συγκύριες του επίδικου ακινήτου κατά τα ανωτέρω ποσοστά εξ αδιαιρέτου εκάστη και το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ουδέν δικαίωμα κυριότητας διατηρεί επ' αυτού. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε όμοια απορρίπτοντας τους προαναφερόμενους αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς του εκκαλούντος εναγομένου και δεχόμενο την ουσιαστική βάση της αγωγής των εφεσίβλητων εναγουσών αναγνώρισε τις ενάγουσες συγκύριες του επίδικου ακινήτου κατά ποσοστό 99% εξ αδιαιρέτου η πρώτη και 1% εξ αδιαιρέτου η δεύτερη εξ αυτών και την ανυπαρξία δικαιώματος κυριότητας του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου επί του επίδικου ακίνητου, ορθώς εφάρμοσε τους ουσιαστικούς κανόνες δικαίου που μνημονεύτηκαν στις μείζονες σκέψεις υπό στοιχεία I-V και ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις, υπάγοντας προσηκόντως στους ανωτέρω κανόνες τα πραγματικά περιστατικά της κρινόμενης υπόθεσης, που προαναφέρθηκαν, και καταλήγοντας σε ορθό συμπέρασμα με τη μορφή του ανωτέρω διατακτικού. Μάλιστα για τα υπαγόμενα στους μνησθέντες κανόνες δικαίου πραγματικά περιστατικά ελήφθηκαν υπόψη, με ειδική μνεία στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης, τα προσκομιζόμενα ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και επαναφερθέντα ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου έγγραφα, ήτοι α) η με αριθμό ....1987 γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημόσιων Κτημάτων, β) η με αριθμό ....1987 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και γ) ....1992 απόφαση του Υφυπουργού Οικονομικών, παρά τον ισχυρισμό του εναγομένου ότι δεν ελήφθησαν υπόψη, ενώ δεν γεννάται καμία απολύτως αμφιβολία, ότι από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν με τις υπόλοιπες αποδείξεις για τη στήριξη του προαναφερθέντος αποδεικτικού πορίσματος και α) η με αριθμό ....2014 τεχνική έκθεση Γ' Τμήματος Περιφερειακής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας Αττικής και β) η με αριθμό ....2014 τοιαύτη, με την υπόμνηση ότι δεν απαιτείται να γίνεται στην απόφαση ξεχωριστή μνεία και αξιολόγηση καθενός εγγράφου που προσκομίζουν με επίκληση οι διάδικοι ... . Τέλος την κατά τα προαναφερόμενα δικανική πεποίθηση του Δικαστηρίου δεν αναιρεί η θέση υπόψιν του για πρώτη φορά νέων αποδεικτικών εγγράφων εκ μέρους του εκκαλούντος, ήτοι των α) ....2014 και ....2014 ενστάσεων των εναγουσών, β) ....2014, ....2014, ....2014, ....2014, ....2014 ενστάσεων της Περιφερειακής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας, γ) με αριθμό ....2014 τεχνικής έκθεσης του Τμήματος Γ' Περιφερειακής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας και με αριθμό ....1993 διευκρινιστικού εγγράφου της Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας, με τα οποία επιχειρείται να θεμελιωθεί ο ισχυρισμός ότι η επίδικη έκταση κατά την πρώτη ανάρτηση του Εθνικού Κτηματολογίου αποδόθηκε στο εναγόμενο, διότι κρίθηκε ότι αποτελεί δημόσιο κτήμα, αφού από το προσωρινό κτηματολογικό διάγραμμα του Εθνικού Κτηματολογίου προκύπτει ότι η επίδικη έκταση στην αρχική ανάρτηση του Εθνικού Κτηματολογίου για το Δήμο Γαλατσίου αποτυπώθηκε σε εννιά (9) διαφορετικά και συνεχόμενα εδαφικά τμήματα με τους ΚΑΕΚ 050380101008, 050380101009, 050380101010, 050380101011, 050380101012, 050380101013, 050380101016, 050380101017 και τμήματος του 050380101018 και καταχωρήθηκαν πράγματι ως ιδιοκτησίες του εναγομένου, όμως κατόπιν των με αριθμούς ....2014, ....2014 και .../2014 των ενστάσεων και των με αριθμούς .../2014, .../2014, .../2014, .../2014 του εναγομένου, που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκαν από την Επιτροπή Ενστάσεων του Εθνικού Κτηματολογίου του Ειρηνοδικείου Αθήνας οι ....2015, ....2015, ....2015 και ....2015 αποφάσεις με τις οποίες έγιναν δεκτές οι ενστάσεις των εναγουσών και η ενοποίηση όλων των επιμέρους τμημάτων με τα προαναφερόμενα ΚΑΕΚ με την αναγνώριση ως συγκυρίων επ' αυτών των εναγουσών, την πρώτη εξ αυτών σε ποσοστό 99% εξ αδιαιρέτου, τη δεύτερη εξ αυτών σε ποσοστό 1% εξ αδιαιρέτου. Επομένως πρέπει να απορριφθεί ο μοναδικός λόγος έφεσης, καθό μέρος κρίθηκε νόμιμος, ως αβάσιμος, ήτοι τόσο κατά το σκέλος της με το οποίο αποδίδονται στην εκκαλουμένη νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, όσο κατά εκείνο με το οποίο αποδίδονται πλημμέλειες κατά την εκτίμηση αποδείξεων.". Επειδή, από τις ρυθμίσεις που ακολούθησαν της συνθήκης του Λονδίνου της 6ης Ιουνίου 1827 και περιέχονται στο πρωτόκολλο του Λονδίνου της 21.01/03.02.1830 "Περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" και στα ερμηνευτικά αυτού πρωτόκολλα της 4/16.06.1830 και της 19.06/01.07.1830, σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις της από 27.06 /09.07.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως "Περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" και του άρθρου 16 του ν. της 21.06/10.07.1837 "Περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", προκύπτει ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν έγινε καθολικός διάδοχος του Τουρκικού Κράτους, αλλά στην κυριότητά του περιήλθαν εκείνα μόνο τα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία κατά τη διάρκεια του πολέμου κατέλαβε με τις στρατιωτικές δυνάμεις και δήμευσε όπως και εκείνα τα οποία κατά το χρόνο υπογραφής των άνω τριών πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους αναχωρήσαντες από την απελευθερωθείσα Ελλάδα Οθωμανούς, πρώην κυρίους αυτών, και δεν είχαν καταληφθεί από τρίτους έως την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου περί διακρίσεως κτημάτων, όχι όμως και όσα κατά την έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως και ακολούθως κατέχονταν από Έλληνες ιδιώτες, με διάνοια κυρίου, έστω και χωρίς έγκυρο και ισχυρό, κατά το Οθωμανικό δίκαιο, τίτλο (ταπί, χοτζέτι ή βουγιουρδί). Σημειωτέον, ότι ως προς τα ευρισκόμενα στην Αττική Οθωμανικά κτήματα δεν μπορεί να γίνει λόγος για την περιέλευσή τους στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου με το δικαίωμα του πολέμου, αφού η Αττική δεν κατακτήθηκε με τα όπλα, αλλά παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Κράτος στις 31.03.1833 με βάση την από 27.06/09.07.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και κατόπιν σχετικών συμφωνιών μεταξύ των Ελληνικών και των Τουρκικών αρχών, ενώ, εξάλλου, κατά τη διάρκεια της τρίτης Τουρκικής κυριαρχίας στην Αττική (από τις 25.05.1827 έως τις 31.03.1833) και, ειδικότερα, κατά το έτος 1829, ο Σουλτάνος, ως έχων, κατά το Οθωμανικό δίκαιο, την κυριαρχία εφ' όλης της γης, που ανήκε στο Οθωμανικό κράτος, είχε εκδώσει θέσπισμα, με το οποίο παραχώρησε δωρεάν στους Αθηναίους - Οθωμανούς και Έλληνες - την κυριότητα των ήδη κατεχόμενων από αυτούς ακινήτων της Αττικής, τα σχετικά δε ιδιοκτησιακά δικαιώματα τους αναγνωρίστηκαν ακολούθως με το από 21.01/03.02.1830 Πρωτόκολλο "Περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" και με την προαναφερόμενη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως. Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του β.δ. της 17.11/01.12.1836 "Περί ιδιωτικών δασών", που έχει ισχύ νόμου, αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες πριν από την έναρξη του περί ανεξαρτησίας απελευθερωτικού αγώνα ανήκαν σε ιδιώτες. Για την αναγνώριση των τελευταίων ως ιδιωτικών δασών, όφειλαν οι ιδιοκτήτες των δασικών εκτάσεων, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του διατάγματος αυτού, να παρουσιάσουν στη Γραμματεία του Υπουργείου Οικονομικών τους τίτλους ιδιοκτησίας, διαφορετικά θεωρούνται δημόσια δάση. Έτσι. με τις διατάξεις αυτές του πιο πάνω β.δ. θεσπίστηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου τεκμήριο κυριότητας σε όλα τα δάση, που υπήρχαν πριν την ισχύ του διατάγματος αυτού στα όρια του Ελληνικού Κράτους, τα οποία δεν αναγνωρίστηκαν νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες.

Προϋπόθεση, όμως, εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικούμενου ακινήτου ως δάσους κατά το χρόνο ενάρξεως ισχύος του παραπάνω διατάγματος.

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1 Κωδ. (7.33), 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος βζρδ, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 του Εισ.Ν.Α.Κ., έχουν εφαρμογή για την απόκτηση κυριότητας, εφόσον τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά τον χρόνο που αυτές ίσχυαν, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα που ανήκαν στο Δημόσιο, ακόμη και αν αυτά ήταν δημόσια δάση ή δασικές εκτάσεις. Προϋπόθεση της χρησικτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, ήταν η άσκηση νομής πάνω στο ακίνητο και χωρίς νόμιμο τίτλο, αλλ' απλώς με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέα ότι με τη κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν.20 παρ.12 πανδ. (5.8), 27 Πανδ. (18.1), 10, 18 και 48 Πανδ. (41.3), 3 Πανδ. (41.10) και 109 Πανδ. (50.16), τη συνδρομή της οποίας, ενόψει της φύσεως της ως ενδιάθετης καταστάσεως, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικώς από τα περιστατικά που δέχτηκε ως αποδειχθέντα, καθώς και με διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας με τη δυνατότητα του χρησιδεσπόζοντος να συνυπολογίσει στον χρόνο της δίκης του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού. Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με το νόμο της 21.06/03.07.1837 "Περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίστηκε ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων κτημάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω διατάξεις".

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, προς εκείνες του ν. ΔΞΗ /1912 και των διαταγμάτων "Περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν σε εκτέλεσή του, και ακόμη του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.04 /26.05.1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 "Περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", με τις οποίες απαγορεύτηκε κάθε παραγραφή των δικαιωμάτων του Ελληνικού Δημοσίου επί των κτημάτων αυτού από τις 26.05.1926 και εφεξής, συνάγεται ότι, προκειμένου περί δημοσίων κτημάτων, όπως είναι και τα δημόσια δάση, είναι δυνατή η απόκτηση από άλλον κυριότητας σ' αυτά με έκτακτη χρησικτησία, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή αυτών, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, είχε συμπληρωθεί έως τις 11.09.1915 (Ολ. Α.Π. 75 /1987). Εφόσον δε, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, αποκτήθηκε κυριότητα σε δάσος ή σε δασική έκταση με έκτακτη χρησικτησία έως τις 11.09.1915, δεν ασκεί έννομη επιρροή στην κυριότητα που αποκτήθηκε η μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 62§1 του ν. 998 /1979 "Περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της Χώρας", με την οποία ορίζεται ότι "σε κάθε φύσεως αμφισβητήσεις ή διενέξεις ή δίκες μεταξύ του Δημοσίου και φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο επικαλείται ή αξιώνει οποιοδήποτε δικαίωμα, εμπράγματο ή όχι, επί των δασών, των δασικών εκτάσεων κτλ, το ως άνω φυσικό ή νομικό πρόσωπο οφείλει να αποδείξει την ύπαρξη του δικαιώματός του" (Α.Π. 2008/2014, Α.Π. 975 /2008).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 του β.δ. της 03/15.12.1833 "Περί διορισμού του φόρου βοσκής και του διά τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833 - 1834" όλα τα λιβάδια, δηλαδή οι βοσκότοποι, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο (ταπί), εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Ελληνικό Δημόσιο. Η διάταξη αυτή αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν και δεν καθιστά ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσεως στο μέλλον τα ακίνητα αυτά. Η έννοια αυτή προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 1§2 του ν. ΚΘ της 31.01/18.02.1864 "Περί βοσκησίμων γαιών", με την οποία ορίζεται ότι το Ελληνικό Δημόσιο, ως και οι κοινότητες, διατηρούν ανέπαφα τα δικαιώματα όσα προ της εποχής ταύτης είχαν επί των αμφισβητούμενων λιβαδιών άνευ βλάβης των παρά τρίτων αποκτηθέντων δικαιωμάτων, αλλά και από τη διάταξη του άρθρου 3 του ν. ΨΝΖ της 27.03/01.04.1880 "Περί κοινοτικών και εθνικών λιβαδιών" κατά την οποία το Ελληνικό Δημόσιο, ως προς τα εθνικά, και οι κοινότητες, ως προς τα κοινοτικά, λιβάδια διατηρούν απέναντι των ιδιωτών τη νομική κατοχή επί των βοσκήσιμων τόπων, επί των οποίων είχαν γίνει έως το έτος 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες διατάξεις περί κτήσεως κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία του βζρδ, που προαναφέρθηκαν, προκύπτει ότι είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας επί λιβαδίων ή βοσκοτόπων υπό ιδιωτών, εφόσον αυτοί τους νέμονταν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη επί τριακονταετία έως και τις 11.09.1915 (Α.Π. 2088/2014, Α.Π. 1281/2002, Α.Π. 956 /1990).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση, τούτο δε συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσεως, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με τον νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (ΟλΑΠ 24/1992).

Επειδή, με τον μοναδικό δισκελή λόγο αναιρέσεως προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1α' και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., των αναιρετικών πλημμελειών συνισταμένων στο ότι το άνω Δικαστήριο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 1 - 3 του Οθωμανικού νόμου "Περί γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856) και τις ρυθμίσεις που περιέχονται στο Πρωτόκολλο του Λονδίνου της 21.01/03.02.1830 "Περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" και των ερμηνευτικών αυτού Πρωτοκόλλων της 04/16.06.1830 και της 19.06/01.07.1830, ως και των ρυθμίσεων της από 27.06/06.07.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως "Περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος", αναφορικά με την παράγωγη κτήση της κυριότητας του επίδικου ακινήτου εκ μέρους των δικαιοπάροχων των αναιρεσίβλητων, επιπλέον δε τις διατάξεις του βζρδ 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ(44.3), 76 παε.1 Πανδ. (18.1),10, 18 και 48 Πανδ. (41.3), 3 Πανδ. (41.10) και 109 Πανδ. (50.16), αναφορικά με την πρωτότυπη κτήση της κυριότητας του ένδικου ακινήτου εκ μέρους των δικαιοπάροχων των αναιρεσίβλητων. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως παραδεκτά προβάλλεται, αλλ'είναι αβάσιμος. Ειδικότερα, με βάση τις παραδοχές που προπαρατέθηκαν το Εφετείο δέχτηκε, κατά τα ως άνω, την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων και αναγνώρισε αυτές συγκύριες του επίδικου ακίνητου, αφού αναγνώρισε αυτές ως συγκύριες αυτού (ακίνητου) με παράγωγο τρόπο, δεχθέν ότι οι απώτεροι και απώτατοι δικαιοπάροχοί τους είχαν γίνει κύριοι αυτού με έκτακτη χρησικτησία υπό τους όρους του προισχύσαντος βζρδ, που είχε συμπληρωθεί έως τις 11.09.1915, αλλά και με πρωτότυπο τρόπο, με συνυπολογισμό της νομής των δικαιοπαρόχων τους, απορρίπτοντας τις ενστάσεις του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου περί ίδιας κυριότητας, και, ακολούθως απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση του τελευταίου κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε δεχθεί τα ίδια, επικυρώνοντας αυτήν. Με αυτά που δέχτηκε, και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του προϊσχύσαντος βζρδ, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσεως της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από τους προαναφερόμενους απώτατους και απώτερους δικαιοπαρόχους των αναιρεσίβλητων, με έκτακτη χρησικτησία και, ειδικότερα, ως το ζήτημα της καλής πίστεως, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ως άνω ζήτημα. Συγκεκριμένα, δέχτηκε ότι οι απώτατοι και απώτεροι δικαιοπάχοχοι των αναιρεσίβλητων νεμήθηκαν το μείζον ακίνητο, καθώς και το εντός αυτού επίδικο, ασκώντας τις αναφερόμενες πράξεις νομής, συνεχώς και αδιαταράκτως από το έτος 1833 και πάντως το αργότερο από το έτος 1853 έως και τις 11.09.1915, δηλαδή, για χρονικό διάστημα πλέον της τριακονταετίας, με διάνοια κυρίων, με βάση τους τίτλους τους και με καλή πίστη, έχοντας την εύλογη και ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση αυτής δεν βλάπτουν δικαιώματα τρίτων και, ιδίως, του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία δικαιολογείται από το ότι νέμονταν την εδαφική έκταση με βάση τους τίτλους τους, ο δε απώτατος τούτων Α. Κ. με βάση τα αναφερόμενα αγοραπωλητήρια συμβόλαια και συμφωνητικά και το Σουλτανικό δωρητήριο θέσπισμα του έτους 1829, χωρίς να ενοχληθούν ποτέ από τρίτους και, ιδίως, από το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο ουδέποτε άσκησε διακατοχικές πράξεις επ' αυτού. Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του, από τους αριθμούς 19 και 1α' αντίστοιχα του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα είναι, ως ήδη σημειώθηκε, αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το από τον αριθμό 1α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πρώτο σκέλος, για παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων που προεκτέθηκαν, ήτοι των 1 - 3 του Οθωμανικού νόμου "Περί γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856) και τις ρυθμίσεις που περιέχονται στο Πρωτόκολλο του Λονδίνου της 21.01/03.02.1830 "Περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" και των ερμηνευτικών αυτού Πρωτοκόλλων της 04/16.06.1830 και της 19.06/01.07.1830, ως και των ρυθμίσεων της από 27.06/06.07.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως "Περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος", ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του Εφετείου, αυτό δεν δέχτηκε ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε στο Ελληνικό Κράτος, ως δημόσιο κτήμα, με βάση την άνω Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και Πρωτόκολλα του Λονδίνου, αλλά κατεχόταν από τον απώτατο δικαιοπάροχο των αναιρεσίβλητων και τους δικαιοπάροχους τους, ούτε ότι ήταν δάσος το έτος 1836, λιβάδι ή βοσκότοπος το έτος 1833, απορρίπτοντας τις προαναφερόμενες ενστάσεις του αναιρεσείοντος. Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός κατά το εν λόγω σκέλος είναι αλυσιτελής, αφού με τις μη πληττόμενες επιτυχώς αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό της, το Εφετείο δέχτηκε την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία από τους προαναφερόμενους απώτατους και απωτέρους δικαιοπάροχους των αναιρεσίβλητων έως και τις 11.09.1915, ώστε και αν ακόμη επρόκειτο για δημόσιο κτήμα, με εφαρμογή των άνω διατάξεων, η κυριότητα του αναιρεσείοντος είχε καταλυθεί. Τέλος, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. σκέλος, με τον οποίο αποδίδονται αιτιάσεις για ανύπαρκτη, άλλως ελλιπή και ανεπαρκή αιτιολογία της προσβαλλόμενης, αναφορικά με την ύπαρξη καλής πίστεως των απώτατων και απώτερων δικαιοπάροχων των αναιρεσίβλητων, είναι, όπως ήδη σημειώθηκε, αβάσιμος και τούτο διότι σύμφωνα με όσα έχουν προεκτεθεί στη νομική σκέψη, δεν απαιτείτο ως προϋπόθεση της αξιούμενης καλής πίστεως για την κτήση κυριότητας επί δημόσιου κτήματος με έκτακτη χρησικτησία υπό τους όρους του βζρδ η ύπαρξη ταπίου ή άλλου έγκυρου τίτλου υπέρ του χρησιδεσπόζοντος. Ακολούθως, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως όπως και η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, εις βάρος του αναιρεσείοντος και της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 189§1, 191§2 του Κ.Πολ.Δ.), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα, ως προς το αναιρεσείον, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 και 3 του ν. 3693/1957, το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ' αριθμ 134423/08.12.1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ. Β' 11/20.01.1993) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5§12 του ν. 1738/1987.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27.12.2022 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2054/18.04.2022 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ως και την από 08.04.2024 αυτοτελή πρόσθετη υπέρ του αναιρεσείοντος παρέμβαση της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου Ανώνυμη Εταιρεία" - "ΕΤ.Α.Δ. Α.Ε.".

Και Καταδικάζει το αναιρεσείον και την αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνονουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, ορίζει δε τα ποσά αυτών σε τριακόσια (300,00) και δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700,00) ευρώ αντίστοιχα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης, και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή