Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1492 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1492/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη- Εισηγήτρια, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Π. χήρας Ν. Π., το γένος Α. και Π. Ψ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Βακαλοπούλου που ανακάλεσε την από 18-11-2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μπαλάνο, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-12-2019 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ροδολίβους. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 115/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-4-2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 24.4.2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 115/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών που δίκασε ως Εφετείο, το οποίο απέρριψε την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας και επικύρωσε την υπ' αριθ. 11/2021 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Ροδολίβους, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσείουσας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ, ως ίσχυε κατά τον χρόνο άσκησης της αίτησης αναίρεσης, ορίζεται ότι : "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε, όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε δικαστής του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο δέχτηκε ή δεν δέχτηκε τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ` ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Οι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά, αντιστοιχούν δε ως προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως προς τους οποίους όμως δεν ταυτίζονται απολύτως. Οι διατάξεις του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι ειδικές ως προς τους λόγους αναίρεσης των αναφερομένων στο άρθρο αυτό αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αναφέρονται στους λόγους αναίρεσης των αποφάσεων των υπολοίπων δικαστηρίων. Άλλες αιτιάσεις, πλην των περιοριστικά αναφερομένων στο άρθρο 560 ΚΠολΔ, στην περίπτωση που προσβάλλεται απόφαση του ειρηνοδικείου ή πρωτοδικείου που δίκασε ως εφετείο επί εφέσεως αποφάσεως του ειρηνοδικείου, δεν είναι παραδεκτές ως λόγοι προς αναίρεση. (ΑΠ 1281/2024, ΑΠ 348/2023, ΑΠ 1321/2020, ΑΠ 74/2019).
Εξάλλου, οι από το άρθρο 560 αριθ. 1 και 6 ΚΠολΔ. λόγοι αναίρεσης δημιουργούνται μόνο προκειμένου για παράβαση, ευθεία ή εκ πλαγίου, αντίστοιχα, κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, όχι όμως και κανόνων του δικονομικού δικαίου. Δικονομικοί θεωρούνται οι κανόνες δικαίου εκείνοι που καθορίζουν τη διαδικασία, τα όργανα και τη μορφή της έννομης προστασίας (ΑΠ 1897/2009). Τέτοιοι κανόνες είναι και εκείνοι της διάταξης του άρθρου 106 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο "το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά". (ΑΠ 972/2022, ΑΠ 353/2020).
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. α' και β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Ο όρος "επιδίκασε" του εν λόγω άρθρου νοείται με την ευρεία έννοια, δηλαδή αν το δικαστήριο αποφάσισε, αναγνώρισε ή προέβη σε διάπλαση, χωρίς να υφίσταται αντίστοιχο αίτημα. Ως τέτοιο νοείται κάθε αυτοτελές αίτημα των διαδίκων, με το οποίο ζητείται η παροχή δικαστικής προστασίας, σε οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της, λ.χ. αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης, ενδίκων μέσων κ.λ.π., όχι όμως και ενστάσεων, με εξαίρεση την ένσταση συμψηφισμού. Ο ίδιος λόγος ιδρύεται, μεταξύ άλλων, και όταν το Εφετείο εξαφανίσει απόφαση ως προς μη εκκληθέν κεφάλαιο (ΑΠ 1415/2007) ή όταν επιδίκασε στον ενάγοντα κύριο μεγαλύτερη έκταση από αυτή που ζητούσε (ΑΠ 400/2019, ΑΠ 927/2018, ΑΠ 1456/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 106 ΚΠολΔ και επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε και συγκεκριμένα αναγνώρισε τον αναιρεσίβλητο κύριο έκτασης ακινήτου 284 τ.μ., ενώ με την αγωγή του είχε ζητήσει να αναγνωρισθεί κύριος ακινήτου μικρότερης έκτασης 242 τ.μ. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι πρωτίστως απαράδεκτος, καθόσον οι από τους αριθ. 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγοι ιδρύονται μόνον επί παραβάσεως κανόνων του ουσιαστικού δικαίου και όχι επί κανόνων δικονομικού δικαίου, όπως είναι, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω νομική σκέψη, η διάταξη του άρθρου 106 ΚΠολΔ.
Σε κάθε δε περίπτωση, ο ως άνω λόγος, κατά τη νοηματική εκτίμηση του περιεχομένου του, συνιστά στην πραγματικότητα λόγο από τον αριθ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και είναι, ως εκ τούτου, απαράδεκτος, διότι, όπως προκτέθηκε, δεν περιλαμβάνεται στην περιοριστική απαρίθμηση των αναιρετικών λόγων του άρθρου 560 του ΚΠολΔ και δεν μπορεί να προταθεί κατά της προσβαλλόμενης απόφασης που δίκασε έφεση κατά απόφασης Ειρηνοδικείου. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ, ως ίσχυε κατά τον χρόνο άσκησης της αίτησης αναίρεσης, ορίζεται ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 308/2020). Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα", κατά την προαναφερθείσα έννοια, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, της ανταγωγής ή της ένστασης, τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, περιστατικά επουσιώδη που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά που προκύπτουν από τις αποδείξεις, τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενό τους και τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 268/2020, ΑΠ 517/2019, ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 261/2016), αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΑΠ 308/2020, ΑΠ 76/2016) και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ 21/2024, ΑΠ 194/2023, ΑΠ 1433/2021, ΑΠ 179/2019).
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του α) τον προταθέντα ουσιώδη ισχυρισμό της ότι, ενώ το περιγραφόμενο στην αγωγή του αναιρεσιβλήτου υπ' αριθ. 257 οικόπεδό του έχει εμβαδόν 242 τ.μ., με την επιδίκαση από την προσβαλλόμενη επιπλέον 42 τ.μ., το εμβαδόν του ακινήτου του αυξάνεται σε 284 τ.μ., ενώ το δικό της ακίνητο μειώνεται αντιστοίχως κατά 42 τ.μ. και έχει εμβαδόν από 399 τ.μ. μόνο 357 τ.μ. και β) τον προταθέντα ουσιώδη ισχυρισμό της ότι η ίδια δεν οφείλει λόγω ρυμοτόμησης του οικοπέδου της γη ή χρήμα, αλλά οφείλει να επιστρέψει τα τετραγωνικά μέτρα που καταλαμβάνει το οικόπεδό της από το δημοτικό πεζοδρόμιο. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι τα ως άνω επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα δεν αποτελούν "πράγμα" κατά την προεκτεθείσα έννοια του αριθ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και επιχειρήματα και συμπεράσματα της αναιρεσείουσας από την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίφαση δε της παράβασης του αριθ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πλήττεται η περί την εκτίμηση των πραγμάτων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), (Ολ.ΑΠ 6/2006). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 736/2019). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020).
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1339/2017). Για να είναι ορισμένος ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει: α) τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή είτε μνεία ότι σ' αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία, είτε, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά. (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 23/2023, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 262/2020, ΑΠ 551/2020). Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που οποιοσδήποτε από τους διαδίκους παραδεκτά επικαλέσθηκε και νόμιμα προσκόμισε προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη. Για την ίδρυση του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του κατά τις συνδυασμένες ως άνω διατάξεις. (ΑΠ 1498/2021, ΑΠ 956/2021, ΑΠ 1388/2019, ΑΠ 1065/2014, ΑΠ 551/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον δεύτερο λόγο κατά το δεύτερο σκέλος και τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο, δέχθηκε εσφαλμένα και με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ότι η επίδικη έκταση, εμβαδού 42 τ.μ., ανήκει στο υπ' αριθ. 257 οικόπεδο του αναιρεσιβλήτου, με αποτέλεσμα το εμβαδόν του ακινήτου του να αυξάνεται σε 284 τ.μ., ενώ το δικό της ακίνητο μειώνεται αντιστοίχως κατά 42 τ.μ. και έχει εμβαδόν από 399 τ.μ. μόνο 357 τ.μ. και περαιτέρω δεν έλαβε υπόψη του, προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, τα αναφερόμενα έγγραφα και την υπ' αριθ. 1161/16.7.2020 ένορκη βεβαίωση μαρτύρων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, τα οποία νομίμως με επίκληση προσκόμισε. Ο λόγος αυτός αναίρεσης εκ του αριθ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι προεχόντως αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, διότι δεν καθορίζονται με το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης οι συγκεκριμένες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν εκ πλαγίου και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών νόμων.
Σε κάθε δε περίπτωση, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος, ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε και προσκόμισε, συνιστά στην πραγματικότητα, κατά τη νοηματική εκτίμηση του περιεχομένου του, λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ και είναι επίσης απαράδεκτος, διότι ο λόγος του αριθ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν περιλαμβάνεται στην περιοριστική απαρίθμηση των αναιρετικών λόγων του άρθρου 560 του ΚΠολΔ και ως εκ τούτου, δεν μπορεί να προταθεί κατά της προσβαλλόμενης απόφασης που δίκασε έφεση κατά απόφασης Ειρηνοδικείου. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρ. 106, 176, 183, 189 αρ. 1 και 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 24.4.2023 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 115/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Σεπτεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ