Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1497 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1497/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Κωνσταντία Εμμανουηλίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Σ. συζύγου Α. Κ., το γένος Κ. Φ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κόντη, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Άμφισσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 214/2015 μη οριστική, 171/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 82/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 29-7-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.Η νυν αναιρεσίβλητη με την με αρ.κατ. 40/5-8-2014 αγωγή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου 'Αμφισσας, στρεφόμενη κατά του νυν αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ζήτησε την αναγνώριση της κυριότητάς της επί εδαφικών τμημάτων 1016,80 τμ και 101,60 τμ μείζονος αγρού-ελαιοκτήματος, έκτασης 7308 τμ, κείμενου στη θέση "Νταμάρι" ή "Μαραθιάς" της κτηματικής περιφέρειας Ερατεινής της δημοτικής ενότητας Τολοφώνος του δήμου Δωρίδας νομού Φωκίδας, την οποία απέκτησε το 1984 με παράγωγο τρόπο, άλλως με τακτική και άλλως επικουρικά με έκτακτη χρησικτησία, την οποία (κυριότητα) αμφισβητεί το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο επικαλούμενο ότι είναι δασικές εκτάσεις. Εκδόθηκαν οι α) 214/2015 μη οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης για την διενέργεια τεχνικής πραγματογνωμοσύνης από δασολόγο, προκειμένου να αποφανθεί για τον δασικό ή μη χαρακτήρα των επίδικων εδαφικών τμημάτων, β) 171/2018 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που δέχθηκε την αγωγή και γ) 82/29-8-2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου 'Αμφισσας, δικάσαντος ως εφετείου, που δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το ηττηθέν εναγόμενο- εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο . Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης με αρ. κατ. 20/3-8-2021, είναι παραδεκτή (άρθρα 577§1 ΚΠολΔ) διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα προ πάσης επίδοσης (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564§3, 566§1 ΚΠολΔ). Πρέπει επομένως να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577§3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α' 87/23-7-2015, και πριν την τροποποίηση με το ν.4842/2021), οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται για τις αιτήσεις αναίρεσης τις κατατεθείσες από την 1-1-2016 έως 31-12-2021, ορίζει: "Κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. .....2) αν το Δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος..., 3) αν το Δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Οι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά (ΟλΑΠ 45/1987), αντιστοιχούν δε προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (ΑΠ 399/2020, ΑΠ 935/2020, ΑΠ 69/2019, ΑΠ 60/2019, ΑΠ 894/2018) και επομένως, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, αποκλείεται η προβολή αναιρετικών λόγων από τους αριθμούς 3, 6, 9, 10, 11,12, 13, 14, 15, 16, 17, 18 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού οι λόγοι αυτοί δεν περιλαμβάνονται στην, κατά τα άνω, ειδική για τις εν λόγω αποφάσεις και περιοριστική απαρίθμηση του άρθρου 560 ΚΠολΔ (ΑΠ 557/2024, ΑΠ 1680/2022, ΑΠ 1505/2022).
ΙΙΙ. Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, συνιστά παραβίαση αυτού, γιατί το Δικαστήριο αξίωσε περισσότερα ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο για τη θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος, προκειμένου να κρίνει την αγωγή νόμιμη, προβάλλεται δε ως λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με το άρθρ. 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων. Η ποσοτική αοριστία, δηλ. όταν το Δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, προβάλλεται ως λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με το άρθρ. 560 αρ. 5 ΚΠολΔ (μετά το ν.4335/2015), αντίστοιχο του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Αντίθετα, η ποιοτική αοριστία, δηλ. όταν το Δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη, ελέγχεται με τον από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης , που αντίστοιχος δεν προβλέπεται στο άρθρο 560 του ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων. Ο περί των ανωτέρω αναιρετικός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας, υπό την προϋπόθεση ότι η ως άνω εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ). Ανεξάρτητα πάντως από το είδος της αοριστίας για να ιδρυθεί ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, πρέπει ο σχετικός με την αοριστία ισχυρισμός, που δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 1 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης (Ολ ΑΠ 4/2024, ΟλΑΠ 16/2013, ΑΠ 692/2025).
Περαιτέρω, επί αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής, που στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας( λόγω πώλησης, δωρεάς, γονικής παροχής κλπ.), για το ορισμένο αυτής πέραν της περιγραφής του επιδίκου και της αμφισβήτησης της κυριότητας από τον εναγόμενο, αρκεί, κατά την έννοια των άρθρων 70 , 216 του ΚΠολΔ, 1033 και 1192 του ΑΚ ή 12 § 1 περ.α του ν.2664/1998, να γίνει επίκληση της καταρτισθείσας μεταξύ του ενάγοντος και του αμέσου δικαιοπαρόχου του, κυρίου του μεταβιβαζομένου ακινήτου, συμβολαιογραφικής μεταβιβαστικής της κυριότητας πράξης και της μεταγραφής της ή καταχώρισής της στο Εθνικό Κτηματολόγιο, όπου τούτο λειτουργεί. Μπορεί δε ο κύριος ακινήτου μεταβιβάζοντάς το, για νόμιμη αιτία σε άλλον με συμβόλαιο μεταγεγραμμένο, να παρακρατήσει την επ' αυτού επικαρπία υπέρ του εαυτού του ή υπέρ τρίτου ή υπέρ του εαυτού του και του τρίτου. Στην περίπτωση αυτή δεν καταρτίζεται μια μοναδική δικαιοπραξία (με περιεχόμενο ότι ο κύριος παραχωρεί την ψιλή κυριότητα και παρακρατεί υπέρ αυτού την επικαρπία), αλλά δύο δικαιοπραξίες, αφ` ενός η μεταβίβαση της κυριότητας στον αποκτώντα, αφ` ετέρου η σύσταση από τον αποκτώντα επικαρπίας υπέρ του μεταβιβάσαντος (ΑΠ 294/2020). Με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, επικαλούμενο τις πλημμέλειες τις προβλεπόμενες εκ των αρ.1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αιτιάται ότι κακώς το Μονομελές Πρωτοδικείο Άμφισσας, δικάσαν σαν εφετείο, δεν έκρινε απορριπτέα την αγωγή ως απαράδεκτη ένεκα αοριστίας, παρά τον σχετικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος που προβλήθηκε τόσο πρωτοδίκως, όσο και ως λόγος έφεσης, διότι στο αγωγικό δικόγραφο παραλείπεται να γίνει αναφορά περί του ότι με τον επικαλούμενο τίτλο κτήσης της ενάγουσας, ήτοι το ...-1994 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αμαρουσίου Ε. Γ., νομίμως μεταγραφέν , μεταβιβάσθηκε από την μητέρα της Π. Φ. σε αυτήν μόνο η ψιλή κυριότητα, την δε πλήρη κυριότητα την απέκτησε μεταγενέστερα με το θάνατο της μητέρας της, που είχε την επικαρπία. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι με αυτόν κατά την νοηματική του εκτίμηση προβάλλεται ποσοτική αοριστία της αγωγής (εμπίπτουσα στο άρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) που δεν προβλέπεται, κατά τα ανωτέρω, ως λόγος αναίρεσης κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των πρωτοδικείων που εκδόθηκαν σε εφέσεις κατά των αποφάσεων εκείνων των δικαστηρίων. IV. Από τη διάταξη του άρθρου 561 §1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 του άρθρου 559 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 473/2021). Με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον με το πρόσχημα της πλημμέλειας εκ του αρ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλήττει την αναιρεσιβαλλομένη περί του ότι α) με αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε ότι το επίδικο ήταν ανέκαθεν αγροτικό καλλιεργούμενο τουλάχιστον από το 1880 από τον απώτατο δικαιοπάροχο της ενάγουσας , απορρίπτοντας τον ισχυρισμό του ότι επρόκειτο για δασική έκταση και β) δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα (τα οποία απαριθμεί στο αναιρετήριο) που επικαλέσθηκε και προσκόμισε το εναγόμενο - εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και ως προς τα δύο σκέλη του. Συγκεκριμένα ως προς το πρώτο σκέλος του, διότι δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης κατ' άρ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, όταν πρόκειται για ελλείψεις και αντιφάσεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το Δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατ' άρθρο 561 §1 ΚΠολΔ, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ ΑΠ 1/2020, Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, Ολ ΑΠ 1/1999, ΟλΑΠ 24/1992), σε κάθε δε περίπτωση γιατί δεν αναφέρει για το ορισμένο του σχετικού λόγου ενάριθμα την διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που εκ πλαγίου παραβιάσθηκε (ΑΠ 860/2018, ΑΠ 766/2017). Ως προς το δεύτερο σκέλος του είναι απαράδεκτος, διότι η μη λήψη υπόψη επικληθέντων και προσαχθέντων εγγράφων εμπίπτει στο πεδίο ελέγχου εκ του αρ.11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που δεν προβλέπεται, κατά τα ανωτέρω, ως λόγος αναίρεσης κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των πρωτοδικείων που εκδόθηκαν σε εφέσεις κατά των αποφάσεων εκείνων των δικαστηρίων. V.Κατόπιν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν' απορριφθεί η με αρ. κατ. 20/3-8-2021 αίτηση για αναίρεση της 82/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, δικάσαντος ως εφετείου, και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά μερική παραδοχή του σχετικού αιτήματος που προέβαλε με το υπόμνημά της, σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την με αρ. κατ. 20/3-8-2021 αίτηση για αναίρεση της 82/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, δικάσαντος ως εφετείου.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης εις βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιουλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ