ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1505/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1505/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1505/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1505 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1505/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα-Εισηγήτρια, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 30 Απριλίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αικατερίνη Λημνιώτου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Μ. Κ. του Σ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πιτταρά, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-2019 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, και την από 15-6-2020 κύρια παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2066/2022 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5005/2023 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-1-2024 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 18-01-2024 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων υπ' αριθμ. 5005/2023 εκδοθείσα τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (εκουσίας δικαιοδοσίας), κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 10-12-2019 αίτησή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η αιτούσα και ήδη αναιρεσίβλητη, ισχυρίστηκε ότι είναι κυρία ενός οικοπέδου, που βρίσκεται στη Γλυφάδα Αττικής, το οποίο περιήλθε στην κυριότητά της με παράγωγο τρόπο, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της αποβιώσασας μητέρας της, Τ. χήρας Σ. Κ., την κληρονομιά της οποίας αποδέχθηκε δυνάμει της υπ' αριθμ. ...-2019 συμβολαιογραφικής πράξης αποδοχής κληρονομιάς. Ότι το παραπάνω ακίνητο φέρεται εσφαλμένα στα βιβλία του κτηματολογικού γραφείου Γλυφάδας με ΚΑΕΚ 05 041 12 19 003/0/0 ως "αγνώστου ιδιοκτήτη". Ζήτησε δε να διαταχθεί η διόρθωση της πρώτης εγγραφής ως προς το επίδικο γεωτεμάχιο στα οικεία κτηματολογικά βιβλία, ώστε να καταχωρηθεί το δικαίωμα πλήρους κυριότητάς της επ' αυτού σε ποσοστό 100%, αντί του εσφαλμένου "άγνωστος ιδιοκτήτης". Στα πλαίσια της ανοιγείσας δίκης, το ήδη αναιρεσείον, Ελληνικό Δημόσιο, άσκησε την από 15-06-2020 κύρια παρέμβασή του, με την οποία αντιποιήθηκε το αντικείμενο της κύριας δίκης, επικαλούμενο ίδιον δικαίωμα κυριότητας στο παραπάνω ακίνητο και ζήτησε την αναγραφή του ίδιου ως ιδιοκτήτη αυτού. Με την υπ' αριθμόν 2066/2022 απόφασή του το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δέχθηκε την αίτηση και απέρριψε την κύρια παρέμβαση. Κατά της απόφασης αυτής το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 11-10-2022 έφεση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 5005/2023 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1, Κ.Πολ.Δ.). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). O από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (ΟλΑΠ 1/1999, ΟλΑΠ 24/1992). Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που συνέχονται με τη συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχή, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, οπότε ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1099/2020, ΑΠ 563/2020).

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ), πρέπει να αναφέρονται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ποιο δηλαδή στοιχείο αναγκαίο για την επάρκειά τους λείπει και σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει (ΑΠ 825/2020, ΑΠ 31/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι διαλαμβάνει ελλιπείς αιτιολογίες για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα για τον χαρακτήρα του επιδίκου ως δασικού ή μη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι στο αναιρετήριο δεν εκτίθενται με πληρότητα, αλλά παντελώς αποσπασματικά και με επιλεκτική αναφορά, οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε τούτο ως αποδειχθέντα, για να στηρίξει τη φερόμενη ως εσφαλμένη κρίση του. Σε κάθε δε περίπτωση είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος και διότι οι περιεχόμενες σ' αυτόν αιτιάσεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων και τα αντλούμενα από τις ίδιες επιχειρήματα του δικαστηρίου της ουσίας, προκειμένου να στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), το οποίο είναι σαφές.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ.8 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο έφεσης ή αντέφεσης, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και εάν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά. Επίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 559/2020, ΑΠ 559/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο, από τον αριθμό 8β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που νομίμως προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι το επίδικο ανήκει στην κυριότητά του ως τμήμα ευρύτερης δημόσιας δασικής έκτασης. Ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι, από τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι το δικάσαν δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον ανωτέρω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και τον απέρριψε ως αβάσιμο με την παραδοχή (κατά λέξη): "Από όλα τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι η επίδικη ιδιοκτησία: α) δεν βρίσκεται σε δάσος ή δασική περιοχή και β) δεν προήλθε από καταπατηθείσα έκταση κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου". Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, 22 ν. 3693/1957).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-1-2024 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθ. 5005/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Σεπτεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή