ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1493/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1493/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1493/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1493 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1493/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη-Εισηγήτρια, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Β. Α. του Π. και της Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Π., με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ο. Μ. του Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πατρικουνάκο, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-1-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γυθείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 42/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 43/2021 του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-10-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 11.10.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 43/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, το οποίο απέρριψε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος και επικύρωσε την υπ' αριθ. 42/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γυθείου, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Εξάλλου, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ένδικης υπόθεσης σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού. Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, δηλαδή, αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν, καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 23/2023, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 319/2017).

Ακολούθως, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β ΚΠολΔ ορίζεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο, είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005). Η παράβαση, όμως, των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης (αρθρ. 559 αρ. 1 εδ. β ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνα δικαίου, για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς. Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 607/2023, ΑΠ 1300/2022, ΑΠ 1525/2022, ΑΠ 79/2018).

Περαιτέρω για τη δημιουργία εθίμου, το οποίο συνιστά αυτοτελή πηγή κανόνων δικαίου (άρθρο 1 ΑΚ), απαιτείται μακρά, αδιάκοπη και ομοιόμορφη άσκηση με συνείδηση δικαίου, δηλαδή με την πεποίθηση των ασκούντων ότι εφαρμόζουν κανόνα δικαίου. Η παραβίαση εθιμικού κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύει τον προβλεπόμενο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Αντίθετα, τα συναλλακτικά ήθη και οι συνήθειες αποτελούν τρόπους συμπεριφοράς και δεν περιέχουν κανόνες δικαίου. Ως εκ τούτου η παραβίασή τους δεν ιδρύει τον εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, εκτός αν η εφαρμογή τους επιβάλλεται από κανόνα δικαίου (ΑΠ 986/2017, ΑΠ 491/2005).

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά:

"...Ο δεύτερος εναγόμενος προς επίρρωση του ισχυρισμού του ότι το ένδικο ακίνητο δόθηκε ολόκληρο ως προίκα στην απώτερη δικαιοπάροχό του Μ. Σ. ενόψει του γάμου της με το Β. Σ. το έτος 1953 επικαλείται δε προς επίρρωση του ως άνω ισχυρισμού τις υπ' αριθμ. ....2003, ....2003 και ....2003 ένορκες βεβαιώσεις των Α. Κ., Ο. Λ. και του Π. Σ. αντίστοιχα, οι οποίες ελήφθησαν σε προηγούμενο της παρούσας δίκης χρόνο και λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, πλην όμως τα ως άνω πρόσωπα κάνουν λόγο για "το σπίτι στην Αρεόπολη" χωρίς να διευκρινίζουν εάν πρόκειται για το ένδικο οικόπεδο, όπως αυτό περιγράφεται στην αγωγή και στα πρόσφατα συμβολαιογραφικά έγγραφα ή μόνο για τα δύο δωμάτια του ισογείου του διώροφου κτίσματος. Επιπλέον δε τα προαναφερόμενα άτομα ανέφεραν ως αιτία παραχώρησης την προίκα, για την οποία έκανε σχετική δήλωση ο μοναδικός άνδρας της οικογένειας, ήτοι ο πατέρας της ενάγουσας Μ. Μ. Ωστόσο εξ ουδενός σοβαρού αποδεικτικού στοιχείου αποδείχθηκε ότι η ως άνω δήλωση ήταν σοβαρή και υλοποιήθηκε, καθόσον κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τα τότε κρατούντα έθιμα αποτελούσε σπάνιο φαινόμενο να δίνεται ως προίκα μια οικογενειακή οικία μετά του οικοπέδου της σε θήλυ μέλος της οικογένειας, όταν μάλιστα το μοναδικό άρρεν τέκνο της οικογένειας τυγχάνει συγκύριος του εν λόγω ακινήτου κατά το ήμισυ, όπως εν προκειμένω ο δικαιοπάροχος της ενάγουσας, και μάλιστα, χωρίς η Μ. Σ. να έχει ανάγκη και πρόθεση να εγκατασταθεί σε αυτή, αφού η τελευταία μετά του συζύγου της και του τέκνου της Π. ζούσαν μόνιμα στον Πύρριχο, αλλά και χωρίς να συντάσσεται συμβόλαιο προς εξασφάλιση του προικολήπτη συζύγου, ο οποίος δεν θα ήταν λογικό να αρκεστεί σε άτυπη μεταβίβαση...". Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, με τις προαναφερθείσες παραδοχές του, παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου και δη εθίμου και τα διδάγματα της κοινής πείρας, αναφορικά με την ερμηνεία του εθιμικού κανόνα δικαίου και θα έπρεπε να δεχθεί ότι, κατά το εθιμικό δίκαιο της Μάνης, η προστασία των γυναικών θεωρείτο ιερό καθήκον από τους άνδρες της οικογένειας και το πρώτο μέλημα γονέων και αδελφών ήταν να παντρέψουν τις κόρες και αδελφές τους αντίστοιχα και να τους δώσουν την προίκα τους και ότι, σύμφωνα με το έθιμο αυτό και τις τότε κρατούσες κοινωνικές απόψεις, ο Μ. Μ., πατέρας της αναιρεσίβλητης και συγκύριος κατά 62,50% του επιδίκου, ως μοναδικός άρρεν κατιών της οικογένειας Μ. και κατόπιν συναποφάσεως με τις αδελφές του, Σ. και Σ., συγκύριες του επιδίκου κατά ποσοστό 12,50 % εκάστη, την ημέρα του αρραβώνα της αδελφής τους Μ. με τον μετέπειτα σύζυγό της Β. Σ. το έτος 1953, συγκυρίας κατά ποσοστό 12,50% και απώτερης δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος, της παραχώρησε ατύπως ως προίκα το επίδικο, έχοντας την πεποίθηση και τη συνείδηση ότι εφαρμόζεται κανόνας δικαίου. Με το περιεχόμενο αυτό ο λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι η παροχή κινητών και ακινήτων περιουσιακών στοιχείων απευθείας στις άγαμες θυγατέρες της οικογένειας, με σκοπό την οικονομική ενίσχυση ενόψει του γάμου τους, αποτελούσε μεν συνήθεια κατά τις τότε κρατούσες κοινωνικές συνθήκες και ήθη της εποχής, ωστόσο το επικαλούμενο από τον αναιρεσείοντα ως έθιμο περί υποχρέωσης οικονομικής ενίσχυσης των θυγατέρων από τους άρρενες αδελφούς της οικογένειας, δεν περιέχει εθιμικό κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ώστε η παράβασή του να ιδρύει τον προβλεπόμενο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης και ως εκ τούτου, τα επικαλούμενα ως διδάγματα της κοινής πείρας δεν χρησιμοποιήθηκαν κατά την ερμηνεία εθιμικού κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτόν. Στην πραγματικότητα οι επικαλούμενες αιτιάσεις αναφέρονται ευθέως στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, που δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 308/2020). Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα", κατά την προαναφερθείσα έννοια, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, της ανταγωγής ή της ένστασης, τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, περιστατικά επουσιώδη που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά που προκύπτουν από τις αποδείξεις, τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενό τους και τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 268/2020, ΑΠ 517/2019, ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 261/2016), αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΑΠ 308/2020, ΑΠ 76/2016) και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ 21/2024, ΑΠ 194/2023, ΑΠ 179/2019). Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που οποιοσδήποτε από τους διαδίκους παραδεκτά επικαλέσθηκε και νόμιμα προσκόμισε προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη. Για την ίδρυση του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του κατά τις συνδυασμένες ως άνω διατάξεις.

Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 22/2005). Για την πληρότητα δε του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 1498/2021, ΑΠ 956/2021, ΑΠ 1388/2019, ΑΠ 1065/2014, ΑΠ 551/2013).

Περαιτέρω, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν ο διάδικος είχε επικαλεστεί με τις προτάσεις του και είχε προσκομίσει γνωμοδοτήσεις ή δικαστικές αποφάσεις για την μείζονα πρόταση και ειδικότερα για τον προσδιορισμό και την ερμηνεία του εφαρμοσθέντος κανόνα δικαίου, που δεν αποτελούν επίκληση αποδεικτικού, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ ΚΠολΔ, μέσου (ΑΠ 433/2020, ΑΠ 177/2016, ΑΠ 358/2011). Τέλος, όσον αφορά τις ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες έχουν ληφθεί εξ αφορμής άλλης δίκης και προσκομίζονται με επίκληση κατά τη συζήτησή της, δεν αποτελούν ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, ώστε να απαιτείται ειδική μνεία αυτών στην απόφαση, αλλά αποτελούν απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον βέβαια, δεν ελήφθησαν για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά μέσα στη συγκεκριμένη δίκη.

Στην περίπτωση αυτή αρκεί να βεβαιώνεται στην απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, ώστε να μη καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το έγγραφο αυτό της ένορκης βεβαίωσης (ΑΠ 563/2021, ΑΠ 556/2020, ΑΠ 227/2008, ΑΠ 338/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του "πράγματα" που προτάθηκαν από αυτόν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη α) απόσπασμα από το "Ευρετήριο της Ελληνικής Νομολογίας Έτους 1846 -Συλλογή των αποφάσεων του Αρείου Πάγου και των εν Αθήναις και εν Ναυπλ. Δικαστηρίων των Εφετών -Κεφάλαιο Τρίτον - Κληρονομικόν Δίκαιον - Παράρτημα της Θέμιδος", β) τα από 15-03-1977, 15-03-1983 και 15-03-2003 Ιδιωτικά Συμφωνητικά Μίσθωσης, γ) την υπ' αριθ. 10/1987 Αρχική Δήλωση Φόρου Κληρονομίας της Δ.Ο.Υ. Γυθείου επί της κληρονομίας της δικαιοπαρόχου του πωλητή, δ) την Έκθεση Οικονομικού Ελέγχου έτους 1987 της Δ.Ο.Υ. Γυθείου επί της κληρονομίας της δικαιοπαρόχου του πωλητή, ε) τα υπ' αριθ. ...-2021 πιστοποιητικά ακτημοσύνης - περί μη ύπαρξης μερίδων του Υποθηκοφυλακείου Οιτύλου, στ) την υπ' αριθ. ...-2001 Πράξη Αποδοχής κληρονομίας της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Ρ., ζ) τo υπ' αριθ. ...-1993 πωλητήριο συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Γυθείου Μ. Π.- Β., η) την από 19-10-1998 Ιδιόγραφη Διαθήκη, θ) την υπ' αριθ. ...-2021 ένορκη βεβαίωση του εξ αίματος αδελφού της αναιρεσίβλητης Π. Μ. και ι) τις υπ' αριθ. ....2003, ....2003, ....2003, ...-2020, ...-2020, .../2018 και .../2018 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Συμβολαιογράφων. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι τα ως άνω επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τον αναιρεσείοντα έγγραφα και η Νομολογία των δικαστηρίων δεν αποτελούν "πράγματα", υπό την προεκτεθείσα έννοια του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ως εκ τούτου, η μη λήψη υπόψη αυτών από το δικαστήριο της ουσίας δεν ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Αλλά και υπό την εκτίμηση ότι πρόκειται για αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 11 εδάφ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή αυτός αναφέρεται σε μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση από τον αναιρεσείοντα και, κατ' ακρίβεια, σε παραγνώριση της αποδεικτικής τους αξίας - πλην της προσκομισθείσας από τον αναιρεσείοντα νομολογίας, η οποία δεν αποτελεί αποδεικτικό, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, μέσο - ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί από την αδιάστικτη διατύπωση της προσβαλλομένης, ότι έλαβε υπόψη "...όλα ανεξαιρέτως τα νομίμως προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους έγγραφα, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, την υπ' αριθμ. ....2018 ένορκη βεβαίωση του Ν. Μ., την υπ' αριθμ. ....2018 ένορκη βεβαίωση του Α. Σ..... την υπ' αριθμ. ....2020 ένορκη βεβαίωση του Ι. Κ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Μεγάρων Ι. - Ε. Ν., την υπ' αριθ. ....2020 ένορκη βεβαίωση του Π. Ξ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Οιτύλου Π. Μ....την υπ' αριθμ. ....2021 ένορκη βεβαίωση του Π. Μ....", δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα αναφερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα και τις ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, ενώ και από τη ρητή αναφορά στο περιεχόμενο ορισμένων εξ αυτών, που διαλαμβάνεται στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης και επισκοπούμενης απόφασης, προκύπτει, αναμφιβόλως, ότι ελήφθησαν υπ' όψη και συνεκτιμήθηκαν με τα άλλα αποδεικτικά μέσα.

Περαιτέρω, κατά το μέρος που αποδίδεται, κατ' εκτίμηση, η ίδια αναιρετική πλημμέλεια για μη λήψη υπόψη των "υπ' αριθ. ....2003, ....2003 και ....2003 ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον συμβολαιογράφων", αυτές ελήφθησαν πριν την άσκηση της από 17.1.2018 ένδικης αγωγής και ως εκ τούτου, δεν αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ώστε να απαιτείται ειδική μνεία αυτών στην προσβαλλόμενη, αλλά αποτελούν έγγραφα, τα οποία λαμβάνονται υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια και τα οποία, από την περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη "όλα ανεξαιρέτως τα προσκομιζόμενα έγγραφα, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", αλλά και από την ρητή αναφορά αυτών κατά την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο εν λόγω πόρισμά του τις έλαβε υπόψη του. Επομένως, και κατά το μέρος αυτό, ο ερευνώμενος λόγος είναι αβάσιμος. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν από αυτόν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη α) την προταθείσα κατ' άρθρο 281 ΑΚ ένστασή του περί καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, β) την προταθείσα ένστασή του περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης της αναιρεσίβλητης και γ) την ένστασή του περί ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά : "Από όλα τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία της υπόθεσης αποδεικνύεται ότι ουδέποτε η Μ. Σ. νεμήθηκε το ένδικο ακίνητο, όπως αυτό περιγράφεται στην αγωγή, ούτε και γνωστοποίησε στους λοιπούς συγκληρονόμους τη βούλησή της περί αποκλειστικής, στο όνομά της μόνο, νομής του κοινού ακινήτου, με αποτέλεσμα ακόμη και αν κατείχε το ένδικο, θεωρείται ότι νεμόταν ως αντιπρόσωπος και των άλλων συγκληρονόμων, ομοίως δε και ο γιός της Π. Σ. και ως εκ τούτου δεν μπορούσαν να αντιτάξουν κατά των λοιπών συγκληρονόμων κτητική παραγραφή (έκτακτη χρησικτησία). Συνακόλουθα ο ισχυρισμός του δεύτερου εναγόμενου περί ιδίας κυριότητας πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμος, όπως ομοίως για την ίδια αιτία τυγχάνει απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος και ο ισχυρισμός του περί παραγραφής της ενδίκου αγωγής, σύμφωνα και με όσα διαλαμβάνονται στην οικεία νομική σκέψη.

Εξάλλου ενόψει των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη τυγχάνει και η ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως της ένδικης αγωγής, που ο δεύτερος εναγόμενος προέβαλε με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ισχυριζόμενος ότι αυτή (αγωγή) ασκήθηκε καταχρηστικά μετά από εξήντα πέντε έτη αφότου το ένδικο ακίνητο παραχωρήθηκε στην απώτερη δικαιοπάροχό του προφορικά και καθ' όλο το ως άνω χρονικό διάστημα τόσο ο δικαιοπάροχος της ενάγουσας όσο και η τελευταία ουδεμία πράξη νομής είχαν ασκήσει στο εν λόγω ακίνητο, αφού τα επικαλούμενα ως άνω για την στήριξη της ένστασης αυτής, πραγματικά περιστατικά ουδόλως αποδείχθηκαν, ενώ δεν αποδείχθηκε και ότι η ενάγουσα δημιούργησε στο δεύτερο εναγόμενο, την πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει το επίδικο δικαίωμα". Επομένως, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τους παραπάνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος και τους απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμους και ως εκ τούτου, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, κατά το τρίτο σκέλος, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης"), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου. Για την ίδρυση του λόγου αυτού δεν αρκεί η εσφαλμένη ανάγνωση του αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, εγγράφου, αλλά πρέπει επιπλέον το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1102/2014, ΑΠ 495/2013).

Κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ, ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον άνω λόγο αναίρεσης, νοούνται τα προβλεπόμενα ως αποδεικτικά μέσα, κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα, στα οποία δεν περιλαμβάνονται τα έγγραφα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως είναι τα πρακτικά συνεδρίασης των δικαστηρίων, κατά το μέρος τους που περιέχουν καταθέσεις εξετασθέντων μαρτύρων, ούτε οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή Συμβολαιογράφου, κατά το μέρος τους που περιλαμβάνει τα ενόρκως βεβαιωθέντα από τον μάρτυρα (ΑΠ 1443/2024, ΑΠ 376/2022, ΑΠ 1224/2018, ΑΠ 1613/2013).

Εξάλλου, για το ορισμένο του λόγου, θα πρέπει να προσδιορίζονται στην αίτηση αναίρεσης: α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, το περιεχόμενό του και το παραμορφωμένο περιεχόμενο, που προσέδωσε σ' αυτό το δικαστήριο, και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, β) έστω και έμμεσα, ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και γ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 123/2024, ΑΠ 867/2019, ΑΠ 374/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο α) της Έκθεσης Οικονομικού Ελέγχου έτους 1987 της Δ.Ο.Υ. Γυθείου επί της κληρονομίας της απώτερης δικαιοπαρόχου του, δεχόμενο ότι το επίδικο ακίνητο "δεν ήταν το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο που κατά τους ισχυρισμούς του δευτέρου εναγομένου έλαβε η απώτερη δικαιοπάροχός του από την πατρογονική περιουσία", ενώ, αν το αξιολογούσε ορθά, θα έπρεπε να δεχθεί ότι το επίδικο ακίνητο είναι το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο που έλαβε η απώτερη δικαιοπάροχός του από την πατρογονική περιουσία, καθώς τα υπόλοιπα έξι ακίνητα, που αναγράφονται στο ως άνω έγγραφο, βρίσκονται στο χωριό Πύρριχος Λακωνίας και προέρχονται από την κληρονομία του συζύγου της Β. Σ., β) της υπ' αριθ. ....2020 ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρα Ι. Κ., γ) της υπ' αριθ. ....2003 ένορκης βεβαίωσης της μάρτυρος Ο. χας Π. Λ. και δ) της υπ' αριθ. ....2020 ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρα Π. Ξ. Ο λόγος αυτός ως προς την υπό στοιχ. (α) αιτίαση είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, αφού στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται αυτούσιο το περιεχόμενο του επίμαχου εγγράφου που θεωρεί ο αναιρεσείων ότι παραμορφώθηκε, και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση με το παραμορφωμένο περιεχόμενο που του προσέδωσε το δικαστήριο, να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου. Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον το δικαστήριο δεν στήριξε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο το αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την συγκυριότητα της αναιρεσίβλητης επί του επιδίκου ακινήτου στο εν λόγω έγγραφο, αλλά συνεκτίμησε αυτό με τις λοιπές αποδείξεις, η δε επικαλούμενη πλημμέλεια αφορά στην ανέλεγκτη αναιρετικά αποδεικτική αξιολόγησή του. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά την αιτίαση της παραμόρφωσης των υπό στοιχ. (β), (γ) και (δ) ενόρκων βεβαιώσεων μαρτύρων, είναι απαράδεκτος, διότι αυτές δεν αποτελούν έγγραφα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, ώστε η τυχόν παραμόρφωση του περιεχομένου τους να ιδρύει τον λόγο αυτό αναίρεσης, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρ. 106, 176, 183, 189 αρ. 1 και 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 11.10.2021 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 43/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Σεπτεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή