ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1500/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1500/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1500/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1500 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1500/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Αναστασία Καραμανίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Λ. του Γ. και της Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Βλήτα, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Κ. του Δ. και της Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Χριστοφοράκο, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-5-2019 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 27-05-2019 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Σπάρτης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 83/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 126/2023 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-6-2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

l.-Με την από 12-6-2023 και με αρ. κατάθ. 2/16-6-2023 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η με αρ. με αριθμ. 126/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, κατά την τακτική διαδικασία και αντιμωλία των διαδίκων, την από 31-12-2021 έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, δέχτηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (Ειρηνοδικείο Σπάρτης), το οποίο (συνεκ)δικάζοντας την από 27-5-2019 αγωγή περί νομής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος και την από 10-5-2019 αγωγή αναγνωριστική κυριότητος του ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, δέχθηκε την περί νομής αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και απέρριψε την αναγνωριστική κυριότητος αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η αίτηση ασκήθηκε στις 16-6-2023 νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης στις 10- 5-2023 καθόσον δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Στο άρθρο 560 ΚΠολΔ, ορίζεται ότι: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Οι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά, αντιστοιχούν δε ως προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως προς τους οποίους όμως δεν ταυτίζονται απολύτως (ΑΠ 967/2018, ΑΠ 894/2018). Οι διατάξεις του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι ειδικές ως προς τους λόγους αναιρέσεως των αναφερομένων στο άρθρο αυτό αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αναφέρονται στους λόγους αναιρέσεως των αποφάσεων των υπολοίπων δικαστηρίων.
Συνεπώς, στην περίπτωση που προσβάλλεται απόφαση του ειρηνοδικείου ή πρωτοδικείου που δίκασε ως εφετείο επί εφέσεως κατά αποφάσεως του ειρηνοδικείου, είναι απαράδεκτοι λόγοι αναιρέσεως ερειδόμενοι στις λοιπές προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 45/1987, ΑΠ 1.../2024, ΑΠ 1321/2020, ΑΠ 74/2019). Βάσει των ανωτέρω, κατά των αποφάσεων των ως άνω δικαστηρίων δεν επιτρέπεται αναίρεση για τον αναφερόμενο στο άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγο του αριθμού 11, που ιδρύεται "αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά τον νόμο έλαβε αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν"(ΑΠ 1.../2024, ΑΠ 1032/2019), του αρ. 9 γ αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη καθώς και του αρ. 16 περί παραβίασης του νόμου ως προς την ύπαρξη δεδικασμένου (ΑΠ 1.../2024, ΑΠ 1578/2021, ΑΠ 366/2019/

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 5 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με εκείνη του όρθρου 559 αριθμ. 8 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης. Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ Ολομ. 12/1991, ΑΠ 1293/2017), γεγονός που συντρέχει στην τελευταία περίπτωση και όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό, οπότε τον αντιμετωπίζει και τον απορρίπτει εκ των πραγμάτων κατ' ουσία.

Εξάλλου, κατά την ανωτέρω έννοια, δεν είναι "πράγμα" η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου αυτών (ΑΠ 274/2024, ΑΠ 827/2020, ΑΠ 760/2020, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 2104/2007).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 1/1999). Έλλειψη νόμιμης βάσης, εξάλλου, δεν υπάρχει, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος. Για την πληρότητα του άνω από τον αριθμό 6 λόγου πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο: 1) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ353/2Θ2Θ, ΑΠ 1008/2018), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 621/2020, ΑΠ 1040/2010, 651/2010), 2) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005), έστω και κατά τρόπο συνοπτικό ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, ενώ δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 274/2024, ΑΠ1373/2019), 3) ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα πραγματικά περιστατικό που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και η σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και 4) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση (Ολ ΑΠ 20/2005, ΑΠ 274/2024, ΑΠ 121/2014). Τέλος, η αοριστία του λόγου αυτού δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ ΑΠ 57/1990, ΑΠ 274/2024, ΑΠ 1265/2017, 674/2016).

2.- Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης δέχθηκε ως οποδειχθέντα τα ακόλουθα: "Το επίδικο ακίνητο που έχει εμβαδόν 4.273,38 τμ, βρίσκεται στη θέση "ΚΟΛΑΣΗ" και κείται εν μέρει εκτός ορίων οικισμού Αγίων Αναργύρων Σπάρτης και εν μέρει εκτός ορίων οικισμού Βρονταμά Ευρώτα Λακωνίας και συνορεύει γύρωθεν: βόρεια με ιδιοκτησία Κ. Κ., ανατολικά με ιδιοκτησία ομοίως Κ. Κ., νότια και δυτικά με ιδιοκτησία Β. Δ. το γένος Χ. Π. Αποδείχθηκε δε ότι το έτος 2005, δυνάμει άτυπης πώλησης που έλαβε χώρα μεταξύ της Β. Δ. και του Κ. Κ., η ανωτέρω κυρία μεταβίβασε τη νομή του επιδίκου στον τελευταίο, ο οποίος, έκτοτε, το διαχειριζόταν με διάνοια αποκλειστικού κυρίου ασκώντας επ' αυτού ανεπίληπτα και χωρίς να παρακωλυθεί από κανέναν, τις κατωτέρω πράξεις νομής: επίβλεψη και καθαρισμός, όργωμα και καλλιέργεια δημητριακών, ενώ συγκεκριμένα το έτη 2008, 2014 και 2015 προσέλαβε τον Κ. Λ. να προβεί σε καθαρισμό και χωματουργική διαμόρφωση εδαφικών τμημάτων του επίδικου αγροτεμαχίου (βλ. ένορκες βεβαιώσεις με αρ. .../2019 του Κ. Λ. και με αρ. .../2019 του Γ. Κ. που προσκομίζει και επικαλείται ο εφεσίβλητος), τα έτη 2011 και 2015 εκμίσθωσε το επίδικο ακίνητο στον Π. Σ., ο οποίος το έσπειρε με βίκο για να ταΐσει το ποίμνιο του και για τον ίδιο σκοπό το εκμίσθωσε και αργότερα, τον Οκτώβριο του έτους 2017, στον Γ. Κ., ο οποίος παρέμεινε με τη σειρά του ως βοηθός νομής έως τον Απρίλιο του έτους 2018 (βλ. ένορκες βεβαιώσεις με αρ. .../2019 του Γ. Κ. και με αρ. .../2019 του Π. Σ. που προσκομίζει και επικαλείται ο εφεσίβλητος). Από κανένα στοιχείο, όμως, δεν αποδείχθηκε ότι επί του επίδικου ακινήτου ο εκκαλών άσκησε πράξεις νομής, ο ίδιος αυτοπροσώπως ή μέσω βοηθού νομής ή οι φερόμενοι ως δικαιοπάροχοι αυτού μέχρι το έτος 2018, αφού οι ενόρκως καταθέσαντες μάρτυρες αποδείξεως δεν αναφέρουν κάποιο συγκεκριμένο πραγματικό περιστατικό με παραπομπή σε συγκεκριμένη χρονολογία, από το οποίο να προκύπτει αβίαστα ότι ο εκκαλών μεταχειρίσθηκε με διάνοια κυρίου, το επίδικο αγροτεμάχιο - τουλάχιστον μέχρι το έτος 2018 όταν φύτευσε επ' αυτού ελιές -, με αποτέλεσμα να κρίνονται οι μαρτυρίες τους μη πειστικές, το δε τηλεφώνημα που αναφέρει ο μάρτυς αποδείξεως Ι. Γ. από τον Γ. Κ. προς τον εκκαλούντα με το οποίο ο τελευταίος ζητούσε να μισθώσει το επίδικο για λιβάδι θεωρώντας τον εκκαλούντα ιδιοκτήτη αυτού, ουδέποτε επιβεβαιώθηκε από τον Γ. Κ. ο οποίος - ως αναφέρθηκε ανωτέρω - έχει καταθέσει ενόρκως σχετικά. Μη πειστική κρίνεται ομοίως και η κατάθεση του Χ. Γ. - επικαλούμενου ως δικαιοπαρόχου του εκκαλούντος στο επίδικο ακίνητο, ο οποίος αναφέρει μεν ότι συνορεύει αυτό με ιδιοκτησία Β. Δ. το γένος Χ. Π., ωστόσο ανήκε κατά κυριότητα στην Ε. Γ. η οποία το έτος 1998 το μεταβίβασε στον προαναφερόμενο και ο τελευταίος στον εκκαλούντα - ο οποίος ασκούσε για λογαριασμό του δικαιοπαρόχου του τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής, καθώς η μαρτυρία αυτή έρχεται σε αντίθεση με τις μαρτυρίες Γ. Κ. και Π. Σ., οι οποίοι ως αναφέρθηκε ανωτέρω τουλάχιστον κατά τα έτη 2008, 2011, 2014 και 2015 προέβησαν σε πράξεις νομής επί του ακινήτου με εντολή του εφεσίβλητου, οπότε στην περίπτωση που ο εκκαλών ασκούσε "όλα τα χρόνια που ο αγρός ανήκε" στον Χ. Γ. πράξεις νομής στο όνομα και για λογαριασμό του τελευταίου, θα είχε γίνει αντιληπτός από τους ανωτέρω μάρτυρες οι οποίοι δεν συνέχονται καθ' οιονδήποτε τρόπο με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του αγροτεμαχίου όπως ο μάρτυρας αποδείξεως, αλλά είτε αμείφθηκαν για την εργασία που παρείχαν, είτε κατέβαλαν ποσό για την εκμίσθωση του επίδικου από τον εφεσίβλητο. Επίσης προέκυψε ότι το επίδικο τμήμα κείται εκτός της αρχικής έκτασης των δώδεκα στρεμμάτων που μεταβιβάσθηκαν στον εκκαλούντα με το συμβόλαιο του έτους 2016, όπως το όλο ακίνητο διασπάσθηκε σε δύο ακίνητα, αφού το επίδικο και η ανωτέρω έκταση δεν είναι εδαφικές εκτάσεις όμορες και συνεχόμενες - καθώς απέχουν 300 μ. - και ανάμεσά τους παρεμβάλλεται δασική έκταση που τα διασχίζει. Στο συμπέρασμα ότι το επίδικο ακίνητο δεν περιλαμβάνεται στον τίτλο ιδιοκτησίας του εκκαλούντος κατέληξε και η Δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης στη με αρ. 76/2019 που επιλήφθηκε της εφέσεως που ασκήθηκε σε αίτηση προστασίας της νομής του εφεσιβλήτου επί του επιδίκου ακινήτου. Το συμπέρασμα αυτό επιρρωνύεται και από το γεγονός ότι από την επισκόπηση των τίτλων κτήσης μέχρι την απώτατη δικαιοπάροχο του εκκαλούντος, προκύπτει αφενός μεν ότι η έκταση έχει ουσιωδώς μεταβληθεί στην πάροδο των ετών και μεταξύ των αποκτώντων αφού μεταβιβάζονται αρχικώς 12 στρέμματα όπως περιγράφονται στο με αρ. .../1998 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο και στη συνέχεια δυνάμει του με αρ. .../2016 συμβολαίου στον εκκαλούντα μεταβιβάζονται δύο ακίνητα εμβαδού 20.322,28 τμ και 11.466,54 τμ, αφετέρου δε εντοπίζεται διαφορά ως προς τα όρια των εδαφικών εκτάσεων όπως αυτές αναφέρονται στα παραπάνω συμβόλαια, με αποτέλεσμα να μην αποδεικνύεται ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι η επίδικη έκταση εντάσσεται στις εκτάσεις που απέκτησε με τον προαναφερόμενο τίτλο. Κατόπιν της εκδόσεως της με αρ.76/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης δικάζον κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, ο εφεσίβλητος προέβη σε εκτέλεση αυτής και εντεύθεν στην αποβολή του εκκαλούντος από το επίδικο και την εγκατάσταση του ιδίου σε αυτό (βλ. την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως εκ μέρους του εφεσιβλήτου με αρ. .../2019 έκθεση βιαίας αποβολής και εγκαταστάσεως του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Ναυπλίου Π. Ζ.). Προέκυψε περαιτέρω, ότι το πρώτον το έτος 2018 ο εκκαλών εισήλθε στο επίδικο ακίνητο και προέβη σε πράξη νομής και συγκεκριμένα στη φύτευση ελιών, γεγονός που δεν αμφισβητείται από τον εφεσίβλητο, ο οποίος και κινήθηκε νομικά κατά του εκκαλούντος και του υιού του υποβάλλοντας σχετική έγκληση σε βάρος τους την 13-06-2018 για αυτοδικία, για το γεγονός ότι μετά την αποβολή τους από το ακίνητο σε εκτέλεση της ανωτέρω αποφάσεως ο εκκαλών παραβίασε το διατακτικό της απόφασης αυτής και κατέπεισε τον υιό του να προβεί σε πράξεις νομής επ' αυτού - πράξεις για τις οποίες κηρύχθηκαν ένοχοι σε πρώτο βαθμό από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Σπάρτης (βλ. το με αρ. 1331/22-11-22 απόσπασμα αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης που προσκομίζει και επικαλείται ο εφεσίβλητος).

Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί η αγωγή ως ουσία αβάσιμη, αφού δεν ο εκκαλών ουδέποτε κατέστη κύριος της επίδικης έκτασης ούτε με παραγωγό αλλ' ούτε με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με τα προσόντα έκτακτης χρησικτησίας, αφού, κατά την κρίση του Δικαστηρίου δεν απέδειξε εμφανείς πράξεις νομής επ' αυτού με διάνοια κυρίου που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, ήτοι εποπτεία, επίβλεψη, επίσκεψη, καλλιέργεια, παραχώρηση σε τρίτον με ή χωρίς αντάλλαγμα, φύλαξη, οριοθέτηση, καταμέτρηση των διαστάσεών του, περιτοίχηση και ανοικοδόμηση, λαμβανομένου υπόψη ότι μόνη η σύνταξη συμβολαιογραφικών πράξεων ή άλλων νομικών πράξεων ή η σύνταξη τοπογραφικών διαγραμμάτων, όπως εν προκειμένω, δεν αποτελεί πράξη νομής, εάν δεν συνδυάζεται και με άλλες εμφανείς πράξεις νομής στο επίδικο (ΑΠ 1089/2019, ΑΠ 1079/2019, ΑΠ 26/2015, ΑΠ 27/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Αντίθετα, προέκυψε ότι το επίδικο ακίνητο νέμεται ο εφεσίβλητος από το έτος 2005 που μεταβιβάσθηκε ατύπως αυτό από τη δικαιοπάροχο του Β. Δ. το γένος Χ. Π. ασκώντας επ' αυτού τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής που περιγράφησαν αναλυτικά ανωτέρω. Σημειώνεται τέλος από το ως άνω αποδεικτικό υλικό το παρόν Δικαστήριο μπορεί να μορφώσει πλήρη δικανική πεποίθηση για την ένδικη διαφορά και δεν απαιτείται η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης ή η κλήση για εξέταση μαρτύρων, απορριπτομένων των σχετικών αιτημάτων του εκκαλούντος.". Κατόπιν των ανωτέρω το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.

3.- Ο αναιρεσείων κατ εκτίμηση του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση και κατά τις δύο διατάξεις αυτής ήτοι αυτής που δέχθηκε την αγωγή νομής του αναιρεσιβλήτου και αυτής που απέρριψε την αναγνωριστική κυριότητας αγωγή του αναιρεσείοντος και με τον πρώτο λόγο για την εκ του αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, που είναι ταυτόσημη με την εκ του αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια καθόσον προσβάλλεται απόφαση Πρωτοδικείου που δίκασε ως εφετείο επί εφέσεως κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου, σύμφωνα με τα ήδη εκτεθέντα, υπό τις αιτιάσεις ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν με τους λόγους έφεσής του και συγκεκριμένα το με αρ. ...-2004 πωλητήριο συμβόλαιο, της συμβολαιογράφου Κροκεών Α. Σ.-Κ., του ακινήτου του ενάγοντα-εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου καθώς και την με αρ. .../1981 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του τεως συμβολαιογράφου Θεραπνών, που αποτελεί τίτλο κτήσης της δικαιοπαρόχου του αναιρεσιβλήτου, όπως διορθώθηκε με την με αρ. .../2004 διορθωτική - συμπληρωματική πράξη της συμβολαιογράφου Κροκεών, που αν επισκοπούνταν θα μετέβαλαν το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι αναφέρεται σε αποδεικτικά στοιχεία (συμβολαιογραφικά έγγραφα) και όχι σε ισχυρισμό κατά την ανωτέρω νομική σκέψη και σε κάθε περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασής του έλαβε υπόψη του ισχυρισμό του αναιρεσείοντα ότι αυτός ασκούσε πράξεις νομής επί του επιδίκου και τον απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, βάλλοντας έτσι κατά της αναιρετικά ανέλεγκτης κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας περί των αποδείξεων και τέλος σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση καθόσον η προσβαλλομένη απόφαση δεν δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος απέκτησε τη νομή με το ανωτέρω πωλητήριο συμβόλαιο αλλά με άτυπη μεταβίβαση αυτής (νομής) κατά το έτος 2005. Αλλά και κατά τα λοιπά ο λόγος αυτός, ο οποίος εμπίπτει στη ρύθμιση του άρθρου 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ, είναι απαράδεκτος, διότι δεν περιλαμβάνεται στην περιοριστική απαρίθμηση των αναιρετικών λόγων του άρθρου 560 του ΚΠολΔ.

Με το δεύτερο αναιρετικό λόγο, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για την εκ του αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια υπό τις αιτιάσεις ότι άφησε αίτηση αδίκαστη την οποία προέβαλε με τους λόγους της έφεσής του και συγκεκριμένα το ζήτημα της νομής του αναιρεσιβλήτου, αυτό της εξέτασης μαρτύρων εκ του σύνεγγυς και δια ζώσης, του διορισμού πραγματογνώμονα, το ζήτημα του εάν είναι ισχυρότερη η άτυπη πώληση από αυτήν με μεταγεγραμμένο συμβολαιογραφικό έγγραφο ενώ πλήττοντας την απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου με τον τρίτο λόγο για την πλημμέλεια εκ του αρ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλείται ότι δεν απάντησε στο λόγο έφεσής του ακυρώνοντας την εκκαλουμένη ως προς το ζήτημα ότι η απόφαση που εκδόθηκε επί αγωγής περί τη νομή, αποτελεί δεδικασμένο μόνο για τη νομή του ενάγοντος (ήδη αναιρεσιβλήτου) κατά το χρόνο της φερόμενης διατάραξης και όχι για τη νομή αυτού ή των δικαιοπαρόχων του σε χρόνο προγενέστερο. Οι λόγοι αυτοί, οι οποίοι εμπίπτουν στη ρύθμιση του άρθρου 559 αρ. 9 και αρ. 16 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτοι, διότι δεν περιλαμβάνονται στην περιοριστική απαρίθμηση των αναιρετικών λόγων του άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα . Περαιτέρω η διαλαμβανόμενη στον τρίτο λόγο πλημμέλεια ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι παντελώς αναιτιολόγητη, ακόμη κι αν ήθελε εκτιμηθεί ως αναιρετικός λόγος εκ του αρ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας διότι ουδόλως διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο α) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα , β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ούτε έστω κατά τρόπο συνοπτικό, γ) ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και η σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και δ) δεν εξειδικεύεται η πλημμέλεια που προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με τη εκτεθέντα στην ανωτέρω νομική σκέψη.

Κατόπιν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, σύμφωνα με το σχετικό νόμιμο αίτημά του, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του, (άρθρα 176, 183, 189 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-6-2023 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ.126/2023 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, που δίκασε ως Εφετείο.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Σεπτεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή