Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1489 / 2025    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1489/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την 100/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Βάϊα Ζαρχανή, Παρασκευή Γρίβα, Στυλιανό Κακαβιά και Ειρήνη Νικολάου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20 Μαΐου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Β. του Ι., κατοίκου ..., 2) Α. Β. του Κ., κατοίκου ..., 3) Α. Α. του Χ., κατοίκου ..., 4)Ε. Β. του Ε., κατοίκου ..., 5) Α. Κ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 6) Π. Κ. του Β., κατοίκου ..., 7) Α. Τ. του Π., κατοίκου ..., 8) Ι. Τ. του Α., κατοίκου ..., 9)Α. Α. του Δ., κατοίκου ..., 10) Α. Π. του Κ., κατοίκου ..., 11) Ι. Π. του Σ., κατοίκου ..., 12) Α. Τ. του Ν., κατοίκου ..., 13) Π. Γ. του Α., κατοίκου ..., 14) Π. Ο. του Θ., κατοίκου ..., 15) Ε. Σ. του Π., κατοίκου ..., 16) Π. Τ. του Θ., κατοίκου ..., 17) Μ. Γ. του Α., κατοίκου ..., 18) Ι. Χ. του Λ., κατοίκου ..., 19) Χ. Χ. του Δ., κατοίκου ..., 20) Α. Α. του Ν., κατοίκου ... και 21) Λ. Σ. του Ε., κατοίκου ..., εκ των οποίων οι με α/α 2ος και 13ος δεν παραστάθηκαν, όλοι οι λοιποί παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Φώτιου Κλαουδάτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το δ.τ. "ΕΒΟ-ΠΥΡΚΑΛ", που εδρεύει στο Δήμο Δάφνης -Υμηττού, όπως εκπροσωπείται νόμιμα και με την κατά νόμο ιδιότητά της ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρίας "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το δ.τ. "ΕΒΟ-ΠΥΡΚΑΛ" κατόπιν διάσπασης της δικαιοπαρόχου με σύσταση δύο νέων εταιρειών κατ' άρθρο 7Ν.4237/2014, η οποία, που εδρεύει στον Υμηττό Αττικής και παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Δημητρίου Ζερδελή και Μαρίας Πολυχρονίου, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-12-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1017/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 21/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-11-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Αν όμως κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' ΚΠολΔ, "Αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων". Προϋπόθεση της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, λόγω της εγγραφής της υπόθεσης στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη νέα δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νόμιμα και εμπρόθεσμα κλητευθεί να παραστεί στην αρχική δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση δεν συζητήθηκε, εκτός από την εξαιρετική περίπτωση του άρθρου 242 παρ. 2 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ (ΑΠ 512/2025, 943/2024, 1170/2023, 3/2021, 805/2019).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ κατά το άρθρο 96 παρ. 1 και 3 του ίδιου Κώδικα, όπως τούτο τροποποιήθηκε και ισχύει από 22-12-2017, σύμφωνα με τα άρθρα 63 και 80 του Ν. 4509/2017, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, ειδικά δε, για τις εργατικές διαφορές, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνήσιου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών (Κ.Ε.Π.) ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή. Εξάλλου, κατά το άρθρο 104 του ίδιου Κώδικα, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Τέλος, το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνης του ως άνω άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ, που καθιερώνει την αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στον Άρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί, από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση, όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005), προκύπτει ότι, αν ο αναιρεσείων είναι εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση και απουσιάζει ο ίδιος ή παρίσταται αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μη χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005, 9/2003, 9/1992, ΑΠ 512/2025).
Στην περίπτωση αυτή, αν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολειπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου αναιρεσείοντος, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν. Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΟλΑΠ 39/2005, ΑΠ 512/2025, 518/2021, 18/2020, 1603/2017, 1374/2017, 1312/2017).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 512/2025, 1691/2022, 794/2022, 566/2022, 1374/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (20-5-2025), οι 2ος και 13ος των αναιρεσειόντων, Α. Β. του Κ. και Π. Γ. του Α. αντίστοιχα, δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Από το αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, που προσκομίζει η αναιρεσίβλητη, επί του οποίου υπάρχουν αφενός η εκ μέρους του πληρεξουσίου δικηγόρου των παρισταμένων αναιρεσειόντων, Φ. Κ., παραγγελία προς επίδοση αυτής στην αναιρεσίβλητη εταιρεία και αφετέρου η από ...-2023 σημείωση του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή Γ. Σ., προκύπτει ότι η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, η οποία είχε αρχικώς προσδιοριστεί για τη δικάσιμο της 19-3-2024, οπότε αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επισπεύδεται από τους αναιρεσείοντες.
Περαιτέρω, από τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης δεν προκύπτει η εκ μέρους των απολειπομένων αναιρεσειόντων παροχή πληρεξουσιότητας προς τον δικηγόρο Φώτιο Κλαουδάτο, για επίσπευση της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης, εφόσον ο τελευταίος δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει σχετικά συμβολαιογραφικά πληρεξούσια ή ιδιωτικά έγγραφα που να φέρουν βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής αυτών από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών (Κ.Ε.Π.) ή από άλλη δημόσια ή ιδιωτική αρχή.
Συνεπώς, εφόσον δεν προκύπτει ότι οι απολειπόμενοι αναιρεσείοντες επέσπευσαν τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ούτε ότι κλητεύθηκαν νόμιμα από την αναιρεσίβλητη ή τους παρισταμένους ομοδίκους τους, προκειμένου να παραστούν στη συζήτηση αυτής, πρέπει να χωριστεί η υπόθεση ως προς αυτούς, καθότι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς (παρισταμένους) αναιρεσείοντες, και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτούς (απολειπομένους), ενώ ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες, που εκπροσωπούνται νόμιμα από τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης.
Όσον αφορά τους παρισταμένους διαδίκους, με την κρινόμενη από 23-11-2020 (αριθ. έκθ. κατάθ. 13/1/5-1-2021) αίτηση διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 21/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 23-12-2011 (αριθ. έκθ. κατάθ. 229834/6448/2011) αγωγή κατά των 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΕΒΟ-ΠΥΡΚΑΛ", στη δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθε, ως καθολική διάδοχος αυτής, η ανώνυμη εταιρεία με την αυτή επωνυμία και τον αυτό διακριτικό τίτλο, ήδη αναιρεσίβλητη, μετά από διάσπαση της αρχικώς εναγομένης εταιρείας με σύσταση δύο νέων ανωνύμων εταιρειών, μια εκ των οποίων η ήδη αναιρεσίβλητη (με αριθ. Γ.Ε.ΜΗ. ...), κατ' άρθρο 7 του Ν. 4237/2014 και σύμφωνα με την υπ' αριθ. ...-2014 συμβολαιογραφική πράξη διάσπασης της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Σ. και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ" (μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη), με την οποία ισχυρίστηκαν ότι προσλήφθηκαν από τη δικαιοπάροχο της πρώτης εναγομένης ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΥΡΙΤΙΔΟΠΟΙΕΙΟΥ ΚΑΙ ΚΑΛΥΚΟΠΟΙΕΙΟΥ" (ΠΥΡΚΑΛ Α.Ε.) με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, έκαστος εξ αυτών κατά την ημερομηνία και με την ειδικότητα που αναφέρεται στην αγωγή. Ότι μετά το έτος 2003 εξακολούθησαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στην πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΕΒΟ-ΠΥΡΚΑΛ", ως καθολική διάδοχο της αρχικής εργοδότριας, η οποία συστάθηκε κατόπιν συγχώνευσης της τελευταίας με την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΟΠΛΩΝ Α.Ε." (ΕΒΟ Α.Ε.). Ότι άπαντες έχουν αποχωρήσει από την εργασία τους, ο μεν 16ος εξ αυτών οικειοθελώς οι δε λοιποί λόγω συνταξιοδότησης, κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή ημερομηνίες, που ανάγονται στα έτη 2009 και 2010. Ότι κατά τη διάρκεια της απασχόλησής τους στην αρχική εργοδότρια ΠΥΡΚΑΛ Α.Ε., η τελευταία το έτος 1983 αποφάσισε, ως πρόσθετη παροχή στο προσωπικό της, τη σύναψη συμβάσεων ομαδικής ασφάλισης υπέρ αυτού, αρχικά με τη "Λαϊκή Ασφαλιστική" και ακολούθως με τη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, με την οποία συνήψε την υπ' αριθ. ....1983 σύμβαση ομαδικής ασφάλισης καταβολής εφάπαξ ποσού-ασφαλίσματος, βάσει της οποίας θα καταβαλλόταν από την τελευταία σε κάθε εργαζόμενο, κατά την αποχώρησή του από την υπηρεσία (λόγω συνταξιοδότησης, οικειοθελούς αποχώρησης κλπ.), πέραν της προβλεπόμενης από την εργατική νομοθεσία αποζημίωσης, ένα εφάπαξ ποσό, που θα ήταν ίσο με τον μέσο μηνιαίο μισθό του τελευταίου πριν την αποχώρησή του 12μήνου, πολλαπλασιαζόμενο επί τα έτη υπηρεσίας του, με ανώτατο όριο τους 35 μισθούς, ενώ καθοριζόταν και το ασφάλιστρο, που θα κατέβαλλε η πρώτη εναγομένη ως εργοδότρια. Ότι με την από 31.12.2004 Επιχειρησιακή ΣΣΕ, που υπεγράφη μεταξύ της πρώτης εναγομένης και όλων των σωματείων των εργαζομένων σε αυτή, μεταξύ των οποίων και το "Σωματείο Εργαζομένων Ελληνικών Αμυντικών Συστημάτων Υμηττού Α.Β.Ε.Ε.", μέλη του οποίου ήταν οι ενάγοντες, η σύμβαση ομαδικής ασφάλισης, όπως είχε τροποποιηθεί με τις αναφερόμενες στην αγωγή πρόσθετες πράξεις, επεκτάθηκε σε όλο το ενεργό και σε πλήρη υπηρεσία προσωπικό της πρώτης εναγομένης, στο οποίο περιλαμβάνονταν και οι ενάγοντες, και έτσι αποτέλεσε αναπόσπαστο μέρος των ατομικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αυτών. Ότι με τις πρόσθετες πράξεις, πέραν των άλλων, ορίστηκε ως δήλη ημέρα καταβολής του ασφαλίσματος η πρώτη ημέρα του μήνα που έπεται της συμπλήρωσης των προϋποθέσεων καταβολής αυτού, ήτοι η πρώτη ημέρα του μήνα που έπεται της λύσης της σύμβασης εργασίας εκάστου εργαζομένου, ο οποίος, κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο, δεν έπρεπε να έχει υπερβεί το 70ο έτος της ηλικίας του. Ότι ουδείς εξ αυτών είχε συμπληρώσει το 70ο έτος της ηλικίας του κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή κρίσιμες ημερομηνίες και, ως εκ τούτου, είχαν δικαίωμα προσδοκίας για την είσπραξη του ασφαλίσματος. Ότι κατά τον χρόνο αποχώρησης εκάστου ενάγοντος από την εργασία του, οπότε επήλθε η ασφαλιστική περίπτωση, η επίδικη σύμβαση ομαδικής ασφάλισης δεν είχε καταγγελθεί και ήταν σε ισχύ, αποτελούσε δε αναπόσπαστο μέρος των ατομικών συμβάσεων εργασίας τους, εν τούτοις δεν έλαβαν το ασφάλισμα, το οποίο, αφαιρουμένου του ποσού των 2.000 ευρώ που η δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία κατέβαλε σε όλους πλην των 11ου και 12ης τούτων, ανερχόταν για κάθε ενάγοντα στο ποσό που ειδικότερα αναφέρεται στην αγωγή. Ότι για την καταβολή των ποσών αυτών ενέχονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον αμφότερες οι εναγόμενες, η μεν πρώτη ενέχεται ως εργοδότρια που υποχρεούται ευθέως, με βάση τη σύμβαση εργασίας εκάστου ενάγοντος, στην καταβολή του αιτούμενου ποσού ως μισθολογικής παροχής, επειδή η ομαδική ασφάλιση με όλες τις τροποποιήσεις της αποτέλεσε μέρος της ατομικής σύμβασης εργασίας εκάστου ενάγοντος, επιπλέον δε, έχει δημιουργηθεί επιχειρησιακή συνήθεια κατά το διάστημα των 25 και πλέον ετών από τη σύναψη της ένδικης σύμβασης ασφάλισης (1983) έως τον χρόνο αποχώρησης αυτών από την εργασία τους, κατά το οποίο (διάστημα) καταβλήθηκε το εφάπαξ ποσό-ασφάλισμα σε αποχωρήσαντες συναδέλφους τους, ενώ δεν καταβλήθηκε σε αυτούς (ενάγοντες) κατά παράβαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, η δε δεύτερη εναγομένη ως ασφαλιστική επιχείρηση που υποχρεούται ευθέως έναντι κάθε ενάγοντος-δικαιούχου, με βάση τη σύμβαση ασφάλισης, στην καταβολή του ασφαλίσματος, έναντι του οποίου τους κατέβαλε (πλην των 11ου και 12ης τούτων) μόνο το ποσό των 2.000 ευρώ. Με αυτό το ιστορικό, ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, κυρίως με βάση τη σύμβαση εργασίας και τη διαμορφωθείσα επιχειρησιακή συνήθεια για την πρώτη εναγόμενη και τη σύμβαση ομαδικής ασφάλισης για τη δεύτερη εναγόμενη, επικουρικά δε, για αμφότερες τις εναγόμενες, με βάση τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες και τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, να τους καταβάλλουν εντόκως, ευθυνόμενες αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, τα ποσά που αναφέρονται στην αγωγή. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθ. 1017/2016 απόφασή του, α) διέταξε τον κατ' άρθρο 78 ΚΠολΔ χωρισμό των σωρευόμενων στο ίδιο δικόγραφο αγωγών, ήτοι εκείνης που απευθύνεται κατά της πρώτης εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" ("ΕΒΟ-ΠΥΡΚΑΛ") και εκείνης που απευθύνεται κατά της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, παρέπεμψε δε τη δεύτερη στο ίδιο Δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών) για να δικαστεί με την προσήκουσα τακτική διαδικασία και β) κράτησε και δίκασε την πρώτη αγωγή, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. ΚΠολΔ όπως ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015), και απέρριψε αυτήν ως μη νόμιμη ως προς όλες τις βάσεις της. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι ενάγοντες με την από 22-6-2016 έφεση, εκδόθηκε δε επ' αυτής η υπ' αριθ. 21/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία α) απορρίφθηκε η έφεση ως απαράδεκτη ως προς τη δεύτερη εφεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ" και β) έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση ως προς την πρώτη εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση μόνον ως προς τη διάταξη των δικαστικών εξόδων καθ' όσον αφορά την πρώτη εναγομένη, αφού κρατήθηκε δε η υπόθεση κατά την ίδια έκτασή της και δικάστηκε κατ' ουσίαν, συμψηφίστηκαν στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας μεταξύ των εναγόντων και της πρώτης εναγομένης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης, κατά το σκέλος της που αφορά την πρώτη εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την υπό κρίση αίτησή τους.
Από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649, 653 ΑΚ, 3 παρ. 2 του Ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 και 1 της υπ' αριθ. 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, συνάγεται ότι ως μισθός στη σύμβαση εργασίας θεωρείται κάθε παροχή, την οποία με βάση το νόμο ή τη συμφωνία καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας (ΑΠ 1689/2024, 55/2024, 1265/2021, 830/2019). Στην περίπτωση ομαδικής ασφάλισης του προσωπικού μιας επιχείρησης από τον εργοδότη, ο οποίος, συνάπτοντας γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, αναλαμβάνει να καλύπτει αυτός, ολικά ή μερικά, το ασφάλιστρο, η ασφάλιση αυτή, που λειτουργεί κυρίως ως ασφάλιση ποσού (ΑΠ 1689/2024, 830/2019, 1137/2017), αν αποτελέσει όρο της μεταξύ αυτού και των μισθωτών του εργασιακής σύμβασης, έχει χαρακτήρα μισθολογικής παροχής, η οποία συνίσταται στο δικαίωμα προσδοκίας που αποκτά ο εργαζόμενος εωσότου πληρωθούν οι προϋποθέσεις της σύμβασης ασφάλισης για την είσπραξη ενός εφάπαξ χρηματικού ποσού (ΑΠ 1689/2024, 55/2024).
Σε περίπτωση ανώμαλης εξέλιξης της ενοχής, ως γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου (ΑΚ 410, 411), μπορεί ο τρίτος, κατά τους όρους της σύμβασης εργασίας, να στραφεί κατά του δέκτη της υπόσχεσης (εργοδότη), όταν με τη συμπεριφορά του ο τελευταίος ματαιώνει την καταβολή της παροχής από τον υποσχεθέντα, δηλαδή τον ασφαλιστή‚ και να αξιώσει αποζημίωση. Τέτοια περίπτωση είναι και αυτή της μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εργοδότη έναντι της ασφαλιστικής εταιρείας και λήξης εντεύθεν της ασφαλιστικής σύμβασης ή εκείνη κατά την οποία το εφάπαξ χρηματικό ποσό, που θα εισέπραττε ο τρίτος (εργαζόμενος) από τον ασφαλιστή, περιορίζεται εξαιτίας συμπεριφοράς του εργοδότη, με συνέπεια να καθίσταται αδύνατη η καταβολή της πρόσθετης αυτής παροχής προς τον μισθωτό από υπαιτιότητα του οφειλέτη-εργοδότη, οπότε ο τρίτος (μισθωτός) δικαιούται να αξιώσει από αυτόν την καταβολή αντίστοιχης αποζημίωσης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 382, 335 ΑΚ.
Στην αντίθετη περίπτωση, ο δικαιούχος τρίτος, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, αποκτά άμεσο και αυτοτελές δικαίωμα να αξιώσει την υποσχεθείσα παροχή απευθείας από τον υποσχεθέντα (ασφαλιστή), στρεφόμενος κατ' αυτού με αγωγή κατ' άρθρο 411 ΑΚ (ΑΠ 1689/2024, 55/2024, 1265/2021, 74/2016, 13/2015).
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή του, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, 6/2019, 1/2016, 2/2013, 7/2006). Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, εάν η αγωγή, ένσταση κλπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 1/2022, 3/2020, 8/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, για παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 653 ΑΚ, 3 παρ. 2 του Ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 και 1 της υπ' αριθ. 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο έκρινε μη νόμιμη την ένδικη αγωγή ως προς την πρώτη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, με την εξής αιτιολογία: ".... οι ενάγοντες εκθέτουν στην αγωγή, την οποία στρέφουν κατά της πρώτης εναγομένης, πρώην εργοδότριάς τους, ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΕΒΟ-ΠΥΡΚΑΛ", ότι, κατά τους χρόνους αποχώρησης του καθενός από την υπηρεσία της εναγομένης, ο μεν 16ος οικειοθελώς οι δε λοιποί λόγω συνταξιοδότησης,.... οπότε, πριν τη συμπλήρωση του 70ου έτους της ηλικίας του καθενός, επήλθε η ασφαλιστική περίπτωση, δηλαδή πληρώθηκε η αναβλητική αίρεση (της αποχώρησής τους από την υπηρεσία της εναγομένης), υπό την οποία τελούσε το δικαίωμα προσδοκίας τους και γεννήθηκαν οι ένδικες αξιώσεις τους να εισπράξουν το επίμαχο εφάπαξ ποσό (ασφάλισμα), δυνάμει της ένδικης ομαδικής ασφαλιστικής σύμβασης, η τελευταία εξακολουθούσε να ισχύει, όπως ρητώς αναφέρεται και ενώ δεν ιστορείται ότι είχε λήξει η ισχύς της με γραπτή καταγγελία εκ μέρους της ασφαλιστικής εταιρείας, για οποιοδήποτε λόγο και, κυρίως, δεν εκτίθεται ότι η ένδικη ασφαλιστική σύμβαση είχε λυθεί με καταγγελία της ασφαλιστικής εταιρείας, για τον λόγο ότι η (πρώτη) εναγομένη (εργοδότριά τους), αντισυμβαλλομένη της, δεν εκπλήρωνε απέναντί της την υποχρέωσή της να καταβάλλει τα συμφωνημένα ασφάλιστρα.
Συνεπώς οι ενάγοντες, ως ασφαλισμένοι (τρίτοι), έχουν άμεσο, ίδιο δικαίωμα, στρεφόμενοι ευθέως έναντι της ασφαλιστικής εταιρείας, να εισπράξουν το ασφάλισμα και η τελευταία έχει ευθεία υποχρέωση απέναντί τους, αφού δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση να τους το καταβάλει, εφόσον δεν ιστορείται ότι είχε λυθεί με καταγγελία η ασφαλιστική σύμβαση και η υποχρέωσή της αυτή υφίσταται, ακόμη και στην περίπτωση που δεν είχε καταβάλει τα ασφάλιστρα η αντισυμβαλλόμενη της (πρώτη) εναγομένη εργοδότριά τους, περίπτωση η οποία, άλλωστε, δεν εκτίθεται στην αγωγή.
Το γεγονός, εξάλλου, ότι επί αμφοτεροβαρούς συμβάσεως σε περίπτωση υπαίτιας αδυναμίας παροχής ή και σε περίπτωση υπερημερίας τεκμαίρεται η υπαιτιότητα του οφειλέτη, κατά τα άρθρα 336 και 342 ΑΚ, αφορά μόνο την αντιστροφή του βάρους της απόδειξης, αφού ο τελευταίος (οφειλέτης) και όχι ο δανειστής του είναι υποχρεωμένος να αποδείξει ότι η αδυναμία ή η υπερημερία του οφείλεται σε γεγονός για το οποίο αυτός δεν υπέχει ευθύνη και να απαλλαγεί. Το τεκμήριο, όμως, αυτό δεν απαλλάσσει τον δανειστή ενάγοντα, για τη θεμελίωση του δικαιώματός του να ζητήσει αποζημίωση λόγω υπαίτιας αδυναμίας παροχής ή υπερημερίας του οφειλέτη του, από την υποχρέωσή του να επικαλεσθεί και να αποδείξει στη συνέχεια, τα περιστατικά της αδυναμίας ή της υπερημερίας του τελευταίου, τα οποία δεν μπορούν να αναπληρωθούν από την τυχόν ομολογία του εναγομένου οφειλέτη, από τις αποδείξεις ή από άλλα έγγραφα εκτός της αγωγής κείμενα ....
Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, στην αγωγή όχι μόνο δεν εκτίθενται τέτοια περιστατικά υπαίτιας αδυναμίας παροχής ή υπερημερίας της εναγομένης εργοδότριας, σχετικά με την καταβολή των ασφαλίστρων και εκ του λόγου τούτου λήξης, με γραπτή καταγγελία, της ομαδικής ασφαλιστικής συμβάσεως και, συνεπώς, ματαίωσης του δικαιώματος προσδοκίας των εναγόντων να εισπράξουν το ασφάλισμα, από υπαιτιότητα της εναγομένης εργοδότριας, αλλά αντιθέτως εκτίθεται ισχυρά και ενεργός ασφαλιστική σύμβαση ομαδικής ασφάλισης. Για τον λόγο αυτόν, άλλωστε, με το ίδιο δικόγραφο της κρινόμενης αγωγής οι ενάγοντες στράφηκαν ευθέως και εναντίον της ασφαλιστικής εταιρείας (δεύτερης εναγομένης) και, επικαλούμενοι την ισχύ της ασφαλιστικής σύμβασης, ζήτησαν να υποχρεωθεί η τελευταία, με βάση την ενεργό και ισχυρά σύμβαση ομαδικής ασφάλισης, να καταβάλει στον καθένα τους το αντίστοιχο εφάπαξ ποσό του ασφαλίσματος, που ως ασφαλισμένος (τρίτος) δικαιούται, αγωγή η οποία, όπως προαναφέρθηκε, παραπέμφθηκε με την εκκαλούμενη απόφαση προς εκδίκαση sτο ίδιο (πρωτόδικο) Δικαστήριο με την τακτική διαδικασία. Για τον ίδιο επίσης λόγο, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ενόψει της ισχυρής και ενεργούς ασφαλιστικής σύμβασης ομαδικής ασφάλισης, καταβλήθηκε από την ασφαλιστική εταιρεία σε όλους τους ενάγοντες, πλην των 11ου και 12ης εξ αυτών, έναντι του ασφαλίσματος ποσό 2.000 ευρώ στον καθένα.... Με βάση τα ανωτέρω εκτιθέμενα στην αγωγή, οι ενάγοντες δεν έχουν δικαίωμα να ζητούν από την (πρώτη) εναγομένη εργοδότρια ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΕΒΟ-ΠΥΡΚΑΛ" τα αιτούμενα ποσά, ούτε εκ της συμβάσεως εργασίας τους ως μισθολογική παροχή, με τη μορφή της δευτερογενούς υποχρέωσής της προς αποζημίωση (κύρια αγωγική βάση) ούτε με βάση τις διατάξεις για την αδικοπραξία ή εκείνες για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (επικουρικές αγωγικές βάσεις). Αντιθέτως, εφόσον κατά τον κρίσιμο χρόνο, οπότε επήλθε η ασφαλιστική περίπτωση με τη συνταξιοδότηση των εναγόντων και την οικειοθελή αποχώρηση του 16ου εξ αυτών), η σύμβαση ομαδικής ασφάλισης, όπως ιστορείται στην αγωγή, εξακολουθούσε να ισχύει και δεν ιστορείται περαιτέρω ότι είχε λήξει η σύμβαση αυτή (ομαδικής ασφάλισης) με έγγραφη καταγγελία της ασφαλιστικής επιχείρησης λόγω αθέτησης της υποχρέωσης της πρώτης εναγομένης εργοδότριας "ΕΒΟ-ΠΥΡΚΑΛ" να καταβάλει τα ασφάλιστρα στην ασφαλιστική εταιρεία και εντεύθεν υπαίτια εκ μέρους της εναγομένης αυτής ματαίωση του δικαιώματος προσδοκίας των εναγόντων να εισπράξουν το ασφάλισμα, δεν έχει γεννηθεί, κατά τα άρθρα 382, 335, 336, 338 και 648 ΑΚ, η δευτερογενής υποχρέωση της εργοδότριας εναγομένης "ΕΒΟ-ΠΥΡΚΑΛ" (και το αντίστοιχο δικαίωμα των εναγόντων) να τους καταβάλει τα αιτούμενα ποσά ως αποζημίωση (θετικό διαφέρον ή διαφέρον εκπληρώσεως), αλλά η ασφαλιστική επιχείρηση εξακολουθεί να ευθύνεται από τη σύμβαση ομαδικής ασφάλισης έναντι των εναγόντων ως δικαιούχων του ασφαλίσματος (τρίτων) και να υποχρεούται, αφού επήλθε η ασφαλιστική περίπτωση κατά τον χρόνο που ήταν ισχυρή η σύμβαση ασφάλισης, να καταβάλει ευθέως στον καθένα τους το αντίστοιχο ασφάλισμα. Χωρίς προς τούτο να ασκεί επιρροή η, επικαλούμενη το πρώτον με την έφεση (τρίτο λόγο αυτής), καταγγελία της σύμβασης ομαδικής ασφαλίσεως από την ασφαλιστική εταιρεία μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, αλλά και την άσκηση της αγωγής, στις 02.05.2013, λόγω παύσης από το έτος 2011 και εντεύθεν της καταβολής των ασφαλίστρων από την εργοδότρια "ΕΒΟ-ΠΥΡΚΑΛ". Επομένως, η αγωγή καθ' ο μέρος στρέφεται κατά της πρώτης εναγομένης εργοδότριας ΕΒΟ-ΠΥΡΚΑΛ, υπό τα εκτιθέμενα σ' αυτή, ως προς αμφότερες τις βάσεις της (κύρια από τη σύμβαση εργασίας και επικουρικές από την αδικοπραξία και τον αδικαιολόγητο πλουτισμό), είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, αφού σε κάθε περίπτωση, η εν λόγω εναγομένη εργοδότρια δεν έγινε αδικαιολόγητα πλουσιότερη από τη μη καταβολή του ασφαλίσματος στους ενάγοντες....". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, ήτοι με το να δεχθεί ότι η αγωγή κατά της αναιρεσίβλητης είναι μη νόμιμη, επειδή οι αναιρεσείοντες επικαλούνται γνήσια υπέρ τρίτου σύμβαση ομαδικής ασφάλισης, ισχυρή κατά τον χρόνο επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, ήτοι κατά τον χρόνο αποχώρησης από την εργασία τους λόγω συνταξιοδότησής τους και οικειοθελούς αποχώρησης του 16ου εξ αυτών, με συνέπεια, βάσει αυτής της σύμβασης, να έχουν ευθεία αξίωση κατά της ασφαλιστικής εταιρείας (Εθνική ΑΕΕΓΑ) για καταβολή του ασφαλίσματος και όχι κατά της αναιρεσίβλητης εργοδότριάς τους, από τη μεταξύ τους σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, την ένδικη αξίωση καταβολής ισόποσης του ασφαλίσματος αποζημίωσης, ως μισθολογικής της παροχής, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 410, 411, 648, 649, 653, 380, 335 ΑΚ, 3 παρ. 2 του Ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 και 1 της υπ' αριθ. 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, υπάγοντας τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά σε αυτές, και δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.
Συνεπώς, ο υπό κρίση λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο αναιρετήριο πρέπει να αναφέρονται, κατά τρόπο ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί εάν και ποιο λόγο αναίρεσης, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτος, αφού δεν είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των ελλιπών στοιχείων με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο. Ειδικότερα, για το ορισμένο του λόγου αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει με σαφήνεια και πληρότητα να καθορίζονται, πλην άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε (συγκεκριμένα άρθρα ορισμένου νόμου) και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή εφαρμογή της, καθώς και η επίδραση που είχε το σφάλμα στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 18/2005, ΑΠ 1265/2021, 609/2008).
Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, έτσι ώστε από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους να μη μπορεί να κριθεί, αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι στο νόμο. Σφάλμα τυχόν της απόφασης, συνδεόμενο με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται μόνο ως παράβαση του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 13/1995).
Έτσι, για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, προϋπόθεση αποτελεί η από το δικαστήριο εξέταση της υπόθεσης κατ' ουσίαν, οπότε και μόνο η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ουσιαστικές παραδοχές, από την ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των οποίων ή από την παντελή έλλειψη τοιούτων γεννάται η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια. Διαφορετικά, αν δηλαδή το δικαστήριο δεν εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης, ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 323/2024, 728/2023, 32/2022, 10/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες εκ των αριθμών 1, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αληθώς δε εκ των αριθμών 1 και 19 του ως άνω άρθρου, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 6 και 33 του Ν. 2496/1997, 13 κεφ. VII παρ. 2α'του Ν.Δ. 400/1970, 209, 414 και 342 ΑΚ, επειδή το Εφετείο δεν έκρινε τι φύσεως είναι το επίδικο ομαδικό ασφαλιστήριο, ήτοι, εάν είναι σύμβαση ομαδικής ασφάλισης ή διαχειριστική σύμβαση, υπό την έννοια της ανάληψης κινδύνου εκ μέρους της ασφαλιστικής εταιρείας. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως προς αμφότερα τα σκέλη του κατά τις εξής διακρίσεις: Ως προς το εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σκέλος του, πέραν της αντιφατικότητάς του με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι πρόκειται για σύμβαση ομαδικής ασφάλισης, είναι αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, πώς επιδρά ουσιωδώς στην έκβαση της δίκης το σφάλμα που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Ως προς δε το εκ του αριθμού 19 του ιδίου άρθρου σκέλος του, είναι απαράδεκτος, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, διότι το Εφετείο έκρινε μη νόμιμη την ένδικη αγωγή και, συνεπώς, δεν εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης. Κατόπιν αυτού, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της ως προς τους παρισταμένους αναιρεσείοντες (πλην των απολειπομένων δευτέρου και δέκατου τρίτου εξ αυτών). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι παριστάμενοι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει τον χωρισμό της υπόθεσης ως προς τους 2ο και 13ο των αναιρεσειόντων, Α. Β. του Κ. και Π. Γ. του Α., αντίστοιχα.
Κηρύσσει ως προς αυτούς απαράδεκτη τη συζήτηση της από 23-11-2020 (αριθ. έκθ. κατάθ. 13/1/5-1-2021) αίτησης αναίρεσης.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την ως άνω αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 21/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους παρασταθέντες αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιουνίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ