ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1491/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1491/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1491/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1491 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1491/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη-Εισηγήτρια, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ελένη Κωστάντη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. συζ. Γ. (G.) Σ. (S.), το γένος Κ. Τ., κατοίκου ..., 2) Τ. (T.) Α. (A.) Μ. (B.), κατοίκου ... ως μοναδικού εκ διαθήκης κληρονόμου της Α. συζ. Τ. (T.) Μ. (B.), το γένος Κ. Τ., 3) Ε. - Μ. Τ. του Γ., κατοίκου ..., 4) Κ. Τ. του Γ., κατοίκου ..., 5) Α. συζ. Ι. Μ., το γένος Π. Π., κατοίκου ..., 6) Ε. Π. του Π., κατοίκου ..., 7) Ζ. συζ. Χ. Π., το γένος Π. Π., κατοίκου ..., 8) Π. Π. του Α., κατοίκου ..., 9) Δ.-Ε. Π. του Α., κατοίκου ..., 10) Α. Π. του Α., κατοίκου .... Οι υπό στοιχεία 3 και 4 αναιρεσίβλητοι, εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Καραμπά, και κατέθεσαν προτάσεις. Οι λοιποί αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-10-2020 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο εξέδωσε την 2273/2021 απόφασή του, με την οποία κήρυξε εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την αγωγή προς εκδίκαση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10899/2022 οριστική του τελευταίου Δικαστηρίου και 2575/2023 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 2-10-2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των υπό στοιχεία 3 και 4 αναιρεσιβλήτων, ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 516/2024, ΑΠ 262/2022, ΑΠ 303/2021, ΑΠ 600/2021).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν την υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ κατά το άρθρο 96 παρ. 3 του ιδίου Κώδικα (όπως η διάταξη αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 63 Ν. 4509/2017), κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση και ειδικά για τις εργατικές διαφορές, η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.

Κατά δε το άρθρο 104 του ιδίου Κώδικα, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο, θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Κατά το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης, το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 εδ. α` του ιδίου Κώδικα, ορίζεται ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, ενώ με τη διάταξη του εδαφίου β` του ιδίου άρθρου, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν.4139/2013, ορίζεται ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς ομοδίκους που δεν έχουν κλητευθεί (ΑΠ 536/2020). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 1302/2024, ΑΠ 224/2024, ΑΠ 452/2023, ΑΠ 1195/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ` αριθ. ....2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Δ. Τ., που επικαλούνται και προσκομίζουν οι κατά τη συζήτηση παριστάμενοι τρίτη και τέταρτος αναιρεσίβλητοι, η επίσπευση της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης, με την οποία ζητείται η αναίρεση της υπ` αριθ. 2575/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, έγινε με την επιμέλεια όλων, και των δέκα, αναιρεσιβλήτων, από κοινού, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του "πληρεξουσίου δικηγόρου τους" Α. Καραμπά για επίδοση στο αναιρεσείον αντιγράφου της εν λόγω αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Κατά τη δικάσιμο αυτή, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι πρώτη (1η), δεύτερος (2ος), πέμπτη (5η), έκτη (6η), έβδομη (7η), όγδοος (8ος), ενάτη (9η) και δέκατος (10ος) των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε υποβλήθηκε η, από το άρθρο 242 του ΚΠολΔ, σχετική δήλωση, ενώ παραστάθηκε το αναιρεσείον και οι τρίτη (3η) και τέταρτος (4ος) αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Καραμπά. Αναφορικά με τους ανωτέρω απολιπόμενους αναιρεσιβλήτους, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο προαναφερόμενος δικηγόρος, ο οποίος έδωσε την παραγγελία για την επίδοση της αίτησης αναίρεσης στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, είχε πληρεξουσιότητα και από αυτούς να επισπεύσει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, αφού δεν γίνεται επίκληση, ούτε προκύπτει η από αυτούς παροχή πληρεξουσιότητας προς τον εν λόγω δικηγόρο, με την προσκόμιση σχετικού συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου και συνεπώς, ακύρως επέσπευσαν αυτοί τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης. Ούτε, επίσης, προκύπτει η εκ μέρους των παρισταμένων διαδίκων κλήτευση των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων για να παραστούν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά τη σημερινή δικάσιμο. Επομένως, εφόσον οι απολιπόμενοι αναιρεσίβλητοι δεν επέσπευσαν νόμιμα τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ούτε κλητεύτηκαν για τη συζήτησή της από τους παρισταμένους διαδίκους και επειδή συνδέονται με τους τρίτη (3η) και τέταρτο (4ο) αναιρεσιβλήτους με σχέση απλής ομοδικίας, πρέπει να χωριστεί η υπόθεση και να κηρυχθεί απαράδεκτη ως προς αυτούς η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ενώ για τους τρίτη (3η) και τέταρτο (4ο) αναιρεσιβλήτους πρέπει να χωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης. Με την κρινόμενη από 2.10.2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 2575/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και επικύρωσε την υπ' αριθ. 10899/2022 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Με το άρθρο 4 του Ν. 3127/2003 "Τροποποίηση και συμπλήρωση των νόμων 2308/1995 και 2664/1998 για την Κτηματογράφηση και το Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις", όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με την παρ. 11 του άρθρου 154 του Ν. 4389/2016 (ΦΕΚ Α' 94/27-5-2016), ορίζονται τα εξής: " 1. Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον: α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23-2-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη. Η διάταξη της περίπτωσης β' εφαρμόζεται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ. Για ενιαίο ακίνητο εμβαδού μεγαλύτερου των 2.000 τ.μ., η διάταξη εφαρμόζεται μόνον εφόσον στο ακίνητο υφίσταται κατά την 31-12-2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον τριάντα τοις εκατό (30%) του ισχύοντος συντελεστή δόμησης στην περιοχή. Στον χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α' και β' προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του Α.Κ. 2. Οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου δεν ισχύουν για εκτάσεις που στο σχέδιο πόλης ή στους οικισμούς αποτελούν κοινόχρηστους χώρους ή πάρκα και άλση.".

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1042 ΑΚ, "Ο νομέας βρίσκεται σε καλή πίστη ... όταν χωρίς βαριά αμέλεια έχει την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα.". Ο νομέας θεωρείται κακής πίστης μόνον αν γνώριζε ότι δεν έγινε κύριος ή αγνοεί τούτο από βαριά αμέλεια. Με τις εν λόγω διατάξεις θεσπίζεται εξαίρεση από τον κανόνα ότι επί δημοσίων κτημάτων νομέας κατά πλάσμα του νόμου είναι το Δημόσιο και ότι αυτά είναι ανεπίδεκτα κτητικής ή αποσβεστικής παραγραφής, ο οποίος καθιερώνεται από τις διατάξεις του νόμου ΔΞΗ (4068)/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν με βάση αυτόν και του άρθρου 21 του ν.δ/τος της 22-4/16-5-1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ και επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του Α.Ν. 1539/1938 "Περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", εκτός εάν η τριακονταετής νομή της έκτακτης χρησικτησίας είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11-09-1915, αφού, μετά την χρονολογία αυτή δεν επιτρέπεται ούτε έκτακτη χρησικτησία επί των ακινήτων του Δημοσίου. Έτσι, κατ' εφαρμογή των ως άνω διατάξεων του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003, κατ' εξαίρεση, είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία και επί δημοσίου κτήματος, όταν αυτό βρίσκεται σε σχέδιο πόλης ή μέσα σε οικισμό προϋφιστάμενο του 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, εφόσον κάποιος το νέμεται αδιαταράκτως μέχρι την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, δηλαδή, μέχρι τις 19-3-2003, επί δέκα έτη, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου του νεμόμενου ή νεμηθέντος ή υπέρ των δικαιοπαρόχων του, εφόσον ο νόμιμος τίτλος έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά τις 23-2-1945, εκτός εάν, κατά την κτήση της νομής, ο επικαλούμενος κυριότητα ή οποιοσδήποτε από τους δικαιοπαρόχους του ήταν κακής πίστης, ή επί τριάντα έτη για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τμ (ή για μεγαλύτερο, εάν επ' αυτού υφίσταται κτίσμα κατά την 31-12-2002, που καλύπτει ποσοστό 30% τουλάχιστον του ισχύοντος στην περιοχή συντελεστή δόμησης), εκτός εάν, κατά την κτήση της νομής, ο επιληφθείς της νομής του ακινήτου ήταν κακής πίστης, δηλαδή, εφόσον δεν συνέτρεχαν κατά τον χρόνο κτήσης της νομής στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 ΑΚ.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 984 ΑΚ η νομή προσβάλλεται είτε με διατάραξη είτε με αποβολή του νομέα. Διατάραξη της νομής, η έννοια της οποίας δεν είναι νομοθετικά καθορισμένη, υπάρχει όταν δεν αποβάλλεται ο νομέας από το πράγμα, αλλά εξακολουθεί να διατηρεί τη νομή του σ' αυτό, συνιστά δε διατάραξη της νομής κάθε θετική πράξη ή παράλειψη που αποτελεί παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του. Θετικά εκδηλώνεται η διατάραξη είτε με πράξη του προσβολέα στο πράγμα είτε με παρεμπόδιση πράξης του νομέα, ενώ αρνητικά, με παράλειψη, όταν ο προσβολέας δεν προβαίνει στην επιβαλλόμενη ενέργεια προς αποτροπή ή παύση της διατάραξης. Δεν συνιστά διατάραξη η απλή προφορική αμφισβήτηση του δικαιώματος του νομέα, η οποία αντιμετωπίζεται με την αναγνωριστική αγωγή (άρθρο 70 ΚΠολΔ.). Η διατάραξη της νομής κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 984 του ΑΚ αναφέρεται σε προσβολή της νομής και σε προστασία της νομής από την προσβολή της με διατάραξη κατά το άρθρο 989 ΑΚ. Η έννοια όμως του "νέμεται αδιαταράκτως" στην ως άνω διάταξη του άρθρου 4 του ν. 3127/2003 δεν αναφέρεται σε προσβολή και προστασία της νομής του νεμόμενου το δημόσιο κτήμα από τον κατά πλάσμα του νόμου αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος που είναι το Δημόσιο, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις των νόμων περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων, αλλά αναφέρεται σε μη παρενόχληση του νεμόμενου το δημόσιο κτήμα από τον κατά το νόμο αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος που είναι το Ελληνικό Δημόσιο. Η παρενόχληση αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο μπορεί να προστατεύσει τη νομή του επί του δημοσίου κτήματος το Ελληνικό Δημόσιο (ΟλΑΠ 11/2015). Τέτοιος δε νόμιμος τρόπος προστασίας της νομής του Ελληνικού Δημοσίου επί του δημοσίου κτήματος είναι, πλην άλλων, και η από το τελευταίο, πριν από την 19-3-2003, υποβολή τόσο δήλωσης ιδιοκτησίας του για την επίδικη έκταση προκειμένου αυτή να καταχωρηθεί ως δημόσια έκταση, όσο και ένστασης κατά της απόφασης της πρωτοβάθμιας επιτροπής που δικαιώνει τον προβάλλοντα δικαίωμα κυριότητας ιδιώτη επ' αυτής (ΑΠ 15/2023, ΑΠ 727/2022, ΑΠ 1725/2022, ΑΠ 1188/2022, ΑΠ 712/2020, ΑΠ 807/2019).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Εξάλλου, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ένδικης υπόθεσης σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού. Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, δηλαδή, αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν, καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 23/2023, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 319/2017).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), (Ολ.ΑΠ 6/2006). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 736/2019). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1339/2017).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 23/2023, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 262/2020, ΑΠ 551/2020).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό των λόγων της αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Έτσι, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, πλην όμως η μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, ήτοι δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία, είναι αλυσιτελείς, γιατί οι προσβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς από την ή τις μη πληττόμενες επιτυχώς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 146/2024, ΑΠ 73/2024, ΑΠ 1397/2022). Αλυσιτελείς είναι, επίσης, και οι λόγοι της αναίρεσης που πλήττουν πλεοναστικές αιτιολογίες, ήτοι μη αναγκαίες για τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης (ΑΠ 1397/2022, ΑΠ 1207/2017, ΑΠ 2020/2014, ΑΠ 1392/2014).

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά :

"Με το υπ' αριθμ. ...-1980 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Γ. Κ., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Αμαρουσίου, στον τόμο 176 και με αριθμό 3, σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. ...-1982 πράξη εξόφλησης υπολοίπου τιμήματος αγοραπωλησίας ακινήτου του ίδιου συμβολαιογράφου, η Δ. συζ. Μ. Κ., το γένος Κ. Τ., απέκτησε από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΚΑΛΗ Τουριστικαί και Ξενοδοχειακοί Επιχειρήσεις ΑΕ", ένα οικόπεδο έκτασης 1382,71τμ. κείμενο στην περιφέρεια Σταμάτα Διονύσου, της περιφέρειας του Δήμου Μαραθώνος, στο συνοικισμό "ΕΚΑΛΗ", εμφαινόμενο με τον αριθμό 19Α του 2Α Ο.Τ. του συνοικισμού Εκάλης, στο από 13-10-1980 σχεδιάγραμμα του μηχανικού I. Α. Το ως άνω οικόπεδο, συνορεύει γύρωθεν -κατά το σχεδιάγραμμα- βορειοανατολικά με το υπ' αριθμ. 19 οικόπεδο του αυτού οικοδομικού τετραγώνου επί πλευράς 29,56μ., ανατολικά με το υπ' αριθ. 20 οικόπεδο του αυτού οικοδομικού τετραγώνου επί πλευράς 28,2μ., νότια με την οδό ... επί προσώπου 30,12μ., δυτικά με την πλατεία Βασιλέως Παύλου επί προσώπου καμπύλης 33,57μ. και βορειοδυτικά με την οδό ... επί προσώπου 26μ. Το επίδικο ακίνητο, είχε περιέλθει στην κυριότητα της πωλήτριας εταιρείας, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...-1924 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Β. Σ., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Μαραθώνος, στον τόμο 45 και με αριθμό 374, σε συνδυασμό με το υπ' αριθμ. ...-1922 συμβόλαιο του ως άνω συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Μαραθώνος, στον τόμο 44 και με αριθμό 269, εκ παραχωρήσεως εισφοράς και μεταβιβάσεως της εταιρείας "Συνοικισμού Π.- Η. και Σια".

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η Δ. συζ. Μ. Κ., το γένος Κ. Τ. απεβίωσε στις 18-10-2007 στην Αθήνα (βλ. το υπ' αριθ. πρωτ. ...-2007 απόσπασμα της υπ' αριθμ .../2007 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του ληξιαρχείου Μεσολογγίου), χωρίς να αφήσει διαθήκη, οπότε κληρονομήθηκε σύμφωνα με τους κανόνες της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής από: 1) την αδερφή της Μ., συζ. Γ. (G.) Σ. (S.), το γένος Κ. Τ., σε ποσοστό 12/48 εξ αδιαιρέτου, 2) την μεταποβιώσασα αδερφή της Α. συζ. Τ. (T.) Α. (A.) Μ. (B.), το γένος Κ. Τ. σε ποσοστό 12/48 εξ αδιαιρέτου, 3) τα ανίψια της- τέκνα του προαποβιώσαντος αδερφού της Γ. Τ., ήτοι: 3α) την Ε. - Μ. Τ. του Γ. σε ποσοστό 6/48 εξ αδιαιρέτου και 3β) τον Κ. Τ. του Γ., σε ποσοστό 6/48 εξ αδιαιρέτου, 4) τα ανίψια της -τέκνα προαποβιωσάσης αδερφής της Δ. συζ. Π. Π., το γένος Κ. Τ., ήτοι: 4α) την Α. συζ. I. Μ. το γένος Π. Π. σε ποσοστό 3/48 εξ αδιαιρέτου, 4β) την Ε. Π. του Π. συζ. Ν. Κ. σε ποσοστό 3/48 εξ αδιαίρετου και 4γ) τη Ζ. συζ. Χ. Π., το γένος Π. Π. σε ποσοστό 3/48 εξ αδιαιρέτου και 5) τα εγγόνια της προαποβιωσάσης αδερφής της Δ. συζ. Π. Π., το γένος Κ. Τ., ήτοι 5α) τον Π. Π. του Α. σε ποσοστό 1/48 εξ αδιαιρέτου, 5β) τη Δ. - Ε. Π. του Α. σε ποσοστό 1/48 εξ αδιαιρέτου και 5γ) τον Α. Π. του Α. σε ποσοστό 1/48 εξ αδιαιρέτου, όπως προκύπτει από το υπ' αριθ. πρωτ. ...-2008 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου Χαϊδαρίου. Ωστόσο, στο κληρονομικό μερίδιο της Α. συζ. Τ. Μ., το γένος Κ. Τ., η οποία απεβίωσε στις 26-11-2008, υπεισήλθε ο δεύτερος ενάγων, Τ. Α. Μ., υπό την ιδιότητά του ως μοναδικός κληρονόμος της συζύγου του, με την από 24-8-2001 ξενόγλωσση διαθήκη, η οποία δημοσιεύθηκε από το Περιφερειακό Δικαστήριο Κομητείας Αραπάο Κολοράντο ΗΠΑ και καταχωρήθηκε στο γενικό βιβλίο διαθηκών του Πρωτοδικείου Αθηνών στον τόμο 4155 και με αα 385, ενώ κατατέθηκε και στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, στον τόμο 10 και με αα 86 όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. .../19 πράξη κατάθεσης. Οι ενάγοντες αποδέχθηκαν την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομιά της ως άνω αποβιωσάσης, στην οποία περιλαμβάνονταν, μεταξύ άλλων ακινήτων και το ανωτέρω οικόπεδο, με την υπ' αριθμ. ...-2021 πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Ζ., που καταχωρήθηκε νόμιμα στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Νέας Ερυθραίας με αριθμό 220 και ημερομηνία καταχώρησης 26-3-2021. Σημειώνεται, ότι προ της ανωτέρω αποδοχής της κληρονομιάς της αποβιωσάσης Δ. συζ. Μ. Κ., δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. ...-2008 πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου, η από 16-3-2006 ιδιόγραφη διαθήκη της αποβιωσάσης Δ. συζ. Μ. Κ. και κηρύχθηκε κυρία με την υπ' αριθμ. 123/18-1-2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία όμως διαθήκη, αναγνωρίστηκε άκυρη με την υπ' αριθμ. 1262/2018 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και συνεπώς, η ως άνω αποβιώσασα κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου κατά τα ανωτέρω. Το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν ισχυρίστηκε ότι η επίδικη έκταση είχε δασικό χαρακτήρα κατά την 01-12-1836, δηλαδή κατά την έναρξη ισχύος του βδ./τος της 17/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών", περιήλθε δε στην κυριότητά του ως αδιαφιλονίκητα δασική έκταση, καθώς δεν προσκομίστηκαν από τρίτους τίτλοι ιδιοκτησίας, κατά την προβλεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 1,2,3 του άνω βασιλικού διατάγματος, διαδικασία για την αναγνώριση τους ως ιδιωτικών δασών και ως εκ τούτου τεκμαίρεται ότι ανήκει σε αυτό (εναγόμενο). Ισχυρίστηκε, περαιτέρω, ότι το επίδικο γεωτεμάχιο αποτελεί δημόσια έκταση και δη δημόσιο κτήμα σύμφωνα με την υπ' αριθ. ...-1979 κοινή απόφαση των Υφυπουργών Οικονομικών και Γεωργίας δυνάμει της οποίας αναγνωρίστηκε ότι τα κτήματα "ΣΤΑΜΑΤΑ-ΔΙΟΝΥΣΟΣ" Αττικής ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο, καθώς δεν περιλαμβάνεται στις εκτάσεις που αποτέλεσαν αντικείμενο των δικαστικών αποφάσεων με αριθμούς 7/1987 και 8/1987 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 15778/1988 του Εφετείου Αθηνών και 1230/1991 του Αρείου Πάγου, όπως βεβαιώνεται στο υπ' αριθ. πρωτ. ...-2017 έγγραφο της Περιφερειακής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας Αττικής (τμήμα δημοσίων κτημάτων). Ωστόσο, ουδόλως αποδείχθηκε ότι η επίδικη έκταση είναι δασική. Στην από Απρίλιο 2021 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Ν. Κ. και την από Ιανουάριο 2022 επικαιροποίηση αυτής αναφέρεται, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Έπειτα από επανέλεγχο σχετικά με την ιδιοκτησία κληρονόμων Δ. Κ., η οποία βρίσκεται επί των οδών ... & ... & ..., στην περιοχή της Εκάλης, στον δήμο Κηφισιάς, Ο.Τ. 2Α, επισημαίνεται ότι δεν πρόκειται για δασική έκταση για τους παρακάτω αναλυτικώς περιγραφόμενους λόγους. Το οικόπεδο βρίσκεται σε εντός σχεδίου περιοχή από το 1924, σύμφωνα με το διάταγμα ρυμοτομίας, στο Οικοδομικό Τετράγωνο 2Α, της δημοτικής ενότητας Εκάλης, Πολεοδομική Ενότητα Εκάλη - Π.Ε.1, του δήμου Κηφισίας, όπως προκύπτει από το προσαρτώμενο στο παρόν υπόμνημα χωρικών, πολεοδομικών και λοιπών πληροφοριών, όπου αναγράφονται αναλυτικά οι χρήσεις γης, βάσει Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου και Ρυμοτομικού Σχεδίου, οι όροι δόμησης της περιοχής, καθώς και τα αντίστοιχα δημοσιευμένα ΦΕΚ. Συμπερασματικά, σε εντός σχεδίου περιοχή δεν νοείται δασικός χαρακτήρας. Επιπρόσθετα και σύμφωνα με την αποτύπωση των δασικών χαρτών, όπως φαίνεται στο απόσπασμα από την γεωχωρική πύλη του ΥΠΕΚΑ και το δασαρχείο, η χαρακτηρισμένη ως δασική περιοχή σημειώνεται με πράσινο χρώμα, ενώ με μαύρη γραμμή σημειώνεται το όριο του σχεδίου πόλης της Εκάλης, στο οποίο εντάσσεται το εν λόγω οικόπεδο. Δεν υπάρχει κάποιος δασικός χάρτης, στον οποίο να αναφέρεται το οικόπεδο ως δασικό. Τέλος, στο απόσπασμα του κτηματολογικού διαγράμματος δεν φαίνεται ζώνη δουλείας στο οικόπεδο, συνεπώς δεν υπάρχει διεκδίκηση από άλλον φορέα ή υπήρξε και έχει απορριφθεί από το κτηματολόγιο πρωτογενώς. Σύμφωνα με τα παραπάνω, υποδεικνύεται ότι το οικόπεδο δεν έχει χαρακτηριστεί ως δασικό".

Περαιτέρω, στο υπ' αριθμ. πρωτ. ...-2021 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Αθηνών - Ανατολικής Αττικής αναφέρεται: "Όπως προκύπτει από τον έλεγχο των στοιχείων των δημοσίων κτημάτων που τηρούνται στην Υπηρεσία μας, το επίδικο ακίνητο με ΚΑΕΚ 050480510014 δεν είναι γνωστό καταγεγραμμένο δημόσιο κτήμα αρμοδιότητας του Υπουργείου Οικονομικών".

Συνεπώς, για την επίδικη έκταση που βρίσκεται σε εντός σχεδίου περιοχή, μη υπαγόμενη στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας δεν εφαρμόζεται το τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου. Περαιτέρω, από ουδέν στοιχείο προέκυψε ότι το επίδικο είναι κοινόχρηστο ή προορισμένο για την εξυπηρέτηση δημοσίων σκοπών, ώστε να εξαιρεθεί από την εφαρμογή του άρθρου 4 ν. 4127/2003. Οι ενάγοντες και η δικαιοπάροχός τους από το έτος 1980 μέχρι σήμερα και η δικαιοπάροχος της εταιρίας "ΕΚΑΛΗ", από το 1924, ήταν κύριοι του οικοπέδου και καλής πίστης νομείς, το δε Ελληνικό Δημόσιο, δια των αρμοδίων οργάνων του, ουδέποτε πρόβαλε δικαιώματα επί του ακινήτου, κοινοποιώντας εμπράγματη αγωγή ή πρωτόκολλο αποβολής, ούτε όχλησε με οποιονδήποτε τρόπο τους ιδιοκτήτες, ούτε άσκησε οποιαδήποτε διακατοχική πράξη σε αυτό. Η δικαιοπάροχος δε των εναγόντων, νεμόταν αδιατάρακτα με νόμιμο τίτλο, που καταρτίστηκε και μεταγράφηκε μετά την 23-2-1945, το επίδικο ακίνητο που βρίσκεται μέσα στο εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως της Κοινότητας Εκάλης Αττικής, με καλή πίστη, έχοντας δηλαδή την πεποίθηση, χωρίς αυτή να οφείλεται σε βαριά της αμέλεια, ότι απέκτησε την πλήρη κυριότητα του ακινήτου. Η καλή πίστη κατά την κτήση του επιδίκου αποδεικνύεται από το γεγονός ότι προέβη το έτος 1970 σε κατάρτιση προσυμφώνου αγοράς με την πωλήτρια εταιρεία, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...-1970 προσυμφώνου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Φ. Σ., ακολούθως στην αγορά αυτού δυνάμει του υπ' αριθμ. ...-1980 συμβολαίου, το τίμημα της οποίας (αγοραπωλησίας) πιστώθηκε εν μέρει και εξοφλήθηκε το έτος 1982 (υπ' αριθ. 5228/982 πράξη εξόφλησης υπολοίπου τιμήματος αγοραπωλησίας ακινήτου), γνωρίζοντας ότι η περιοχή στην οποία ανήκε το επίδικο οικόπεδο βρισκόταν ήδη στο σχέδιο πόλης, το Ελληνικό Δημόσιο δε ουδόλως είχε προβάλλει δικαιώματα σε αυτό. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα και έκανε δεκτή την αγωγή, απορρίπτοντας τις ενστάσεις του εναγομένου ορθώς εφάρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος έφεσης, σύμφωνα με τον οποίο το επίδικο αποτελεί δασική έκταση και περιήλθε στην κυριότητα τους Ελληνικού Δημοσίου κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 1,2,3 του από 17/29/29-11-1836 β.δ/τος, καθώς και ο τρίτος λόγος έφεσης με το οποίο το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι δεν δύναται να εφαρμοστεί εν προκειμένου το άρθρο 4 ν. 3127/2003, για τους λόγους που ειδικότερα επικαλείται στο δικόγραφο, τυγχάνουν απορριπτέοι.". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του εναγομένου και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή - μεταξύ άλλων - της τρίτης και του τετάρτου των αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος, κρίνοντας ότι οι αναιρεσίβλητοι απέκτησαν συγκυριότητα επί του επιδίκου - μη δημοσίου κτήματος (οικοπέδου) κατά ποσοστό 6/48 ή 12,5% εξ αδιαιρέτου έκαστος εξ αυτών, με την αποδοχή της επαχθείσας σ' αυτούς κληρονομίας της αληθούς κυρίας αυτού, Δ. συζ. Μ. Κ., δυνάμει της υπ' αριθ. ....2021 πράξης της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Ζ., που καταχωρήθηκε νόμιμα στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Νέας Ερυθραίας. Διέλαβε δε επιπλέον το Εφετείο, στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την επάλληλη αιτιολογία, ότι "...από ουδέν στοιχείο προέκυψε ότι το επίδικο είναι κοινόχρηστο ή προορισμένο για την εξυπηρέτηση δημοσίων σκοπών, ώστε να εξαιρεθεί από την εφαρμογή του άρθρου 4 ν. 4127/2003 (εν. 3127/2003)....Η δικαιοπάροχος δε των εναγόντων, νεμόταν αδιατάρακτα με νόμιμο τίτλο, που καταρτίστηκε και μεταγράφηκε μετά την 23-2-1945, το επίδικο ακίνητο που βρίσκεται μέσα στο εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως της Κοινότητας Εκάλης Αττικής, με καλή πίστη, έχοντας δηλαδή την πεποίθηση, χωρίς αυτή να οφείλεται σε βαριά της αμέλεια, ότι απέκτησε την πλήρη κυριότητα του ακινήτου. Η καλή πίστη κατά την κτήση του επιδίκου αποδεικνύεται από το γεγονός ότι προέβη το έτος 1970 σε κατάρτιση προσυμφώνου αγοράς με την πωλήτρια εταιρεία, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...-1970 προσυμφώνου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Φ. Σ., ακολούθως στην αγορά αυτού δυνάμει του υπ' αριθμ. ...-1980 συμβολαίου, το τίμημα της οποίας (αγοραπωλησίας) πιστώθηκε εν μέρει και εξοφλήθηκε το έτος 1982 (υπ' αριθ. 5228/982 πράξη εξόφλησης υπολοίπου τιμήματος αγοραπωλησίας ακινήτου), γνωρίζοντας ότι η περιοχή στην οποία ανήκε το επίδικο οικόπεδο βρισκόταν ήδη στο σχέδιο πόλης, το Ελληνικό Δημόσιο δε ουδόλως είχε προβάλλει δικαιώματα σε αυτό", ήτοι έκρινε ότι, σε κάθε περίπτωση, η δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων, Δ. συζ. Μ. Κ., απέκτησε κυριότητα επί του επιδίκου με την ειδική χρησικτησία του άρθρου 4 του ν. 3127/2003. Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει την προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 3127/2003, διότι, ενώ αρχικά δέχεται ότι το επίδικο οικόπεδο δεν είναι δημόσιο κτήμα, εφάρμοσε στη συνέχεια, όλως αντιφατικά, τη διάταξη του άρθρου 4 του παραπάνω νόμου που προϋποθέτει την ιδιότητα του ακινήτου ως δημοσίου κτήματος, ενώ περαιτέρω, με ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, εσφαλμένα δέχθηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις κτήσης κυριότητας της δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων επί του επιδίκου σύμφωνα με τη διάταξη του ως άνω άρθρου, αναφορικά με την αδιατάρακτη νομή της επ' αυτού μέχρι την 19.3.2003. Ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι αβάσιμος, διότι η παραδοχή του Εφετείου ότι η δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων απέκτησε κυριότητα επί του επιδίκου με βάση τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 3127/2003, θεμελιώνει την επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης περί εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση της κτήσης κυριότητας αυτής με την ειδική χρησικτησία της παραπάνω διάταξης και ως εκ τούτου, δεν αντιφάσκει με την κύρια αιτιολογία ότι το επίδικο δεν είναι δημόσιο κτήμα. Περαιτέρω, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 ν. 3127/2003, η οποία ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων, Δ. συζ. Μ. Κ., μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 3127/2003, νεμόταν αδιατάρακτα για δέκα και πλέον έτη το επίδικο ακίνητο, έκτασης 1.382,71 τ.μ., που βρίσκεται μέσα στο εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως της Κοινότητας Εκάλης Αττικής, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, που καταρτίστηκε και μεταγράφηκε μετά την 23.2.1945 και με καλή πίστη, έχοντας δηλαδή την πεποίθηση, χωρίς αυτή να οφείλεται σε βαριά της αμέλεια, ότι απέκτησε την πλήρη κυριότητα του ακινήτου, καθώς προέβη το έτος 1970 σε κατάρτιση προσυμφώνου αγοράς με την πωλήτρια εταιρεία, δυνάμει του υπ' αριθ. ....1970 προσυμφώνου αγοράς του συμβολαιογράφου Αθηνών Φ. Σ. και ακολούθως στην αγορά αυτού, δυνάμει του υπ' αριθ. ....1980 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα, το τίμημα αγοράς πιστώθηκε εν μέρει και εξοφλήθηκε το έτος 1982, η περιοχή στην οποία ανήκε το επίδικο βρισκόταν ήδη στο σχέδιο πόλεως και το Ελληνικό Δημόσιο ουδέποτε είχε προβάλλει δικαιώματα επί του ακινήτου, κοινοποιώντας εμπράγματη αγωγή ή πρωτόκολλο αποβολής, ούτε όχλησε με οποιονδήποτε τρόπο την δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων για την κατοχή και νομή επί του ακινήτου, το οποίο δεν είναι κοινόχρηστο ή προορισμένο για την εξυπηρέτηση δημοσίων σκοπών, ώστε να εξαιρεθεί από την εφαρμογή του άρθρου 4 ν. 3127/2003 και συνακόλουθα, οι αναιρεσίβλητοι απέκτησαν με παράγωγο τρόπο συγκυριότητα επί του ακινήτου, με την αποδοχή της επαχθείσας σ' αυτούς κληρονομίας της αληθούς κυρίας αυτού, Δ. συζ. Μ. Κ., δυνάμει της υπ' αριθ. ....2021 πράξης της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Ζ., που καταχωρήθηκε νόμιμα στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Νέας Ερυθραίας. Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 4 παρ. 1 ν. 3127/2003, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στην προαναφερθείσα διάταξη. Επομένως, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο, κατά παράβαση του πρωτοκόλλου του Λονδίνου της 21-1/3.2.1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" και των ερμηνευτικών αυτού πρωτοκόλλων της 4/16.6.1830 και 19-6/1.7.1830, της από 27-6/9.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" και του άρθρου 16 του ν. της 21-6/10.7.1837 "περί διακρίσεως κτημάτων", απέρριψε εσφαλμένα ως μη νόμιμο τον ισχυρισμό του ότι το επίδικο περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους, ενώ αναγνώρισε ότι το ακίνητο αυτό, ως ευρισκόμενο στην Αττική, παραχωρήθηκε με δωρεά στους Αθηναίους (Έλληνες και Οθωμανούς) δια θεσπίσματος του κυρίαρχου Σουλτάνου το έτος 1829. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, καθόσον πλήττει την κύρια αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ως προς την κτήση κυριότητας της δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων και κατ' επέκταση και των αναιρεσιβλήτων επί μη δημοσίου κτήματος, τυχόν δε αποδοχή του δεν επηρεάζει το διατακτικό της απόφασης που στηρίζεται αυτοτελώς στην ως άνω μη πληττόμενη επιτυχώς αιτιολογία, της κτήσης κυριότητας της δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων με την προβλεπόμενη στη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Ν.3127/2003 ειδική χρησικτησία, που προϋποθέτει την ιδιότητα του ακινήτου ως δημοσίου κτήματος. Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει την προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 3 β.δ. της 17/29.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών", δεχόμενο εσφαλμένα, με ελλιπείς αιτιολογίες, ότι η επίδικη έκταση, κείμενη εντός σχεδίου πόλεως, δεν έχει δασικό χαρακτήρα, ενώ θα έπρεπε να δεχθεί ότι τμήμα της έκτασης αυτής, εμβαδού 1.127,92 τ.μ., εμπίπτει σε δημόσια δασική έκταση και η ένταξη αυτής εντός του σχεδίου πόλης δεν συνεπάγεται την απώλεια του δημοσίου δασικού χαρακτήρα της. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι το Εφετείο προεχόντως δέχθηκε ότι "ουδόλως αποδείχθηκε ότι η επίδικη έκταση είναι δασική" και το αναιρεσείον, με τις αιτιάσεις του αυτές και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ και της παράβασης του άρθρου 3 β.δ. της 17/29.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών", πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τον δασικό ή μη χαρακτήρα της έκτασης αυτής Μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης ως προς την τρίτη και τον τέταρτο των αναιρεσιβλήτων. Τα δικαστικά έξοδα της τρίτης και του τετάρτου των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρ. 106, 176, 183, 189 αρ. 1 και 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει τον χωρισμό της υπόθεσης ως προς τους πρώτη (1η), δεύτερο (2ο), πέμπτη (5η), έκτη (6η), έβδομη (7η), όγδοο (8ο), ενάτη (9η) και δέκατο (10ο) των αναιρεσιβλήτων.

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τους παραπάνω αναιρεσιβλήτους.

Απορρίπτει ως προς την τρίτη και τον τέταρτο των αναιρεσιβλήτων την από 2.10.2023 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 2575/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα της τρίτης και του τετάρτου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Σεπτεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή