ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1495/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1495/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1495/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1495 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1495/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη-Εισηγήτρια, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Κωνσταντίνα Μαρίνου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Σταύρου Αφένδρα, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-2-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 62/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 142/2022 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-4-2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 18.4.2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 142/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, το οποίο απέρριψε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος και επικύρωσε την υπ' αριθ. 62/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξίωσης, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξίωσης που θεμελιώνεται επ` αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1424/2017). Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα ως άνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο. Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 55/2023, ΑΠ 119/2018, ΑΠ 1004/2017). Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζεται.

Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής. Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 55/2023, ΑΠ 1381/2022, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1728/2014).

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας σε συνδυασμό, όμως, και με τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) (ΑΠ 18/2018). Ανεξάρτητα πάντως από το είδος της αοριστίας, για να ιδρυθεί ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, πρέπει ο σχετικός με την αοριστία ισχυρισμός, που δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 55/2023, ΑΠ 1492/2021, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1165/2019, ΑΠ 1283/2017).

Προκειμένου, ειδικότερα, περί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής απαιτείται, για το ορισμένο αυτής, εκτός από τα προβλεπόμενα κατά το άρθρο 1094 ΑΚ, 70, 118 και 216 ΚΠολΔ στοιχεία, και ακριβής περιγραφή του επιδίκου ακινήτου, δηλαδή, ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια και, μάλιστα, τόσο λεπτομερής, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του. Η περιγραφή του ακινήτου, από την οποία να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά του, μπορεί να γίνεται και με την αποτύπωσή του με τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα, από το οποίο προκύπτουν, πλην του σχήματος, οι πλευρές του, η θέση του, ο προσανατολισμός του και το εμβαδόν του, εφόσον το τοπογραφικό διάγραμμα τούτο ενσωματώνεται στο δικόγραφο της αγωγής (ΑΠ 1068/2023, ΑΠ 1597/2018). Το γεγονός όμως ότι το μνημονευόμενο τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο εμφαίνεται το επίδικο ακίνητο, δεν προσαρτήθηκε στην αγωγή, δεν την καθιστά αόριστη ως προς την περιγραφή του, αν από την όλη περιγραφή του ακινήτου στο δικόγραφο δεν γεννιέται αμφιβολία για την ταυτότητά του. Όταν το διεκδικούμενο ακίνητο φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, ο ενάγων έχει υποχρέωση, εκτός από την έκταση του διεκδικούμενου αυτού τμήματος, να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, του οποίου έχει γίνει ακριβής περιγραφή, και τα όριά του, ώστε να είναι δυνατόν στον εναγόμενο μεν να αντιτάξει άμυνα περί συγκεκριμένου και όχι ασαφούς επιδίκου αντικειμένου, στο δικαστήριο δε να εκδώσει απόφαση δεκτική εκτέλεσης (ΑΠ 1390/2023). Η αναφορά του Κωδικού Αριθμού Εθνικού Κτηματολογίου του επιδίκου ακινήτου, ο οποίος είναι δωδεκαψήφιος και μοναδικός για κάθε ακίνητο, προσδιορίζει κατά τρόπο αναμφισβήτητο και σαφή τη θέση, την έκταση και τα όρια αυτού, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 2664/1998, ώστε να μην γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά του. Η σύνδεση του ακινήτου με τον ΚΑΕΚ διαρκεί μέχρις ότου ο τελευταίος καταργηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 3 του ίδιου ως νόμου (ΑΠ 1442/2024, ΑΠ 651/2024).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και παρέλειψε να απορρίψει ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, την αγωγή, απορρίπτοντας την προταθείσα ένστασή του περί ποσοτικής αοριστίας αυτής, από τη μη ακριβή περιγραφή του επιδίκου ακινήτου. Από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ιστορούσε σ' αυτήν τα εξής : Ότι ο ίδιος απέκτησε, κατά τον λεπτομερώς αναφερόμενο παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο, την πλήρη και αποκλειστική κυριότητα ενός αγροτεμαχίου, που βρίσκεται στη θέση "ΧΙΛΙΑ ΣΠΙΤΙΑ ή ΑΣΦΑΚΟΒΟΥΝΙ" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Μεσολογγίου, έκτασης κατά τους τίτλους κτήσης 13.980 τ.μ., κατά νεότερη καταμέτρηση 13.579,25 τ.μ. και κατά τα κτηματολογικά στοιχεία 13.579 τ.μ., το οποίο εμφαίνεται στο προσηρτημένο στην αγωγή από Ιούνιο έτους 2016 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Δ. Μ. και συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία Σ. Κ., νοτιοανατολικά με αγροτικό δρόμο και πέραν αυτού με ιδιοκτησία Ν. Μ., δυτικά με ιδιοκτησίες Δ. Φ. και Σ. Χ., βόρεια με ιδιοκτησίες κληρονόμων Θ. Ν. Μ. και κληρονόμων Α. Μ. και νότια με ιδιοκτησία Δ. Φ. Ότι κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης, το ως άνω ακίνητο καταχωρίστηκε στα οικεία κτηματολογικά βιβλία ως δύο διαφορετικά ακίνητα και ειδικότερα α) το μεν τμήμα του ακινήτου, εμβαδού 3.817 τ.μ., κείμενο σε ολόκληρη τη νοτιοανατολική πλευρά του και συνορεύον ανατολικά με αγροτικό δρόμο και πέραν αυτού με ιδιοκτησία Δ. Π. και εν μέρει με ιδιοκτησία Ν. Μ., δυτικά με ιδιοκτησία Δ. Φ., βόρεια με υπόλοιπη ιδιοκτησία του (καταχωρηθείσα εσφαλμένα ως ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου) και νότια με ιδιοκτησία Δ. Φ., ως γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ 011314002019/0/0, ανήκον στην ιδιοκτησία του και β) το δε τμήμα του ακινήτου, εμβαδού 9.762 τ.μ. και κατά νεότερη καταμέτρηση 9.761,32 τ.μ., κείμενο σε ολόκληρο το βορειοδυτικό μέρος του όλου ακινήτου και συνορεύον ανατολικά με ιδιοκτησία Σ. Κ., δυτικά με ιδιοκτησία Σ. Χ., βόρεια με ιδιοκτησία κληρονόμων Θ. Ν. Μ. και κληρονόμων Α. Ν. Μ. και νότια με ιδιοκτησία του, ως γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ 011314002058/0/0, ανήκον στην ιδιοκτησία του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου. Ότι η αρχική κτηματολογική εγγραφή είναι ανακριβής για το τμήμα του ακινήτου του εμβαδού 9.762 τ.μ., το οποίο εσφαλμένα καταχωρήθηκε ως ιδιοκτησία του εναγομένου και προσβάλλει το δικαίωμα της κυριότητάς του. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε να αναγνωριστεί κύριος του άνω τμήματος του ακινήτου, έκτασης 9.762 τ.μ., με ΚΑΕΚ 011314002058/0/0, να διαταχθεί η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα οικεία κτηματολογικά βιβλία, έτσι ώστε να καταχωρηθεί το άνω τμήμα ως ιδιοκτησία του, με τίτλο κτήσης αυτού το υπ' αριθ. ....1996 διανεμητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Π., νομίμως μεταγεγραμμένο, και να καταχωρηθεί το όλο ακίνητό του, συνολικής έκτασης 13.579 τ.μ., ως ένα ενιαίο ακίνητο με έναν ΚΑΕΚ. Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή, ως προς την περιγραφή του επιδίκου ακινήτου, είναι ορισμένη και πλήρης, ώστε να μη γεννάται καμία αμφιβολία περί της ταυτότητας αυτού, αφού αναφέρονται με σαφήνεια, με την προσάρτηση στην αγωγή και του από Ιούνιο 2016 τοπογραφικού διαγράμματος του τοπογράφου μηχανικού Δ. Μ., η θέση, η έκταση και τα όρια με τα οποία συνορεύει το επίδικο ακίνητο και ως προς τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, η θέση του στην ευρύτερη έκταση φερόμενη ως ιδιοκτησία του ενάγοντος, καθώς και ο αριθμός ΚΑΕΚ αυτού, ο οποίος είναι μοναδικός για κάθε ακίνητο και προσδιορίζει κατά τρόπο αναμφισβήτητο και σαφή τη θέση, την έκταση και τα όρια αυτού, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 2664/1998. Για το ορισμένο της αγωγής δεν απαιτούνται άλλα, επιπλέον στοιχεία, δηλαδή η θέση αυτού (επιδίκου ακινήτου) ως τμήματος του μεγαλύτερου ακινήτου έκτασης 274.923 τ.μ. και αυτού ως μέρους του μεγαλύτερου ακινήτου των 600 στρεμμάτων και του τελευταίου ως μέρους του μεγαλύτερου ακινήτου των 800 στρεμμάτων, ανήκοντος στον αποβιώσαντα το έτος 1881 απώτατο δικαιοπάροχο του ενάγοντος Ι. Γ. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι η αγωγή είναι ορισμένη, απορρίπτοντας την προταθείσα από το εναγόμενο - αναιρεσείον ένσταση περί αοριστίας της αγωγής ως προς την περιγραφή του ακινήτου, δεν παρέλειψε, παρά το νόμο, να κηρύξει απαράδεκτη την αγωγή και δεν έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν με την αγωγή ως προς την περιγραφή αυτού και συνεπώς, ο από τους αρ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), (Ολ.ΑΠ 6/2006). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 736/2019). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1339/2017). Για να είναι ορισμένος ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει: α) τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή είτε μνεία ότι σ' αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία, είτε, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά. (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014).

Με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι α) το Εφετείο δέχθηκε εσφαλμένα και με αντιφατική αιτιολογία ότι ο αναιρεσίβλητος είναι κύριος του επιδίκου ακινήτου, έκτασης 9.761,32 τ.μ., καίτοι αυτός ουδόλως ανταποκρίθηκε στο βάρος απόδειξης του προσδιορισμού του εντός της αρχικής μείζονος έκτασης 274.923 τ.μ., η οποία φέρεται να αποτελεί τμήμα αγρολειβαδίου 600 στρεμμάτων, που περιήλθε στους Ν. και Ε. Α. Μ. ως έτερο τμήμα ευρύτερης έκτασης 800 στρεμμάτων, φερόμενης ως ιδιοκτησίας του Ι. Γ. και β) το Εφετείο δέχθηκε εσφαλμένα, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ότι ο αναιρεσίβλητος κατέστη κύριος του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο τρόπο. Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι προεχόντως αόριστοι και εντεύθεν απαράδεκτοι, διότι δεν καθορίζονται με το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης οι συγκεκριμένες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών νόμων και δεν εκτίθενται επακριβώς και πλήρως οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές του Εφετείου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου εκ μέρους του δικάσαντος δικαστηρίου.

Από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό των λόγων της αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Έτσι, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, πλην όμως η μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, ήτοι δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία, είναι αλυσιτελείς, γιατί οι προσβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς από την ή τις μη πληττόμενες επιτυχώς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 146/2024, ΑΠ 73/2024, ΑΠ 1397/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο, εσφαλμένα και με ανεπαρκείς αιτιολογίες, έκρινε, με επάλληλη αιτιολογία, ότι ο ενάγων απέκτησε κυριότητα επί του επιδίκου με πρωτότυπο τρόπο (χρησικτησία), διότι η έκταση αυτή υπήρξε ανέκαθεν δασική και ουδέποτε καλλιεργήθηκε, ούτε έλαβαν χώρα σ' αυτή πράξεις νομής του αναιρεσιβλήτου ή των δικαιοπαρόχων του, τόσο προ του 1915 όσο και μεταγενέστερα. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, ότι "το επίδικο ανήκε ανέκαθεν σε ιδιώτες και ο ενάγων απέκτησε το ακίνητο με παράγωγο τρόπο, δυνάμει του ως άνω υπ' αριθ. 4092/15-11-1996 διανεμητηρίου συμβολαίου, αλλά και πρωτότυπα με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, αφού συμπλήρωσε στο πρόσωπό του δεκαετή και εικοσαετή νομή ασκούμενη με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη, συνυπολογιζομένου δε και του χρόνου της νομής των δικαιοπαρόχων του, συμπληρώνεται η τριακονταετής νομή μέχρι και την 11.9.1915, που απαιτείται για τη χρησικτησία επί δημοσίων κτημάτων.". Συνακόλουθα, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, που πλήττει την επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης, κατά την οποία ο αναιρεσίβλητος απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου και με πρωτότυπο τρόπο (χρησικτησία), είναι προεχόντως απορριπτέος ως αλυσιτελής, διότι η προσβαλλόμενη διέλαβε στο σκεπτικό της κύρια και επάλληλη αιτιολογία και με την αναίρεση δεν πλήττεται επιτυχώς η κύρια αιτιολογία, η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, διότι ο συναφής τρίτος αναιρετικός λόγος, που πλήττει την κύρια αιτιολογία, απορρίφθηκε, κατά τα προαναφερόμενα, ως αόριστος και εντεύθεν ως απαράδεκτος. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρ. 106, 176, 183, 189 αρ. 1 και 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 18.4.2023 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 142/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Σεπτεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή