ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1503/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1503/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1503/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1503 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1503/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Αναστασία Καραμανίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 30 Απριλίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Χριστίνα Γιωτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Κ. του Γ., 2) Κ. συζ. Δ. Λ., το γένος Γ. και Α. Κ., 3) Μ. συζ. Κ. Κ., το γένος Γ. και Α. Κ., 4) Α. Κ. του Γ., 5) Ι. Κ. του Σ., κατοίκων ... Άπαντες οι αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Στο σημείο αυτό, ο δικηγόρος Ιωάννης Παπασταύρος, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο υπό στοιχείο 5 αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις ...-2022 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό .../2022 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Ασπροπύργου Αττικής, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν τα τέκνα του ως εκ διαθήκης κληρονόμοι του: 1) Α. Κ. του Ι. και της Β. και 2) Σ. Κ. του Ι. και της Β., κάτοικοι ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους, και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ...-1987 αγωγή των ήδη αποβιωσάντων Γ. Κ. του Σ., Ε. θυγ. Σ. Κ., Ε. συζ. Φ. Τ. το γένος Σ. Κ., Κ. συζ. Ι. Λ. το γένος Σ. Κ. και του ήδη υπό στοιχείο 5 αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου, κατά του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θηβών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32/1990 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2/2018 μη οριστική, 158/2019 του Τριμελούς Εφετείου Εύβοιας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 1-7-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των εισελθόντων στη δικονομική θέση του υπό στοιχείο 5 αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.-Με την από 1-7-2021 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η με αρ. 158/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας, που δίκασε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων και ερήμην του πρωτοδίκως προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 17-4-1990 έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της με αρ. 32/1990 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θηβών, με την οποία αφού απορρίφθηκε η πρόσθετη παρέμβαση ως απαράδεκτη, έγινε δεκτή η από ...- 1987 αναγνωριστική της κυριότητος ακινήτου αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων ως κατ' ουσίαν βάσιμη.

2.-Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 § 2, 498 § 1, 568 §§ 1 και 2 και 576 §§ 1 ως 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως δεν εμφανισθεί, ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σε αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης και, αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολιπόμενος διάδικος κλητεύοντος νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από άλλον διάδικο που επισπεύδει τη συζήτηση, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτηση, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της εγκυρότητας ή μη της ερημοδικίας του απολειπόμενου διαδίκου, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (Ολ.Α.Π. 8/2018, ΑΠ 65/2025, ΑΠ 1211/2021, ΑΠ 164/2021, ΑΠ 1130/2020). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 65/2025, ΑΠ 473/2024, ΑΠ 1389/2019, ΑΠ 119/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης, οι αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την οποία όμως εμφανίστηκε ο δικηγόρος Ιωάννης Παπασταύρος και δήλωσε ότι ο 5ος αναιρεσίβλητος, Ι. Κ. του Σ., απεβίωσε και τη δίκη συνεχίζουν οι κληρονόμοι αυτού Α. Κ. του Ι. και Σ. Κ. του Ι. (τέκνα του), για τους οποίους παρίσταται ο ίδιος. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της δικογραφίας, δεν προκύπτει ποιός από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση καθόσον δεν προσκομίζεται από κανέναν έκθεση επίδοσης της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας. Οι παριστάμενοι δε αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι δεν κατέθεσαν προτάσεις, καθώς και το παριστάμενο αναιρεσείον, δεν επικαλούνται ποιός επισπεύδει τη συζήτηση ούτε προσκομίζουν αποδεικτικά επίδοσης της κλήσης προς συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, των απόντων αναιρεσιβλήτων, η κλήτευση των οποίων ουδόλως αποδεικνύεται. Επομένως, ως προς τους αναιρεσιβλήτους πρώτο, δεύτερη, τρίτη και τέταρτο, οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν ούτε κατέθεσαν δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ (ενώ δεν υπάρχει γι αυτούς ούτε κάποια δήλωση περί βίαιης διακοπής της δίκης), η συζήτηση είναι απαράδεκτη ενώ για τους λοιπούς αναιρεσίβλητους - συνεχίζοντες τη δίκη-κληρονόμους του 5ου αναιρεσίβλητου, που συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας, πρέπει να χωριστεί η υπόθεση και να συζητηθεί η αίτηση αναίρεσης. Σημειώνεται ότι δεν απαιτείται η κλήτευση κατά το άρθρο 81 παρ. 3 ΚΠολΔ του προσθέτως παρεμβάντος ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου Ν. Π., διότι δεν ήταν διάδικος καθόσον ως προς αυτόν απορρίφθηκε η πρόσθετη παρέμβαση με την με αρ. 32/1990 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θηβών (ως απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος) καθώς και με την με αρ. 2/2018 εν μέρει οριστική απόφαση του Εφετείου, που δίκασε επί της εφέσεως του Ελληνικού Δημοσίου και η οποία στρεφόταν και κατά του ανωτέρω προσθέτως παρεμβαίνοντος (που επέχει θέση κλήτευσής του στην κατ' έφεση δίκη) που απέρριψε την πρόσθετη παρέμβαση (ΑΠ 1341/2024,ΑΠ 1768/2023, ΑΠ 1036/2022, ΑΠ 688/2018, ΑΠ 2192/2013).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α', 287 παρ. 1 και 290 ΚΠολΔ, οι οποίες εφαρμόζονται και στην κατ' αναίρεση δίκη (άρθρ. 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η βίαιη διακοπή της δίκης, που επέρχεται με το θάνατο κάποιου διαδίκου, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί αμέσως συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 2104/2022, ΑΠ 667/2016). Για το παραδεκτό της συζήτησης πρέπει να προσκομίζονται από εκείνον που δηλώνει το θάνατο διαδίκου και τη συνέχιση της δίκης στο όνομα του, ως κληρονόμου του αποβιώσαντος, αποδεικτικά έγγραφα τόσο του θανάτου του διαδίκου, όσο και της ιδιότητας του δηλούντος τη συνέχιση ως μοναδικού εξ αδιαθέτου ή εκ διαθήκης κληρονόμου εκείνου, ώστε να βεβαιωθεί επισήμως ο θάνατος του αρχικού διαδίκου και η ιδιότητα του δηλούντος ως κληρονόμου εκείνου (ΑΠ 269/2024, ΑΠ 907/2021, ΑΠ 295/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο με αρ. πρωτοκ. ...- 2022 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του ληξιαρχείου του Δήμου Ασπροπύργου Αττικής, ο πέμπτος των αναιρεσιβλήτων Ι. Κ. του Σ. απεβίωσε στις ...-2022, ήτοι μετά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης στις 2-7-2021 και κατέλειπε μόνους εκ διαθήκης κληρονόμους του, τα τέκνα του Α. Κ. του Ι. και Σ. Κ. του Ι. όπως προκύπτει από το με αρ. ...-2022 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου Ασπροπύργου η δε διαθήκη δημοσιεύθηκε με το με αρ. 24/25-1-2023 πρακτικό δημοσίευσης του Ειρηνοδικείου Ε.. Οι ανωτέρω κληρονόμοι του 5ου αναιρεσίβλητου με δήλωση του πληρεξουσίου τους δικηγόρου Ι. Παπασταύρου, η οποία έγινε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στο ακροατήριο και καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά γνωστοποίησαν τον θάνατο του αναιρεσιβλήτου και ταυτόχρονα δήλωσαν ότι συνεχίζουν την διακοπείσα δίκη, με την ιδιότητα των κληρονόμων αυτού, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε από το αναιρεσείον (261 ΚΠολΔ). Ενόψει των ανωτέρω, νομίμως επαναλαμβάνεται μεταξύ των κληρονόμων του ως άνω αποβιώσαντος πέμπτου αναιρεσιβλήτου και του αναιρεσείοντος η προκείμενη δίκη.

Η παραπάνω αίτηση, ασκήθηκε στις 2-7-2021 νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης στις 3-7-2019 καθόσον δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

3.- Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 51 του ΕισΝΑΚ, για την απόκτηση κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος μέχρι την έναρξη ισχύος του ΑΚ (23.2.1946), εφαρμογή έχουν οι διατάξεις του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, ενώ κατά το άρθρο 64 του ΕισΝΑΚ οι διατάξεις του ΑΚ για τη χρησικτησία και τις δουλείες εφαρμόζονται από την εισαγωγή του και στη χρησικτησία που είχε αρχίσει προηγουμένως, εφόσον δεν είχε συμπληρωθεί όταν άρχισε η εφαρμογή του. Η έναρξη όμως, η αναστολή και η διακοπή της χρησικτησίας κρίνεται, ως προς το χρόνο πριν από την εισαγωγή του Κώδικα, σύμφωνα με το έως τώρα δίκαιο.

Περαιτέρω από τον συνδ. των διατάξεων των ν.8 παρ.1 κωδ. (739), ν.9 παρ.1 Βασ. (50.14) ν.1 κωδ. (7.31), 7 παρ.1.2 κωδ. (7.39) και 14 κωδ. (11.61) του προϊσχύσαντος ΒΡΔ με τις διατάξεις των άρθρων 18 και 21 του Νόμου της 21.6/37.1837 "περί διακρίσεως των δημοσίων κτημάτων", προκύπτει ότι στα δημόσια κτήματα χωρεί έκτακτη χρησικτησία όταν ασκείται νομή σ' αυτά με διάνοια κυρίου και καλή πίστη επί συνεχή τριακονταετία. Ο κύριος που απέκτησε τη νομή με καθολική ή ειδική διαδοχή, μπορεί να προσμετρήσει στον χρόνο της δικής του νομής και εκείνης των δικαιοπαρόχων του, ενώ κατά το ίδιο δίκαιο που ίσχυε πριν τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία (ν. 18, 24 παρ.1 Πανδ (41.3) παρ.9 Εισηγ.2.6) ν.2 Κωδ (7.30) Βασ. (50.1.0). Η νομή όμως αυτή θα έπρεπε να έχει συμπληρωθεί μέχρι τις 11-9-1915. Τούτο συνάγεται από τις διατάξεις του ν.ΔΞΗ'/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" και εκδόθηκαν με βάση αυτόν και το άρθρο 21 του ν.δ/τος της 22-4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" και του άρθρου 4 παρ.1 αν. 1539/1938 δυνάμει των οποίων ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Ελληνικού Δημοσίου στα κτήματά του. Άσκηση νομής κατά τις διατάξεις του βρδ. συνιστούν οι εμφανείς υλικές πράξεις πάνω στο πράγμα, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση εξουσιάσεως αυτού και οι οποίες πρέπει να είναι σύμφωνες με τη φύση και τον προορισμό του, ενώ ως καλή πίστη νοείται κατά τις διατάξεις των νόμων 27 Πανδ (18.11), 15 παρ.3, 48 Πανδ. (41.3), 11 Πανδ. (61.4), 5 παρ.5, 1 (41.10) και 109 Πανδ. (50.16) του ίδιου δικαίου, η ειλικρινής πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του πράγματος, δεν προσβάλλεται το δικαίωμα της κυριότητας άλλου πάνω σ' αυτό. Κατά την έννοια των ίδιων διατάξεων, δεν υπάρχει καλή πίστη αν ο νομέας γνωρίζει ή ασυγγνώστως αγνοεί ότι ο τίτλος στον οποίο στηρίζει το δικαίωμα του είναι ελαττωματικός.

Η καλή πίστη έπρεπε να υπάρχει κατά την έναρξη της χρησικτησίας (ΑΠ 847/2024, ΑΠ 166/2023, ΑΠ 2191/2013). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 1033, 1192, 1194 και 1198 ΑΚ, προκύπτει ότι, αποκτά κάποιος κυριότητα ακινήτου με παράγωγο τρόπο, ύστερα από συμφωνία με τον κύριο του ακινήτου ότι μετατίθεται σε αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, εφόσον η σχετική συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, επίσης, ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι, ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε.

Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, κατ' άρθρο 1051 ΑΚ (ΑΠ 1613/2023, ΑΠ 1411/2023, ΑΠ 764/2022, ΑΠ 304/2020).

Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου από τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν αμέσως παραπάνω που προβάλλονται από αυτό προς αντίκρουση της εναντίον του ασκηθείσας αναγνωριστικής ή διεκδικητικής αγωγής κυριότητας ακινήτου, αποτελούν ενστάσεις, ως γεγονότα διακωλυτικά της γένεσης του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος και όχι αιτιολογημένη άρνηση μιας τέτοιας αγωγής. Επομένως, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση των ισχυρισμών (ενστάσεων) αυτών, πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει το ενιστάμενο Ελληνικό Δημόσιο. Για τον ίδιο λόγο το Ελληνικό Δημόσιο οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει τα πραγματικό περιστατικό που θεμελιώνουν την ιστορική βάση των από τις παραπάνω διατάξεις ισχυρισμών του σε ασκηθείσα από το ίδιο αυτοτελή αίτηση, αγωγή ή κυρία παρέμβαση (ΑΠ 148/2016, ΑΠ 368/2015).

Συνακόλουθα, τις συνέπειες της αμφιβολίας του δικαστηρίου περί της βασιμότητας των ισχυρισμών αυτών φέρει το Ελληνικό Δημόσιο είτε ως εναγόμενο και ενιστάμενο (και όχι ο ενάγων), είτε ως ενάγον ή κυρίως παρεμβαίνον, ώστε, αν δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη κυριότητας ή άλλου δικαιώματος του Ελληνικού Δημοσίου, στην μεν πρώτη περίπτωση η εναντίον του αγωγή δεν θα απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη (ΑΠ 148/2016, ΑΠ 847/2013), στη δε δεύτερη περίπτωση η δική του αγωγή ή η κυρία παρέμβαση θα απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη (ΑΠ 651/2024, ΑΠ 1413/2023, ΑΠ 1866/2023, Α.Π 419/2020).

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 10/2011, ΑΠ 486/2013, ΑΠ 568/2013).

Εξ ετέρου κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως, δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 834/2013, ΑΠ 495/2013, ΑΠ 567/2013). Ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται, όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας περιέχει ελλείψεις στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και μάλιστα στην ανάλυση ή στάθμιση ή αιτιολόγηση του πορίσματος που προκύπτει απ' αυτό, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, αλλά ιδρύεται όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση της συνδρομής των όρων του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας του. Δηλαδή μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Οι παραπάνω από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναίρεσης θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ και γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 778/2024, ΑΠ 1589/2021, ΑΠ 2191/2013).

Ο, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 10 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης, ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντιστοίχου όρου του άρθρου 559 αριθμ. 8 του ίδιου Κώδικα, δηλαδή, θεωρούνται "πράγματα" οι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης νομίμως προταθέντες πραγματικοί ισχυρισμοί, θεμελιωτικοί αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως κ.λπ., όχι δε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί του διαδίκου ή τα επιχειρήματα τούτου ή τα συμπεράσματα του δικαστηρίου και των διαδίκων από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 25/2003, Ολ ΑΠ 3/1997, Ολ ΑΠ 11/1996, ΑΠ 47/2023, ΑΠ 381/2021, ΑΠ 18/2021, ΑΠ 576/2018, ΑΠ 360/2016, ΑΠ 15/2019). Σύμφωνα με την έννοια της ανωτέρω διάταξης, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικό μέσα (ΑΠ 47/2023, ΑΠ 87/2013, ΑΠ1304/2012, ΑΠ 292/2011).

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΑΠ Ολομ. 23/2008). Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΑΠ Ολομ. 8/2016, ΑΠ Ολομ. 2/2008). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται: α) ποιες είναι οι αποδείξεις που με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 688/2016, ΑΠ 2261/2014). Θεωρείται ότι το αποδεικτικό μέσο, του οποίου έγινε νόμιμη επίκληση, έχει προσκομιστεί εμπρόθεσμα, εφόσον η απόφαση δεν βεβαιώνει το αντίθετο (ΑΠ Ολομ. 2/2008). Για τον έλεγχο, όμως, της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού της αναίρεσης είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο τους, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1306/2023, ΑΠ 1932/2022, ΑΠ 204/2017, ΑΠ 12/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση επί της από 17-2-1987 αγωγής των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά του Ελληνικού Δημοσίου, περί αναγνώρισης (συγ)κυριότητος ακινήτου, εκδόθηκε η με αριθμ. 32/1990 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θηβών που δέχθηκε την αγωγή ως κατ ουσίαν βάσιμη και μετά από άσκηση από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον της από 17-4-1990 έφεσης, εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση από την επισκόπηση της οποίας (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα ακόλουθα: "Επίδικο είναι ένα πευκοδάσος εκ χαλεπίου πεύκης με τους αγρούς και τα ελαιόδενδρα που βρίσκονται σποραδικό μέσα σαυτό, το οποίο βρίσκεται στη θέση "Βαρικό", "Κοκκίνι" ή "Βορινιά - Κόκκινη" της περιφέρειας της Κοινότητας Στεφάνης Βοιωτίας, του τέως Δήμου Τανάγρας, εκτάσεως 300 στρεμμάτων περίπου και κατά πρόσφατη επιμέτρηση επιφάνειας 208,418 στρεμμάτων, όπως τούτο εμφαίνεται στο από Νοεμβρίου 1986 σχεδιάγραμμα των τοπογράφων μηχανικών Χ. Α. και Ε.Μ. με τα στοιχεία Α, Β, Γ, Δ, Ε, Ζ, Η, Θ, I, Κ, Λ, Μ, Ν, Ξ, Ο, Π, Ρ, Σ, Τ, Υ, Φ, Χ, Ψ, Ω, Α και συνορεύει ανατολικά σε μήκος πλευράς 471 (217 + 112 + 30 +33 +37 + 42) μέτρων με δάσος κληρονόμων Γ. Π. πρώην Α. Θ., δυτικά σε μήκος πλευράς μέτρων 682 (52 +104 + 15 +35 + 36 + 15 + 25 + 81 + 55 + 302 + 62) με πευκοδάσος Κ. Σ., πρώην Γ. Κ., βόρεια σε μήκος πλευράς 325 μέτρων με ρέμα Σαρανταπόταμου και πέραν αυτού με αγρούς Α. Γ. Κ. και Σ. Γ. Κ. και νότια σε μήκος πλευράς 271 μέτρων με πευκοδάσος ιδιοκτησίας της εταιρίας "ΉΤΑΝ" πρώην ιδιοκτησία των εναγόντων. Το επίδικο αποτελούσε πάντοτε δασική έκταση, καλυμμένη με πεύκα. Όλα τα πευκοδάση της περιφέρειας Δερβενοχωρίων, μεταξύ των οποίων και επίδικο, πριν την ανασύσταση του Ελληνικού Κράτους δεν αποτελούσαν ιδιοκτησία του Τουρκικού Δημοσίου ή Τούρκων υπηκόων αλλά ανήκαν ανέκαθεν, ως αποκλειστική ιδιωτική ιδιοκτησία, στους κατοίκους των Δερβενοχωρίων. Τούτο προκύπτει ιδίως από την από 4 Μαίου 1833 βεβαίωση δέκα (10) μαρτύρων που είχαν ηλικία το έτος 1833, πέραν των 70 ετών, οι οποίοι βεβαιώνουν ότι "τα χωριά Δερβενοσάλεσι, Σκούρτα, Κρόρα (ήδη Στεφάνη), Καβάσαλα και Κακονισχύρι εξ αμνημονεύτων χρόνων ήταν και είναι όλως διόλου καθολική και ανέπαφος ιδιοκτησία των κατοίκων αυτών των ιδίων χωρίων και ουδέ ίχνος ή σπιθαμή εθνικότητος δεν υπήρξε πώποτε εντός της περιφέρειας των ορίων αυτών. Τα οποία χωρία με όλην την εις αυτά ανήκουσαν γην κατά τα μέχρι σήμερον σωζόμενα και παρά πάντων φυλαττόμενα όριά των, είχον αυτοί και οι μετ'αυτών μέχρι των σημερινών απογόνων των υπό την ιδίαν αυτών εξουσίαν και κυριότητα παρ' ουδενός ενοχλούμενοι και ουδείς ποτέ εκινήθη να διασίσει την τοιαύτην ισχυρόν αυτών ιδιοκτησίαν.". Η βεβαίωση αυτή που επικυρώθηκε για τη γνησιότητα και το αυτοθέλητο των υπογραφών των ως άνω μαρτύρων από τη Δημογεροντία Θηβών την 5ηΜαίου 1833, έχει επισυναφθεί στην προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. ....1888 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Δ. Π. Η ανωτέρω δε, βεβαίωση ενισχύεται και από το βιβλίο του Γ. Δ. Τ. "Ιστορία των Θηβών και της Βοιωτίας από των αρχαιότατων χρόνων μέχρι σήμερον" (τόμος Β'), που εκδόθηκε το έτος 1928, στο οποίο αναφέρεται μεταξύ άλλων "Τα της ορεινής Τανάγρας χωρία, τα γνωστά ήδη υπό το όνομα Δερβενοχώρια: Δερβενοσάλεσι νυν Πύλαι, Κακονισχύρι νυν Πάνακτον, Καβάσαλα, Κρόρα, Σκούρτα και τα εκλείψαντα Καψοσπήτι, Τσιγκουράτι, Μαζαρέκα, έμειναν εις χείρας των κατόχων αυτών, οίτινες ενέμοντο τους αγρούς και τα δάση αυτών, ως ιδιοκτήται, διότι το δικαίωμα τούτο παρεχωρήθη αυτοίς υπό του σουλτάνου Τα Δερβενοχώρια αντιστάντα επί μακρόν εις τους Τούρκους, υπετόγησαν κατόπιν συνθήκης, κατά την οποίαν υπεχρεώθησαν να ομόσωσι πίστιν και υποταγήν εις τον σουλτόνον και να πληρώσωσι φόρον 100 γροσσίων ετησίως και εις το "άκρον του ξίφους" ως δείγμα υποταγής κατόπιν αντιστάσεως και συνθηκολογήσεως. Εις αντάλλαγμα δε της υποταγής και πληρωμής του φόρου τούτου ο σουλτάνος ανεγνώρισε του Δερβενοχωρίτας α) κυρίους και ιδιοκτήτας των γαιών και των δασών, τα οποία κατείχον και ενέμοντο, β) δικαίωμα αυτοδιοικήσεως και γ) δικαίωμα να καταρτίζωσι και διατηρώσι δι'εξόδων των σώμα εκ γηγενών μαχίμων ανδρών προς τήρησιν της τάξεως, καταπολέμησιν της ληστείας και προφύλαξιν από επιδρομών. Εν άλλαις λέξεσιν εις τα Δερβενοχώριαανεγνωρίσθη αυτονομία, διό και Ελευθεροχώρια ταύτα ωνομάζοντο και το ρηθέν σώμα πολιτοφυλακής μέχρι της επαναστάσεως του 1821 διετήρησαν.".

Συνεπώς, το επίδικο πευκοδάσος, το οποίο αποτελούσε τμήμα μεγαλύτερης έκτασης πευκοδάσους 1000 περίπου στρεμμάτων, ανήκε ως ιδιόκτητο σε ιδιώτες της Κοινότητας Στεφάνης (πρώην Κρόρα) και επί τουρκοκρατίας και δεν είχε περιέλθει σε Οθωμανούς ή στο Τουρκικό Δημόσιο. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ομοίως ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και ο περί του αντιθέτου σχετικός λόγος της έφεσης κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Το έτος 1850 ο απώτερος δικαιοπάροχος των εναγόντων Χ. Δ. Γ., επιλήφθηκε, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του πατέρα του Δ. Γ., της νομής μείζονος εκτάσεως 1000 περίπου στρεμμάτων, τμήμα της οποίας αποτελούσε το επίδικο πευκοδάσος, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου και νεμόταν έκτοτε τούτο, ασκώντας σ' αυτό όλες τις πράξεις νομής που προσιδίαζαν στη φύση του ως πευκοδάσους, μέσα στο οποίο υπήρχαν σποραδικά διάφορα άλλα δένδρα, κυρίως ελαιόδενδρα και αγροί καλλιεργήσιμοι. Ειδικότερα με διάνοια κυρίου και την ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσβάλλει τα δικαιώματα τρίτου, συνέλλεγε ρητίνη από τα πευκόδενδρα, προέβαινε σε ξύλευση, παραγωγή κάρβουνων, καλλιεργούσε τους αγρούς με δημητριακά (σιτάρι κλπ.), καλλιεργούσε τα ελαιόδενδρα και συνέλλεγε τον ελαιόκαρπο και ακόμη έβοσκε τα ποίμνιά του μέσα στο πευκοδάσος, συνεχώς μέχρι το έτος 1890, οπότε μεταβίβασε την μείζονα έκταση των 1000 στρεμμάτων συμπεριλαμβανομένου του επιδίκου στον Γ. Κ., με πώληση, δυνάμει του υπ' αριθμ. ....1890 συμβολαίου του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Ε. Γ. Α. Ο., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θηβών, στις 5.11.1903, στον τόμο 35 με αριθμό 7481. Επίσης, κατά το έτος 1880 δηλαδή πριν την ανωτέρω μεταβίβαση ο Χ. Γ. με το υπ'αριθμ. ....1880 συμβόλαιο του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδικειακού Γραμματέα Ε. Ν. Κ., παρέσχε στον Γ. Κ. το δικαίωμα να εγγράφει πρώτη υποθήκη στο ανωτέρω πευκοδάσος των 1000 στρεμμάτων, προς εξασφάλιση του δανείου που αναφέρεται στο εν λόγω συμβόλαιο ότι έλαβε από αυτόν, γεγονός από το οποίο έτι περαιτέρω συνάγεται ότι νέμονταν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη το ανωτέρω ακίνητο. Εν συνεχεία από το έτος 1890 ο Γ. Κ., νεμόταν το επίδικο και κατ' ακρίβεια το ανωτέρω μείζον ακίνητο των 1.000 περίπου στρεμμάτων με καλή πίστη και διάνοια κυρίου ασκώντας επ' αυτού τις ίδιες ως άνω πράξεις νομής μέχρι το έτος 1903, οπότε το μεταβίβασε λόγω πώλησης στην Ε. χήρα Γ. Κ. δυνάμει του υπ' αριθμ. ....1903 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ε. Β. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα, η οποία το νεμήθηκε και ακριβέστερα τη μείζονα έκταση των 1.000 περίπου στρεμμάτων, με διάνοια κυρίας και καλή πίστη συνεχώς μέχρι το έτος 1917 ασκώντας επ' αυτού τις ίδιες ως άνω πράξεις νομής και έτσι συμπληρώθηκε πριν από το έτος 1915 στο πρόσωπο της τριακονταετία με συνυπολογισμό και της νομής των δικαιοπαρόχων της Γ. Κ. και Χ. Γ.

Εξάλλου, το έτος 1917 η Ε. χήρα Γ. Κ. απεβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη και της νομής της πιο πάνω μείζονος εκτάσεως των 1.000 περίπου στρεμμάτων επιλήφθηκαν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της τα τέκνα της Α., Κ., Δ., Ι. και Σ. Κ. (πατέρας των εναγόντων) κατά ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου έκαστος, οι οποίοι συνέχισαν να νέμονται το εν λόγω ακίνητο με καλή πίστη και διάνοια συγκυριών ασκώντας επ'αυτού τις ίδιες πράξεις νομής που ασκούσε και η δικαιοπάροχος μητέρα τους. Ακολούθως τα έτη 1922 και 1924 ο άμεσος δικαιοπάροχος των εναγόντων Σ. Κ. αγόρασε από τους αδελφούς του Κ. Γ. Κ. και Α. Γ. Κ. τα μερίδια τους στο ως άνω πευκοδάσος δηλαδή ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου από καθέναν τους, δυνάμει των υπ' αριθμ. .../1922 και .../1924 αντίστοιχα συμβολαίων του συμβολαιογράφου Ε. Α. Α., που μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου του τέως Δήμου Τανάγρας. Κατόπιν των προαναφερομενών πωλήσεων ο μεν Σ. Κ. κατά ποσοστό 3/5 εξ αδιαιρέτου οι δε αδελφοί του Δ. και Ι. κατά ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου καθένας τους, συνέχισαν να νέμονται την προαναφερόμενη έκταση των 1000 περίπου στρεμμάτων συμπεριλαμβανομένου του επιδίκου, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου ασκώντας επ' αυτού τις προαναφερόμενες πράξεις νομής μέχρι το έτος 1928, οπότε κατόπιν άτυπης διανομής μεταξύ του Σ. Κ. και των ως άνω αδελφών του Δ. και Ι., ο μεν άμεσος δικαιοπάροχος των εναγόντων Σ. Κ. έλαβε το επίδικο πευκοδάσος και έκτοτε το κατείχε και το νεμόταν συνεχώς ως αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος ασκώντας σ αυτό τις ίδιες πιο πάνω πράξεις νομής που ασκούσαν και οι δικαιοπάροχοι του, μέχρι το έτος 1954 που απεβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε κατά την εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή από τη σύζυγο του Κ. χήρα Σ. Κ., που απεβίωσε το έτος 1984 χωρίς να αφήσει διαθήκη και τα τέκνα του Γ., Ι., Ε., Ε. και Κ. (ενάγοντες) και Α., που απεβίωσε το έτος 1958 χωρίς να αφήσει διαθήκη. Οι ενάγοντες αποδέχθηκαν τις επαχθείσες σε αυτούς κληρονομιές του πατρός τους και των μεταποβιωσάντων κληρονόμων του Α. Σ. Κ. και Κ. χήρας Σ. Κ., δυνάμει της υπ' αριθμ. ....1986 πράξης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Περιστεριού Αττικής Β. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θηβών στον τόμο 768 με αριθμό 65. Από το θάνατο του Σ. Κ. οι ανωτέρω κληρονόμοι του Α. Κ., Κ. Κ. και οι ενάγοντες και μετά το θάνατο των δύο πρώτων, οι ενάγοντες κατείχαν και νέμονταν το επίδικο ασκώντας επ'αυτού τις ίδιες πιο πάνω πράξεις νομής που ασκούσαν και οι δικαιοπάροχοι τους, χωρίς να ενοχληθούν από το εναγόμενο ελληνικό δημόσιο ή οποιονδήποτε τρίτο μέχρι το έτος 1983, οπότε το ελληνικό δημόσιο μετά από πλειοδοτική δημοπρασία και δυνάμει του υπ'αριθμ. ....1983 μισθωτηρίου συμβολαίου που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτού και του πλειοδότη Ν. Π. (προσθέτως παρεμβάντα) εκμίσθωσε σ αυτόν προς εκμετάλλευση λατομείο αδρανών υλικών στο επίδικο ακίνητο, αμφισβητώντας κατ' αυτό τον τρόπο την κυριότητα των εναγόντων στο επίδικο πευκοδάσος. Κατόπιν τούτων οι ενάγοντες προσέφυγαν ενώπιον του Συμβουλίου της Επικράτειας για την ακύρωση της ανωτέρω μισθωτικής σύμβασης και εν συνεχεία άσκησαν την υπό κρίση αγωγή, με την οποία ζητούν να αναγνωρισθούν κύριοι του επίδικου πευκοδάσους.

Εξάλλου, το γεγονός ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα του πευκοδάσους που περιγράφεται στα ανωτέρω συμβόλαια προκύπτει τόσο από τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης Σ. Σ. και Γ. Δ., όσο και από την από 25.5.1989 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα αρχιτέκτονα μηχανικού Λ. Π., ο οποίος μετά από επιτόπια εφαρμογή των επικαλούμενων και προσκομιζόμενων τίτλων των εναγόντων βεβαιώνει ότι το επίδικο πευκοδάσος περιλαμβάνεται στους τίτλους αυτούς, το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε όμοια ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και ο περί του αντιθέτου σχετικός λόγος της έφεσης κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Με βάση όλα όσα προεκτέθηκαν οι ενάγοντες και οι προμνημονευόμενοι δικαιοπάροχοι τους νεμόμενοι με καλή πίστη επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της τριακονταετίας, δηλαδή από το έτος 1850 μέχρι τις 11-9-1915, το επίδικο ακίνητο απέκτησαν με έκτακτη χρησικτησία την κυριότητα σε αυτό υπό τους όρους του Βυζαντινό ρωμαϊκού Δικαίου (άρθρο 51 ΕισΝΑΚ). Το Ελληνικό Δημόσιο θεωρεί το επίδικο, ως δημόσια δασική έκταση. Ωστόσο, και αν ακόμη υποτεθεί ότι αυτό (επίδικο ακίνητο), περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου (γεγονός που δεν ισχύει κατά τα προεκτεθέντα) ως διαδόχου του Οθωμανικού Κράτους ή επειδή ήταν δάσος κατά το έτος 1836, για το οποίο κανείς δεν προσκόμισε τίτλους ιδιοκτησίας εντός της προθεσμίας του άρθρου 3 του Β.Δ. της 17/29-11-1836 ή αδέσποτο κατά το έτος 1837, η κυριότητά του καταλύθηκε με έκτακτη χρησικτησία. Το Ελληνικό Δημόσιο αντιθέτως δεν αποδείχθηκε ότι νεμήθηκε το επίδικο με τις προεκτεθείσες προϋποθέσεις του βυζαντινορωμαικού δικαίου μέχρι την έναρξη του αστικού κώδικα ή επί εικοσαετία μετά την έναρξη ισχύος του τελευταίου κώδικα, ενώ από μόνες τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων ανταπόδειξης ότι το εναγόμενο διαχειρίζεται το επίδικο ως δημόσιο δάσος δεν αποδεικνύονται συγκεκριμένες πράξεις νομής του εναγομένου. Εξάλλου, το εναγόμενο - εκκαλούν ισχυρίζεται ότι το επίδικο είναι εγγεγραμμένο ως δημόσιο κτήμα στο τηρούμενο από το Δασαρχείο Θηβών βιβλίο ιδιοκτησίας δασών της επαρχίας Θηβών, πλην όμως η εγγραφή αυτή, που έγινε το έτος 1934, πέραν του ότι από το προσκομιζόμενο απόσπασμα του ως άνω βιβλίου δεν προκύπτει ότι αφορά το επίδικο, σε κάθε περίπτωση συνιστά αφανή πράξη και εφόσον δεν συνδυάζεται με εμφανείς υλικές πράξεις δεν συνιστά πράξη νομής (βλ. σχετ. ΑΠ 240/2017 Δημοσίευση Νόμος), όπως πράξη νομής δεν συνιστά και η παρουσία στο επίδικο δασοφυλάκων από το έτος 1975 και εφεξής, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι η παρουσία τους είναι επιβεβλημένη όχι μόνο σε δημόσια αλλά και σε ιδιωτικά δάση.

Περαιτέρω δε, όσον αφορά το υπ'αριθμ. ....1957 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής του Α. Σ. Κ. από τμήμα, κατά τους ισχυρισμούς του εναγομένου, του επιδίκου, πρέπει να λεχθεί αφενός ότι αυτός δεν ήταν ο μόνος κύριος αλλά συγκύριος του επιδίκου, αφετέρου ότι οι ενάγοντες και οι δικαιοπάροχοι τους τόσο πριν όσο και μετά έκδοση του ανωτέρω πρωτοκόλλου νέμονταν το επίδικο με διάνοια κυρίου.

Περαιτέρω με την υπ'αριθμ. .../1929 απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου του Υπουργείου Γεωργίας, αναγνωρίσθηκαν ως δημόσια τα δάση της περιφέρειας του χωρίου Κρόρων της επαρχίας Θηβών. Πλην όμως, όπως αναφέρεται και στην από 5.9.1989 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ως άνω πραγματογνώμονα Λ. Π., δεν προκύπτει ότι το επίδικο πευκοδάσος περιλαμβάνεται στην έκταση 40.000 στρεμμάτων που αναφέρεται στην ανωτέρω υπ'αριθμ. 44/1929 απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου Υπουργείου Γεωργίας. Ειδικότερα ο εν λόγω πραγματογνώμονας αναφέρει στην ως άνω από 5.9.1989 έκθεσή του ότι "Από την υπ'αρ. 44/1929 απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου Υπουργείου Γεωργίας την οποία έφεραν οι ενάγοντες προκύπτει ότι το ανωτέρω Δικαστήριο, που αποτελείται από υπαλλήλους του Υπουργείου Γεωργίας, έκρινε ότι το Δημόσιο διεκδικεί 40 χιλιάδες στρέμματα στην περιφέρεια Κρώρων Δερβενοχωρίων, χωρίς όμως από το περιεχόμενο να προκύπτει ότι το πευκοδάσος το αναφερόμενο στην αγωγή περιλαμβάνεται μεταξύ των 40.000 στρεμμάτων. Δεν αναφέρονται δηλαδή στην απόφαση αυτή συγκεκριμένα τμήματα, ούτε όρια ούτε άλλα στοιχεία προσδιοριστικά της ταυτότητας ώστε να μπορεί να λεχθεί ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στην άνω απόφαση. Δεν προκύπτει ακόμη ότι εξετάσθηκαν συγκεκριμένοι κάτοικοι της περιφερείας Κρώρων για συγκεκριμένα ακίνητα ιδιοκτησίας τους ή ότι το Δικαστήριο αυτό έκανε έλεγχο τίτλων, ώστε να μπορεί να διακριβωθεί αν μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται και το επίδικο". Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ότι οι ενάγοντες είναι αποκλειστικοί κύριοι, νομείς και κάτοχοι του επίδικου πευκοδάσους την οποία (κυριότητα) απέκτησαν με έκτακτη χρησικτησία που συμπληρώθηκε πριν από το έτος 1915 στο πρόσωπο της προαναφερθείσας δικαιοπαρόχου τους και αφού έκανε δεκτή την αγωγή ως και ουσιαστικά βάσιμη τους αναγνώρισε συγκυρίους, κατά ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου καθέναν τους επί του επιδίκου, δεν έσφαλε αλλά ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και οι περί του αντιθέτου σχετικοί λόγοι της έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.".
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για τις εκ του αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου, λόγω αντιφατικών αιτιολογιών, παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 3 που ορίζει ως δημόσιες γαίες μεταξύ άλλων και τα δάση και τον τρόπο παραχωρήσεως και εξουσιάσεως αυτών και 8 περί της παραχώρησης των δημοσίων γαιών σε ιδιώτες προς εξουσίαση δυνάμει ταπίων δηλωτικών της εξουσίας τους, του Οθωμανικού Νόμου περί Γαιών της 7ης Ραμαζάν 1274 (1858), υπό τις αιτιάσεις ενώ δέχεται ότι το επίδικο ακίνητο είχε ανέκαθεν δασικό χαρακτήρα , εσφαλμένα δεν εφήρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις και δέχθηκε ότι το επίδικο ουδέποτε ανήκε κατά κυριότητα στο Οθωμανικό Κράτος αλλά σε ιδιώτες και ως ιδιωτικό δάσος δεν περιήλθε στο Ελληνικό Κράτος μετά την ίδρυσή του, μη αρκούντων των βεβαιώσεων των δέκα μαρτύρων κατά το έτος 1833 και του περιεχομένου ιστορικού βιβλίου προς απόδειξη της κυριότητος των ιδιωτών επί του επιδίκου ακινήτου ενώ οποιοδήποτε δικαίωμα και αν υποτεθεί ότι παραχωρήθηκε από τον Σουλτάνο στους κατοίκους των Δερβενοχωρίων δεν παραχωρήθηκε έγκυρα μη τηρουμένων των προϋποθέσεων των παραβιασθέντων διατάξεων.
Το Εφετείο με τις παραδοχές του ότι οι ενάγοντες κατέστησαν κύριοι του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, προσμετρώντας ο καθένας στο χρόνο άσκησης της νομής από τον ίδιο και τον χρόνο άσκησης νομής του δικαιοπαρόχου του, ενώ οι απώτατοι και απώτεροι δικαιοπάροχοι τους νέμονταν αυτό με καλή πίστη επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της τριακονταετίας από το έτος 1850 μέχρι τις 11-9-1915 με προσμέτρηση του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων τους, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι οι ενάγοντες κατέστησαν κύριοι με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του Αστικού Κώδικα και οι δικαιοπάροχοι τους είχαν καταστεί κύριοι με τα προσόντα της χρησικτησίας του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου η οποία σε κάθε περίπτωση κατέλυσε τυχόν υφιστάμενο δικαίωμα κυριότητας του Δημοσίου. Ακολούθως, δεν ασκούν ουσιώδη επιρροή και δεν στηρίζουν το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα διαλαμβανόμενα στην σκεπτικό αυτής περί παραχώρησης από τον Σουλτάνο της κυριότητας επί των δασών στους κατοίκους των Δερβενοχωρίων , με συνέπεια ο ανωτέρω λόγος της αίτησης αναίρεσης να είναι αβάσιμος και κατά δύο σκέλη του, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση.

Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 10 του Κ.Πολ.Δ. ότι το Δικαστήριο δέχθηκε ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία χωρίς απόδειξη και ειδικότερα χωρίς να αποδεικνύεται τριακονταετής άσκηση νομής του επιδίκου από τους δικαιοπαρόχους των εναγόντων με συγκεκριμένες πράξεις νομής και καλή πίστη μέχρι το 1915. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι το Εφετείο δέχθηκε, όχι χωρίς απόδειξη, αλλά μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων και αναφερομένων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων (μαρτυρικές καταθέσεις, έκθεση Ειρηνοδίκη, έκθεση πραγματογνωμοσύνης και τα προσκομισθέντα μετ' επικλήσεως έγγραφα) ότι το επίδικο ακίνητο το οποίο ήταν ανέκαθεν δασικό, περιλαμβάνεται στην μείζονα έκταση των 1000 στρεμμάτων που περιήλθε στους απώτερους και απώτατους δικαιοπαρόχους των εναγόντων, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου με την άσκηση συγκεκριμένων υλικών πράξεων νομής από το 1850 έως τις 15-9-1915, με προσμέτρηση του χρόνου άσκησης νομής του δικαιοπαρόχου εκάστου νομέα στο δικό του χρόνο άσκησης νομής, χωρίς να είναι αναγκαίο να μνημονεύει από ποιό συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο σχημάτισε την κρίση του για την αλήθεια κάθε ισχυρισμού που ερεύνησε. Κατά τα λοιπό με το λόγο αυτό, υπό την επίκληση της παραπάνω αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ΑΠ 579/2024, ΑΠ 543/2018).

Με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, το αναιρεσείον προσάπτει στην απόφαση του Εφετείου την πλημμέλεια εκ του αρ. 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, υπό τις αιτιάσεις ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά στοιχεία που το ίδιο προσκόμισε με επίκληση και συγκεκριμένα τις καταθέσεις των μαρτύρων Δ. Α. και Δ. Σ., που περιέχονται στις με αρ. 51/1989 και 24/1989 εισηγητικές εκθέσεις, προς απόδειξη του γεγονότος ότι το επίδικο αποτελεί δημόσια δασική έκταση. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης και της προσβαλλόμενης απόφασης (561 αρ. 2 ΚΠολΔ), για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου του ανωτέρω λόγου, εκτός από το ότι το Δημόσιο δεν προσκομίζει τις ανωτέρω εισηγητικές εκθέσεις ούτε διαλαμβάνει για ποια δίκη λήφθηκαν αυτές σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, όπως προκύπτει από το εισαγωγικό της ελάσσονος πρότασης και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι το επίδικο ακίνητο εκτάσεως 300 στρεμμάτων αποτελεί ιδιωτική έκταση, που περιλαμβάνεται στην μείζονα έκταση των 1000 στρεμμάτων, την οποία απέκτησαν οι απώτατοι δικαιοπάροχοι τους με τα προσόντα της χρησικτησίας του βυζαντινορωμαϊκου δικαίου και ανήκει στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους, μη αποδεικνυομένων των πραγματικών περιστατικών περί άσκησης εμφανών υλικών πράξεων νομής από το Ελληνικό Δημόσιο ενώ τέτοια (πράξη νομής) δεν αποτελεί η παρουσία δασοφυλάκων η οποία είναι επιβεβλημένη και για τα ιδιωτικά δάση, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και τις καταθέσεις των μαρτύρων (σελ. 26η) που φέρονται ως "αγνοηθείσες", χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός, καθορίζοντας σύμφωνα με την αρχή της ηθικής απόδειξης (ΚΠολΔ 340) τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Με το τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσβάλλεται η απόφαση του Εφετείου για την εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, της εκ πλαγίου παραβίασης των περί χρησικτησίας του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου διατάξεων, υπό τις αιτιάσεις ότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε το Εφετείο ότι οι ενάγοντες και οι δικαιοπάροχοι τους απέκτησαν την κυριότητα επί του μείζονος ακινήτου, τμήμα του οποίου είναι και το επίδικο, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και της χρησικτησίας του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου αντίστοιχα. Από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ότι οι απώτατοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων ασκούσαν πράξεις νομής συλλέγοντας ρητίνη από τα πεύκα, προβαίνοντας σε ξύλευση δένδρων, παραγωγή κάρβουνου, σε καλλιέργεια των αγρών με δημητριακά, σε καλλιέργεια των ελαιοδένδρων και συλλογή των καρπών αυτών και με βόσκηση των ποιμνίων τους, επί του μείζονος ακινήτου -πευκοδάσους, με τα εντός αυτού υφιστάμενα διάσπαρτα ελαιόδεντρα και αγρούς, στο οποίο περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο των 300 στρεμμάτων και κατά πρόσφατη επιμέτρηση 208,418 στρεμμάτων, από το 1850 έως τις 11-9-1915 συνεχώς και αδιαλείπτως με καλή πίστη, προσμετρώντας στο χρόνο νομής τους και τον χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων τους, με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα περί κτήσεως της κυριότητας από τους ενάγοντες και τους δικαιοπαρόχους αυτών με έκτακτη χρησικτησία τόσο του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου όσον αφορά τους απώτατους δικαιοπαρόχους των εναγόντων όσο και του Αστικού Κώδικα όσον αφορά τους ενάγοντες, οι οποίοι ασκούσαν πράξεις νομής διανοία κυρίου σε ιδιωτικό ακίνητο και όχι σε δημόσιο. Επομένως ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για ευθεία παραβίαση κατ άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, του άρθρου 2 του α.ν. 1539/1938 περί περιέλευσης στο Δημόσιο των αδέσποτων και δημοσίων κτημάτων έστω και αν αυτό δεν ενήργησε επ' αυτών ουδεμία πράξη νομής, υπό τις αιτιάσεις ότι το Ελληνικό Δημόσιο πρωτοδίκως αρνήθηκε αιτιολογημένα την αγωγή ισχυριζόμενο, μεταξύ άλλων ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει στην κυριότητά του ως αδέσποτο και δεν είχε την υποχρέωση να αποδείξει τον ισχυρισμό του αυτό ως κατά πλάσμα του νόμου νομέας, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα δεν εφάρμοσε την ανωτέρω διάταξη και αξίωσε την αναφορά και απόδειξη από το Δημόσιο συγκεκριμένων πράξεων νομής. Ο παραπάνω λόγος, ο οποίος κατ' ορθή εκτίμηση του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης στηρίζει την εκ του αρ. 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της εσφαλμένης κατανομής του βάρους απόδειξης, είναι αβάσιμος διότι σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, οι ισχυρισμοί του Δημοσίου επί αναγνωριστικής της κυριότητος αγωγής ιδιωτών εναντίον του, ότι περιήλθε σ αυτό ως αδέσποτο συνιστούν ένσταση την οποία πρέπει να αποδείξει το ενιστάμενο εναγόμενο. Επομένως το Εφετείο εκτιμώντας ότι οι σχετικοί ισχυρισμοί αποτελούν ενστάσεις καταλυτικές της αγωγής και απορρίπτοντας αυτούς ως αναπόδεικτους, για τους λεπτομερώς εκτιθέμενους στην απόφασή του λόγους, δεν υπέπεσε στην νομική πλημμέλεια της εσφαλμένης επιβολής του αντικειμενικού βάρους της απόδειξης. Σε κάθε δε περίπτωση και αν ήθελε ερευνηθεί ο λόγος αυτός ως εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, εκ του λόγου ότι ο ανωτέρω ισχυρισμός ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε στο Δημόσιο ως αδέσποτο αποτελεί ένσταση ιδίας κυριότητος, τα πραγματικά περιστατικά της οποίας δεν απέδειξε το ενιστάμενο Δημόσιο, ορθά το Εφετείο δεν εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 2 του α.ν. 1539/1938 και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.

Επομένως, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων που συνεχίζουν τη δίκη ως κληρονόμοι του πέμπτου αναιρεσίβλητου, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τη δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους που περιλαμβάνεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης, τα οποία ωστόσο πρέπει να καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957, σε συνδυασμό με την 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 1-7-2021 αίτησης αναίρεσης ως προς τους πρώτο (1ο), δεύτερη (2η), τρίτη (3η), και τέταρτο (4ο) των αναιρεσιβλήτων.

Απορρίπτει την από 1-7-2021 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της με αρ. 158/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των υπεισελθόντων στη θέση του πέμπτου (5ου) των αναιρεσιβλήτων (Ι. Κ. του Σ.), Α. Κ. του Ι. και Σ. Κ. του Ι., τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Σεπτεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή