ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1502/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1502/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1502/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1502 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1502/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Αναστασία Καραμανίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 30 Απριλίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. χήρας Μ. Κ. ή Κ., το γένος Α. και Μ. Δ., 2) Ε. Κ. του Μ. και της Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Του αναιρεσιβλήτου: εδρεύοντος στο Ρέθυμνο Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΡΕΘΥΜΝΗΣ", νομίμως εκπροσωπουμένου από το Δήμαρχό του, ως καθολικού διαδόχου δυνάμει των άρθρων 1 και 283 Ν.3852/2010, του αρχικώς εναγομένου άλλοτε εδρεύοντος στον οικισμό Αθάνατος Δήμου Νικηφόρου Φωκά Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) με την επωνυμία "Δήμος Νικηφόρου Φωκά", ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παπαδάκη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-11-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 117/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 150/2017 του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-10-2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Όπως προκύπτει απ' την μετ' επικλήσεως προσκομιζομένη ...-2024 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Κρήτης Χ. Δ., με επιμέλεια του επισπεύδοντος αναιρεσιβλήτου έχει επιδοθεί (κατ’ άρθρ. 143§3 ΚΠολΔ) νόμιμα κι εμπρόθεσμα στον δικηγόρο Ρεθύμνου Εμμανουήλ Φουρφουλάκη, ο οποίος υπέγραψε ως πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως και είχε παρασταθεί ως πληρεξούσιος δικηγόρος αυτών στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, για να παρασταθούν ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας, κατά την οποία αυτοί δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο . Επομένως, η συζήτηση προχωρεί παρά την απουσία των τελευταίων (άρθρ. 576§2 ΚΠολΔ). Με την από 29-10-2019 και με αρ. καταθ. 50/29- 10-2019 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η με αρ. με αριθ. 150/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, που δίκασε κατά την τακτική διαδικασία και αντιμωλία των διαδίκων, την από 20-4-2014 έφεση των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο δικάζοντας την από 2-11-2010 αναγνωριστική κυριότητος ακινήτου αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, απέρριψε αυτήν ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Η αίτηση ασκήθηκε στις 29-10-2019 νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης στις 1-11-2017 καθόσον δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης ούτε ο αναιρεσίβλητος επικαλείται επίδοση αυτής και, συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

2. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στην κτηματική περιφέρεια του Δημοτικού Διαμερίσματος Ατσιπόπουλου του τέως Δήμου Νικηφόρου Φωκά Ρεθύμνης και στην τοποθεσία "Ασπαλαθέ" βρίσκεται ένα ακίνητο- αγροτεμάχιο, το οποίο εμφαίνεται στο από Νοέμβριο 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Π. Κ. με το στοιχείο Β και έχει έκταση σύμφωνα με το τοπογραφικό αυτό 23.036,89 τ.μ., συνορεύει δε κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων ανατολικά με ιδιοκτησία πρώην Μ. Κ. και ήδη εναγόντων, βόρεια εν μέρει ομοίως με ιδιοκτησία πρώην Μ. Κ. και ήδη συνιδιοκτησίας εναγόντων και εν μέρει με ιδιοκτησία Λιονή, που φέρει ΚΑΕΚ 410310904034/0/0, δυτικά με έτερο ακίνητο ιδιοκτησίας πρώην Μ. Κ. και ήδη συνιδιοκτησίας των εναγόντων, που φέρει ΚΑΕΚ 410310904140/0/0, εμφαινόμενο στα βιβλία του κτηματολογικού γραφείου Ρεθύμνης ως αγνώστου ιδιοκτήτη, νοτιοδυτικά σε πλευρά τεθλασμένη με ακίνητο ιδιοκτησίας Νικολάου Κωνσταντινίδη, που φέρει ΚΑΕΚ 410310904122/0/0, εμφαινόμενο στα βιβλία του κτηματολογικού γραφείου Ρεθύμνης ως αγνώστου ιδιοκτήτη και νότια με ακίνητο ιδιοκτησίας πρώην Μ. Κ. και ήδη εναγόντων που φέρει ΚΑΕΚ 410310904119/0/0. Το ακίνητο αυτό ήδη από τα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας είχε εγκαταλειφθεί στην κοινή χρήση και οι κάτοικοι της τότε κοινότητας Ατσιπόπουλου το χρησιμοποιούσαν για την βοσκή των ποιμνίων τους και τη συλλογή ξυλείας, περαιτέρω δε χρησιμοποιούσαν και το ευρισκόμενο στο ακίνητο αυτό πατητήρι για την εξαγωγή μούστου από τα σταφύλια των αμπελώνων της περιοχής. Στη συνέχεια, μετά την απελευθέρωση, το ακίνητο αυτό περιήλθε στην κυριότητα της τότε κοινότητας Ατσιποπούλου δυνάμει των διατάξεων του νόμου 2074/1920, οι κάτοικοι της οποίας συνέχιζαν να χρησιμοποιούν το ακίνητο αυτό ως κοινόχρηστο. Διάδοχος της κοινότητας κατέστη ο Δήμος Νικηφόρου Φωκά δυνάμει των διατάξεων του ν. 2539/1997, στη συνέχεια δε, δυνάμει των διατάξεων του ν. 3852/2010, ο δήμος Ρεθύμνης. Τα παραπάνω αποδεικνύονται από την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης, καθώς και από τις περιεχόμενες στη με αριθμό ....1992 πράξη της συμβολαιογράφου Ρεθύμνης Μ. συζ. Γ. Ψ. το γένος Θ. Π. ένορκες βεβαιώσεις των Ε. Ρ. του Μ. και Μ. Λ. του Ε., οι οποίοι σε ανύποπτο χρόνο προ είκοσι και πλέον ετών κατέθεσαν μετά λόγου γνώσεως, ως κάτοικοι και γνώστες της περιοχής, ότι το ακίνητο αυτό ανήκε προ τεσσαρακονταετίας και πλέον στην τότε Κοινότητα Ατσιπόπουλου. Την ίδια εποχή η τότε Κοινότητα προχώρησε σε τοπογράφηση του ακινήτου της και συντάχθηκε το με χρονολογία ... 1992 τοπογραφικό διάγραμμα του τεχνολόγου πολιτικού μηχανικού Μ. Κ.

Περαιτέρω, δυνάμει της υπ' αριθμόν ....1997 απόφασης του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ (ΦΕΚ 836Β/17.9.1997) κηρύχθηκε υπό κτηματογράφηση η τότε κοινότητα Ατσιπόπουλου Νομού Ρεθύμνης. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 2308/1995 κλήθηκαν "όσοι έχουν εμπράγματο ή άλλο εγγραπτέο στα κτηματολογικά βιβλία δικαίωμα σε ακίνητα της υπό κτηματογράφησης περιοχής να υποβάλουν δήλωση με περιγραφή του δικαιώματος τους και αναφορά στην αιτία κτήσης τους", ενώ με την με αριθμ. 324/6/15.9.2005 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του ΟΚΧΕ (ΦΕΚ Β 1301/15.9.2005) διαπιστώθηκε η περαίωση της διαδικασίας κτηματογράφησης για τα ακίνητα των περιοχών που βρίσκονται εντός των διοικητικών ορίων του Δημοτικού Διαμερίσματος Ατσιποπούλου (πρώην κοινότητας Ατσιποπούλου) του τέως Δήμου Νικηφόρου Φωκά και νυν Δήμου Ρεθύμνης Νομού Ρεθύμνης και ορίστηκε ως ημερομηνία έναρξης του κτηματολογίου στην εν λόγω περιοχή η 3.1.2006. Κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης προβλήθηκαν εκατέρωθεν ενστάσεις, τόσο από τον δικαιοπάροχο των εναγόντων, όσο και από την πλευρά των εναγόμενων, και τελικά η αρμόδια επιτροπή με την με αριθμό 41031/1/7972/25.6.2004 απόφασή της απέδωσε το ακίνητο αυτό στο εναγόμενο. Σύμφωνα δε με την απόφαση αυτή, το ως άνω ακίνητο έλαβε ΚΑΕΚ 410310904134/0/0 και καταχωρήθηκε ως ιδιοκτησία του τότε δήμου Νικηφόρου Φωκά. Οι ισχυρισμοί των εναγόντων δεν αποδείχθηκαν. Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι το ακίνητο αυτό περιήλθε στον δικαιοπάροχο πατέρα τους από άτυπη αγορά από τον Γ. Τ. του Ε. και της Α., η οποία έλαβε χώρα στις 21.2.1973 δυνάμει του προσκομιζόμενου από 21-2-1973 ιδιωτικού συμφωνητικού και στη συνέχεια περιήλθε στην κυριότητά τους από κληρονομιά του πατέρα τους, την οποία αποδέχθηκαν ρητά με την με αριθμό ....2010 πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Ρεθύμνης Μ. Κ. Ωστόσο, ήδη στην αποδοχή αυτή κληρονομιάς αναφέρεται ως τρόπος κτήσης της κυριότητας του ακινήτου αυτού από τον πατέρα τους διαφορετικός από τα ισχυριζόμενα στην αγωγή και δη αναφέρεται ότι το ακίνητο αυτό περιήλθε στην κυριότητά του εν μέρει δυνάμει του με αριθμό ....1992 πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Ρεθύμνου Μ. Κ. με αγορά από την Α. χα Γ. Σ. το γένος Γ. και Ρ. Ξ., το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ρεθύμνου στον τόμο 491 με αριθμό μεταγραφής 104.728 και εν μέρει ως τμήμα μείζονος ακινήτου, το οποίο είχε περιέλθει στον κληρονομούμενο ύστερα από άτυπη διανομή με τον αδελφό του Α. Κ. του Γ. και της Χ. που έλαβε χώρα το έτος 1975 και κατά το ποσοστό του 1/2 εξ αδιαιρέτου είχε περιέλθει στον δικαιοπάροχο τους με αγορά από τον Μ. Ψ. ή Ψ. του Ε. και της Δ. δυνάμει του με αριθμό ....1972 πωλητηρίου συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Ρεθύμνου Μ. Σ., το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Ρεθύμνου στον τόμο 192 με αριθμό μεταγραφής 75176.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι δυνάμει του από 21-2-1973 ιδιωτικού συμφωνητικού πώλησης ο δικαιοπάροχος των εναγόντων αγόρασε πράγματι άτυπα από τον Γ. Τ. ένα αγρό ο οποίος είναι ενιαίος και συνεχόμενος αλλά τεμαχίζεται σε τρία τεμάχια από παλαιούς και εγκαταλελειμμένους αγροτικούς δρόμους, στις θέσεις "Φραμένα" ή "Ασπαλαθές", έχει έκταση 23 περίπου στρέμματα και συνορεύει δυτικά και νότια με ακίνητο κληρονόμων Ξ., Λ. και Λ., βόρεια με ακίνητο κληρονόμων Ξ. και Π. Λ. και ανατολικά με ακίνητο Γ. Ξ. Στο ακίνητο αυτό, που άνηκε στο Γ. Τ. και το μεταβίβασε άτυπα το έτος 1973 στο δικαιοπάροχο των εναγόντων, αναφέρεται ο εξετασθείς στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο μάρτυρας των εναγόντων, ο οποίος κατέθεσε ότι νοίκιαζε ο Ψ. και ότι μετά την άτυπη αγορά του ο δικαιοπάροχος των εναγόντων κατασκεύασε υπόστεγο για τα ζώα του, καθώς και ο Μ. Ψ., ο οποίος στην προαναφερθείσα με αρ. ...-2010 ένορκη βεβαίωση κατέθεσε ότι το ακίνητο αυτό πριν πωληθεί από τον Γ. Τ. στο δικαιοπάροχο των εναγόντων το νοίκιαζε για τα ζώα του. Ωστόσο το ακίνητο αυτό, που μεταβιβάστηκε άτυπα στο δικαιοπάροχο των εναγόντων το έτος 1973 και στο οποίο αναφέρονται οι ως άνω μάρτυρες, καταθέτοντας μάλιστα ότι ο αγοραστής του κατασκεύασε υπόστεγο, δεν είναι το επίδικο αλλά άλλο ακίνητο, που βρίσκεται βόρεια του επίδικου και διαχωρίζεται από το επίδικο με ξερολιθιά, η οποία υπήρχε μέχρι το έτος 1999. Σε αυτό το ακίνητο, που βρίσκεται βόρεια του επίδικου υπάρχει πράγματι το υπόστεγο, στο οποίο αναφέρονται οι ως άνω μάρτυρες, όπως κατέθεσε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ο εξετασθείς μάρτυρας του εναγόμενου. Η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τον εναγόμενο έκθεση φωτοερμηνείας με ημερομηνία Φεβρουάριος 2013 του Δασολόγου Μελετητή Γ. Α., ο οποίος συγκρίνοντας αεροφωτογραφίες του έτους 1945, ορθοφωτοχάρτες 1998 και δορυφορικές εικόνες 2003 και 2010 καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το επίδικο ήταν οριοθετημένο με τοιχία τουλάχιστον από το 1945 και ότι αυτά καταστράφηκαν πριν το 2003 και μετά το 1998, ότι η περιτοίχιση του ακινήτου σημαίνει ότι χρησιμοποιούνταν ως ενιαίο ακίνητο και διαχειριζόταν διαφορετικά από τα διπλανά του, με βεβαιότητα αυτό συνέβαινε από το 1945 μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1980. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι το επίδικο ήταν διαφορετικό τόσο ως προς τα όρια, όσο και ως προς τη χρήση από τα όμορα ακίνητα, επομένως και από την έκταση που άνηκε στον Γ. Τ. και περιήλθε στο δικαιοπάροχο των εναγόντων.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από την ως άνω έκθεση φωτοερμηνείας δεν εντοπίστηκαν στο επίδικο οι αναφερόμενοι στο από 21-2-1973 ιδιωτικό συμφωνητικό πώλησης παλαιοί και εγκαταλελειμμένοι αγροτικοί δρόμοι, αλλά ούτε και το επικαλούμενο από τους ενάγοντες υπόστεγο (ποιμνιοστάσιο). Όπως προαναφέρθηκε η ξερολιθιά, που διαχώριζε το επίδικο από την κείμενη βόρεια αυτού ιδιοκτησία του δικαιοπαρόχου των εναγόντων κατεδαφίστηκε το έτος 1999 και τότε ο εναγόμενος Δήμος, άσκησε την από 10-10-2010 αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ρεθύμνης, η οποία απορρίφθηκε με τη με αρ. 2/2001 απόφαση του Εισαγγελέα, ωστόσο η απόφαση αυτή έκρινε σχετικά με τη νομή του ακινήτου, όχι και την κυριότητα αυτού. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον οι ενάγοντες δεν απέδειξαν την κυριότητα τους, στο επίδικο, το βάρος απόδειξης της οποίας έφεραν, δεδομένου ότι ο εναγόμενος Δήμος αμφισβήτησε την κυριότητά τους, ισχυριζόμενος ότι αυτό από την εποχή της Τουρκοκρατίας είχε ως βοσκήσιμη γη αφεθεί στην κοινή χρήση των κατοίκων του χωριού Ατσιπόπουλου, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθώς και το αίτημα των εναγόντων για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, διότι το Δικαστήριο σχημάτισε δικανική πεποίθηση από την εκτίμηση και αξιολόγηση των παραπάνω αποδεικτικών μέσων.". Στη συνέχεια το Εφετείο απέρριψε την έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.

i) Οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης πλήττουν την απόφαση του Εφετείου για τις εκ των αριθμών 1, 8, 11, 20, 16 και 17 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλειες, υπό τις αιτιάσεις ότι εσφαλμένα ερμήνευσε το νόμο και εκτίμησε την αποδεικτική αξία των δημοσίων και ιδιωτικών εγγράφων, των οποίων διέστρεψε το περιεχόμενο και συγκεκριμένα των ακόλουθων εγγράφων: της με αρ. ...-2010 ένορκης βεβαίωσης του Μ. Ψ. που αποτελούσε βασικό στοιχείο απόδειξης των ισχυρισμών τους, της με αρ. 2/2001 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων της Εισαγγελέως Ρεθύμνης που απέρριψε την εναντίον τους ασκηθείσα αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής από τον ήδη αναιρεσιβλήτου ΟΤΑ, της με αρ. 1/2004 απόφασης του Εισαγγελέα Ρεθύμνης με την οποία είχε αναγνωριστεί έναντι του αναιρεσιβλήτου, νομέας του επιδίκου ο δικαιοπάροχος τους, την με αρ. 1857/2004 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης με την οποία αθωώθηκε ο δικαιοπάροχος τους. Ο λόγος αυτός: α) ως προς την εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι για το ορισμένο του ανωτέρω λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και η διαγνωσθείσα βάσει αυτής έννομη συνέπεια, β) οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 773/2023, ΑΠ 1419/2023, ΑΠ 1638/2022, ΑΠ 1082/2018), στοιχεία τα οποία ουδόλως διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, β) ως προς την εκ του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια , υπό τις αιτιάσεις ότι δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμούς που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης με αναφορά μόνο στα έγγραφα που δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο, ο προκείμενος λόγος κρίνεται απαράδεκτος διότι δεν αναφέρεται σε πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης καθόσον ως τέτοια νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 579/2024, ΑΠ 410/2024) ενώ δεν αποτελούν "πράγματα" με την παραπάνω έννοια τα οριζόμενα, περιοριστικά, στο άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων είναι και οι ένορκες βεβαιώσεις, τα έγγραφα και τα δικαστικά τεκμήρια, όπως αιτιώνται οι αναιρεσείοντες, η λήψη ή μη λήψη των οποίων δεν ιδρύει τον ερευνώμενο εκ της διατάξεως του αριθμό 8 εδ.βχ του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο (ΑΠ 1286/2022, ΑΠ 1093/2020, ΑΠ 827/2020, ΑΠ 10/2008, 625/2008, 2019/2007, 2031/2007, 2104/2007) γ) Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τις διατάξεις δε των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα υποστατά και, αναλόγως, έγκυρα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους, είτε για άμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 246/2022, ΑΠ 1864/2017). Διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από την ως άνω διάταξη. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνονται και οι ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο και πρέπει να μνημονεύεται σαφώς στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, όπως και κάθε άλλο αποδεικτικό μέσο, άλλως θεμελιώνεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης (ΑΠ 1135/2024, ΑΠ 1570/2017, ΑΠ 309/2016).

Περαιτέρω ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί γεγονότα προφανώς διαφορετικά, από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή, σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου "σφάλμα ανάγνωσης" με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (Ολ. ΑΠ 2/2008, ΑΠ 342/2021, ΑΠ 99/2020, ΑΠ 1025/2014, 495/2013, ΑΠ 567/2013).

Εξάλλου, αντιφατικοί προς αλλήλους λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι. Τέτοια αντίφαση υπάρχει και όταν προβάλλεται ότι το δικαστήριο της ουσίας αφενός δεν έλαβε υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφασή του κάποιο συγκεκριμένα έγγραφο, δηλαδή προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και αφετέρου παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ίδιου εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς, διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, δηλαδή προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 155/2021, ΑΠ 420/2020, ΑΠ 579/2007). Έγγραφα, κατά τον προκείμενο λόγο αναιρέσεως, είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. Κ.Πολ.Δ. αναφερόμενα ως αποδεικτικά έγγραφα, τα παρέχοντα άμεση ή έμμεση απόδειξη. Υπό την έννοια αυτή έγγραφα αποτελούν και τα διαδικαστικά έγγραφα άλλης δίκης, όπως η απόφαση. Δεν αποτελούν όμως έγγραφα εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως οι ένορκες βεβαιώσεις (ΑΠ 1224/2018, ΑΠ 567/2013, 1613/2013, ΑΠ 25/2011). Τέλος, σε περίπτωση κατά την οποία οι λόγοι αναίρεσης είναι αντιφατικοί, ο δεύτερος από αυτούς απορρίπτεται ως απαράδεκτος, ενώ ο προτασσόμενος αυτού λόγος ερευνάται (ΑΠ 123/2024, ΑΠ619/2020, ΑΠ 579/2007). Στη συνέχεια, όσον αφορά τα δύο σκέλη του πρώτου λόγου για την εκ του αρ. 11 γ και την εκ του αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, υπό τις αιτιάσεις ότι δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο τα προαναφερόμενα έγγραφα και ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο αυτών, οι λόγοι αυτοί αντιφάσκουν μεταξύ τους διότι ή δεν τα έλαβε υπόψη ή τα έλαβε και παραμόρφωσε το περιεχόμενο αυτών.

Επομένως είναι απαράδεκτος, σύμφωνα με τα ήδη εκτεθέντα ο μεταγενεστέρως προβληθείς λόγος εκ του αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ως προς τον εκ του αρ. 11 γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τα ανωτέρω έγγραφα, όπως προκύπτει από το εισαγωγικό της ελάσσονος πρότασης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και από το περιεχόμενο ολόκληρης της απόφασης, το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλα τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στον ανωτέρω λόγο, διαλαμβάνοντας ρητή μνεία για την με αρ. .../2010 ένορκη βεβαίωση και την απόφαση με αρ. 2/2001 του Εισαγγελέα, που έκρινε επί αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων νομής και όπως αδιαμφισβήτητα προκύπτει από τις παραδοχές της απόφασης, το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι το επίδικο ακίνητο δεν ανήκει στην κυριότητα των εναγόντων -εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων, έλαβε υπόψη, αξιολόγησε και συνεκτίμησε με όλα τα λοιπά αποδεικτικό μέσα και την με αρ. 1/2004 απόφαση του Εισαγγελέα Ρεθύμνης καθώς και την με αρ. 1857/2004 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης. Επομένως ο πρώτος λόγος κατά το σκέλος του, με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για την εκ του αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, υφίσταται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε, ύστερα από ένδικο μέσο, ή αναγνωρίστηκε, ως ανύπαρκτη. Πρόκειται, δηλαδή, για απόφαση, η οποία παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 321, 324 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 19/2005). Επομένως, για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος, προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο της ουσίας επιλήφθηκε αυτεπάγγελτα ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους της έρευνας για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου. Άρα, είναι ανάγκη η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου. Διαφορετικά ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως ερειδόμενος σε αναληθή προϋπόθεση (ΑΠ 8/2025, ΑΠ 258/2023, ΑΠ 509/2022, ΑΠ 2016/2017). Για να είναι ο λόγος αυτός ορισμένος, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο με σαφήνεια το αντικείμενο της δίκης, που προηγήθηκε από την οποία η επίκληση του δεδικασμένου τα ζητήματα που κρίθηκαν σ' αυτή με δύναμη δεδικασμένου σε συσχετισμό με το αντικείμενο της ενεστώσας δίκης, ποιος ήταν ο ισχυρισμός, τον οποίο αφορά το δεδικασμένο, ο τρόπος με τον οποίο, συγκεκριμένως, παραβιάστηκε αυτό και οι παραδοχές του δικαστηρίου με τα πραγματικά περιστατικά, που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις του ΚΠολΔ, για το δεδικασμένο καθώς και ότι η περί δεδικασμένου ένσταση είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 134/2025).

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες διατείνονται ότι το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο προβάλλοντας την εκ του αρ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ο λόγος αυτός, παρεκτός της αοριστίας του διότι δεν διαλαμβάνει το αντικείμενο της δίκης και την απόφαση από την οποία προκύπτει το επικαλούμενο δεδικασμένο, είναι αβάσιμος για το λόγο ότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση καθόσον η απόφαση του Εφετείου δεν περιέχει παραδοχές περί ύπαρξης ή μη δεδικασμένου κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα.

Περαιτέρω η, με το έκτο σκέλος του πρώτου αναιρετικού λόγου, προβληθείσα πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, για την ίδρυση του οποίου απαιτείται όπως η αντίφαση των διατάξεων εντοπίζεται στο διατακτικό της απόφασης, είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι αντιφάσεις του διατακτικού εξ αιτίας των οποίων εμποδίζεται η εκτελεστότητα ή η πρόκληση της σκοπουμένης διάπλασης ή η ύπαρξη αβεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο (ΑΠ 410/2024, ΑΠ 1410/2021, ΑΠ 854/2019, ΑΠ 537/2016, ΑΠ 309/2014, ΑΠ 87/2013).

Κατόπιν των ανωτέρω ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί καθόλα τα σκέλη αυτού.

ii) Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για τις εκ των αρ. 1, 8 και 9 πλημμέλειες, υπό τις αιτιάσεις ότι ενώ υποβλήθηκε με την έφεση αίτημα διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης το αίτημά τους απερρίφθη σιγή. Από τις διατάξεις του άρθρου 368 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η διάταξη πραγματογνωμοσύνης για συγκεκριμένο ζήτημα απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που δεν ελέγχεται αναιρετικά και το οποίο εκτιμά ελεύθερα την ανάγκη χρήσης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση που κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, κρίση, που, επίσης, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Επομένως αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται να κριθούν ζητήματα που απαιτούν, για να γίνουν αντιληπτά, ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη, ρητά ή σιωπηρά, σχετικού αιτήματος του, δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 559 ΚΠολΔ, όπου οι λόγοι αυτοί απαριθμούνται περιοριστικά (ΑΠ 123/2024, ΑΠ 1286/2022, ΑΠ 472/2022, ΑΠ 116/2021, ΑΠ 1701/18, ΑΠ 237/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι ανέκυψαν ζητήματα που απαιτούν, για να γίνουν αντιληπτά, ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης. Επομένως ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος καθόλα τα σκέλη του διότι α) το αίτημα διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σύμφωνα με τα ήδη εκτεθέντα, ούτε "αίτηση" κατά την έννοια του αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ καθόσον ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται επί αιτήματος διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης (ΑΠ ΑΠ 1062/2007) ενώ η παραβίαση δικονομικής διάταξης όπως είναι αυτή του άρθρου 254 ΚΠολΔ δεν στοιχειοθετεί τον εκ του αρ. 1 του ίδιου ως άνω άρθρου αναιρετικό λόγο και β) δεν ελέγχεται αναιρετικά η διάταξη ή η μη διάταξη διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης σύμφωνα και με την ανωτέρω νομική σκέψη.

iii) Από τον συνδυασμό των άρθρων 339 και 395 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ως δικαστικά τεκμήρια, εφόσον επιτρέπεται η ανταπόδειξη και με μάρτυρες, μπορούν να χρησιμεύσουν και καταθέσεις μαρτύρων που λήφθηκαν στα πλαίσια άλλης πολιτικής ή ποινικής δίκης, καθώς επίσης και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου έστω κι αν λήφθηκαν χωρίς προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που τις προσκομίζει, εκτός αν αυτές έγιναν επίτηδες για να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικό μέσο στη συγκεκριμένη δίκη. Οι εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις δεν αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία αποδεικτικών μέσων, αλλά η χρησιμοποίηση τους ως δικαστικών τεκμηρίων γίνεται με την προσκόμιση και επίκληση των εγγράφων, στα οποία αυτές περιέχονται, το δε δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να τις μνημονεύσει ειδικά, αλλά η μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν καλύπτει και αυτές, χωρίς μάλιστα, κατά την αναφορά των εγγράφων να απαιτείται να γίνεται διάκριση μεταξύ εκείνων που λήφθηκαν υπόψη προς άμεση ή έμμεση απόδειξη και εκείνων που λήφθηκαν υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια. (ΑΠ 418/2024, ΑΠ 1084/2022, ΑΠ 563/2021, ΑΠ 426/2021, ΑΠ 411/2021).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 εδάφ. α' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα ή όταν περιλαμβάνεται αν αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (Ολ.Α.Π.2/2008, ΑΠ 1348/2024, ΑΠ1645/2023, ΑΠ 1088/2019). Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος είναι αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο μικρότερη ή μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη απ' όση δεσμευτικά γι' αυτό ορίζει ο νόμος (ΑΠ 1023/2019, 175/2019), ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο της ουσίας συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σ' ένα απ' αυτά. Δεν ιδρύεται ο λόγος αν το δικαστήριο θεωρήσει πιο αξιόπιστο κάποιο από τα πολλά ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 200/2018, 775/2017). Η αποδεικτική αξία και συνεπώς η επίδραση στο αποδεικτικό πόρισμα καθενός από τα αποδεικτικά μέσα απόκεινται στην κυριαρχική και συνεπώς μη ελεγχόμενη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται α) το αποδεικτικό μέσο που λήφθηκε υπόψη, β) ο ουσιώδης ισχυρισμός σε απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησίμευσε και η επίδρασή του στην έκβαση της δίκης, γ) η αποδεικτική δύναμη που του αποδόθηκε και εκείνη που έχει κατά νόμο, δ) το σχετικό σφάλμα της προσβαλλομένης απόφασης, ε) ότι έγινε νόμιμη επίκληση του αποδεικτικού μέσου και του ισχυρισμού προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησίμευσε στη δίκη το αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 462/2019, 126/2019, 1038/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο αναιρετικό λόγο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για τις εκ των αρ. 1 , 8, 11, 12 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, υπό τις αιτιάσεις ότι κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 270 του ΚΠολΔ, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έκανε δεκτά ως νόμιμα αποδεικτικά μέσα τις ένορκες βεβαιώσεις των Ε. Ρ. και Μ. Λ., που λήφθηκαν με την με αρ. ...-1992 πράξη της συμβολαιογράφου Ρεθύμνου Μ. Ψ., με την αιτιολογία ότι δεν συντάχθηκαν για να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά μέσα στη συγκεκριμένη δίκη.
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, όσον αφορά τις ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν με την με αρ. ...-1992 πράξη της συμβολαιογράφου Ρεθύμνου Μ. Ψ., δέχθηκε ότι δεν αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο αλλά τις έλαβε υπόψη προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων μετά από συνεκτίμηση αυτών με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία. Επομένως το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει. Επίσης το Εφετείο κατά την εκτίμηση των ενόρκων αυτών βεβαιώσεων ως εγγράφων προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, δεν παραβίασε την αποδεικτική δύναμή τους για να καταλήξει στον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος περί της κυριότητος του επιδίκου ακινήτου.
Συνεπώς ο αναιρετικός λόγος ως προς το τρίτο και τέταρτο σκέλος του για τις εκ του αρ. 11γ και του αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω ως προς τις αποδιδόμενες πλημμέλειες εκ του αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος α) διότι οι εν λόγω πλημμέλειες προϋποθέτουν παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και δεν στοιχειοθετούνται, όταν αφορά παραβίαση δικονομικών διατάξεων, όπως είναι η διάταξη του άρθρου 270 του ΚΠολΔ [όπως ίσχυε πριν την κατάργησή της με το ν. 4335/2015] (ΑΠ 1106/2023, ΑΠ 773/2023,, ΑΠ 124/2022, ΑΠ 10333/2000) και β) λόγω αοριστίας καθόσον δεν αναφέρεται στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης ποιες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου παραβιάστηκαν ευθέως και εκ πλαγίου(ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 116/2021, ΑΠ 1184/2015), ούτε διαλαμβάνονται στο οικείο δικόγραφο, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του (ΑΠ 420/2022). Τέλος ο λόγος αυτός και κατά το δεύτερο σκέλος για την εκ του αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι απαράδεκτος α)λόγω αοριστίας διότι δεν αναφέρονται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, καθόσον για να είναι ορισμένος ο ως άνω λόγος αναίρεσης πρέπει, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είναι αυτοτελής, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και επαναφερθεί παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό (ΑΠ 76/2019, 1933/2006), να αναφέρεται δε αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 579/2024, ΑΠ 760/2004, ΑΠ 539/2003), ακόμα και εάν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά, κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο, επίσης πρέπει να εκτίθεται ο λόγος για τον οποίον ο ισχυρισμός θα ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 387/2019), οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου υπό τις οποίες συντελέστηκε η παράβαση, εφόσον η υπόθεση εξετάστηκε κατ' ουσίαν (ΑΠ 579/2024, ΑΠ 4210/2024, ΑΠ 712/2016, 1277/2015) και β) διότι η λήψη υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ένορκης βεβαίωσης που λήφθηκε στα πλαίσια άλλης δίκης , δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά τον οποίο πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 579/2024, ΑΠ 410/2024, ΑΠ 773/2023, ΑΠ 1286/2022, ΑΠ 3/2020, ΑΠ 12/2000) ενώ στην προκειμένη περίπτωση πλήττεται η απόφαση του Εφετείου για λήψη υπόψη ανεπίτρεπτου αποδεικτικού μέσου (δικαστικό τεκμήριο). Επομένως ο τρίτος λόγος πρέπει να απορριφθεί καθόλα τα σκέλη αυτού.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν αυτοί, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Δήμου, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου που υποβλήθηκε με τις προτάσεις του (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως, κατά τα άρθρα 276 παρ. 1 και 281 παρ. 2 του Ν. 3463/2006 "περί κυρώσεως του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, σε συνδ. με το άρθρο 285 του Ν. 3852/2010.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 29-10-2019 και με αρ. καταθ. 50/29-10-2019 αίτηση για αναίρεση της με αρ. με αριθ. 150/2017 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Ρεθύμνης", τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Σεπτεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή