Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1498 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1498/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη-Εισηγήτρια, Αναστασία Καραμανίδου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 21 Μαΐου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Β. Κ., 2) Δ. συζ. Κ. Β., το γένος Β. Κ., 3) Ε. Κ. του Β., κατοίκων ..., 4) Ι. Κ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Τσώκο, και κατέθεσαν προτάσεις, 5) Π. Κ. του Γ., κατοίκου ..., και προσωρινά κατοίκου Αθηνών, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αγγελική Γκρίντζαλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των υπό στοιχεία 1 έως 4 αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο υπό στοιχείο 5 αναιρεσείων απεβίωσε στις 2-4-2024 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό .../2024 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Λευκάδας, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού: 1) Δ. Κ. του Π. και της Κ., 2) Γ. Κ. του Π. και της Κ., κάτοικοι ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-10-2016 αγωγή του ήδη υπό στοιχείο 4 αναιρεσείοντος και των ήδη αποβιωσάντων υπό στοιχείο 5 αναιρεσείοντος και Β. Κ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λευκάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 333/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 94/2023 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2-2-2024 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι) Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ.α, 287 παρ.1, 290 Κ.Πολ.Δ., οι οποίες εφαρμόζονται και στη δίκη για την αναίρεση, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ.1 ιδίου κώδικα, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 1846 ΑΚ, προκύπτει, ότι αν εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, πεθάνει κάποιος διάδικος, η δίκη διακόπτεται, εφόσον λάβει χώρα γνωστοποίηση του λόγου διακοπής, σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο 287 παρ.1, από τα πρόσωπα που δικαιούνται να επαναλάβουν την δίκη, όπως είναι και ο κληρονόμος του αποβιώσαντος, ο οποίος μπορεί να επαναλάβει εκουσίως τη δίκη με δήλωσή του που γίνεται ταυτοχρόνως με τη δήλωση διακοπής, οπότε επέρχεται άμεση επανάληψη της δίκης, με την προϋπόθεση, ότι αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρώς, λόγω μη αμφισβήτησης, η ιδιότητα του επαναλαμβάνοντος τη δίκη ως κληρονόμου, η οποία, αν αμφισβητείται από τον αντίδικο, εξετάζεται από το δικαστήριο παρεμπιπτόντως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του δικαστηρίου τούτου, κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης, που έγινε με εκφώνησή της από τη σειρά του πινακίου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του δικαστηρίου τούτου (21-5-2025), δεν εμφανίστηκε ο πέμπτος των αναιρεσειόντων Π. Κ. του Γ., εμφανίστηκαν όμως οι 1)Δ. Κ. του Π. και της Κ. και 2) Γ. Κ. του Π. και της Κ., κάτοικοι ..., νομίμως εκπροσωπούμενοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ανδρέα Τσώκο, οι οποίοι δήλωσαν, ως κληρονόμοι (τέκνα) του άνω αναιρεσείοντος, ότι αυτός απεβίωσε στις 2-4-2024, μετά, δηλαδή, την άσκηση της αναίρεσης, και ότι αυτοί συνεχίζουν ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, την βιαίως διακοπείσα δίκη. Η κατά τα ως άνω βιαίως διακοπείσα δίκη νομίμως συνεχίζεται από τους ανωτέρω μοναδικούς (εξ αδιαθέτου) κληρονόμους του πέμπτου αναιρεσείοντος (σχετ. η υπ' αριθμ. .../2024 ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου του Δήμου Λευκάδας και το υπ' αριθμ. ...-2024 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου Λευκάδας), ενώ, το παραστάν δια της Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Αγγελικής Γκρίντζαλη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. αναιρεσίβλητο δεν αμφισβήτησε κατά τη διάρκεια της προθεσμίας της προσθήκης εγγράφως με την κατάθεση σημειώματος, την ιδιότητα των άνω παρασταθέντων, που συνεχίζουν τη δίκη, ως κληρονόμοι του αποβιώσαντος πέμπτου αναιρείοντος (Α.Π. Ολ22/2000, Α.Π.1390/2022, Α.Π. 122/2022).
ΙΙ) Η κρινόμενη από 2-2-2024 αίτηση αναίρεσης με την οποία προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 94/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 495, 552, 553, 556, 558,560,564 παρ.1, 566παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΙΙΙ) Η προσβαλλόμενη απόφαση υπήρξε κατά παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ) για τις ανάγκες της αναιρετικής διαδικασίας, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 16-10-2016 ερειδόμενη στο άρθρο 6 παρ.2 του Ν.2664/1998, αγωγή που άσκησαν κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, οι αρχικοί ενάγοντες 1)Β. Κ., ο οποίος απεβίωσε την 1-12-2016 και στη θέση του υπεισήλθαν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, ήτοι η σύζυγός του Ν. Κ., το γένος Ι. Λ. και οι τρεις θυγατέρες του Γ., Δ. και Ε. Κ. του Β. και ήδη μετά τον επισυβάντα την 26-12-2017 θάνατο της πρώτης εξ αυτών στη θέση της υπεισήλθαν ως μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της οι ανωτέρω θυγατέρες της και ήδη πρώτη, δεύτερη και τρίτη των αναιρεσειόντων, 2) Ι. Κ., τέταρτος αναιρεσείων και 3) Π. Κ., πέμπτος αναιρεσείων, ήδη αποβιώσας, στη θέση του οποίου υπεισήλθαν και συνεχίζουν την δίκη οι προαναφερόμενοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Δ. Κ. του Π. και Γ. Κ. του Π., ισχυριζόμενοι ότι τυγχάνουν συγκύριοι κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου έκαστος του περιγραφόμενου κατά θέση, έκταση και όρια ακινήτου, που βρίσκεται στην τοπική κοινότητα Νικιάνας του Δήμου Λευκάδας, κυριότητα που απέκτησαν τόσο παράγωγα, λόγω κληρονομικής διαδοχής του αποβιώσαντος την ...-1959 παππού τους Σ. Κ., που κατέλειπε την αναφερομένη νομίμως δημοσιευθείσα δημόσια διαθήκη κληρονομιά που αποδέχθηκαν με την αναφερόμενη δήλωση αποδοχής, μη εισέτι μεταγεγραμμένη όσο και πρωτότυπα, ως νεμόμενοι αυτό κατά το άνω ποσοστό εξ αδιαιρέτου, έκαστος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, από το έτος 1959 μέχρις της ασκήσεως της αγωγής, ο δε κατά τα άνω δικαιοπάροχό τους είχε αποκτήσει την κυριότητά επ' αυτού επίσης με πρωτότυπο τρόπο νεμόμενος αυτό από το 1885 που περιήλθε στην νομή του, κατόπιν άτυπης παραχώρησης εκ μέρους του πατέρα του Ι. Κ. μέχρι του θανάτου του με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και ότι κατά την κτηματογράφηση της περιοχής και τις αρχικές εγγραφές στο κτηματολόγιο, το επίδικο καταχωρήθηκε ανακριβώς στα οικεία κτηματολογικά βιβλία Καρυάς Λευκάδας ως τμήμα του γεωτεμαχίου-αιγιαλού που φέρει το αναφερόμενο ΚΑΕΚ, εμφαινόμενο να ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο, ζήτησαν να αναγνωριστεί η κατά τα άνω συγκυριότητά τους επί του επιδίκου ακινήτου και να διαταχθεί η διόρθωση της εσφαλμένης πρώτης εγγραφής, ώστε να καταχωρηθούν οι ίδιοι, ως συγκύριοι κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου έκαστος επί του επιδίκου. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δικάσαν κατά την τακτική διαδικασία και κατ' αντιμωλία των διαδίκων εξέδωσε την υπ' αριθμ. 333/2018 οριστική του απόφαση με την οποία απέρριψε την αγωγή. Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατ' αυτής, εκ μέρους των ηττηθέντων εκκαλούντων, εκδόθηκε επίσης κατά την τακτική διαδικασία και κατ' αντιμωλία των διαδίκων η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 94/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε στην ουσία της η έφεση. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ. ΑΠ 1/2020, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 1/1999).
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ. ΑΠ 15/2006, Α.Π 357/2024, Α.Π. 1469/2023, Α.Π. 78/2020, Α.Π. 38/2020).
Συνεπώς ως αιτιολογία που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών. Επομένως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης και δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ. ΑΠ 1/2020, Α.Π. 1469/2023, ΑΠ 354/2022, ΑΠ 53/2021, ΑΠ 182/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση οι παραδοχές στις οποίες το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στήριξε την εκφερθείσα κρίση του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, της προσβαλλομένης υπ' αριθμ. 94/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας είναι οι ακόλουθες: "Επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα ενός μείζονος ακινήτου (οικοπέδου), το οποίο βρίσκεται εντός του παλαιού οικισμού και σχεδίου πόλης της τοπικής κοινότητας Νικιάνας του Δήμου Λευκάδας και στην ειδική θέση "Λαχείδι" που είναι μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, έχει εμβαδόν (μετά τον περιορισμό του αιτήματος της αγωγής) 168 τ.μ. και αποτυπώνεται στο από μηνός Μαρτίου 2012 τοπογραφικό διάγραμμα γεωμετρικών μεταβολών του πολιτικού μηχανικού Ζ. Μ., αντίγραφο του οποίου προσαρτάται στην αγωγή και περιγράφεται με τα στοιχεία Π1, Π2, Π3, Π4, Π14, Π15, Π16, Π17, Π1 , συνορεύει δε, γύρωθεν ως εξής: βόρεια, επί πλευράς Π1, Π2, Π3, Π4, συνολικού μήκους 7,78 μ., ήτοι επί πλευράς Π1-Π2 μήκους 3,75 μ. συν πλευρά Π2-Π3 μήκους 1,44 μ. συν πλευρά Π3-Π4 μήκους 2,59 μ. με γεωτεμάχιο που φέρει ΚΑΕΚ 34005234003 το οποίο σύμφωνα με τις κτηματολογικές εγγραφές φέρεται να ανήκει στη συνιδιοκτησία Ν. Β. και Χ. Β., ανατολικά, επί πλευράς με τα στοιχεία Π4-Π14 μήκους 21,51 μ. με γεωτεμάχιο που φέρει ΚΑΕΚ 34005ΕΚ00151/0/0, το οποίο σύμφωνα με τις πρώτες κτηματολογικές εγγραφές φέρεται να ανήκει στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου ως τμήμα αιγιαλού, νότια, επί τεθλασμένης πλευράς Π14,Π15, Π16, Π17, συνολικού μήκους 7,54 μ., ήτοι επί πλευράς Π14-Π15 μήκους 1,56 μ. συν πλευρά Π15-Π16 μήκους 3,14 μ., συν πλευρά Π16-Π17 μήκους 2,84 μ. με γεωτεμάχιο που φέρει ΚΑΕΚ 340050239001 που φέρεται να ανήκει στον Ν. Σ. του Π. και δυτικά, επί της τεθλασμένης πλευράς Π17-Π1 μήκους 23,12 μ. με γεωτεμάχιο που φέρει ΚΑΕΚ 340005ΕΚ0092 το οποίο σύμφωνα με τις πρώτες κτηματολογικές εγγραφές φέρεται να ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο ως τμήμα επαρχιακής οδού. Με την υπ' αριθ. 2417/16.6.1981 απόφαση του Νομάρχη Λευκάδας (ΦΕΚ Δ/556/7.10.1981) επικυρώθηκε η χάραξη οριογραμμής αιγιαλού και παραλίας στην περιοχή Νικιάνας Λευκάδος, όπως αυτή περιγράφεται στην από χρονολογία 13.3.81 έκθεση, της, κατά το άρθρο 5 του Α.Ν. 263/68, αρμόδιας προς τούτο επιτροπής και όπως εικονίζεται στο τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ν. Κ., το οποίο θεωρήθηκε από τη Δ/νση Τ. Υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών την 23.2.77. Οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι το προπερογραφέν επίδικο εδαφικό τμήμα παρεμβάλλεται ανάμεσα στην επαρχιακή οδό ... και στην καθορισμένη γραμμή αιγιαλού και αποτελούσε ζώνη παραλίας σύμφωνα με το ρυμοτομικό σχέδιο της περιοχής Νικιάνας (2417/16.6.1981 απόφαση του Νομάρχη Λευκάδας-ΦΕΚ Δ/556/7.10.1981) χωρίς ουδέποτε μέχρι και σήμερα να έχει απαλλοτριωθεί και συνεπώς ανήκει ακόμα στην συγκυριότητά τους, καθόσον δε, ο καθορισμός της παραλίας έγινε υπό την προϊσχύσασα νομοθεσία "περί ζώνης και αιγιαλού", ήτοι πριν την ισχύ του νόμου 2971/2001, θεωρείται αυτοδίκαια ανακληθείς ο καθορισμός της ζώνης παραλίας σύμφωνα με το άρθρο 11 του Ν.2882/2001 και τα άρθρα 23 και 24 του Ν. 1337/1983 και επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του εφάρμοσε το νεώτερο νομοθετικό καθεστώς του ν. 2971/2001, το οποίο ρυθμίζει με διαφορετικές προϋποθέσεις και έννομες συνέπειες την τύχη του επίδικου εδαφικού τμήματος, αντί να εφαρμόσει, ως όφειλε, τον α.ν. 2344/1940, ο οποίος ίσχυε κατά το χρόνο που το εφεσίβλητο απέκτησε την κυριότητα αυτού, ήτοι κατά το χρόνο της δημοσιεύσεως στο ΦΕΚ της υπ'αριθ. 2417/16.6.1981 απόφασης του Νομάρχη Λευκάδας (- ΦΕΚ Δ/556/7.10.1981) περί επικυρώσεως του καθορισμού των ορίων της ζώνης παραλίας στην περιοχή Νικιάνας Λευκάδος, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου. Ο ανωτέρω ισχυρισμός που αποτελεί και το αντίστοιχο πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της εφέσεως των εκκαλούντων και κατ' ακολουθίαν και ο πρώτος λόγος της ένδικης εφέσεως κατά το ως άνω σκέλος του, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι διότι: ........, εφαρμοστέες τυγχάνουν οι διατάξεις του Ν. 2971/2001, έστω και αν δεν ίσχυαν κατά τον χρόνο έκδοσης της επίδικης πράξης καθορισμού ορίων αιγιαλού και παραλίας, αφού, το ζήτημα της ανάκλησης της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης της ιδιοκτησίας των εκκαλούντων που έχει επιβληθεί με την πράξη αυτή, ανακύπτει κατά τον χρόνο ισχύος τους. Κατ' ακολουθίαν τούτου, κατά την έννοια και εφαρμογή των προπαρατεθεισών διατάξεων του ν. 2971/2001, σε συνδυασμό με τις ανωτέρω διατάξεις του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων, που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας, η άρση απαλλοτρίωσης επιβαρυνθείσας ιδιοκτησίας λόγω συμπερίληψής της σε ζώνη παραλίας, όπως συμβαίνει εν προκειμένω και με το επίδικο εδαφικό τμήμα, για την οποία δεν έχει καθορισθεί επί ορισμένο χρονικό διάστημα μετά την κήρυξή της, τιμή μονάδας αποζημίωσης με δικαστική απόφαση, δεν επέρχεται αυτοδικαίως, αλλά απαιτείται η υποβολή σχετικού αιτήματος αποκλειστικά ενώπιον της Διοίκησης, τέτοια δε, αίτηση προς τη Διοίκηση, ούτε επικαλούνται ότι έχουν υποβάλλει, ούτε προσκομίζουν οι εκκαλούντες. Επομένως, δεν τίθεται θέμα αυτοδίκαιης ανακλήσεως της απαλλοτριώσεως της επίδικης ιδιοκτησίας των εκκαλούντων που έχει επιβληθεί με την υπ' αριθ. 417/16.6.1981 απόφαση του Νομάρχη Λευκάδας (ΦΕΚ Δ/556/7.10.1981) περί επικυρώσεως του καθορισμού των ορίων της ζώνης παραλίας στην περιοχή Νικιάνας Λευκάδος.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που εφάρμοσε τις διατάξεις του ν. 2971/2001 , δεν έσφαλε , σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, ως προς την εφαρμογή του νόμου.
Εξάλλου, με το δεύτερο σκέλος του ίδιου ως άνω λόγου έφεσης των εκκαλούντων, αυτοί ισχυρίζονται ότι έσφαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο μη εφαρμόζοντας τις διατάξεις του α.ν. 2344/1940, που επιβάλλουν μεταγραφή της απόφασης του Νομάρχη περί καθορισμού των ορίων του αιγιαλού και παραλίας στο αρμόδιο υποθηκοφυλακείο Καρυάς Λευκάδας, η οποία μεταγραφή δεν έχει συντρέξει στην ένδικη περίπτωση, με αποτέλεσμα να μην έχει παραχθεί κανένα δικαίωμα του εφεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου επί του επιδίκου ακινήτου, επικαλούμενοι δε, προς επίρρωση του ισχυρισμού τους, το υπ' αριθ. 10540/30-5-2005 έγγραφο του Ν.Σ.Κ. που απεστάλη προς τις Κτηματικές Υπηρεσίες της Χώρας με το υπ' αριθ....-2005 έγγραφο της Δ/νσης Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών. Ωστόσο, σύμφωνα τόσο με τις προαναφερόμενες στη μείζονα σκέψη της παρούσας διατάξεις του νόμου 2971/2001, όσο και με τις αντίστοιχες διατάξεις του α.ν. 2344/1940, η διαδικασία καθορισμού των ορίων της παραλίας ολοκληρώνεται με τη δημοσίευση της απόφασης με την οποία επικυρώνεται η έκθεση της επιτροπής καθορισμού των οριογραμμών, χωρίς να απαιτείται άλλη πρόσθετη διαδικασία, σύμφωνα με τη διατύπωση του Ν. 2971/2001, και, σύμφωνα με την διατύπωση του Ν. 2344/1940, για την ολοκλήρωση της διαδικασίας αυτής, προβλέπεται επιπρόσθετα η δημοσίευση του διαγράμματος που συνοδεύει την απόφαση, προϋποθέσεις που σε κάθε περίπτωση έχουν τηρηθεί στην προκειμένη περίπτωση, χωρίς σε κανέναν από τους ανωτέρω νόμους να προβλέπεται ως απαραίτητη προϋπόθεση για την ολοκλήρωση της ανωτέρω διαδικασίας, η μεταγραφή της προαναφερόμενης απόφασης του Νομάρχη περί καθορισμού των ορίων του αιγιαλού και παραλίας στο αρμόδιο υποθηκοφυλακείο, που στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι το υποθηκοφυλακείο Καρυάς Λευκάδας. Η επίκληση δε από τους εκκαλούντες, του ως άνω υπ' αριθ. 10540/30-5-2005 έγγραφου του Ν.Σ.Κ. που απεστάλη προς τις Κτηματικές Υπηρεσίες της Χώρας με το υπ' αριθ. ...-2005 έγγραφο της Δ/νσης Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, προς επίρρωση του ισχυρισμού τους και του συγκεκριμένου λόγου της έφεσής τους, δεν επιλύει τέτοιο ζήτημα που να αναφέρεται ειδικά στην συγκεκριμένη περίπτωση του καθορισμού των ορίων αιγιαλού και παραλίας της περιοχής Νικιάνας Λευκάδας, αλλά αφορά την εγκυρότητα της διοικητικής διαδικασίας καθορισμού του αιγιαλού και της παραλίας σε περίπτωση μη ταυτόχρονης δημοσίευσης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του υπάρχοντος διαγράμματος με την απόφαση με την οποία επικυρώνεται η έκθεση της επιτροπής καθορισμού των οριογραμμών, που διερευνήθηκε επ' αφορμή άλλης περιπτώσεως. Επομένως, απορριπτέος, ως βάσιμος κρίνεται ο πρώτος λόγος της ένδικης εφέσεως και κατά το σκέλος του αυτό.
Κατόπιν των προαναφερομένων, εφόσον το επίδικο ακίνητο εξακολουθεί να αποτελεί επιβαρυνθείσα ιδιοκτησία λόγω συμπερίληψής της σε ζώνη παραλίας, δεν τίθεται θέμα κυριότητας των εκκαλούντων επί αυτού. Σε κάθε περίπτωση δε, δεν αποδεικνύεται ούτε ο πρωτότυπος ούτε ο παράγωγος τρόπος κτήσης συγκυριότητας των εκκαλούντων επί του επιδίκου ακινήτου, όπως οι ίδιοι ισχυρίζονται. Ειδικότερα, οι αρχικοί ενάγοντες ισχυρίζονται ότι παρέλειψαν να προβούν σε δήλωση του επιδίκου ακινήτου κατά τις αρχικές κτηματολογικές εγγραφές με αποτέλεσμα αυτό να μην έχει αποτυπωθεί στα κτηματολογικά διαγράμματα από τα όργανα του ΟΚΧΕ κατά το στάδιο της κτηματογράφησης, αλλά να εμφανίζεται ως τμήμα του γεωτεμαχίου-αιγιαλού που φέρει ΚΑΕΚ 34005ΕΚ00156/0/0, το οποίο σύμφωνα με τις πρώτες κτηματολογικές εγγραφές φέρεται να ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο.
Επίσης, ισχυρίζονται ότι το προπεριγραφόμενο επίδικο εδαφικό τμήμα περιήλθε σε αυτούς κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο και ήδη κατά ποσοστό 1/9 εξ αδιαιρέτου σε καθένα από τις τρεις πρώτες εκκαλούσες που υπεισήλθαν στη θέση του αρχικώς ενάγοντα Β. Κ. και κατά ποσοστό 3/9 εξ αδιαιρέτου σε καθένα από τους λοιπούς, δεύτερο και τρίτο των αρχικών εναγόντων και ήδη τέταρτο και πέμπτο των εκκαλούντων, από κληρονομιά του αποβιώσαντος την 8η-10-1959 παππού τους, ο οποίος κατέλειπε την υπ' αριθ. .../1959 δημόσια διαθήκη του, ασκώντας έκτοτε αυτοί συνεχώς και αδιαλείπτως πράξεις νομής επί αυτού με διάνοια συγκυριών, προσμετρώντας στο χρόνο νομής τους και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου παππού τους, στον οποίο περιήλθε το μείζον ακίνητο, τμήμα του οποίου ήταν το επίδικο, από άτυπη παραχώρηση από τον πατέρα του Ι. Κ. από το έτος 1885 περίπου. Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο και ήδη εφεσίβλητο προβάλλοντας πρωτοδίκως την ένσταση ιδίας κυριότητας την οποία επαναφέρει με τις προτάσεις του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου , ισχυρίζεται ότι το επίδικο αποτελεί κοινόχρηστο, ανήκον σε αυτό ως τμήμα της φυσικής ζώνης παραλίας του οικισμού Νικιάνας Λευκάδας, χωρίς να υπάρχει σε αυτό ίχνος καλλιέργειας ή άλλης χρήσης. Σύμφωνα με την υπ' αριθ. 4307/Γ75-12-2016 ΕΚΘΕΣΗ ΤΕΧΝΙΚΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ του μηχανικού του Αυτοτελούς Γραφείου Λευκάδας της Περιφ/κης Δ/νσης Δημόσιας Περιουσίας Πελ/νησου- Δυτ. Ελλάδας και & Ιονίου, Θεοδόσιου Σταματέλου, το επίδικο εμπίπτει εντός ζώνης παραλίας, όπως αυτή καθορίζεται με το ΦΕΚ 556/τ.Δ71981 και αποτυπώνεται στο Εθνικό Κτηματολόγιο με ΚΑΕΚ 34005ΕΚ00156, όπως φαίνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα του ανωτέρω μηχανικού σε κλίμακα 1:200 σε υπόβαθρο του ορθοφωτοχάρτη του Υπ. Οικονομικών.
Το προαναφερθέν επίδικο τμήμα γεωτεμαχίου, όπως αποτυπώνεται σε τοπογραφικό διάγραμμα 1/1000, του ιδίου μηχανικού, σε υπόβαθρο γεωαναφερμένης αεροφωτογραφίας του 1945, αποτελεί τμήμα της φυσικής ζώνης παραλίας του οικισμού Νικιάνας Λευκάδας χωρίς να υπάρχει σε αυτό ίχνος καλλιέργειας ή άλλης χρήσης. Εξάλλου, στο υπ' αρ. πρωτ. ...-2016 έγγραφο του Αυτοτελούς Γραφείου Λευκάδας της Περκρ/κης Δ/νσης Δημόσιας Περιουσίας Πελ/νησου- Δυτ. Ελλάδας και & Ιονίου, στο οποίο γίνεται επίκληση ισχυρισμού των εναγόντων ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης ιδιοκτησίας και συγκεκριμένα ότι, δυτικά της επαρχιακής οδού ... κατέχουν ένα ακίνητο με ΚΑΕΚ 340050235004, ενώ η διάνοιξη της επαρχιακής οδού διαχώρισε τμήμα της ιδιοκτησίας τους ανατολικά της επαρχιακής οδού, το οποίο είναι το επίδικο, και σε απάντηση του ισχυρισμού αυτού, αναφέρεται ότι εφαρμόζοντας τις συντεταγμένες του επιδίκου επί γεωαναφερμένης αεροφωτογραφίας του ΓΥΣ του έτους 1945 , παρατηρείται ότι το έτος 1945, η επαρχιακή οδός υπήρχε, ενώ η διαπλάτυνσή της μεταγενέστερα δεν επηρέασε το επίδικο, το οποίο αποτελεί τμήμα της παραλιακής ζώνης του οικισμού Νικιάνας.
Περαιτέρω, στο με αριθ. πρωτ. ...-2022 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Λευκάδας , αναφέρεται ότι αυτή ως υπηρεσία διαθέτει σε ηλεκτρονική μορφή υπόβαθρο με τις αεροφωτογραφίες του έτους 1945 που διέθεσε η Γ.Υ.Σ. στο υπουργείο Οικονομικών. Οι αεροφωτογραφίες έχουν εξαρτηθεί στο προβολικό σύστημα συντεταγμένων ΕΓΣΑ '87. Τις αεροφωτογραφίες του έτους 1945 χρησιμοποιεί η ως άνω υπηρεσία ως βοηθητικές για τον καθορισμό των οριογραμμών αιγιαλού, παραλίας και παλαιού αιγιαλού και για αυτό το λόγο κρίνονται αξιόπιστες ως προς την καθοδήγηση της επιτροπής καθορισμού αιγιαλού σε ασφαλή συμπεράσματα για την ακριβή θέση της οριογραμμής του αιγιαλού σε παρελθόντα έτη. Στη θέση που βρίσκεται το επίδικο γεωτεμάχιο διακρίνεται "δια γυμνού οφθαλμού" ότι το έτος 1945 δεν υπήρχε ίχνος καλλιέργειας παρά μόνο άμμος, γεγονός που φανερώνει ότι το χειμέριο κύμα κάλυπτε το επίδικο γεωτεμάχιο.
Συνεπώς, η ανωτέρω υπηρεσία κρίνει ότι δεν απαιτείται εξειδικευμένη έκθεση φωτοερμηνείας στη συγκεκριμένη περιοχή καθώς η μορφολογία της ακτής είναι ευδιάκριτη. Στο ίδιο έγγραφο αναφέρεται ότι ούτε οι εκκαλούντες δεν προέβησαν σε τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας για την αεροφωτογραφία του 1945,καθώς και οι ίδιοι ισχυρίζονται ότι η τυχόν καλλιέργεια του γεωτεμαχίου γίνεται για 50 έτη , ήτοι από το έτος 1970 . Επιπροσθέτως, στο ανωτέρω έγγραφο αναφέρεται ότι το λεκτικό της έκθεσης της επιτροπής περί καθορισμού ορίων αιγιαλού και παραλίας στην περιοχή Νικιάνα Λευκάδας , όπως αυτή δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 556/τ. Δ 77-10-1981 για τις επίμαχες κουφές αναφέρει τα εξής: "Ως οριογραμμή παραλίας καθορίζεται η πολυγωνική των κορυφών 1', 2', 3',...., 24', 25', ....32', 33' εξαρτηθείσες ως ακολούθως:.... Η κορυφή 24' σε απόσταση 16,00 μ. από ΒΔ γωνία του ελαιοτριβείου και σε απόσταση 8,00 μ. από την ΝΑ γωνία του ελαιοτριβείου . Η κορυφή 25''σε απόσταση 9,50 μ. από γωνία οικίας Π. Σ. και σε απόσταση 6,50 μ. από γωνία της ίδιας οικίας". Στο τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει την έκθεση καθορισμού οριογραμμών του αιγιαλού και παραλίας έχουν αποτυπωθεί με ακρίβεια τα περιγράμματα τόσο του ελαιοτριβείου όσο και της οικίας Π. Σ. Οι γωνίες των δύο αυτών κτιρίων αποτελούν τα σταθερά ορόσημα από τα οποία εξαρτώνται οι κορυφές του αιγιαλού και της παραλίας και ειδικότερα για το επίδικο οι κορυφές 24'και 25'. Όλες οι αποστάσεις που αναφέρονται στο λεκτικό πλην της 25' (6,50 μ. από γωνία ίδιας οικίας) έχουν αποτυπωθεί με πλήρη ακρίβεια στο τοπογραφικό διάγραμμα. Ωστόσο, η κορυφή 25' έχει αποτυπωθεί σε απόσταση 3,00 μ. από τη γωνία της οικίας Π. Σ. ενώ εκ παραδρομής στο λεκτικό αναφέρεται απόσταση 6,5 μ. Εάν ίσχυσε η απόσταση των 6,5 μ. θα τοποθετούσε τη ζώνη παραλίας ακόμα πιο κοντά στον δρόμο και θα περιέκλειε ακόμα μεγαλύτερο μέρος του επιδίκου εντός αυτής. Από όλα τα ανωτέρω στοιχεία προκύπτει αδιαμφισβήτητα ότι η εδαφική μορφολογία του επιδίκου ακινήτου ήταν αμμώδης, ενώ δεν αποδείχθηκε καλλιέργεια επί αυτού. Αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να συναχθεί από την από μηνός Σεπτεμβρίου 2022 τεχνική έκθεση και φωτοερμηνεία του Αγρονόμου Τοπογράφου Μηχανικού Ε.Μ.Π., Π. Κ., καθόσον η κρίση της επιτροπής είναι σαφής ως προς το χαρακτήρα της επίδικης έκτασης έλαβε υπόψη τα υπάρχοντα στοιχεία για τη φύση αυτής ως αμμώδους προκειμένου να χαρακτηριστεί ότι εντάσσεται στη ζώνη παραλίας. Εξάλλου, η ύπαρξη περίφραξης και ενός δένδρου εντός του επιδίκου εδαφικού τμήματος, όπως εμφαίνεται στην προσκομιζόμενη από τους εκκαλούντες φωτογραφία, δεν είναι ικανές πράξεις νομής ώστε να στηρίξουν την με διάνοια κυρίου νομή και να στοιχειοθετήσουν συγκυριότητα των εκκαλούντων επί αυτού, δεδομένου μάλιστα ότι πράξεις νομής καλλιέργειας του επιδίκου, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, δεν αποδείχθηκαν ότι πραγματοποιήθηκαν από τους δικαιοπαρόχους των εκκαλούντων, ενόψει της αμμώδους υφής του εδάφους. Σημειωτέον δε, ότι οι εκκαλούντες παρότι ισχυρίζονται ότι το επίδικο περιήλθε σε αυτούς από το έτος 1959 , μετά τον θάνατο του παππού τους, ο οποίος κατέλειπε την υπ' αριθ. .../1959 διαθήκη του, ωστόσο από την επισκόπηση του περιεχομένου της διαθήκης αυτής, δεν γίνεται πουθενά εξειδικευμένη αναφορά με περιγραφή της περιοχής (θέση "Λαχείδι"), των ορίων και της εκτάσεως όσον αφορά το ακίνητο αυτό, αλλά αορίστως αναφέρεται ότι "άπασαν την υπόλοιπην περιουσίαν μου κινητήν, ακίνητον οπουδήποτε κείμενη και πιστωτικήν την αφήνω εις τους εγγονούς μου, Β., Π. και Ι., τους οποίους και θεωρώ γενικούς κληρονόμους μου..." παρότι για τα λοιπά περιουσιακά στοιχεία που αναφέρονται σε αυτήν, γίνεται εξειδικευμένος προσδιορισμός των στοιχείων αυτών. Οι εκκαλούντες δε, παρότι προέβησαν σε αποδοχή της κληρονομιάς, συντασσομένης της υπ' αριθ. .../2016 συμβολαιογραφικής πράξης αποδοχής κληρονομιάς δεν την έχουν μεταγράψει ακόμα, επιπλέον δε, δεν είχαν προβεί σε καμία ενέργεια για την καταχώριση του επιδίκου στις πρώτες κτηματολογικές εγγραφές ως ιδιοκτησία τους, ούτε όμως προέβησαν σε οποιαδήποτε ενέργεια για τον αποχαρακτηρισμό του ακινήτου αυτού που φέρεται τμήμα παραλίας από το έτος 1981 και εντεύθεν, μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής. Οι ένορκες βεβαιώσεις δε, των μαρτύρων που λήφθηκαν με επιμέλεια των εναγόντων-εκκαλούντων, στις οποίες αμφότεροι οι μάρτυρες περιγράφουν πράξεις νομής του δικαιοπαρόχου παππού των εκκαλούντων, δεν κρίνονται πειστικές, διότι λαμβανομένης υπόψη της ηλικίας αυτών (76 και 56 ετών αντίστοιχα, κατά το χρόνο που λήφθηκαν οι ένορκες βεβαιώσεις, ήτοι την 20-12-2016) σε σχέση με το χρόνο θανάτου του δικαιοπαρόχου των εκκαλούντων (1959) δεν ήταν δυνατόν να γνωρίζουν πράξεις νομής αυτού που πραγματοποιήθηκαν κατά το προηγηθέν χρονικό διάστημα του θανάτου του τελευταίου, ενόψει αφενός του ότι ο μεν Γ. Β. του Χ. γεννήθηκε μετά το θάνατο του προαναφερόμενου δικαιοπαρόχου των εναγόντων- εκκαλούντων, ο δε έτερος, Θ. Κ. του Γ., γεννηθείς το 1940 λόγω του νεαρού της ηλικίας του δεν μπορούσε να γνωρίζει με άμεση και ιδία γνώση τις πράξεις νομής του Σ. Κ.". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση ως ουσία αβάσιμη επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που εξέφερε όμοια κρίση, συμπληρώνοντας τις αιτιολογίες της. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του αντιφατικές και ασαφείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συγκυριότητας των ήδη αναιρεσειόντων στο επίδικο εδαφικό τμήμα, επί του οποίου θεμελιώνεται το αγωγικό τους αίτημα για αναγνώριση της και, έτσι, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, ως προς την ορθή ή μη ερμηνεία των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, που εφαρμόστηκαν, τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου, στερώντας την απόφασή του νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, ενώ δέχθηκε το Εφετείο ότι με την αναφερόμενη απόφαση (2417/1981) του Νομάρχη Λευκάδας επικυρώθηκε η χάραξη οριογραμμής, αιγιαλού και παραλίας στην περιοχή Νίκαιας του επιδίκου εδαφικού τμήματος αποτελούντος ζώνη παραλίας σύμφωνα με το ρυμοτομικό σχέδιο της περιοχής και ότι οι ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων ότι εξακολουθεί να ανήκει στη συγκυριότητά τους γιατί δεν έχει μέχρι και σήμερα απαλλοτριωθεί και ως εκ τούτου θεωρείται αυτοδίκαια ανακληθείς ο καθορισμός της ζώνης παραλίας, και επιπλέον επειδή δεν συνέτρεξε μεταγραφή της ρηθείσας απόφασης του Νομάρχη στο αρμόδιο υποθηκοφυλακείο κατά τις διατάξεις του α.ν. 2344/1940 δεν έχει παραχθεί κανένα δικαίωμα του Ελληνικού Δημοσίου επί του επιδίκου ακινήτου, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, καθώς δεν τίθεται θέμα αυτοδίκαιης ανάκλησης της κατά τα άνω απαλλοτριώσεως της επίδικης ιδιοκτησίας των εκκαλούντων αφού το ζήτημα της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης της ιδιοκτησίας των εκκαλούντων που έχει επιβληθεί με την πράξη αυτή ανακύπτει κατά το χρόνο ισχύος τους και συνεπώς κατά την έννοια και εφαρμογή των διατάξεων του ν. 2971/2001, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων, η άρση απαλλοτρίωσης επιβαρυνθείσας ιδιοκτησίας λόγω συμπερίληψής της σε ζώνη παραλίας, όπως εν προκειμένω, για την οποία δεν έχει καθορισθεί επί ορισμένο χρονικό διάστημα μετά την κήρυξή της, τιμή μονάδας αποζημίωσης με δικαστική απόφαση, δεν επέρχεται αυτοδικαίως, αλλά απαιτείται η υποβολή σχετικού αιτήματος αποκλειστικά ενώπιον της Διοίκησης, τέτοια δε, αίτηση προς τη Διοίκηση, ούτε επικαλούνται ότι έχουν υποβάλλει, ούτε προσκομίζουν οι εκκαλούντες και ότι η διαδικασία καθορισμού της παραλίας ολοκληρώνεται με τη δημοσίευση της απόφασης με την οποία επικυρώνεται η έκθεση της επιτροπής καθορισμού των οριογραμμών, χωρίς να απαιτείται άλλη πρόσθετη διαδικασία σύμφωνα με τη διατύπωση των Ν. 2971/2001 και ν. 2344/1940, δεχόμενο κατά τις παραδοχές αυτές ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε κατά το χρόνο έκδοσης της επίδικης πράξης καθορισμού ορίων αιγιαλού και παραλίας (1981) στη συγκυριότητα των αρχικών εναγόντων, ακολούθως έκρινε ότι οι αρχικοί ενάγοντες ουδέποτε κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου εδαφικού τμήματος ούτε με παράγωγο τρόπο, ήτοι από κληρονομιά του αποβιώσαντος την ...-1959 παππού τους, ως εκ διαθήκης κληρονόμοι του, ούτε με πρωτότυπο τρόπο, με την άσκηση υλικών πράξεων νομής επ' αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας από το έτος 1959, με προσμέτρηση στο χρόνο νομής τους του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου τους από το έτος 1885, με τις υποστηρίζουσες την κρίση αυτή ειδικότερες παραδοχές της. Με την προαναφερθείσα κρίση του όμως το Εφετείο διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες, καθόσον, το μεν δέχεται ότι οι αρχικοί ενάγοντες ήταν συγκύριοι του επιδίκου εδαφικού τμήματος το έτος 1981, το δε ότι ουδέποτε κατέστησαν οι ίδιοι συγκύριοι επί του επιδίκου, αλλά ούτε και ο δικαιοπάροχος παππούς τους υπήρξε κύριος αυτού κατά το χρόνο του θανάτου του (1959), με αποτέλεσμα το αποδεικτικό του πόρισμα ως προς το ζήτημα αυτό, που ασκεί επιρροή στην έκβαση της δίκης και επιδρά στη διαμόρφωση του διατακτικού της απόφασής του αναφορικά με το αγωγικό αίτημα να μην είναι σαφές και αναμφίβολο, καθώς δεν προκύπτει με ποια αιτιολογικό απορρίφθηκε η αγωγή ήτοι για παντελή έλλειψη συγκυριότητας στο πρόσωπο των εναγόντων, επί του επιδίκου εδαφικού τμήματος, ή λόγω συντέλεσης της ένδικης επ' αυτού απαλλοτρίωσης το 1981 οπότε και καταλύθηκε το δικαίωμα συγκυριότητάς τους, που κατά τις παραδοχές του Εφετείου στο πρώτο σκέλος της αιτιολογίας του, τότε υφίστατο.
Συνεπώς ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της αντιφατικότητας των αιτιολογιών της, με αποτέλεσμα το άνω αποδεικτικό της πόρισμα ως προς το ζήτημα αυτό, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και επιδρά στη διαμόρφωση του διατακτικού της απόφασής του, να μην είναι σαφές, και αναμφίβολο είναι βάσιμος.
Πρέπει, επομένως, κατά παραδοχή του ως άνω κριθέντος ως βάσιμου λόγου αναιρέσεως, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών διατυπούμενων με την ένδικη αίτηση λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο σύνολό της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλον δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες (495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.) και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσίβλητου λόγω της ήττας του τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων που κατέθεσαν προτάσεις και οι οποίοι υπέβαλαν σχετικό αίτημα, τα οποία θα καταλογισθούν μειωμένα (άρθρα 176, 183, 191παρ.2 Κ.Πολ.Δ. 22 παρ.1, 3 του ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμός 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., όπως τούτο ισχύει μετά την έκδοση της Κ.Υ.Α. 134423ΟΙΚ./08.12.1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ. Β` 11/20.01.1993) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5παρ.12 του ν. 1738/1987), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 94/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλο από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ