ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1496/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1496/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1496/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1496 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1496/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη-Εισηγήτρια, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Φ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Γιαννακάκι, που ανακάλεσε την από 18-11-2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο, και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Π. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαδόγιαννη, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-5-2021 αίτηση διόρθωσης απόφασης του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ακράτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29/2022 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 14/2024 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαβρύτων. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-5-2024 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 319 του Κ.Πολ.Δ., οι αποφάσεις που εκδίδονται σε αιτήσεις για διόρθωση ή ερμηνεία μιας απόφασης, μπορούν να προσβληθούν με όλα τα ένδικα μέσα, με τα οποία θα μπορούσε να προσβληθεί η απόφαση που ζητήθηκε να διορθωθεί ή ερμηνευθεί, με εξαίρεση την ανακοπή ερημοδικίας και, κατά συνέπεια, αυτή προσβάλλεται και με αίτηση αναίρεσης, ανεξαρτήτως αν η αίτηση διόρθωσης έγινε δεκτή ή απορρίφθηκε. Τα ανωτέρω ισχύουν και για τη διορθωτική απόφαση που εκδόθηκε μετά από αυτεπάγγελτα κινηθείσα διαδικασία διόρθωσης (άρθρο 317 παρ. 3 ΚΠολΔ.- ΑΠ 409/2025, ΑΠ 1123/2022, ΑΠ 536/2020, ΑΠ 1119/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 15.5.2024 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 14/2024 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαβρύτων που δίκασε ως Εφετείο, το οποίο απέρριψε την έφεση του καθ' ου η αίτηση και ήδη αναιρεσείοντος και επικύρωσε την υπ' αριθ. 29/2022 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Ακράτας, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αίτηση του αναιρεσιβλήτου διόρθωσης (συμπλήρωσης) της με αριθμό 42/2009 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ακράτας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 946 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν ο οφειλέτης δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του να επιχειρήσει πράξη που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο και η επιχείρησή της εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούληση του οφειλέτη, το δικαστήριο τον καταδικάζει να εκτελέσει την πράξη και στην περίπτωση που δεν την εκτελέσει τον καταδικάζει αυτεπαγγέλτως σε χρηματική ποινή έως πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ υπέρ του δανειστή και σε προσωπική κράτηση έως ένα έτος. Ο δικαιούχος της απαίτησης, υπέρ της οποίας διατάχθηκε η χρηματική ποινή, αφότου η απόφαση καταστεί τίτλος εκτελεστός, δικαιούται να λάβει απόγραφο και να κοινοποιήσει βάσει αυτού επιταγή προς εκτέλεση. Ο καθ' ου η εκτέλεση υποχρεούται εντός του τριημέρου του άρθρου 926 παρ. 1 του ΚΠολΔ να προβεί στην επιχείρηση της πράξης. Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία εκτέλεσης, ο δανειστής δικαιούται να προβεί σε έμμεση εκτέλεση, σύμφωνα με το άρθρο 946 παρ.1 του ΚΠολΔ, η οποία αφορά πράξη που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο και η επιχείρησή της εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούληση του οφειλέτη, επιδιώκοντας τη χρηματική ποινή και την προσωπική κράτηση, προκειμένου να εξαναγκάσει τον οφειλέτη σε συμμόρφωση με το κύριο περιεχόμενο της απόφασης. Προς τούτο θα πρέπει ο δανειστής να κοινοποιήσει στον οφειλέτη νέα επιταγή για την πληρωμή της χρηματικής ποινής και στη συνέχεια, μετά την πάροδο της προθεσμίας του άρθρου 926 παρ. 1 του ΚΠολΔ, θα συνεχίσει την εκτέλεση με τα αναφερόμενα στη διάταξη του άρθρου 951 παρ. 1 ΚΠολΔ μέσα. Στην περίπτωση αυτή (υποχρέωση για ενέργεια πράξης, μη συμμόρφωση του οφειλέτη και έμμεση εκτέλεση κατ' άρθρο 946 παρ. 1 ΚΠολΔ) δεν απαιτείται, όπως αντιθέτως προβλέπεται για τις περιπτώσεις που ρυθμίζονται από το άρθρο 947 ΚΠολΔ (εκτέλεση για παράλειψη ή ανοχή πράξης) βεβαίωση της παράβασης της απόφασης με νέα απόφαση και καταδίκη σε χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση, διότι η καταδίκη στα αναφερόμενα μέσα εκτέλεσης έχει χωρήσει αυτεπαγγέλτως με την αρχική απόφαση, με την οποία ο οφειλέτης υποχρεώθηκε σε επιχείρηση της πράξης. (ΑΠ 1291/2019, ΑΠ 193/2014, ΑΠ 190/2014, ΑΠ 188/2014, ΑΠ 966/2009).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α` του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Εξάλλου, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ένδικης υπόθεσης σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού. Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, δηλαδή, αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν, καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 23/2023, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 319/2017).

Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 315 ΚΠολΔ, αν από παραδρομή κατά τη σύνταξη της απόφασης περιέχονται λάθη γραφικά ή λογιστικά ή το διατακτικό της διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος ή και αυτεπαγγέλτως, να τη διορθώσει με νέα απόφασή του. Η διάταξη του άρθρου 315 του ΚΠολΔ είναι δικονομικού δικαίου και κατά συνέπεια η παραβίασή της ελέγχεται από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, κατά τον οποίο αναίρεση επιτρέπεται μόνο (και) αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο (ΑΠ 804/2023, ΑΠ 1123/2022, ΑΠ 536/2020, ΑΠ 851/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 946 παρ. 1 του ΚΠολΔ και προέβη σε ανεπίτρεπτη διόρθωση (συμπλήρωση) του διατακτικού της υπ' αριθ. 42/2009 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ακράτας, με την καταδίκη του, σε περίπτωση μη συμμόρφωσής του στην υποχρέωσή του για την επιχείρηση της διαλαμβανόμενης σ' αυτήν αναντικατάστατης πράξης, σε χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση, διότι η απόφαση αυτή αφορά διαγνωστική δίκη και όχι δίκη περί την εκτέλεση και δεν εξεδόθη απόφαση που να αφορά μη εκούσια συμμόρφωση του ιδίου προς το διατακτικό της, καθώς προϋπόθεση της καταδίκης του οφειλέτη σε χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση είναι η προηγούμενη διαπίστωση από το Δικαστήριο της παράβασης της υποχρέωσης από τον οφειλέτη, ενώ επιπλέον η συμπληρωθείσα ως άνω απόφαση ήταν πλήρης και δεν έχρηζε συμπλήρωσης ή διόρθωσης. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Ο αναιρεσίβλητος, με την από 9-12-2008 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 3/12-1-2009 αγωγή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ακράτας, εξέθετε, μεταξύ άλλων, ότι, εντός των ορίων του Δ.Δ. Ζαρούχλας του Δήμου Ακράτας, όπου διατηρεί τουριστικά καταλύματα σε ακίνητο της κυριότητάς του, υφίσταται, προ αμνημονεύτων ετών κοινόχρηστος αγροτικός δρομίσκος, γνωστός ως μονοπάτι της "κρύας βρύσης", μέσου πλάτους 1,80 μ., ως ειδικότερα περιγράφονταν και αποτυπωνόταν στο προσαρτώμενο τοπογραφικό διάγραμμα και ότι ο αναιρεσείων περί το έτος 1995, εκτελώντας αρχικά χωματουργικές και στη συνέχεια οικοδομικές εργασίες σε μέρος ακινήτου του οποίου φέρεται κύριος στη θέση "Μπεζεριάνου Αλώνυ" στο Δ.Δ. Ζαρούχλας του Δήμου Ακράτας, κατέστρεψε τμήμα του εν λόγω κοινόχρηστου δρομίσκου καθ' όλο το πλάτος του και το ενσωμάτωσε στην ιδιοκτησία του και μάλιστα σε τμήμα των μονοπατιού εγκατέστησε μέρος της οικοδομής του (οικίας), με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η χρήση του μονοπατιού στα περιγραφόμενα τμήματα και να προσβάλλεται το από την προσωπικότητά του απόλυτο δικαίωμα περί ελεύθερης χρήσης των κοινοχρήστων πραγμάτων, ζητούσε δε να υποχρεωθεί ο αναιρεσείων να άρει την προσβολή του και να παραλείπει αυτή στο μέλλον και συγκεκριμένα να απελευθερώσει τον κοινόχρηστο δρόμο κατεδαφίζοντας τα τμήματα του ακινήτου του και να επαναφέρει αυτόν στην προηγούμενη κατάσταση και βατότητα καθ' όλο το μήκος του, να παραλείπει κάθε ενέργεια που θα μπορούσε να προσβάλει το δικαίωμά του να χρησιμοποιεί ανεμπόδιστα τον κοινόχρηστο δρόμο και να υποχρεωθεί να παραλείπει στο μέλλον κάθε ενέργεια που θα μπορούσε να προσβάλει το δικαίωμά του να χρησιμοποιεί ελεύθερα τον δρόμο, με την απειλή προσωπικής κράτησης ενός έτους και χρηματικής ποινής 6.000,00 ευρώ για κάθε παράβαση των όρων της απόφασης που θα εκδοθεί ή για κάθε μελλοντική προσβολή του. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 42/2009 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ακράτας, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να επαναφέρει τα τμήματα του μονοπατιού στην προηγούμενη κατάσταση και βατότητα και συγκεκριμένα: τα τμήματα τα οποία εμφαίνονται στο από 11/2008 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Γ. Α. με αριθμούς 1,2 μήκους 8,50 μ., που αποτελεί τμήμα του με στοιχεία ΑΓΒ μονοπατιού μήκους 42 μ. και εμβαδού 73 τ.μ. και 3,4 μήκους 9μ. που αποτελεί τμήμα του ΓΖ τμήματος μονοπατιού μήκους 35 μ. και εμβαδού 61 τ.μ., υποχρέωσε επίσης τον αναιρεσείοντα να παραλείπει στο μέλλον κάθε ενέργεια που θα μπορούσε να προσβάλει το δικαίωμα του αναιρεσιβλήτου στην ελεύθερη χρήση του επίδικου αυτού δρόμου και απείλησε κατά του αναιρεσείοντος προσωπική κράτηση ενός μήνα και χρηματική ποινή 500,00 ευρώ για κάθε παράβαση των όρων της απόφασης αυτής. Κατά της ανωτέρω απόφασης, ο αναιρεσείων άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 3/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαβρύτων, η οποία την απέρριψε, ενώ ήδη η εν λόγω απόφαση έχει καταστεί αμετάκλητη, καθώς επ' αυτής δεν ασκήθηκε αναίρεση. Από τα ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι η ως άνω ήδη αμετάκλητη απόφαση, με την προαναφερθείσα διάταξη που περιλαμβάνεται στο διατακτικό της, υποχρεώνει τον εναγόμενο να επιχειρήσει πράξη που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο και η επιχείρησή της εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούληση του υποχρέου, στην περίπτωση δε αυτή, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 946 παρ. 1 ΚΠολΔ και σε αντίθεση με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 947 ΚΠολΔ, το δικαστήριο, με την ίδια απόφασή του, τον καταδικάζει να εκτελέσει την πράξη και στην περίπτωση που δεν την εκτελέσει, τον καταδικάζει αυτεπαγγέλτως, ήτοι ανεξαρτήτως της υποβολής ή μη σχετικού αιτήματος εκ μέρους του ενάγοντος, σε χρηματική ποινή υπέρ του δανειστή και σε προσωπική κράτηση, η ανωτέρω δε απόφαση δύναται να εκτελεσθεί σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 951 επ. και 1049 ΚΠολΔ χωρίς να απαιτείται η έκδοση νέας απόφασης που θα βεβαιώνει την παράβαση του διατακτικού της. Συνακόλουθα, το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του προέβη σε διόρθωση (συμπλήρωση) της 42/2009 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ακράτας, καταδικάζοντας τον αναιρεσείοντα, σε περίπτωση μη συμμόρφωσής του στην υποχρέωσή του για την επιχείρηση της διαλαμβανόμενης σ' αυτήν αναντικατάστατης πράξης, σε προσωπική κράτηση διάρκειας ενός (1) μηνός και χρηματική ποινή ύψους 100,00 ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσης προς την επιτασσόμενη πράξη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ως άνω διάταξη του άρθρου 946 παρ. 1 του ΚΠολΔ και ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ως προς το σκέλος με το οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η συμπληρωθείσα ως άνω απόφαση ήταν πλήρης και δεν έχρηζε συμπλήρωσης ή διόρθωσης, είναι απαράδεκτος, διότι η διάταξη του άρθρου 315 ΚΠολΔ, με την οποία ο αναιρεσίβλητος ζητούσε τη διόρθωση (συμπλήρωση) της με αριθμό 42/2009 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ακράτας (και την οποία ο αναιρεσείων προφανώς υπονοεί, χωρίς να την αναφέρει, ότι παραβιάστηκε), είναι δικονομική και για το λόγο αυτό ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου μέσω του αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, όπως εκτίθεται στη νομική σκέψη. Το άρθρο 315 ΚΠολΔ ορίζει ότι, αν από παραδρομή κατά τη σύνταξη της απόφασης περιέχονται λάθη γραφικά ή λογιστικά ή το διατακτικό της διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος ή και αυτεπαγγέλτως, να τη διορθώσει με νέα απόφασή του. Από τη διάταξη αυτή, η οποία, ως εξαιρετική, υπηρετεί στο πλαίσιο της επιταγής για ασφάλεια δικαίου τον κύριο σκοπό της δίκης, που είναι η δικαιοσύνη, συνάγεται ότι μπορεί να γίνει διόρθωση των σφαλμάτων της απόφασης που οφείλονται σε ασυμφωνία αυτών που ήθελε το δικαστήριο και εκείνων που έχουν διατυπωθεί στην απόφαση, έστω και αν από τη διόρθωση της ανακρίβειας της διατύπωσης επέρχεται μεταβολή στο διατακτικό, αφού η μεταβολή αυτή, η οποία δεν ανατρέπει, αλλά ορθώς διατυπώνει την αληθή δικαιοδοτική βούληση του δικαστηρίου, δεν αποτελεί παραβίαση του δεδικασμένου. Η παραδρομή, όμως, στην οποία οφείλονται τα λάθη πρέπει να προκύπτει είτε από την ίδια την απόφαση, ήτοι από την όλη διάρθρωση της απόφασης και όσα συνέβησαν κατά τη σύνταξή της, είτε από το συνδυασμό αυτής προς τα πρακτικά του δικαστηρίου ή και τα διαδικαστικά έγγραφα, πρέπει δε η διόρθωση να μη σχετίζεται με την ουσία της υπόθεσης, ούτε να αλλοιώνει την έννοια της απόφασης και να μεταβάλει ή να ανακαλεί το περιεχόμενό της. Τούτο σημαίνει ότι, για τη διαπίστωση του σφάλματος του δικαστηρίου, δεν πρέπει να γίνεται επανεξέταση της ουσίας της διαφοράς, αλλά να προκύπτει αυτό από την απλή επισκόπηση της απόφασης, των πρακτικών ή και των δικογράφων των διαδίκων, ώστε να γίνεται στη συνέχεια η διόρθωσή της.

Κατά συνέπεια, αντικείμενο διόρθωσης δεν αποτελούν διαγνωστικά σφάλματα του δικαστηρίου, που αναφέρονται στην ερμηνεία ή στην εφαρμογή ουσιαστικής διάταξης, καθώς και στην εκτίμηση των αποδείξεων, τα οποία αίρονται μόνο με την οδό των ενδίκων μέσων, αλλά μόνον ακούσιες πλημμέλειες που παρεισφρύουν κατά τη σύνταξη ή την καθαρογραφή της απόφασης (ΑΠ 529/2020, ΑΠ 1479/2019, ΑΠ 318/2018, ΑΠ 359/2017). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής (ή της αίτησης) πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή (ή την αίτηση) και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση δε στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται, πρέπει να γίνεται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση. Εξάλλου, η νομική ανεπάρκεια των αναφερομένων στην αγωγή πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 (ή 560) ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος, ή ως αόριστη, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος. Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αρ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ή τον αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (ΑΠ 1452/2007, ΑΠ 963/2006). Ειδικότερα, ο από το άρθρο 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. (ΑΠ 499/2024, ΑΠ 70/2023, ΑΠ 19/2023).

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 22/2005, Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (AΠ 50/2020, ΑΠ 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 8/2013, ΑΠ 630/2020, ΑΠ 1142/2019).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), (Ολ.ΑΠ 6/2006). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 736/2019). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1339/2017).

Επιπροσθέτως, για την ίδρυση του αναιρετικού αυτού λόγου, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του να έχει καταρτίσει ελάσσονα πρόταση εκτίμησης αποδείξεων, δηλαδή το δικαστήριο να ερεύνησε στην ουσία της την υπόθεση και να διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα και συνεπώς ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως αόριστη ή μη νόμιμη ή για κάποιο τυπικό λόγο, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά και δεν διατυπώνει αποδεικτικό πόρισμα, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις, ανεπάρκειες ή αντιφάσεις στην περιγραφή του ( ΑΠ 407/2024, ΑΠ 31/2020, ΑΠ 99/2020, ΑΠ 267/2020, ΑΠ 438/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, εσφαλμένα έκρινε την αίτηση διόρθωσης της με αριθ. 42/2009 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ακράτας ως ορισμένη, λαμβάνοντας υπ' όψιν "πράγματα", δηλαδή ισχυρισμούς που δεν διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αίτησης και συγκεκριμένα δεν περιγράφεται η ιδιοκτησία (οικόπεδο) του αιτούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, δεν αναφέρεται ο αριθμός αδείας της οικοδομής και το καθεστώς υπό το οποίο αυτή εξεδόθη, δεν γίνεται αναφορά του τρόπου με τον οποίο πλήττεται η οικοδομησιμότητα του ακινήτου του αναιρεσιβλήτου και του σκοπού για τον οποίο θα χρησιμοποιούσε το επίδικο μονοπάτι, δεδομένου του ότι, όπως ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, η ιδιοκτησία του αναιρεσιβλήτου εξυπηρετείται από μεγάλου πλάτους δημοτική οδό και, τέλος, δεν αναφέρεται σε ποιο από τα δύο τμήματα του οικοπέδου του αναιρεσιβλήτου, δηλαδή το Γ-Β-Ι ή το Γ-Ζ, έχει πρόσωπο το οικόπεδό του και ποιο από αυτά χρησιμοποιούσε για την είσοδο στην ιδιοκτησία του πριν από την φερόμενη ως καταστροφή του μονοπατιού. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής και απαράδεκτος, αφού οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν αποτελούν στοιχεία για το ορισμένο της αίτησης διόρθωσης - συμπλήρωσης της απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 315 ΚΠολΔ, αντικείμενο της οποίας δεν αποτελούν διαγνωστικά σφάλματα του Δικαστηρίου της ουσίας που εξέδωσε την υπό διόρθωση απόφαση, παρά μόνον ακούσιες πλημμέλειες που παρεισφρύουν κατά τη σύνταξη ή την καθαρογραφή της απόφασης, όλες δε οι ανωτέρω αιτιάσεις που αποδίδει ο αναιρεσείων στην προσβαλλομένη, αναφορικά με τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, έχουν ήδη κριθεί με δύναμη δεδικασμένου με την υπ' αριθ. 42/2009 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ακράτας, δεδομένου ότι η έφεση που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων σε βάρος της ανωτέρω απόφασης απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 3/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαβρύτων και ως εκ τούτου, δεν δύναται να καταχθούν προς διάγνωση στο πλαίσιο άλλης δίκης, καθώς καλύπτονται από το δεδικασμένο που απορρέει από την εν λόγω απόφαση. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, υπό την επίκληση μόνον της πλημμέλειας του αριθ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, ενόψει του ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την ένσταση του αναιρεσείοντος περί αοριστίας της αίτησης και δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, ώστε να είναι δυνατόν να υπάρχουν ελλείψεις, ανεπάρκειες ή αντιφάσεις στην κατάρτισή του. Σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον. Η εκ μέρους του εναγομένου αμφισβήτηση των πραγματικών περιστατικών που επικαλείται ο ενάγων προς θεμελίωση του εννόμου συμφέροντος και της ενεργητικής νομιμοποίησης του τελευταίου δεν συνιστά ένσταση, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής (ΑΠ 137/2008). Η νομιμοποίηση του διαδίκου, όπως και το έννομο συμφέρον, αποτελούν ουσιαστικές προΰποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας και η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων αυτών ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ή τον αντίστοιχο λόγο του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 427/2021, ΑΠ 980/2014, ΑΠ 481/2012). Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προβάλλει, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, την πλημμέλεια του αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (και όχι και εκ του αριθ. 6 του ιδίου άρθρου), ισχυριζόμενος ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, κατά παράβαση του άρθρου 68 ΚΠολΔ, εσφαλμένα απέρριψε τον ισχυρισμό του περί έλλειψης εννόμου συμφέροντος και ενεργητικής νομιμοποίησης του αναιρεσιβλήτου προς άσκηση της αίτησης διόρθωσης της υπ' αριθ. 42/2009 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ακράτας. Όπως προαναφέρθηκε, αντικείμενο της αίτησης ήταν η διόρθωση (συμπλήρωση) και μόνον του διατακτικού της υπ' αριθ. 42/2009 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ακράτας, ώστε να καταστεί πλέον εφικτή, και δη μετά την πάροδο πολλών ετών, αφότου η ανωτέρω απόφαση κατέστη τελεσίδικη, η εκτέλεση αυτής, εκ του περιεχομένου δε και αιτήματος της εν λόγω αίτησης, σαφώς συνάγεται το έννομο συμφέρον και η ενεργητική νομιμοποίηση του αναιρεσιβλήτου προς συμπλήρωση αυτής και ως εκ τούτου, ο λόγος αναίρεσης ως προς το σκέλος αυτό είναι αβάσιμος. Όσον δε αφορά τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι δεν συντρέχει περίπτωση περαιτέρω κάλυψης και δόμησης του οικοπέδου του αναιρεσιβλήτου, καθώς ο τελευταίος έχει ήδη εξαντλήσει τόσο την κάλυψη, όσο και τη δόμηση του οικοπέδου του και δεν επιτρέπεται οικοδόμηση πλέον της υφιστάμενης, ότι δεν κατέστρεψε εκείνος το "μονοπάτι" ούτε το ενσωμάτωσε στην ιδιοκτησία του, αλλά ο αντίδικός του δια του πατρός του προέβη στις ανωτέρω ενέργειες και ότι σε κάθε περίπτωση, ο αναιρεσίβλητος ευχερώς δύναται να εισέρχεται στην ιδιοκτησία του δια της υφισταμένης μεγάλου πλάτους δημοτικής οδού, επί της οποίας έχει πρόσωπο η ανωτέρω ιδιοκτησία του, απαραδέκτως προβάλλονται στο πλαίσιο της δίκης διόρθωσης απόφασης, δεδομένου ότι το ουσιαστικό δικαίωμα, η διάγνωση του οποίου αποτέλεσε αντικείμενο της αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 42/2009 απόφαση και προς αντίκρουση και κατάλυση του οποίου κατατείνουν οι ανωτέρω ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, έχει κριθεί τελεσιδίκως και δεν μπορεί να καταχθεί εκ νέου σε δίκη με την από 18-05-2021 αίτηση του αναιρεσιβλήτου, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ως προς το σκέλος αυτό, είναι απαράδεκτος. Με το άρθρο 281 του ΑΚ ορίζεται ότι: "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου ( ΟλΑΠ 5/2011, ΑΠ612/2012, ΑΠ 1567/2008), αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (ΑΠ 1/2017, ΑΠ 993/2014, ΑΠ 68/2012).

Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ` αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται επαχθείς, αν και όχι κατ` ανάγκην αφόρητες ή υπέρμετρα επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του (ΟλΑΠ 16/2006, ΑΠ 1083/2017, ΑΠ 1099/2014, ΑΠ 1623/2012).

Έτσι, η άσκηση κάθε δικαιώματος υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, προκειμένου να μετριασθεί ο άκρατος ατομικισμός και η τάση για αντικοινωνική συμπεριφορά του δικαιούχου και φυσικά κρίνεται καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, όταν η προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε δεν δικαιολογούν επαρκώς την μεταγενέστερη άσκησή του. Η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ έχει έντονο χαρακτήρα δημόσιας τάξης και εφαρμόζεται στην άσκηση όλων των ιδιωτικών δικαιωμάτων (ΟλΑΠ 7/2002). Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής δεν αρκεί καταρχήν μόνη η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, ούτε η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ` αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί, ούτε κατ` ανάγκην από την άσκησή του να δημιουργούνται απλώς δυσμενείς ή και αφόρητες επιπτώσεις για τον υπόχρεο, αλλά απαιτείται κατά περίπτωση συνδυασμός των ανωτέρω και γενικώς η συνδρομή ιδιαίτερων περιστάσεων, αναγόμενων στη συμπεριφορά τόσο του δικαιούχου όσο και του υπόχρεου, εφόσον όμως αυτή του τελευταίου τελεί σε αιτιώδη σχέση με εκείνη του δικαιούχου και δεν είναι άσχετη με αυτήν, ώστε η άσκηση του δικαιώματος να αποβαίνει αντίθετη στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 8/2001 ΑΠ 836/2017, ΑΠ 38/2015). Αντικειμενική καλή πίστη είναι η ευθύτητα και εντιμότητα που υπαγορεύονται σε κάθε άνθρωπο από τις ανάγκες της κοινωνικής συμβίωσης, χρηστά ήθη αποτελούν τα κριτήρια κοινωνικής ηθικής που κρατούν κατά τη γενική αντίληψη των εντίμων και συνετών ανθρώπων, κοινωνικοοικονομικός δε σκοπός του δικαιώματος είναι το όριο που ενυπάρχει στο δικαίωμα από την ανάγκη διαφύλαξης του γενικότερου συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου (ΑΠ 641/2013). Μόνη πάντως η επίκληση ισχυρισμών, με τους οποίους τίθεται σε αμφιβολία η ύπαρξη του επίδικου δικαιώματος, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για την θεμελίωση καταχρηστικής άσκησής του (ΟλΑΠ 17/1995, ΑΠ 911/2023).

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 εδ. α' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός προϋποθέτει ότι το δικαστήριο ερεύνησε περί της συνδρομής των προϋποθέσεων του δεδικασμένου και, ακολούθως, δέχθηκε την ύπαρξη ή μη ύπαρξη αυτού. Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι δεδικασμένο παράγεται από την τελεσιδικία της απόφασης, ανεξάρτητα από το είδος της παρεχόμενης έννομης προστασίας. Η ύπαρξη και η έκταση του δεδικασμένου προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης, έστω και αν το δικαστήριο δεν εξάντλησε το αντικείμενο της αγωγής ή το υπερέβη ή απομακρύνθηκε από αυτό, αφού δεδικασμένο παράγεται και από εσφαλμένη απόφαση (Ολ. ΑΠ 1/2005). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 324 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι το δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, προκύπτει, ότι το δεδικασμένο προϋποθέτει ταυτότητα αντικειμένου, στο οποίο αναφέρεται το κριθέν και υπό κρίση δικαίωμα, καθώς και ταυτότητα της ιστορικής και νομικής αιτίας. Κατά την έννοια των εν λόγω διατάξεων, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο που προκύπτει από την απόφαση αυτή, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, απορρίπτεται ως απαράδεκτη.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ, ορίζεται ότι : " Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές. 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε δικαστής του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο δέχθηκε ή δεν δέχθηκε τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Οι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά, αντιστοιχούν δε ως προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως προς τους οποίους όμως δεν ταυτίζονται απολύτως (ΟλΑΠ 894/2018, ΑΠ 967/2018). Οι διατάξεις του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι ειδικές ως προς τους λόγους αναίρεσης των αναφερομένων στο άρθρο αυτό αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αναφέρονται στους λόγους αναίρεσης των αποφάσεων των υπολοίπων δικαστηρίων.
Συνεπώς, στην περίπτωση που προσβάλλεται απόφαση του ειρηνοδικείου ή πρωτοδικείου που δίκασε ως εφετείο επί εφέσεως κατά απόφασης του ειρηνοδικείου, είναι απαράδεκτοι λόγοι αναίρεσης ερειδόμενοι στις λοιπές προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1321/2020, ΑΠ 74/2019), όπως είναι ειδικότερα η εσφαλμένη ερμηνεία ή η κακή εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 του ίδιου Κώδικα σε σχέση με όσα έγιναν ανελέγκτως δεκτά και συγκεκριμένα αν αυτά συγκροτούν την έννοια του δεδικασμένου και αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον στο άρθρο 560 ΚΠολΔ δεν περιελήφθη αναιρετικός λόγος αντίστοιχος του αριθμού 16 του άρθρου 559 του ιδίου Κώδικα. (ΑΠ 1578/2021, ΑΠ 366/2019).

Επιπροσθέτως, με τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ ελέγχεται η παραβίαση κανόνων ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου, όπως είναι διατάξεις των άρθρων 321, 322 και 324 του ιδίου Κώδικα, η παραβίαση των οποίων δεν ιδρύει τον αναιρετικό αυτό λόγο. (ΑΠ 1578/2021, ΑΠ 1148/2020, ΑΠ 366/2019). Τέλος, στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μία μόνον από αυτές, οι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μιας από αυτές δεν τελεσφορεί (ΑΠ 270/2024, ΑΠ 1495/2021, ΑΠ 591/2021, ΑΠ 590/2019). Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ, απορρίπτοντας εσφαλμένα και με ανεπαρκείς αιτιολογίες τη νομίμως προταθείσα ένστασή του περί καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου, με την εσφαλμένη αιτιολογία του απορρέοντος από την υπ' αριθ. 42/2009 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ακράτας δεδικασμένου. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι με αυτήν το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "...Ομοίως είχε προβάλλει ενώπιον των ανωτέρω Δικαστηρίων, την ένσταση της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, επικαλούμενος, μεταξύ άλλων, την μακρά, επί 25 έτη αδράνεια του αιτούντος νυν εφεσίβλητου, και ισχυριζόμενος ότι από την στάθμιση της εκατέρωθεν βλάβης μεταξύ του ιδίου και του αντιδίκου του ο τελευταίος ουδεμία ζημία υφίσταται, δοθέντος μάλιστα ότι έχει εξαντλήσει την οικοδομησιμότητα του οικοπέδου του, ενώ ο ίδιος ο καθ' ου η αίτηση, νυν εκκαλών, θα υποστεί ασύγκριτα μεγαλύτερη βλάβη με την κατεδάφιση τμήματος της οικίας του. Οι εν λόγω όμως ενστάσεις, όπως αποδείχθηκε, είχαν προταθεί τόσο ενώπιον του Δικαστηρίου που εξέδωσε την υπ' αριθ. 42/2009 απόφαση, όσο και ενώπιον του Πολυμελούς Δικαστηρίου που δίκασε σε δεύτερο βαθμό επί της έφεσης που είχε ασκηθεί κατά της ως άνω υπ' αριθ. 42/2009 απόφασης και εξέδωσε την υπ' αριθ. 3/2015 απόφασή του δυνάμει της οποίας απορρίφθηκε η έφεση, σε αμφότερες δε τις περιπτώσεις οι εν λόγω ενστάσεις είχαν απορριφθεί ως νόμω αβάσιμες. Στο σημείο λοιπόν αυτό, λεκτέα τα ακόλουθα: Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 330 ΚΠολΔ το δεδικασμένο εκτείνεται στις ενστάσεις που προτάθηκαν, καθώς και σε εκείνες, που ηδύναντο να προταθούν και δεν προτάθηκαν. Από τις ενστάσεις που δεν προτάθηκαν εξαιρούνται εκείνες που στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα που δύναται να ασκηθεί και με κύρια αγωγή. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι καλύπτονται από το δεδικασμένο όλες οι προταθείσες ενστάσεις, ασχέτως της νομικής τους θεμελιώσεως. Από εκείνες που δεν προτάθηκαν καλύπτονται: α) όλες οι ενστάσεις εκ του δικονομικού δικαίου, β) όλες οι καταχρηστικές ενστάσεις, δηλαδή εκείνες που στηρίζονται επί απλών πραγματικών περιστατικών και γ) όλες οι γνήσιες αυτοτελείς ή αυθύπαρκτες ενστάσεις, δηλαδή εκείνες που, όπως και οι καταχρηστικές στηρίζονται επί απλού πραγματικού γεγονότος, αλλά περαιτέρω στηρίζουν διαπλαστικό δικαίωμα του εναγομένου, ώστε να αποτελούν παραλλήλως και ενστάσεις υπό ουσιαστική έννοια. Όλες αυτές οι ενστάσεις, είτε αφορούν στις διαδικαστικές προϋποθέσεις, είτε αφορούν στο κατ' ουσία βάσιμο της αγωγής, καλύπτονται από το δεδικασμένο. Η μη προταθείσα ένσταση καλύπτεται από το δεδικασμένο, εφ' όσον ήταν δυνατόν να προταθεί κατά την διάρκεια προηγούμενης δίκης, εφ' όσον δηλαδή υπήρχαν έκτοτε όλα τα απαιτούμενα για την θεμελίωση της γεγονότα, έστω και αν ο διάδικος τα αγνοούσε υπαιτίως ή ανυπαιτίως. Στην κατηγορία των καταχρηστικών ενστάσεων που αν δεν προτάθηκαν, κατά τα ανωτέρω, καλύπτονται από το δεδικασμένο, ανήκει και η ένσταση της παραγραφής καθώς και η ένσταση καταχρηστικής άσκησης, όλες δε αυτές οι ενστάσεις, είτε αφορούν διαδικαστικές προϋποθέσεις, είτε αφορούν στο κατ' ουσίαν βάσιμο της αγωγής, καλύπτονται από το δεδικασμένο. Η μη προταθείσα ένσταση, καλύπτεται από το δεδικασμένο, εφόσον ήταν δυνατό να προταθεί κατά τη διάρκεια προηγούμενης δίκης, εφόσον δηλαδή υπήρχαν έκτοτε όλα τα απαιτούμενα για τη θεμελίωσή της γεγονότα, έστω κι αν ο διάδικος τα αγνοούσε υπαιτίως ή ανυπαιτίως. Στο σημείο δε αυτό δέον να επισημανθεί ότι όσον ειδικότερα αναφορικά στον ισχυρισμό του καθ' ου η αίτηση, περί καταχρηστικής άσκησης εκ μέρους του αιτούντος νυν εφεσίβλητου, της αίτησης επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη, αυτός, πέραν των όσων αναλυτικώς εκτέθηκαν ανωτέρω, τυγχάνει σε κάθε περίπτωση απορριπτέος, δεδομένου ότι ο αιτών, νυν εφεσίβλητος άσκησε την εν λόγω αίτηση, ως ήδη ελέγχθη, ώστε να καταστεί πλέον εφικτή, και δη μετά την πάροδο πολλών ετών η ανωτέρω υπ' αριθ 42/2009 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ακράτας, ήτοι μια απόφαση η οποία είχε από πολλών ετών καταστεί τελεσίδικη, ήδη δε αμετάκλητη, εντούτοις ο καθ' ου η αίτηση ουδέποτε συμμορφώθηκε με το διατακτικό αυτής, η εν λόγω δε καθυστέρηση δύναται να οδηγήσει σε ακύρωση και του ίδιου του δικαιώματος στην παροχή έννομης προστασίας από τα Δικαστήρια, που έχει κατοχυρωθεί και προστατεύεται από το άρθρο 20 του Συντάγματος αλλά και του δικαιώματος στη δίκαιη δίκη και στη χρηστή απονομή της δικαιοσύνης που έχει κατοχυρωθεί με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που κυρώθηκε και έχει καταστεί εσωτερικό δίκαιο με το Ν.Δ 53/1974, υπερισχύει δε των ελληνικών νόμων, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, με βάση λοιπόν τις ανωτέρω παραδοχές τις εν γένει περιστάσεις που προεκτέθηκαν σε συνδυασμό με τους ανωτέρω ισχυρισμούς του καθ' ου η αίτηση, ουδόλως δύναται να θεωρηθεί ότι καθίσταται μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, η άσκηση από τον αιτούντα της ανωτέρω αίτησης με το προαναφερθέν περιεχόμενο επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη." Κατ' ακολουθίαν, το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, απέρριψε την προταθείσα ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου, διαλαμβάνοντας κύρια και επάλληλη αιτιολογία. Η επικαλούμενη στο λόγο αυτό αναιρετική πλημμέλεια, ως προς την κύρια αιτιολογία, αφορά, κατά το περιεχόμενό της και κατά την ορθή εκτίμηση του αναιρετηρίου, στο ότι το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και συγκεκριμένα των ως άνω διατάξεων των άρθρων 321,322 και 324 ΚΠολΔ δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο, ήτοι στον αναιρετικό λόγο περί του οποίου προβλέπει η ρύθμιση του αριθμού 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Όμως ο αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος, εφόσον δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναγραφόμενους στο άρθρο 560 του ιδίου Κώδικα λόγους αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, όπως συμβαίνει στην ένδικη περίπτωση. Ο ίδιος δε λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι επίσης απαράδεκτος, καθόσον οι πληττόμενες με αυτόν διατάξεις των άρθρων 321, 322 και 324 του ίδιου Κώδικα, είναι διατάξεις δικονομικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων δεν ιδρύει τον αναιρετικό αυτό λόγο. Συνακόλουθα, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, από τους αριθ. 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που πλήττει την επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης, κατά την οποία η ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου είναι απορριπτέα σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμη, είναι προεχόντως απορριπτέος ως αλυσιτελής, διότι η προσβαλλόμενη διέλαβε στο σκεπτικό της κύρια και επάλληλη αιτιολογία και με την αναίρεση δεν πλήττεται επιτυχώς η κύρια αιτιολογία, η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, διότι ο συναφής τέταρτος αναιρετικός λόγος, που πλήττει την κύρια αιτιολογία, απορρίφθηκε, κατά τα προαναφερόμενα, ως απαράδεκτος. Σε κάθε δε περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο, με το να απορρίψει με επάλληλη αιτιολογία την ένσταση του αναιρεσείοντος περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου ως αβάσιμη, δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, ο αναιρεσίβλητος άσκησε την εν λόγω αίτηση, ώστε να καταστεί πλέον εφικτή, και δη μετά την πάροδο πολλών ετών, η εκτέλεση της ανωτέρω υπ' αριθ 42/2009 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ακράτας, η οποία είχε από πολλών ετών καταστεί τελεσίδικη, εντούτοις ο αναιρεσείων ουδέποτε συμμορφώθηκε με το διατακτικό αυτής, η εν λόγω δε καθυστέρηση δύναται να οδηγήσει σε ακύρωση και του ίδιου του δικαιώματος στην παροχή έννομης προστασίας από τα Δικαστήρια, ώστε, ουδόλως δύναται να θεωρηθεί ότι καθίσταται μη ανεκτή, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, η άσκηση από τον αναιρεσίβλητο της ανωτέρω αίτησης με το προαναφερθέν περιεχόμενο επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη.
Επομένως, ο τέταρτος αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της μη συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στην προαναφερθείσα διάταξη. Επομένως, ο τέταρτος αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρ. 106, 176, 183, 189 αρ. 1 και 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 15.5.2024 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 14/2024 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαβρύτων.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Σεπτεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή