ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1501/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1501/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1501/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1501 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1501/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Αναστασία Καραμανίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Χριστίνα Γιωτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ειρήνη Τσιάντη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-5-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 66/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 68/2021 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-3-2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

l.-Με την από 22-3-2023 και με αρ. καταθ. 3/2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αρ. 68/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία και η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την με αρ. καταθ. 51/2019 έφεση, που άσκησε το εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον κατά της με αρ. 66/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας , με την οποία είχε απορριφθεί κατ ουσίαν η από 20-5-2016 διεκδικητική κυριότητος ακινήτου αγωγή του.

Η αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε στις 22-3-2023 στη Γραμματεία του Εφετείου Λαμίας, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, του άρθρου 564 παρ.3 ΚΠολΔ, καθόσον δεν προκύπτει αλλά ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και από την επομένη της δημοσίευσης αυτής στις 29-7-2021 οπότε άρχισε να τρέχει η ως άνω προθεσμία των δύο ετών, μέχρι την άσκηση της αίτησης αναίρεσης δεν είχε συμπληρωθεί η ως άνω προθεσμία (διετία). Είναι επομένως, παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σγετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δε συνιστούν παραδογές υε βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δε δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα, των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Περαιτέρω κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1 κωδ (7.39), 9 παρ. 1 Πανδ (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ (41.4), 6 Πανδ (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ (23.3) του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου μπορούσε να αποκτηθεί κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν ασκήσεως νομής πάνω σ' αυτό με καλή πίστη και διάνοια κυρίου επί μια συνεχή τριακονταετία, με τη δυνατότητα εκείνου που χρηοιδέοποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του εφ' όσον έχει γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος του. Οι διατάξεις αυτές του ΒΡΔ δεν καταργήθηκαν με το νόμο της 21-6/3-7-1937 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" στο άρθρο 21 του οποίου ορίσθηκε ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων κτημάτων, εφαρμόζονται οι εν τω πολιτικώ νόμω διατάξεις". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα και επομένως και σε δάση, εφ' όσον όμως η τριακονταετής νομή τους είχε συμπληρωθεί μέχρι την 11-9-1915 όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις του Ν.ΔΞΗ/1912 και τα αλλεπάλληλα διατάγματα "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν σε εκτέλεσή του, σε συνδυασμό με το άρθρο 21 του Ν.Δ/τος 22-4/26-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" αφού έκτοτε είχε ανασταλεί η λήξη κάθε παραγραφής δικαιωμάτων και του χρόνου χρησικτησίας από δε την 26-5-1926, που ακόμα ίσχυε η αναστολή αυτή, απαγορεύθηκε η παραγραφή των εμπραγμάτων δικαιωμάτων σε ακίνητα του Δημοσίου και συνεπώς δεν είναι δυνατή η απόκτηση από άλλον κυριότητας σε αυτά με χρησικτησία. Έτσι οποιοσδήποτε και αν είναι ο χαρακτηρισμός του ακινήτου δημοσίου, δάσους ή δασικής έκτασης για να αποξενωθεί το Ελληνικό Δημόσιο από την κυριότητά του αρκεί να έχει συμπληρωθεί μέχρι την 11-9-1915 η τριακονταετής νομή του ιδιώτη (Ολ.Α.Π 75/1987,ΑΠ 1413/2023, ΑΠ 7/2019, ΑΠ 152/2016 ).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στον χρόνο της δικής του νομής και τον χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του(άρθρο 1051 ΑΚ). Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει (ΑΠ 1752/2024, ΑΠ 1413/2023, ΑΠ 1296/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση για την εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων περί κτήσης κυριότητος δασικών εκτάσεων από το Δημόσιο με βάση την από 9-7- 1832 "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης και τα από 3-2, 4-16 Ιουνίου και 19 Ιουνίου-1 Ιουλίου του 1830 πρωτόκολλα του Λονδίνου, τα από 17/29-11-1835 β.δ. περί ιδιωτικών δασών, των με διατάξεων των 8 παρ. 1 κωδ (7.39), 9 παρ. 1 Πανδ (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ (41.4), 6 Πανδ (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ (23.3) του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου , των διατάξεων των άρθρων 1, 2 και 4 του ν. 1539/1938 "περί προστασίας δασικών κτημάτων", του άρθρου 58 παρ. 1 του νδ 86/1969 (Δασικού Κώδικα) και 24 του Συντάγματος, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς τα κρίσιμα ζητήματα του δασικού χαρακτήρα της επίδικης έκτασης, για το λόγο ότι από τα εκτιθέμενα στην απόφαση πραγματικό περιστατικά δεν στοιχειοθετείται ο μη δασικός χαρακτήρας της έκτασης, η συνδρομή των προϋποθέσεων πρωτότυπης κτήσης κυριότητας στο πρόσωπο του εναγομένου και η εφαρμογή επί του εδάφους των τίτλων που επικαλείται ο εναγόμενος προς θεμελίωση του παράγωγου από αυτόν, τρόπου κτήσης της κυριότητας.

Από την επισκόπηση (561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στη θέση "Μπουρνιάς" της Κτηματικής Περιφέρειας Τιθορέας Λοκρίδας του Ν. Φθιώτιδας στα όρια με το σχέδιο πόλεως της Κάτω Τιθορέας Λοκρίδας και συνορεύει σύμφωνα με το από ... 1997 τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού Α. Γ. που επισυνάπτεται στην αγωγή και το οποίο επικαλείται και προσκομίζει και ο εναγόμενος, βόρεια με την Παλαιά Εθνική οδό Αθηνών-Λαμίας και πέραν αυτής με Κοινοτικό χώρο αθλητικών εγκαταστάσεων, νότια με αγροτικό δρόμο και πέραν αυτού με αγροτική έκταση Γ. Κ. και ήδη ιδιοκτησίας του εναγόμενου, ανατολικά εν μέρει με κοινοτική έκταση (Γυμναστήριο) και πέραν αυτού με ελαιοπερίβολο Κ. Ο., εν μέρει με αγροτική έκταση Ι. Γ. και εν μέρει με το σχέδιο πόλης Κ. Τιθορέας, στο οποίο εμπίπτει τμήμα του 5,5 περίπου στρεμμάτων και δυτικά με αγροτικές ιδιοκτησίες Ε. Β. και Ι. Φ. Το επίδικο περιήλθε στον εναγόμενο το έτος 1968 με άτυπη δωρεά από τον πατέρα του Γ. Κ. του Ν., έκτοτε δε και μέχρι σήμερα κατέχει και νέμεται αυτό με διάνοια κυρίου συνεχώς, εκμεταλλευόμενος αυτό για την γεωργική καλλιέργεια σιτηρών, αλλά και ως κτηνοτροφική εγκατάσταση εκτροφής προβάτων. Στον πατέρα του εναγόμενου Γ. Κ. του Ν. το επίδικο ακίνητο είχε περιέλθει ως εξής: Α) τμήμα του εν λόγω αγροκτήματος, έκταση 90 περίπου στρεμμάτων, είχε περιέλθει στην αποκλειστική κυριότητα του παππού του εναγόμενου Ν. Λ. Κ. τον αληθή κύριο αυτού Π. Φ. του Π. δυνάμει του υπ' αριθ. .../1924 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Ελάτειας Ν. Α. Δ., που έχει μεταγραφεί νόμιμα στον τόμο 29 με αριθμό 106. Στο ως άνω συμβόλαιο αναφέρεται ότι ο αγοραστής αγόρασε ένα μανδροστάσιο, μετά του εκ στρέμματος ενός καπνοχωραφίου και όλης εν γένει της περιοχής του κείμενο στη θέση Μπουρνιάς της περιφέρειας Βελίτσης -Κηφισσοχωρίου [πρώην ονομασίες της Τιθορέας] του τέως Δήμου Τιθορέας και συνορευόμενο γύρωθεν με κληρονόμους Σ. Φ., Μ. χήρ. Κ. Φ. και δρόμο. Το εν λόγω ακίνητο ο παππούς του εναγόμενου από της αγοράς του το 1924 και μέχρι τον επισυμβάντος το έτος 1939 θάνατο του το νεμόταν συνεχώς με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, καθόσον το εκμεταλλευόταν ως κτηνοτροφική μονάδα για την εκτροφή προβάτων, αλλά και καλλιεργώντας αυτό με σιτηρά, όσπρια, καπνά κλπ., διαβιούσε δε αυτός και η οικογένεια του από την δια του τρόπου αυτού εκμετάλλευση του κτήματος. Ακολούθως, όταν ο, Ν. Λ. Κ., απεβίωσε το έτος 1939, στην κληρονομιά του υπεισήλθε ο πατέρας του εναγόμενου Γ. Ν. Κ., ο οποίος και αναμείχθηκε σε αυτή με πρόθεση κληρονόμου και το νεμόταν συνεχώς με διάνοια κυρίου και καλή πίστη μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ, έκτοτε δε χωρίς το στοιχείο της καλής πίστης, καθόσον εκμεταλλευόταν το ως άνω τμήμα του επιδίκου ακινήτου αδιάκοπα και κατά τον αυτό ως άνω τρόπο, ήτοι ως κτηνοτροφική εγκατάσταση, αλλά και για γεωργική καλλιέργεια, διαβιώντας από αυτό μέχρι το 1968, οπότε και το μεταβίβασε άτυπα λόγω δωρεάς στον εναγόμενο. Β) Στη συνέχεια και δυνάμει του υπ' αριθ. ....1953 συμβολαίου του άλλοτε Συμβολαιογράφου Ελάτειας Ν. Α. Δ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ελάτειας, στον τόμο 34 με αριθμό 14, ο πατέρας του εναγόμενου Γ. Κ. του Ν. απέκτησε εξ αγοράς από τον Ι. Φ. του Σ., το όμορο στο ως άνω κτήμα αυτού, έκτασης περίπου 60 στρεμμάτων. Σύμφωνα με το εν λόγω συμβόλαιο, με αυτό μεταβιβάσθηκε στον πατέρα του εναγόμενου " ...ένα μανδροστάσιο μετά της εν γένει βοσκήσιμου περιφέρειάς του και του εκ στρεμμάτων οκτώ (8) χέρσου αγρού, κείμενον στη θέση "Μπουρνιάς" της περιφέρειας Κηφισσοχωρίου του τέως Δήμου Τιθορέας συνορευόμενο ανατολικώς με κοινοτικό τόπο, δυτικώς με Ε. Β. και Π. Φ., αρκτικώς με Γ. Ν. Κ. και νοτίως με κληρονόμους Ε. Κ. και Γ. Ν. Κ...." (αγοραστή και πατέρα του εναγόμενου). Στο ίδιο συμβόλαιο αναφέρεται ότι το μεταβιβασθέν είχε περιέλθει στον πωλητή, Ι. Σ. Φ., εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος το έτος 1904 πατέρα του, Σ. Ι. Φ. Στους απώτερους δε δικαιοπαρόχους του πατέρα και του παππού του εναγόμενου τα ως άνω τμήματα του ενιαίου σήμερα επίδικου ακινήτου, εμβαδού 138 στρεμμάτων, είχαν περιέλθει ως εξής: Αρχικά, το όλον, μείζον αγρόκτημα των δικαιοπαρόχων τους ήτοι της οικογένειας Φ., έκτασης 300 περίπου στρεμμάτων, κατείχαν και νέμονταν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, δηλαδή έχοντας την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του ως άνω ακινήτου δεν προσβάλλουν δικαιώματα τρίτων, από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας και ήδη πολύ πριν το έτος 1850, τα δύο αδέλφια, Κ. και Γ. Φ. Όταν ο Γ. Φ. σκοτώθηκε από τους Τούρκους, το κτήμα περιήλθε στον αδελφό του, Κ. Φ., ο οποίος εν συνεχεία το παραχώρησε στο γιο του Ι. Κ. Φ. Η οικογένεια Φ. εκμεταλλευόταν τη μείζονα αυτή έκταση για την εκτροφή ποιμνίων, αλλά και για καλλιέργεια σιτηρών. Ο Ι. Φ. περί το έτος 1870 μοίρασε το ενιαίο αυτό κτήμα του στους τέσσερις γιους του για την οικονομική αποκατάσταση τους, δηλαδή στον Κ., στον Σ., στον Π. και στον Λ., οι οποίοι συνέχισαν να νέμονται το τμήμα που περιήλθε σε έκαστο εξ αυτών με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, δηλαδή έχοντας την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής των επί μέρους τμημάτων του ως άνω αρχικού ακινήτου των 300 στρεμμάτων δεν προσβάλλουν δικαιώματα τρίτων, και να εκμεταλλεύονται τα τμήματα του αρχικού ακινήτου, που έλαβαν από τον πατέρα τους κατά τον ίδιο ως άνω τρόπο. Το γεγονός ότι το αρχικό τμήμα διανεμήθηκε στους τέσσερεις γιους του Ι. Φ. αποδεικνύεται και από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα, ήτοι από τα ως άνω συμβόλαια με τα οποία ο παππούς και ο πατέρας του εναγόμενου αντίστοιχα απέκτησαν τα τμήματα τα οποία είχαν περιέλθει στον Π. και στο Σ. Φ., από το υπ' αριθμ. ....1925 συμβόλαιο δωρεάς αιτία θανάτου με το οποίο η Μ. χήρα Κ. Φ. προέβη σε δωρεά στην κόρη της Σ. και στον γαμπρό της Ε. Β. του κτήματος που είχε περιέλθει στον άντρα της Κ. I. Φ., καθώς και από τα δύο ενυπόθηκα δάνεια, τα οποία έλαβαν το έτος 1902 ο Λ. I. Φ. και ο Κ. Ι. Φ., ο οποίος μάλιστα ενεργούσε για λογαριασμό του ανήλικου ανιψιού του Π. Π. Φ. και υποθήκευσε το κτήμα του αποθανόντα αδελφού του Π. (βλ. τα υπ' αριθμ. ....1902 προσκομιζόμενα έγγραφα). Ο Π. Φ. του Ι., ο οποίος τέλεσε γάμο περί το έτος 1894-1895 με τη Μ. Θ. (βλ. σχετικά το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο υπ' αριθμ. ....1892 προικοσύμφωνο του Συμβολαιογράφου Ελάτειας Α. Χ., το οποίο συντάχθηκε ενόψει του επικείμενου γάμου του), σκοτώθηκε στις ... του 1897 στον ελληνοτουρκικό πόλεμο (βλ. προσκομιζόμενο και επικαλούμενο από ....1991 έγγραφο του ΓΕΝ). Κατά το χρόνο του θανάτου του η γυναίκα του, Μ., ήταν έγκυος στον γιο τους, ο οποίος πήρε το όνομα του πατέρα του στη μνήμη του, ήτοι Π. Φ. του Π., (βλ. προσκομιζόμενο και επικαλούμενο πιστοποιητικό του Προέδρου της άλλοτε Κοινότητας Τιθορέας με αριθμό ....1992). Μετά το θάνατο του Π. Ι. Φ. το τμήμα του ακινήτου των 90 στρεμμάτων, που περιήλθε στον γιο του, το εκμεταλλευόταν, κατά τον αυτό ως άνω τρόπο, η χήρα του Μ. Φ. για λογαριασμό του ανηλίκου γιου τους Π., την οποία στη συνέχεια παντρεύτηκε ο παππούς του εναγόμενου Ν. Λ. Κ., ο οποίος συνέχισε να το εκμεταλλεύεται κατά τον ίδιο τρόπο (γεωργική και κτηνοτροφική εκμετάλλευση) για λογαριασμό του ανήλικου Π. Φ., τον οποίο και ανέθρεψε, διαβιούσαν δε από την εκμετάλλευση του κτήματος αυτού. Όταν ο Π., γιος της Μ. και του Π. Φ., παντρεύτηκε και εγκαταστάθηκε σε άλλη περιοχή της Τιθορέας, με το προαναφερόμενο υπ' αριθ. .../1924 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Ελάτειας Ν. Α. Δ. πώλησε το τμήμα, που είχε περιέλθει σ' αυτόν από κληρονομιά του πατέρα του, στον πατριό του και παππού του εναγόμενου Ν. Λ. Κ., ο οποίος ουσιαστικά το εκμεταλλευόταν μέχρι τότε και ο οποίος συνέχισε να νέμεται αυτό με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, δηλαδή έχοντας την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του ως άνω ακινήτου των 90 στρεμμάτων δεν προσβάλλει δικαιώματα τρίτων, εκμεταλλευόμενος αυτό με τον ίδιο τρόπο (κτηνοτροφική και γεωργική εκμετάλλευση) μέχρι τον θάνατο του. Μάλιστα από το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο από ....1938 αποδεικτικό του κλητήρα του Πρωτοδικείου Λαμίας Δ. Π., ενεργούντος με έγγραφη παραγγελία του προαναφερθέντος Ν. Κ., προκύπτει η επιβολή εις βάρος αυτού φόρου για τμήμα του επιδίκου που του ανήκε κατά το χρόνο εκείνο, ήτοι για το κτήμα που είχε αγοράσει από τον Π. Π. Φ. Μετά το θάνατο του Ν. Λ. Κ., το αγρόκτημα αυτό των 90 στρεμμάτων περιήλθε ως κληρονομιά στον γιό του Γ. Κ. του Ν., σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, ο οποίος αναμείχθηκε στην κληρονομιά αυτού με πρόθεση κληρονόμου, συνέχισε να νέμεται αυτό με διάνοια κυρίου, και καλή πίστη, δηλαδή έχοντας την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής αυτού δεν προσβάλλει δικαιώματα τρίτων, εκμεταλλευόμενος αυτό με το ίδιο ως άνω τρόπο (κτηνοτροφική και γεωργική εκμετάλλευση), μάλιστα δε, όπως βεβαιώνεται στην με αριθμό 3/02.01.1974 βεβαίωση της Κοινότητας Κάτω Τιθορέας ο Γ. Κ. κατά το έτος 1952 καλλιέργησε με καπνό 17 στρέμματα στη θέση "Μπουρνιάς" δυνάμει της υπ' αριθμ. 60/1952 άδειας καπνοκαλλιέργειας και έτσι ο προαναφερθείς διαβιούσε από αυτό. Στην συνέχεια ο Γ. Κ. του Ν., με το προαναφερόμενο υπ' αριθ. 20.107/19- 09-1953 αγόρασε και το όμορο αγρόκτημα των 60 στρεμμάτων, το οποίο με την αρχική ως άνω διανομή είχε περιέλθει στο γιο του αρχικού ιδιοκτήτη Ι. Φ., τον Σ., από το γιο αυτού, δηλαδή τον Ι. Φ. του Σ. Μέχρι την μεταβίβασή του στον πατέρα του εναγόμενου το αγρόκτημα αυτό αρχικά ο Σ. Φ. το εκμεταλλευόταν για την εκτροφή ποιμνίων και για καλλιέργεια σιτηρών, από τα οποία διαβιούσε και στη συνέχεια και μετά το θάνατο του το έτος 1904 το εκμεταλλευόταν με τον ίδιο τρόπο ο γιος του Ι. Φ., μέχρι που αυτός το πώλησε στον πατέρα του εναγόμενου το έτος 1953, ο οποίος συνέχισε να το εκμεταλλεύεται με τον ίδιο τρόπο μαζί με το ως άνω τμήμα των 90 στρεμ. και ως ενιαίο πλέον ακίνητο. Μάλιστα δε και με την υπ' αριθ. πρωτ. 639/1976 βεβαίωση της Κοινότητας Κ. Τιθορέας βεβαιώνεται ότι στη δυτική πλευρά του κοινοτικού Γυμναστηρίου, το οποίο υπάρχει από το 1950, φέρεται συνορίτης ο Γ. Ν. Κ., ενώ με το υπ' αριθ. πρωτ. ....1991 έγγραφο της Πολεμικής Αεροπορίας βεβαιώνεται ότι δυνάμει της υπ' αριθ. ....1964 υπουργικής απόφασης σύστασης δουλείας από το (επίδικο) κτήμα διέρχεται αγωγός καυσίμων της αεροπορίας τούτο δε βεβαιώνεται επανειλημμένα με έγγραφα της Πολεμικής Αεροπορίας κατά τα έτη 1986, 1991 και 1992, ενώ επιπλέον, με το από 10.06.1985 υπ' αριθ. πρωτ. ... έγγραφο του ο Συνεταιρισμός Καπνοπαραγωγών Κάτω Τιθορέας ζήτησε από τον πατέρα του εναγόμενου Γ. Κ. να επιτρέψει την διέλευση αγωγού νερού από το κτήμα του προτείνοντας μάλιστα να καταβάλλουν για αυτό το σκοπό και ποσό αποζημίωσης. Επίσης, από το σχετικό έγγραφο του Προϊσταμένου του Γραφείου Παρακαταθηκών Αμφίκλειας, που τιτλοφορείται "Σχέδιο ονομαστικού γραμματίου", προκύπτει ότι για το κτήμα με αριθμούς 27 και 29 καθορίστηκε προσωρινή αποζημίωση με την 113/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, ποσού 3.632,91 ευρώ, για απαλλοτριωθείσα έκταση για την κατασκευή του έργου "Παράκαμψη Κάτω Τιθορέας" η οποία και πρέπει να αποδοθεί στον Ν. Κ. του Γ. (εναγόμενο), ο οποίος αναγνωρίσθηκε δικαιούχος της αποζημίωσης με την υπ' αριθμ. 171/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας. Πέραν των ανωτέρω εγγράφων για όλα αυτά, ήτοι για την αδιάκοπη νομή με διάνοια κυρίων και καλή πίστη τόσο του εναγόμενου, όσο και όλων των προαναφερθέντων δικαιοπαρόχων του καθώς και την ανέκαθεν γεωργική και κτηνοτροφική εκμετάλλευση της επίδικης έκτασης ρητά καταθέτουν όλοι οι μάρτυρες στις προαναφερθείσες ένορκες βεβαιώσεις. Από τα προαναφερόμενα αποδεικνύεται ότι οι απώτατοι και απώτεροι δικαιοπάροχοι του εναγόμενου είχαν αποκτήσει την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, που είχε συμπληρωθεί στις 11.09.1915 και η κυριότητα αυτή ουδέποτε στη συνέχεια καταλύθηκε, μεταβιβάσθηκε δε ακολούθως ένα μεν τμήμα αυτού, 90 στρεμμάτων περίπου, στην αποκλειστική κυριότητα του παππού του εναγόμενου Ν. Λ. Κ. δυνάμει του άνω υπ' αριθ, .../1924 συμβολαίου, το οποίο ακολούθως περιήλθε στην κληρονομιά του πατέρα του εναγόμενου Γ. Κ. και επί του οποίου ασκούσαν συνεχώς πράξεις νομής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη οι ως άνω (παππούς και πατέρας του εναγόμενου) κατά τα προεκτεθέντα, έτερο δε τμήμα, όμορο του αμέσως παραπάνω τμήματος του επίδικου ακινήτου, 60 περίπου στρεμμάτων, περιήλθε στην αποκλειστική κυριότητα του πατέρα του εναγόμενου Γ. Κ. δυνάμει του ως άνω υπ' αριθ. ....1953 συμβολαίου, ο οποίος ασκούσε επ' αυτού από της αγοράς του συνεχώς πράξεις νομής με διάνοια κυρίου μέχρι την μεταβίβαση κατά το έτος 1968 του ενιαίου πλέον επίδικου ακινήτου ατύπως στον ήδη εναγόμενο γιό του, ο οποίος από την παράδοση της νομής αυτού συνέχισε να νέμεται αδιαλείπτως το ενιαίο ακίνητο με διάνοια κυρίου μέχρι την άσκηση της εναντίον του αγωγής, κατά τα προαναφερόμενα και έτσι απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, όπως βάσιμα αυτός ισχυρίζεται με την προβαλλόμενη ένσταση ιδίας κυριότητας, που κρίθηκε κατά τα εκτεθέντα νόμιμη. Το ενάγον ισχυρίζεται με την αγωγή του και κατά την κύρια βάση της ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί ανέκαθεν δασική έκταση, καλυπτόμενη από δάσος πουρναριού, έχει έδαφος γόνιμο και κλίση 5%. Δεν αποδείχθηκε όμως ότι το επίδικο ακίνητο ήταν ποτέ δάσος ή δασική έκταση, όπως αβάσιμα υποστηρίζει το ενάγον. Τούτο δε διότι, όπως αποδείχθηκε, η επίδικη έκταση ήταν ανέκαθεν καλλιεργούμενος αγρός, έχει δε την ίδια μορφολογία με τα όμορα αγροτεμάχια, με τα οποία συνορεύει, βρίσκεται δε στα όρια με το σχέδιο πόλεως της Κάτω Τιθορέας Λοκρίδας [στο οποίο (σχέδιο) εμπίπτει τμήμα αυτής 5,5 περίπου στρεμμάτων όπως παρακάτω θα αναφερθεί], σε πεδινή περιοχή, είναι επίπεδη με έδαφος γαιώδες, βαθύ, χαλικοβρυθές, γόνιμο, ενώ βρίσκεται στην ευρύτερη γεωργική και κτηνοτροφικά εκμεταλλευόμενη περιοχή και είναι περιφραγμένο με σιδηροπασσάλους και συρματόπλεγμα από πολλών χρόνων, η δε ξυλώδης βλάστηση, που βρίσκεται εντός αυτού βρίσκεται εντός γεωργικά καλλιεργούμενης έκτασης, η οποία χρησιμοποιείται και κτηνοτροφικά για τη βόσκηση των αιγοπροβάτων που διατρέφονταν συνεχώς σ' αυτή και δεν μπορεί να αξιολογηθεί ότι αποτελεί οργανική ενότητα ξυλώδους βλαστήσεως που μπορεί να αποτελέσει φυσικό οικοσύστημα ώστε να χαρακτηρισθεί ως δάσος ή δασική έκταση κατά την έννοια του Ν. 998/79. Η άγρια βλάστηση εντός της επίδικης έκτασης εξυπηρετούσε και εξακολουθεί να εξυπηρετεί κτηνοτροφικούς σκοπούς, δηλαδή αυτή αφέθηκε από τον εναγόμενο και τους δικαιοπαρόχους του για τη βόσκηση των- εκτρεφόμενων αιγοπροβάτων τους. Ειδικότερα, από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τον εναγόμενο από 12.06.1993 έκθεση φωτοερμηνείας του τεχνολόγου δασολόγου Γ. Ν. προκύπτει ότι η εν λόγω έκταση στις αεροφωτογραφίες του 1945 φέρει εντός αυτής τρία (3) μικρά κτίσματα και εγκαταστάσεις ποιμνιοστασίου, ενώ από πλευράς χρήσεως της γης: α) έκταση 59 στρεμμάτων περίπου, όπως αυτή εμφαίνεται με καφέ χρώμα στο επισυναπτόμενο στην άνω έκθεση τοπογραφικό σχεδιάγραμμα με αριθμό 1, είναι γεωργικά καλλιεργημένη, β) έκταση 60 περίπου στρεμμάτων, εμφαινόμενη στο ίδιο σχεδιάγραμμα με κίτρινο χρώμα, είναι γυμνή χέρσα γεωργική έκταση, καλυπτόμενη υπό χόρτων και φρύγανων με κατά τόπους αραιούς και μεμονωμένους θάμνους πρίνου νανώδους μορφής γ) έκταση 5,5 περίπου στρεμμάτων, εμφαινόμενη στο αυτό σχεδιάγραμμα με πράσινη γραμμοσκίαση, φέρει αραιά βλάστηση πρίνου και δ) έκταση 13,5 περίπου στρεμμάτων, εμφαινόμενη στο αυτό σχεδιάγραμμα με πράσινο χρώμα, φέρει πυκνή βλάστηση πρίνου. Επίσης στις αεροφωτογραφίες του 1960 η εν λόγω έκταση φέρει εντός αυτής και περί το μέσον τα αυτά κτίσματα και εγκαταστάσεις που παρατηρήθηκαν και στις Α/Φ του έτους 1945, επιπροσθέτως δε παρατηρείται νέο μεγάλο κτίσμα στο Βορειοανατολικό τμήμα της έκτασης, ενώ από πλευράς χρήσεως γης: α) έκταση 54 περίπου στρεμμάτων, εμφαινόμενη στο επισυναπτόμενο στην άνω έκθεση τοπογραφικό σχεδιάγραμμα με αριθμό 2, με καφέ χρώμα, είναι γεωργικά καλλιεργημένη, β) έκταση 61,5 περίπου στρεμμάτων, εμφαινόμενη στο αυτό σχεδιάγραμμα με κίτρινο χρώμα, είναι γυμνή χέρσα γεωργική έκταση καλυπτόμενη από χόρτα και φρύγανα με κατά τόπους αραιούς και μεμονωμένους θάμνους πρίνου νανώδους μορφής, γ) έκταση 10 περίπου στρεμμάτων, εμφαινόμενη στο ίδιο σχεδιάγραμμα με πράσινη διαγράμμιση, φέρει αραιά βλάστηση πρίνου και δ) έκταση 12,5 περίπου στρεμμάτων, εμφαινόμενη στο ίδιο σχεδιάγραμμα με πράσινο χρώμα, φέρει πυκνή βλάστηση πρίνου. Δηλαδή και από την ως άνω έκθεση φωτοερμηνείας, σαφώς συνάγεται ότι κατά το έτος 1945, τον πλησιέστερο δηλαδή χρόνο προς το έτος 1836, που κρίνεται κατά τα αναφερθέντα στην υπό στοιχείο III νομική σκέψη η ιδιότητα των περιελθόντων στο Δημόσιο δασών, το επίδικο δεν αποτελούσε δάσος ή δασική έκταση. Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, ουδόλως αποδείχθηκε ότι η κάλυψη του επιδίκου ακινήτου από την πιο πάνω βλάστηση και η ανάπτυξή της ήταν τέτοια ώστε το οργανικό σύνολο της πάνω στο έδαφος σε συνδυασμό με την εκεί συνυπάρχουσα χλωρίδα και πανίδα να προσέδιδαν σ' αυτό την ιδιαίτερη ταυτότητα ως δασικού οικοσυστήματος και κατ' επέκταση το χαρακτηρισμό του ως δάσους ή ως δασικής έκτασης, αλλά αντίθετα αποδείχθηκε, όπως προαναφέρθηκε, ότι η άγρια βλάστηση εξυπηρετούσε και εξακολουθεί να εξυπηρετεί κτηνοτροφικούς σκοπούς, δηλαδή αυτή αφέθηκε από τον εναγόμενο και τους δικαιοπαρόχους του, άμεσο και απώτερους, για τη βόσκηση των αιγοπροβάτων τους, ο δε εναγόμενος σε ουδεμία εκχέρσωση είτε μέρους είτε του όλου επιδίκου προέβη κατά οποιοδήποτε χρόνο, είτε παλαιά είτε πρόσφατα και ειδικότερα στις 28.07.1992, που κατά το ενάγον προέβη σε παράνομη υλοτομία, εκχέρσωση και περίφραξη αυτού, αφού δεν αποδείχθηκε ότι πρόκειται για δασική έκταση άλλα αντίθετα για ανέκαθεν καλλιεργούμενη αγροτική έκταση. Ενισχυτικό της παραπάνω κρίσης ότι η επίδικη έκταση ουδέποτε αποτελούσε δάσος ή δασική έκταση είναι και τα ακόλουθα: Κατά του εναγομένου εκδόθηκε αρχικά το υπ' αριθμ. ....1992 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής του Δασάρχη Λαμίας, για το λόγο ότι αυτός προέβη από 28.07.1992 στην κατάληψη της επίδικης έκτασης δια παράνομης υλοτομίας, περίφραξης και φύτευσης οπωροφόρων δέντρων. Κατά του ως άνω Π.Δ.Α., ο εναγόμενος άσκησε την υπ' αριθμ. καταθ. ....1992 ανακοπή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ελάτειας, το οποίο, με την υπ' αριθμ. 1/1996 απόφαση του έκανε δεκτή την ανακοπή και ακύρωσε το υπ' αριθμ. ....1992 Π.Δ.Α. του Δασάρχη Λαμίας, στην οποία αναφέρεται ότι κατόπιν αυτοψίας, διαπιστώθηκε ότι εντός της έκτασης των 138 στρεμμάτων βρίσκονται κτίσματα και εγκαταστάσεις, δηλαδή λιθόκτιστες αποθήκες, κεραμοσκεπείς στάβλοι προβάτων, στέρνα συγκέντρωσης νερού, η παλαιότητα των οποίων ξεπερνά τα 100 χρόνια [κατά την κρίση του Δικαστηρίου], τα στοιχεία δε αυτό επιβεβαίωσε και ο μάρτυρας ανταπόδειξης (δηλ. του Δημοσίου) λέγοντας ότι "είναι αληθινή η κατάθεση ότι τα κτίσματα είναι εκεί από 150 χρόνια".

Περαιτέρω, εκδόθηκε σε βάρος του εναγομένου η υπ' αριθμ. ....1992 δασική απαγορευτική διάταξη από το Δασαρχείο Λαμίας, με την οποία απαγορεύτηκε στον εναγόμενο για μία εικοσαετία στη φερόμενη ως δασική έκταση των 138 στρεμμάτων η βοσκή παντός ζώου, η καλλιέργεια καθώς και οποιαδήποτε άλλη πράξη που έχει σκοπό τη δημιουργία δικαιωμάτων κατοχής, νομής και κυριότητας, ενώ με την υπ' αριθμ. ....1992 απόφαση του Διευθυντή Δασών Λαμίας η ως άνω έκταση των 138 στρεμμάτων κηρύχθηκε αναδασωτέα με σκοπό την επαναδημιουργία της δασικής βλάστησης, η οποία κατά τα αναφερόμενα στην απόφαση αυτή, καταστράφηκε από την παράνομη υλοτομία που πραγματοποίησε ο εναγόμενος και την εκχέρσωση της 28.07.1992 και η οποία (επαναδημιουργία) θα επιτευχθεί με φυσική αναγέννηση και δημιουργία δασικής βλάστησης. Κατά της ανωτέρω υπ' αριθμ. ....1992 δασικής απαγορευτικής διάταξης και της υπ' αριθμ. ....1992 απόφασης του Διευθυντή Δασών Λαμίας, ο εναγόμενος άσκησε την από 10.12.1992 αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Ε' Τμήματος του Συμβουλίου της Επικράτειας το οποίο, με την υπ' αριθμ. 3030/2001 απόφαση του, έκανε δεκτή την αίτηση και ακύρωσε τις ως άνω Πράξεις επειδή αυτές είχαν εκδοθεί από αναρμόδιο όργανο. Εν συνεχεία, με την υπ' αριθμ. ....1997 πράξη χαρακτηρισμού του Δασάρχη Λαμίας χαρακτηρίστηκε η ως άνω έκταση εκ νέου ως δασική-αναδασωτέα. Συγκεκριμένα, ο Δασάρχης Λαμίας έκρινε, κάνοντας χρήση του από ... 1997 τοπογραφικού διαγράμματος του πολιτικού μηχανικού Α. Γ. χαρακτήρισε: 1) ως αναδασωτέα έκταση τα τμήματα A I και Β' που ορίζονται από τα στοιχεία Ζ-1-2-3- ...,24-Β-Ε- Δ-Ε-Ζ και 25-26...33-34-Υ-25 συνολικού εμβαδού 52.323 τ.μ. και 2) ως δάσος ή αναδασωτέα έκταση το τμήμα Γ που ορίζεται από τα στοιχεία Ζ- 1-2....24Β- Α-25-26...33-34-Τ-Σ-Ρ-Π-Ο-Ξ-Ν-Μ-Α-Κ-Ι-Ο-Η-Ζ (δηλαδή το υπόλοιπο τμήμα) εμβαδού 85.677 τ.μ.

Κατά της απόφασης αυτής υπέβαλε ο εναγόμενος αντιρρήσεις ενώπιον της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων του Πρωτοδικείου Λαμίας επί των οποίων εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 7/1997 απόφαση αυτής και με αυτή κρίθηκε ως μη δασική έκταση το τμήμα Α και ως δασικές εκτάσεις τα τμήματα Β και Γ. Την εν λόγω απόφαση προσέβαλε ο εναγόμενος ενώπιον της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων του Εφετείου Αθηνών και εκδόθηκε η υπ' αριθ. 19/1999 απόφαση αυτής, η οποία ακύρωσε την άνω 7/1997 απόφαση, καθώς και την υπ' αριθ. ....1997 πράξη χαρακτηρισμού του Δασάρχη Λαμίας. Συγκεκριμένα, στο αιτιολογικό της εν λόγιο απόφασης, αναφέρονται τα εξής όσον αφορά το χαρακτήρα της επίδικης έκτασης: "...Μέσα στην επίδικη έκταση ... υπάρχουν παλαιά λιθόκτιστη κεραμοσκεπής οικία κτισμένη προ του έτους 1945, η οποία αποτελούσε και αποτελεί την κατοικία της οικογένειας Κ., υπάρχουν δύο μεγάλες αποθήκες, μία παλαιά στέρνα συγκεντρώσεως βρόχινου ύδατος, μαντριά, σκαλοπάτια, καλλιεργούμενα γεωργικά και δενδροκομικό τεμάχια, χέρσες αγροτικές εκτάσεις σε αγρανάπαυση που καλλιεργούνταν παλαιότερα καθώς και τμήματα του όλου κτήματος που φέρουν άγρια ξυλώδη βλάστηση πρίνου είτε σε αραιά είτε σε πυκνή μορφή. Από την στερεοσκοπική παρατήρηση των αεροφωτογραφιών των ετών 1945 και 1960, προκύπτει ότι η όλη έκταση των 138 στρεμμάτων είναι στο σύνολο της μη δασική έκταση. Ειδικότερα αυτή φαίνεται καλλιεργημένη σε τμήματα που ξεπερνούν κατ' επιφάνεια τα 100 στρέμματα και χέρσα σε τμήματα που αθροιστικά φτάνουν τα 38 περίπου στρέμματα και ευρίσκονται διάσπαρτα εντός της όλης αγροτικής εκτάσεως του κτήματος, Στα χέρσα αυτά 38 στρέμματα φύονται κατά τόπους φρύγανα και μικροί θάμνοι πρίνου, το ποσοστό των οποίων δεν ξεπερνά το 5% της επιφάνειας στην οποία φύονται. Στις αεροφωτογραφίες των ετών 1970 και 1987 φαίνεται ότι η άγρια ξυλώδης βλάστηση από πουρνάρια στα παραπάνω 38 περίπου στρέμματα του όλου κτήματος που δεν είναι συγκεντρωμένα σε ενιαία έκταση, αλλά διατρέχουν το κτήμα εν είδει πετάλου, αυξάνεται σε πυκνότητα και υπερβαίνει το 15% της επιφάνειας στην οποία φύεται, δηλαδή στα 38 στρέμματα που προεκτάθηκε. Η ξυλώδης όμως βλάστηση, που βρίσκεται εντός γεωργικά καλλιεργούμενης εκτάσεως και η οποία χρησιμοποιείται κτηνοτροφικά για τη βοσκή των αιγοπροβάτων που διατρέφονται στο κτήμα αυτό, δεν μπορεί να αξιολογηθεί ότι αποτελεί οργανική ενότητα ξυλώδους βλαστήσεως που μπορεί να αποτελέσει φυσικό οικοσύστημα και δεν μπορεί επίσης να εξυπηρετήσει καμία από τις λειτουργίες που απαιτούνται από τη διάταξη της παρ. 1 του όρθρου 3 του Ν, 998/79, ώστε να μπορεί να χαρακτηρισθεί σαν Δάσος ή Δασική Έκταση κατά την έννοια του Ν, 998/79. Η άγρια βλάστηση εξυπηρετούσε και εξακολουθεί να εξυπηρετεί κτηνοτροφικούς σκοπούς, δηλαδή αυτή αφέθηκε από τους προσφεύγοντες και τους δικαιοπαρόχους τους για τη βοσκή των αιγοπροβάτων τους. Λαμβανομένου υπόψη όλων των ανωτέρω η επιτροπή οδηγήθηκε στην κρίση ότι ουδεμία εκχέρσωση είτε μέρους είτε του όλου επιδίκου έγινε κατά οποιοδήποτε χρόνο, είτε παλαιά είτε πρόσφατα και ειδικότερα στις 28-7-1992 χρόνος εκχέρσωσης κατά την Διοίκηση και κήρυξης της έκτασης των 138 στρεμμάτων ως αναδασωτέας...". Με την ως άνω απόφαση κρίθηκε ότι το επίδικο ακίνητο, που απεικονίζεται στο συνημμένο ο' αυτή από ... 1997 Τοπογραφικό Διάγραμμα του Πολ. Μηχανικού Α. Γ., χαρακτηρίζεται ως εξής: α) έκταση εμβαδού 94,525 στρεμ., με κίτρινο χρώμα, ως αγροτική καλλιεργούμενη έκταση της παρ. 6 περίπτωση α' του άρθρου 3 του ν, 998/79, β) έκταση εμβαδού 38,000 στρεμ. με καφέ χρώμα, ως δασωθέντες αγροί -δασική έκταση της παρ. 2 του αρθρ. 3 του ν. 998/79 και του άρθρου 67 του ν. 998/79 και γ) έκταση εμβαδού 5.475 στρεμ., με μπλέ χρώμα, ως έκταση εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της παρ. 6 περιπ. ε του άρθρου 3 του ν. 998/79. Κατά της ως άνω υπ' αριθ. 19/1999 απόφασης της Β/θμιας Επιτροπής Επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων του Εφετείου Αθηνών ο Διευθυντής Δασών Νομού Φθιώτιδας άσκησε αίτηση ακύρωσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικράτειας, η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη υπ' αριθ. 1140/2002 απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου. Δηλαδή και με τις προαναφερόμενες αποφάσεις [1/1996 του Ειρηνοδικείου Ελάτειας και 19/1999 της Β/θμιας Επιτροπής Επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων του Εφετείου Αθηνών] κρίθηκε ότι η επίδικη έκταση ουδόλως αποτελούσε δάσος ή δασική έκταση, αλλά ανέκαθεν αποτελούσε γεωργοκτηνοτροφική έκταση την οποία χρησιμοποιούσαν ο ήδη εναγόμενος και οι δικαιοπάροχοι του τόσο για την βόσκηση των ποιμνίων τους όσο και για γεωργική εκμετάλλευση με καλλιέργεια σιτηρών. Ακόμη, ενισχυτικό της παραπάνω κρίσης περί του μη δασικού χαρακτήρα της επίδικης έκτασης είναι και το ότι το - εδώ ενάγον- Ελληνικό Δημόσιο με έγγραφα του, ήδη από το έτος 1871, αποδέχεται το χαρακτήρα της επίδικης έκτασης ως Ιδιωτικής γεωργοκτηνοτροφικής, εκμεταλλευόμενης από ιδιώτες. Ειδικότερα, προκειμένου αυτό να αντιμετωπίσει την περίοδο μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους το φαινόμενο της ληστείας, το οποίο ήταν έντονο στην περιοχή, προέβη μέσω αντιπροσώπου του, υπαλλήλου της τότε Εφορίας Λοκρίδας στη σύναψη του προσκομιζόμενου και επικαλούμενου από τον εναγόμενο υπ' αριθ. ....1871 συμφωνητικού, μεταξύ άλλων, και με τους Ι. Φ. και Π. Φ., απώτερους δικαιοπαρόχους του εναγόμενου, ενώπιον του Συμβολαιογράφου Ελάτειας Ε. Γ. Κ., σύμφωνα με το οποίο οι Ι. και Π. Φ. "α) δηλώνουν ότι θέλουν παραχειμάσει τον παρόντα χειμώνα τα ποίμνια των εις την περιφέρεια μπούρνια χωρίου Βελίτσης του Δήμου Ελατείας (Βελίτση ονομαζόταν η Τιθορέα), β) υπόσχονται να καταδεικνύωσι τους ληστάς [...] εάν οι λησταί εισβάλλουν εις την περιφέρειαν της παραχειμάσεώς των .,.". Επίσης από το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο από ....1938 αποδεικτικό του κλητήρα του Πρωτοδικείου Λαμίας Δ. Π., ενεργούντος με έγγραφη παραγγελία του παππού του εναγόμενου Ν. Κ., προκύπτει η επιβολή εις βάρος αυτού φόρου από την τότε Κοινότητα για τμήμα του επιδίκου που του ανήκε κατά το χρόνο εκείνο, ήτοι για το κτήμα που είχε αγοράσει από τον Π. Π. Φ., κατά της οποίας πράξης ο προαναφερθείς υπέβαλλε ένσταση. Ακόμη, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε η ουσιαστική βασιμότητα των λοιπών επικουρικών βάσεων της αγωγής οι οποίες κρίθηκαν νόμιμες κατά τα προεκτεθέντα, ότι το επίδικο περιήλθε στην κυριότητά του ενάγοντος: α) δυνάμει της από 9-7-1832 συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και των από 3-2- 1830, 4/16-6- 1830 και 19-6/1-\1830 πρωτοκόλλων του Λονδίνου, β) άλλως ως λιβάδι ή βοσκότοπος, σύμφωνα με τη διάταξη του όρθρου 1 β.δ. 3/15-12-1833, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 ν. ΚΘ/31-1-1864, γ) άλλως ενόψει του χαρακτήρα του ως αδέσποτου κτήματος το οποίο περιέρχεται σύμφωνα με το άρθρο 16 του β.δ. 21-6/10-7-1837 στην κυριότητα του, χωρίς να χρειάζεται και κατάληψη αυτού και δ) με έκτακτη χρησικτησία. Ειδικότερα πρωτίστως το ενάγον δεν προσκομίζει μετ' επικλήσεως κανένα αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε στο Τουρκικό Δημόσιο, σε Τούρκους υπηκόους που εγκατέλειψαν την επικράτεια κατά την επανάσταση και δεν διατήρησαν τις ιδιοκτησίες τους, ούτε επανέκαμψαν στην Ελλάδα, ή δημεύτηκαν, ούτε ότι ήταν βοσκότοπος ή λιβάδι ή αδέσποτο. Αλλά και νομή επ' αυτού του ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου δεν αποδείχθηκε, αφού το τελευταίο ουδέποτε άσκησε διακατοχικές πράξεις διανοία κυρίου στο ως άνω ακίνητο και ουδέποτε προ του έτους 1992, που εκδόθηκε το άνω ακυρωθέν πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής του Δασάρχη Λαμίας κατά του εναγόμενου, το ενάγον προέβαλε δικαιώματα επ' αυτού, αφού, όπως προαναφέρθηκε, αυτό είχε και έχει αγροτική μορφή, ενώ και οι δικαιοπάροχοι του εναγόμενου (άμεσος και απώτεροι) ουδέποτε είχαν απωλέσει τη νομή τους επ' αυτού και συνεπώς δεν αποδείχθηκε ότι απέκτησε την κυριότητα αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Με βάση τα παραπάνω, αφού δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα του ενάγοντος με κάποιον από τους επικαλούμενους στην αγωγή τρόπο, αλλά αντίθετα αποδείχθηκε ότι αυτό αποτελούσε ανέκαθεν καλλιεργούμενο αγρό, που περιήλθε στην κυριότητα του εναγόμενου με έκτακτη χρησικτησία κατά τα προαποδειχθέντα, πρέπει η αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, κατά παραδοχή της κριθείσας νόμιμης ένστασης ιδίας κυριότητας του εναγομένου με έκτακτη χρησικτησία και ως ουσιαστικά βάσιμης, να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.". Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Το Εφετείο με τις παραδοχές του: α) Ότι το επίδικο ακίνητο που βρίσκεται στην Τιθορέα Ν. Φθιώτιδας, δεν αποτελεί δασική δημόσια έκταση αλλά ιδιωτική αγροτική έκταση, εν μέρει καλλιεργούμενη και εν μέρει καλυπτόμενη από χαμηλή βλάστηση και ότι οι απώτατοι δικαιοπάροχοι του εναγομένου, από το έτος 1850, καλλιεργούσαν συνεχώς το καλλιεργούμενο τμήμα του επιδίκου με σιτηρά και το τμήμα αυτού με την χαμηλή βλάστηση το χρησιμοποιούσαν για την εκτροφή των ποιμνίων τους, έως τις 11-9-1915 ήτοι για τριάντα έτη, με καλή πίστη και κατέστησαν έτσι κύριοι αυτού με την έκτακτη χρησικτησία του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι δε απώτεροι δικαιοπάροχοι του συνέχισαν να ασκούν τις ίδιες πράξεις νομής , β) ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε κατά κυριότητα στον εναγόμενο, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του αστικού κώδικα, με την άσκηση από αυτόν διακατοχικών πράξεων νομής διανοία κυρίου από το έτος 1968, οπότε παραδόθηκε σ αυτόν η νομή του ακινήτου με άτυπη δωρεά από τον πατέρα του, και για είκοσι συνεχή έτη μέχρι την άσκηση της αγωγής στις 20-5-2016 και γ) ότι το Δημόσιο ουδέποτε άσκησε υλικές διακατοχικές πράξεις νομής επί του επιδίκου, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο εναγόμενος απέκτησε την κυριότητα επί του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και οι δικαιοπάροχοι του είχαν καταστεί κύριοι αυτού με έκτακτη χρησικτησία του βυζαντινορωμαϊκου δικαίου και του αστικού κώδικα.

Επομένως ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις, ως αναγόμενες στην ανεπάρκεια της αιτιολόγησης του αποδεικτικού πορίσματος, είναι απαράδεκτες καθ' όσον η σχετική πλημμέλεια αφορά την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Κατόπιν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα του που υπέβαλε με τις προτάσεις του, σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ.1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ., άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22-3-2023 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της με αρ. 68/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου εις βάρος του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1 Σεπτεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή