Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1506 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1506/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα-Εισηγήτρια, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ο. Σ. του Α. συζ. Γ. Χ., κατοίκου ..., 2) Ε. Σ. του Δ., κατοίκου ..., 3) Γ. Χ. του Ι., κατοίκου ... Ο υπό στοιχείο 2 αναιρεσείων δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο διότι με την από 14-11-2024 δήλωση παραίτησης που κατέθεσε στην Γραμματεία του Αρείου Πάγου, παραιτήθηκε από το δικόγραφο της από 4-7-2022 αιτήσεως για αναίρεση της 83/2022 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Οι υπό στοιχεία 1 και 3 αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Παπαδογιάννη, και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Π. Π. του Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά, που ανακάλεσε την από 3-12-2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-7-2019 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 236/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 83/2022 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-7-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των υπό στοιχεία 1 και 3 αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296, 297 και 299 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η παραίτηση ολική ή μερική από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, για την οποία αρκεί η ύπαρξη γενικής μόνο πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο του δικηγόρου του παραιτούμενου διαδίκου (ΑΠ 2/2017), μπορεί να γίνει είτε με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά είτε με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου, πριν αρχίσει η προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, χωρίς τη συναίνεση του αναιρεσιβλήτου και την κλήτευσή του στην ορισθείσα συζήτηση, αφού αυτός και αν ακόμη είχε κληθεί και παρασταθεί, δεν θα μπορούσε να αντιταχθεί στην παραίτηση αυτή. Ως δικόγραφο νοείται κάθε έγγραφο που συντάσσεται από τον διάδικο ή το δικαστικό πληρεξούσιό του, για την πιστοποίηση των διαδικαστικών πράξεων που ενεργούν, ή από το δικαστήριο και το οποίο (έγγραφο), κατ' άρθρο 118 του ΚΠολΔ, είτε υποβάλλεται στο δικαστήριο είτε επιδίδεται από τον ένα διάδικο στον άλλο. Με βάση τα ανωτέρω, η παραίτηση από το ένδικο μέσο της αναίρεσης (δικόγραφο ή δικαίωμα) μπορεί να γίνει και με εξώδικη δήλωση του παραιτουμένου, εφόσον αυτή φέρει τα στοιχεία του άρθρου 118 ΚΠολΔ. Η νομότυπη ως άνω παραίτηση έχει ως συνέπεια ότι η αναίρεση θεωρείται πως δεν ασκήθηκε και επιφέρει αντίστοιχη, ανάλογη με το περιεχόμενο και την έκτασή της, κατάργηση της δίκης (ΑΠ 310/2023, ΑΠ 32/2022, ΑΠ 1044/2021, ΑΠ 1196/2021, ΑΠ 47/2020, ΑΠ 742/2017). Με τις παραπάνω διατάξεις ορίζονται αποκλειστικώς οι τρόποι με τους οποίους μπορεί να χωρήσει η παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα του ενδίκου μέσου και, συνεπώς, παραίτηση που έγινε με κατάθεση απλώς του σχετικού δικογράφου στο δικαστήριο, χωρίς επίδοση τούτου στον αντίδικο του παραιτουμένου, είναι ανίσχυρη, μη συνεπαγόμενη έννομα αποτελέσματα (ΟλΑΠ 1187/1981, ΑΠ 310/2023, ΑΠ 32/2022, ΑΠ 471/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει, ότι ο δεύτερος των αναιρεσειόντων, Ε. Σ. του Δ., με την από 14-11-2024 εξώδικη δήλωσή του, που επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη με την υπ' αριθ. ...-2024 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Ε. Κ., κατόπιν σχετικής έγγραφης παραγγελίας του δικηγόρου Αθηνών Δημητρίου Μανούση, παραιτήθηκε από το δικόγραφο της υπό κρίση από 04-07-2022 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 83/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Η εν λόγω εξώδικη δήλωση υπογράφεται από τον προαναφερόμενο δικηγόρο, κατόπιν ειδικής προς τούτο πληρεξουσιότητας που του χορηγήθηκε από τον ως άνω αναιρεσείοντα δυνάμει του υπ' αριθ. ...-2024 πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Σ. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, η εν λόγω παραίτηση είναι παραδεκτή, συνεπώς ως προς τον ανωτέρω αναιρεσείοντα (συνδεόμενο με το δεσμό της απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσείοντες) η ένδικη αίτηση αναίρεσης θεωρείται ως μη ασκηθείσα. Δικαστικά έξοδα δεν θα επιβληθούν σε βάρος του ως άνω παραιτηθέντος, καθόσον η αναιρεσίβλητη δεν υποβλήθηκε σε επιπλέον έξοδα εξαιτίας της παραίτησης αυτού. Με την κρινόμενη από 04-07-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 83/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η έκδοση της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης, υπήρξε αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικασίας: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας την από 02-07-2019 αγωγή της, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι είναι νομέας του σε αυτήν (αγωγή) περιγραφομένου ακινήτου και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, οι οποίοι την 18-07-2018 την απέβαλαν από τη νομή της, να της την αποδώσουν. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 236/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη. Κατά της ως άνω απόφασης ασκήθηκε έφεση από τους εναγομένους και επ' αυτής εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 83/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, με την οποία η έφεση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν. Κατά της απόφασης αυτής του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου στρέφεται η από 04-07-2022 αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999). Για την πληρότητα του άνω λόγου πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο: 1) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ120/2017, 261/2016), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία, 2) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005), έστω και κατά τρόπο συνοπτικό ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, ενώ δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης, 3) ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και 4) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή τη μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ ΑΠ 20/2005). Τέλος, η αοριστία του λόγου αυτού δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΑΠ 1265/2017, 674/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο και πέμπτο λόγους αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, χωρίς ωστόσο να αναφέρονται, ούτε κατά περιεχόμενο ούτε καν ενάριθμα, οι φερόμενες ως εκ πλαγίου παραβιασθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, ενώ εξάλλου δεν προσδιορίζεται ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και η σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, αλλά ούτε και εξειδικεύεται σε τι συνίσταται η αορίστως προβαλλόμενη αιτίαση. Επομένως, οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι ως αόριστοι. Πέραν τούτου, και πάλι όλες οι αιτιάσεις, που προβάλλονται με τους παραπάνω λόγους και αφορούν τους ουσιαστικούς ισχυρισμούς των αιτούντων, που όμως δεν έγιναν δεκτοί από το Δικαστήριο της ουσίας, την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα οποία στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, είναι απαράδεκτες, διότι υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ οι αναιρεσείοντες επιχειρούν να πλήξουν την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 αρ. 1 ΚΠολΔ), με επαναξιολόγηση των αποδείξεων και καλύτερη κατά την άποψη τους, ανάλυση του αποδεικτικού υλικού.
Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΟλΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμίας εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 469/1984), ούτε τέλος οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κ.λ.π., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της.
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος αυτός ο λόγος αναίρεσης, για παρά το νόμο μη λήψη υπόψη ισχυρισμού, πρέπει να αναφέρεται, στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, δηλαδή, τα συγκροτούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά, όπως προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας, να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του στο πρωτοβάθμιο και της επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο, όταν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και να φέρεται ποία επίδραση ασκούσε στην έκβαση της δίκης ο ισχυρισμός (ΑΠ 1459/2024).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους τρίτο, τέταρτο και έκτο λόγους της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η οποία συνίσταται στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς ωστόσο να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποια συγκεκριμένα "πράγματα" (με την έννοια που προεκτέθηκε) δεν έλαβε υπόψη του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ως εκ τούτου, οι προαναφερόμενοι λόγοι αναίρεσης, είναι αόριστοι, και απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, ενώ, κατά τα λοιπά, σημειώνεται ότι όλοι οι αναφερόμενοι ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων που περιλαμβάνονται στους αντίστοιχους λόγους αναίρεσης και για τους οποίους υποστηρίζουν ότι, καίτοι προταθέντες, δεν ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο, συνιστούν ισχυρισμούς, επιχειρήματα και συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών, και δεν αποτελούν "πράγματα", σύμφωνα και με τις προεκτεθείσες νομικές σκέψεις, και, συνεπώς, δεν θεμελιώνουν τον εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, έστω και αν είχαν προταθεί ως λόγοι έφεσης.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε ,δηλαδή, έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2006). Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ.), το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ' αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, αναφορικά με την ένδικη αγωγή προστασίας νομής, κατά το ενδιαφέρον μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
"Η ένδικη διαφορά αφορά ένα αστικό ακίνητο και συγκεκριμένα ένα οικόπεδο επιφάνειας 836,61 τ.μ., μετά των επ' αυτού κτισμάτων, το οποίο βρίσκεται εντός σχεδίου οικισμού Αγίου Νικολάου του Δήμου Δυτικής Μάνης Μεσσηνίας, στη θέση "ΓΑΡΔΙΝΑ ή ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ ή ΑΛΩΝΙ ή ΓΝΩΣΤΗ ή ΠΡΩΗΝ ΑΛΑΜΠΕΑ ή ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΕΑ", το οποίο εμφαίνεται και αποτυπώνεται στο από μηνός Μαΐου 2018 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Δ. Χ., με τα σημεία 1-2-3-4-5....17-1 και συνορεύει γύρωθεν βόρεια εν μέρει επί πλευράς 9-10 μήκους 0,50 μ., επί πλευράς 10-11 μήκους 5,25 μ., επί πλευράς 11-12 μήκους 10,34 μ. με ιδιοκτησία Α. Κ., εν μέρει επί πλευράς 12-13 μήκους 1,50 μ. με ιδιοκτησία Μ. και εν μέρει επί πλευράς 13-14 μήκους 3,34 μ., επί πλευράς 14-15 μήκους 0,67 μ., επί πλευράς 15-16 μήκους 2,70 μ, επί πλευράς 16-17 μήκους 0,29 μ. και επί πλευράς 17-1 μήκους 6,70 μ. με αναγραφόμενη ως ιδιοκτησία Γ. Σ., ανατολικά επί πλευράς 1-2 μήκους 10,50 μ., επί πλευράς 2-3 μήκους 4,90 μ., επί πλευράς 3-4 μήκους 0,88 μ., επί πλευράς 4-5 μήκους 9,01 μ. και επί πλευράς 5-6 μήκους 1,02 μ. με δημοτική οδό μέσου πλάτους 5,80 μ., νότια επί πλευράς 6-7 μήκους 34,97 μ. με ιδιοκτησία ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης και δυτικά επί πλευράς 7-8 μήκους 8,0 μ. και επί πλευράς 8-9 μήκους 14,41 μ. με δημοτική οδό μέσου πλάτους 3,10 μ. Επί του οικοπέδου αυτού έχουν ανεγερθεί δύο κτίσματα, τα οποία είναι συνενωμένα και συγκεκριμένα δύο κεραμοσκεπείς οικίες, ήτοι μία παλαιά οικία ισογείου και πρώτου ορόφου, κατασκευής 1895 περίπου και συνεχόμενα με αυτή μία οικία που ήταν τουβλόκτιστη και στη συνέχεια περί το έτος 2008-2009 κατεδαφίστηκε και στη θέση της ανεγέρθηκε πέτρινη κεραμοσκεπής οικία ισογείου και πρώτου ορόφου, το ήμισυ ενός κεραμοσκεπούς φούρνου (ψησταριάς), ένα πηγάδι, καθώς και το ήμισυ ενός πλακόστρωτου αλωνιού. Το παραπάνω ακίνητο είχε περιέλθει από κληρονομιά στον Γ. Σ. του Δ., δυνάμει της από 25/8/1977 ιδιόγραφης διαθήκης του πατρός του, Δ. Σ., νόμιμα δημοσιευθείσας με το υπ αριθμ. 207/1987 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, την οποία αποδέχθηκε με την υπ' αριθμ. ....1988 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Καλαμάτας Λ. Π. Κ., νόμιμα μεταγραφείσας στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λεύκτρου (Τ. 76 και α.α. 373). Ο Γ. Σ., απεβίωσε την ...-2017, αφήνοντας ως εγγύτερους κατά νόμο συγγενείς και μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του την ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη, Π. Π. του Μ. κατά ποσοστό 3/18 εξ αδιαιρέτου, την Ε. Π. του Μ. κατά ποσοστό 3/18 εξ αδιαιρέτου (αμφότερες θυγατέρες της προαποβιώσασας αδελφής του Α. χας Μ. Π.), την Ε. Σ., χα Α. Σ. (αδελφή του και μητέρα της πρώτης εναγομένης και ήδη εκκαλούσας, η οποία απεβίωσε την ...-2018, ήτοι μετά τον θάνατο του κληρονομουμένου Γ. Σ.) κατά 6/18 εξ αδιαιρέτου και τον δεύτερο εναγόμενο και ήδη εκκαλούντα, Ε. Σ. του Δ. (αδελφό του) κατά 6/18 εξ αδιαιρέτου (βλ. και υπ' αριθμ. 1/2018 κληρονομητήριο του Ειρηνοδικείου Καλαμάτας).
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά τον χρόνο θανάτου του Γ. Σ. (14/8/2017), αποκλειστική νομέας του ένδικου ακινήτου ήταν η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη, στην οποία αυτός είχε μεταβιβάσει με άτυπη δωρεά τη νομή. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι η νομή αποτελεί μία πραγματική κατάσταση, για δε την κτήση της αρκεί η παράδοση της χωρίς πανηγυρικό τύπο, υπό την προϋπόθεση, ότι ο παραδίδων ήταν και αυτός ο νομέας του πράγματος κατά την χρονική στιγμή της παράδοσης της.
Εν προκειμένω κατά την κρίση και του παρόντος Δικαστηρίου ο Γ. Σ. γνώριζε και αποδεχόταν επί σειρά ετών τις διάνοια κυρίου συνεχείς εμφανείς υλικές πράξεις νομής, στις οποίες σταδιακά και για μακρό χρονικό διάστημα προέβαινε η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη. Επιπλέον αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα είχε προβεί, με δικές της δαπάνες και για δικό της λογαριασμό, στις ακόλουθες (μεταξύ άλλων) αποδεδειγμένες εμφανείς υλικές πράξεις νομής επί του επιδίκου: Το έτος 2008 έδωσε εντολή στον πολιτικό μηχανικό Ν. Κ. να κατεδαφίσει την παλαιά τουβλόκτιστη οικία που υπήρχε εντός του επίδικου ακινήτου και να κατασκευάσει μια νέα πέτρινη οικία, συνεχόμενη με την παλαιά οικία κατασκευής του 1895, όπως και πράγματι έγινε (βλ. προσκομιζόμενες με επίκληση φωτογραφίες που απεικονίζουν την εν λόγω οικία προ και μετά τις εργασίες). Η ανάθεση της εντολής προς τον παραπάνω πολιτικό μηχανικό από την ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη έλαβε χώρα ενώπιον του θείου της, Γ. Σ., ο οποίος δεν αναμείχθηκε καθόλου στη συμφωνία αναφορικά με τις εργασίες και την πληρωμή του μηχανικού και των εργατών, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ....2018 ένορκη βεβαίωση του ίδιου του μηχανικού, Ν. Κ., σε συνδυασμό με τις αποδείξεις καταβολής χρημάτων και τα καταθετήρια τραπέζης προς αυτόν από την ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη με ημερομηνίες εντός του έτους 2009, τα οποία προσκομίζονται με επίκληση. Ο Ν. Κ. στην παραπάνω ένορκη βεβαίωση του αναφέρει ότι: "Ο Γ. Σ. μου μετέφερε τις εντολές της Π. Π. σχετικά με την εκτέλεση του έργου και κάποιες φορές με πλήρωνε με χρήματα που του έστελνε η Π. Π. Όταν τον ρωτούσα για κάποια αλλαγή του σχεδίου αυτός την καλούσε στο τηλέφωνο και της μετέφερε την πρόταση και στη συνέχεια με ενημέρωνε για την απόφαση της.". Επιπλέον αποδείχθηκε ότι το έτος 2008 η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη με δικές της δαπάνες αγόρασε και τοποθέτησε ηλεκτρογεννήτρια, που τοποθετήθηκε κάτω από την ως άνω οικία εντός του επιδίκου οικοπέδου, η οποία τροφοδοτεί με ρεύμα τόσο το ένδικο ακίνητο όσο και το συνορευόμενο με αυτό όμορο (μη ένδικο) ακίνητο, το οποίο είχε μεταβιβαστεί στην ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη με συμβόλαια γονικής παροχής από τη μητέρα της και επί του οποίου η ενάγουσα έχει ανεγείρει έτερη διώροφη οικία. Από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες αλλά και από όλα τα αποδεικτικά μέσα προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη με δικές της δαπάνες έχει προβεί σε πλήθος εργασιών διαμόρφωσης του περιβάλλοντος χώρου του ένδικου ακινήτου, όπως πλακοστρώσεις του αυλείου χώρου, κατασκευή τεχνητής λίμνης, πέτρινων μονοπατιών, δενδροφύτευση, ηλεκτρικές και υδραυλικές εγκαταστάσεις, ανακατασκευή του παλιού πηγαδιού, όπου έχει τοποθετήσει αντλητικό μηχάνημα για αρδευτικές ανάγκες τόσο του επίδικου οικοπέδου όσο και του δικού της όμορου ακινήτου, ο δε περιβάλλων χώρος των εν λόγω όμορων ακινήτων εμφαίνεται συνεχόμενος και ομοιόμορφος στις προσκομιζόμενες με επίκληση φωτογραφίες. Η παραπάνω ομοιομορφία των διαμορφώσεων που έχουν γίνει τόσο στο όμορο ακίνητο ιδιοκτησίας της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης όσο και στο επίδικο ενισχύει την άποψη και του παρόντος Δικαστηρίου ότι η τελευταία ήταν αποκλειστική νομέας του επιδίκου ακινήτου και προέβαινε σε διαρκείς προσιδιάζουσες στη φύση του διακατοχικές πράξεις που υποδήλωναν ότι νεμόταν με διάνοια αποκλειστικού κυρίου το επίδικο ακίνητο. Επιπλέον αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη το έτος 2012 ζήτησε και έλαβε από τον μηχανικό Ν. Κ. έγγραφη προσφορά για την ανακαίνιση της ανωτέρω αναφερομένης παλαιάς κεραμοσκεπούς οικίας επί του επίδικου ακινήτου, κτισμένης το 1895 περίπου, οπότε και της εστάλη με τηλεομοιοτυπία (φαξ) η από 6/11/2012 προσφορά, στην οποία αναγράφεται ως όνομα ιδιοκτήτη "Π. Π.", εντούτοις δεν προχώρησε τελικά στην εν λόγω ανακαίνιση (βλ. ανωτέρω ένορκη βεβαίωση Ν. Κ., σε συνδυασμό με αποσταλείσα με φαξ προσφορά, στην οποία εμφαίνεται ως ημερομηνία αποστολής η 6η/11/2012). Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη επί σειρά ετών προ του θανάτου του Γ. Σ., αλλά και κατά το μετέπειτα χρονικό διάστημα, ήταν επιφορτισμένη με τη φροντίδα, συντήρηση, περιποίηση και καθαρισμό του επίδικου ακινήτου, τόσο στο εσωτερικό χώρο των κτισμάτων όσο και του περιβάλλοντος - αυλείου χώρου, χρησιμοποιώντας δικούς της προστηθέντες εργάτες για όλες τις αναγκαίες εργασίες, τους οποίους πλήρωνε η ίδια (βλ. και υπ' αριθμ. ....2019 ένορκη βεβαίωση της F. P. και την υπ' αριθμ. ....2019 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Α. Δ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Καλαμάτας Λ. Π. - Κ.). Επιπρόσθετα αποδείχθηκε ότι κατά τα τελευταία χρόνια προ του θανάτου του, ο Γ. Σ., ο οποίος διατηρούσε ιδιαίτερα στενές σχέσεις με την ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη και την αποβιώσασα μητέρα της (αδελφή του), κατοικούσε κατά τους χειμερινούς μήνες στη νεόκτιστη οικία της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης στο όμορο του ένδικου οικοπέδου ακίνητο και μόνο κατά τους θερινούς μήνες στο ισόγειο της παλαιάς οικίας του επίδικου ακινήτου και επομένως είχε πλήρη γνώση των ανωτέρω περιγραφέντων εμφανών πράξεων νομής της ενάγουσας, τις οποίες αποδεχόταν ανεπιφύλακτα και μάλιστα την συνεπικουρούσε στην υλοποίηση τους, ενεργώντας όμως για δικό της λογαριασμό. Πρέπει να αναφερθεί ότι στην σελίδα 11 των από 15-11-2021 προτάσεων των εκκαλούντων αναφέρεται: "...ο Γ. Σ. ήταν μορφωμένος, με σπουδές στα οικονομικά, και κοινωνικά έμπειρος, έχοντας μάλιστα διατελέσει, κατά τους ενόρκως βεβαιούντες μάρτυρες της ενάγουσας, γραμματέας του τ. βασιλιά Κ., αλλά και εμπειρία στις συναλλαγές διέθετε...". Από τα ανωτέρω αναφερόμενα καθίσταται φανερό ότι ο Γ. Σ. διέθετε εμπειρία ζωής, ήταν καταρτισμένο άτομο το οποίο κατά την διάρκεια του επαγγελματικού του βίου είχε αναλάβει ιδιαίτερα σημαντική κρατική θέση ευθύνης και επομένως ήταν σε θέση να αντιληφθεί ότι η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη επί μακρού χρονικού διαστήματος ασκούσε επί του επιδίκου τις ανωτέρω περιγραφόμενες εμφανείς πράξεις νομής οι οποίες είχαν και μονιμότητα καθώς επρόκειτο για κατασκευές, ανοικοδομήσεις και εξοπλισμούς μόνιμου χαρακτήρα. Ο Γ. Σ. είχε την πνευματική ικανότητα και την κοινωνική εμπειρία να αντιληφθεί ότι η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη ανεψιά του ασκούσε πράξεις νομής με διάνοια κυρίου εντούτοις ουδέν έπραξε αποδεχόμενος την κατάσταση που είχε δημιουργηθεί παρόλο που είχε την δυνατότητα να διαμαρτυρηθεί έστω και άτυπα ζητώντας ακόμα και την αρωγή των εναγόμενων και ήδη εκκαλούντων συγγενών του με τους οποίους- όπως και οι ίδιοι αναφέρουν στις προτάσεις τους - διατηρούσε πολύ καλές σχέσεις. Δεν αποδείχθηκε όμως ότι ο Γ. Σ. με οποιοδήποτε τρόπο αντέδρασε στις εμφανείς πράξεις νομής που επί σειρά ετών ασκούσε η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη γεγονός που ενισχύει την άποψη περί ύπαρξης άτυπης δωρεά της νομής του επιδίκου ακινήτου από τον Γ. Σ. στην ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη. Μετά τον θάνατο του Γ. Σ., οι λοιποί κληρονόμοι αυτού (μεταξύ των οποίων και ο δεύτερος εναγόμενος - εκκαλών, καθώς και η πρώτη εναγόμενη - εκκαλούσα μετά τον θάνατο της μητέρας της - αρχικής συγκληρονόμου), γνώριζαν ότι η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη ήταν η αποκλειστική νομέας του ένδικου ακινήτου, καθώς και ότι είχε προβεί σε πολλές εργασίες επ' αυτού και για τον λόγο αυτό, μάλιστα, κατά τις συζητήσεις που είχαν για τη μεταξύ τους διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας του αποβιώσαντος (στις οποίες λάμβανε μέρος και ο τρίτος εναγόμενος - εκκαλών, ως σύζυγος της πρώτης εναγομένης - εκκαλούσας), δεν έφεραν αντίρρηση στην πρόταση της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης να αναγραφεί το εν λόγω ακίνητο στο δικό της μερίδιο, προκειμένου να αποκτήσει και με τους νόμιμους τύπους συμβολαιογραφικό τίτλο κυριότητας απ' αυτού, πλην όμως εν συνεχεία επήλθε διαφωνία μεταξύ των μερών αναφορικά με άλλα κληρονομιαία ακίνητα και διαρρήχθηκαν οι σχέσεις τους (βλ. και ανωμοτί κατάθεση της πρώτης εναγομένης και ήδη εκκαλούσας ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καλαμάτας στη δίκη επί της υπ' αριθμ. ....2018 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων νομής της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης, που περιλαμβάνεται στα πρακτικά της υπ' αριθμ. 3/2019 απόφασης του ως άνω Δικαστηρίου). Κατόπιν των ανωτέρω, τον Μάιο του έτους 2018, η πρώτη και δεύτερος των εναγομένων - εκκαλούντων επικαλέστηκαν για πρώτη φορά ίδια κληρονομικά δικαιώματα επί του ένδικου ακινήτου (ο μεν δεύτερος εξ αυτών ως εξ αδιαθέτου συγκληρονόμος του Γ. Σ., η δε πρώτη εξ αυτών ως εκ διαθήκης κληρονόμος της μεταποβιώσασας αρχικής συγκληρονόμου, Ε. Σ.). Αυτό είχε ως συνέπεια να ασκηθεί εκ μέρους της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης και εναντίον των δύο πρώτων των εναγομένων - εκκαλούντων η από 19-6-2018 και με αριθμό κατάθεσης 125/21.6.2018 αναγνωριστική κυριότητας αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, η οποία τους επιδόθηκε την 26-6-2018. Εκκρεμούσης της ως άνω αγωγής, την 18-7-2018, άπαντες οι εναγόμενοι και ήδη εκκαλούντες από κοινού, εισήλθαν παράνομα και αυθαίρετα στο ένδικο ακίνητο, αφαιρώντας τις κλειδαριές που υπήρχαν στις θύρες των κτισμάτων αυτού και των οποίων κλειδιά είχε κατά το χρόνο της εισβολής μόνο η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη και εν συνεχεία τοποθέτησαν νέες κλειδαριές, αποβάλλοντας με τον τρόπο αυτό παράνομα και χωρίς τη θέληση της την ενάγουσα από την αποκλειστική νομή του επίδικου ακινήτου μην επιτρέποντας έκτοτε ούτε στους προστηθέντες εργαζομένους της να εισέλθουν σε αυτό, προκειμένου να προβούν στις ανατεθείσες εκ μέρους της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης εργασίες συντήρησης, διαμόρφωσης και επισκευής του επιδίκου οι οποίες γινόντουσαν όπως προαναφέρθηκε και στο παρελθόν χωρίς να υπάρξει αντίδραση αρχικά από τον Γ. Σ. και μετά τον θάνατό του από τους εναγόμενους και ήδη εκκαλούντες. Ο ισχυρισμός των εναγόμενων και ήδη εκκαλούντων ότι δεν απέβαλαν παράνομα την ενάγουσα από το ένδικο ακίνητο, καθώς κλειδιά είχαν αρχικά όλοι οι συγκληρονόμοι ως συννομείς, τα οποία χρησιμοποιούσαν κατά τη διαμονή τους στο επίδικο, ακόμη και προ του θανάτου του Γ. Σ., ενώ μετά τον θάνατο του νέμονταν όλοι από κοινού αυτό, πλην όμως, μετά τη διάρρηξη των σχέσεων τους με την ενάγουσα, η τελευταία άλλαξε τις κλειδαριές και έτσι αναγκάστηκαν και οι ίδιοι να τις αλλάξουν εκ νέου, κρίνεται απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, καθώς η μεν πρώτη εναγομένη και ήδη εκκαλούσα, αλλά και η μητέρα της (Ε. Σ.) δεν διέμεναν ποτέ κατά τα τελευταία χρόνια στο συγκεκριμένο ακίνητο, ο δε δεύτερος εξ αυτών διέμενε σε αυτό κατά τους θερινούς μήνες, αλλά πάντα ως φιλοξενούμενος. Ο ισχυρισμός των εναγομένων και ήδη εκκαλούντων ότι η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη καθ' όλα τα προηγούμενα του θανάτου του Γ. Σ. έτη προέβαινε με δικές της δαπάνες σε εργασίες επί του επίδικου ακινήτου, όχι διάνοια κυρίας, αλλά προς όφελος του εν λόγω κληρονομιαίου περιουσιακού στοιχείου, καθώς γνώριζε ότι μετά τον θάνατο του θείου της επρόκειτο να κληθεί και η ίδια ως συγκληρονόμος κατά ποσοστό 3/18 εξ αδιαιρέτου επ' αυτού, κρίνεται ως ουσιαστικά αβάσιμος επειδή έρχεται σε αντίθεση με τα διδάγματα της κοινής πείρας καθώς η ενάγουσα η οποία έχει νομικές γνώσεις και εμπειρία ζωής δεν θα προέβαινε επί μακρό χρονικό σε δαπανηρές επενδύσεις επί ενός ακινήτου το οποίο δεν θα της ανήκε παρά μόνο σε ποσοστό 3/18 μετά το θάνατο του Γ. Σ. Οι ισχυρισμοί των εναγομένων και ήδη εκκαλούντων αναφορικά με το δικαίωμα κυριότητας επί του ένδικου ακινήτου, την κτήση ή μη αυτής από την ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθώς και την επικαλούμενη από τους εναγόμενους και ήδη εκκαλούντες επιπλέον σε σχέση με το αγωγικό αίτημα έκταση του ακινήτου αυτού, αλυσιτελώς προβάλλονται, καθώς δεν αποτελούν αντικείμενο της παρούσας δίκης, η οποία αφορά αποκλειστικά στην προσβολή του δικαιώματος της νομής της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης από τους εναγόμενους και ήδη εκκαλούντες με αποβολή από το ένδικο ακίνητο που έλαβε χώρα την 18-7-2018. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς των εναγόμενων και ήδη εκκαλούντων που αποτελούν και αντίστοιχους σχετικούς λόγους εφέσεως ότι η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη ούσα έμπειρη δικηγόρος παρόλο που έχει αποκτήσει με συμβολαιογραφική πράξη έτερα περιουσιακά στοιχεία από τη μητέρα και αδελφή της εντούτοις παρέλειψε να αποκτήσει με συμβολαιογραφική δωρεά και το επίδικο, ότι ο δωρητής Γ. Σ. δεν ήταν δυνατόν να έχει δωρίσει το επίδικο ενώ ταυτόχρονα το δήλωνε επί έτη στο Ε9 μεταξύ των περιουσιακών του στοιχείων και ότι η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη δεν έχει συμπεριλάβει στη δήλωση Ε9 της κυριότητας της το επίδικο, ότι η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη, έχει κάνει χρήση του τοπογραφικού του μηχανικού Δ. (Δ. Κ.) προκειμένου να μεταβιβάσει την έτερη παρακείμενη του επιδίκου οικία, που έχει ανεγείρει στη θυγατέρα της Α. - Μ. Μ. όπου εμφανίζεται όμορος, κατά την ΒΑ πλευρά αυτής, ιδιοκτήτης ο Γ. Σ. και ότι η όμορη αυτή ιδιοκτησία είναι το επίδικο, ότι στο υπ' αρ. ....2011 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Καλαμάτας Λ. Π.-Κ. αναγράφεται ότι το μεταβιβαζόμενο προς τη θυγατέρα της ακίνητο συνορεύει μεταξύ άλλων με το επίδικο ήτοι με ιδιοκτησία Γ. Σ., ότι ενώ δεν είχε υπάρξει δωρητήριο συμβόλαιο από τον Γ. Σ. προς την ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη, η τελευταία προέβη στην έκδοση κοινού κληρονομητηρίου με τους?αντιδίκους της με συνέπεια ό,τι υπάρχει στη μερίδα του κληρονομούμενου Γ. Σ. να ανήκει στους αναφερόμενους στο κοινό κληρονομητήριο ως κληρονόμους εξ αδιαθέτου πρέπει να αναφερθούν τα εξής: Όπως ανωτέρω έχει προαναφερθεί η νομή αποτελεί μία πραγματική κατάσταση, για δε την κτήση της αρκεί η παράδοση της χωρίς πανηγυρικό τύπο, υπό την προϋπόθεση, ότι ο παραδίδων ήταν και αυτός ο νομέας του πράγματος κατά την χρονική στιγμή της παράδοσης της.
Συνεπώς αλυσιτελώς προβάλλεται στην παρούσα δίκη ο ισχυρισμός των εναγομένων και ήδη εκκαλούντων ότι η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη δεν προχώρησε στη σύνταξη συμβολαιογραφικής πράξης για την κατοχύρωση της επίδικης άτυπης δωρεάς ενώ έπραξε το ίδιο σε άλλες περιπτώσεις γονικών παροχών προς την ίδια από την μητέρα της και από την ίδια προς την θυγατέρα της. Το γεγονός ότι η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη δεν προέβη σε σύνταξη συμβολαιογραφικής πράξης αναφορικά με την δωρεά που αφορούσε το επίδικο ακίνητο δεν συνεπάγεται την μη εκ μέρους της πραγματική κτήση της νομής αφού η κτήση της νομής μπορεί να είναι και άτυπη ως αποτέλεσμα της παραχώρησης της νομής από τον παλαιό νομέα που και σε αυτόν μπορεί να έχει περιέλθει η νομή άτυπα. Ομοίως το γεγονός ότι η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη είχε κάνει χρήση του τοπογραφικού του μηχανικού Δ. Κ. προκειμένου να μεταβιβάσει την έτερη παρακείμενη του επιδίκου οικία, που έχει ανεγείρει, στη θυγατέρα της Α.-Μ. Μ. όπου εμφανίζεται όμορος, κατά την ΒΑ πλευρά αυτής, ιδιοκτήτης ο Γ. Σ. σε ιδιοκτησία που είναι το επίδικο και ότι στο υπ' αρ. ....2011 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Καλαμάτας Λ. Π. - Κ. αναγράφεται ότι το μεταβιβαζόμενο προς τη θυγατέρα της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης ακίνητο συνορεύει μεταξύ άλλων με το επίδικο ήτοι με ιδιοκτησία Γ. Σ. δεν ασκεί επίδραση στη συνεχή φυσική εξουσίαση του επίδικου ακινήτου από την ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη που γινόταν διαχρονικά με τις προπεριγραφόμενες με διάνοια κυρίου εμφανείς πράξεις νομής επί του επιδίκου ακινήτου. Για τους ίδιους λόγους πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός λόγος έφεσης ότι η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη δεν είχε φυσική εξουσίαση με διάνοια κυρίου στο επίδικο ακίνητο επειδή δεν το δήλωνε στο έντυπο Ε9 καθώς η ύπαρξη της πραγματικής καταστάσεως της εξουσίασης με διάνοια κυρίου επί του επίδικου ακινήτου από την ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη αποδεικνύεται από τις προπεριγραφόμενες με διάνοια κυρίου εμφανείς προσιδιάζουσες στη φύση του ακινήτου διακατοχικές πράξεις της για τις οποίες ουδεμία αντίδραση υπήρχε εκ μέρους του Γ. Σ. όσο ζούσε. Το γεγονός ότι εκδόθηκε κληρονομητήριο μετά τον θάνατο του Γ. Σ. δεν ασκεί κάποια επίδραση στην ήδη και προ του θανάτου του διαμορφωθείσα πραγματική κατάσταση της εξουσιάσεως με διάνοια κυρίου του επιδίκου από την ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη καθώς το κληρονομητήριο είναι πιστοποιητικό, το οποίο παρέχεται για το κληρονομικό δικαίωμα του κληρονόμου και για τη μερίδα που του αναλογεί, όχι δε πιστοποιητικό για τα καθέκαστον στοιχεία της κληρονομιάς, εκτός αν υπάρχει διαδοχή εκ διαθήκης η οποία περιέχει διατάξεις περί εγκαταστάσεως επί δήλου ή κληροδοσίας ή καταπιστεύματος ....Κατόπιν αυτών η εκκαλουμένη απόφαση δεχόμενη ως αποδεδειγμένα τα πιο πάνω πραγματικά γεγονότα με αιτιολογία που συμπληρώνεται με την παρούσα ορθά έκανε δεκτή την από 2-7-2019 και με αριθμό κατάθεσης 146/2-7-2019 αγωγή κρίνοντάς την ως ουσιαστικά βάσιμη...". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη είναι νομέας του επιδίκου ακινήτου και ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρσείοντες προσέβαλαν τη νομή της με αποβολή που έλαβε χώρα την 18-07-2018, ακολούθως δε απέρριψε την έφεση των ήδη αναιρεσειόντων - εναγομένων κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο, κρίνοντας ομοίως, είχε δεχθεί ως βάσιμη την αγωγή της αναιρεσίβλητης για προστασία της νομής της. Οι αναιρεσείοντες, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προβάλλουν την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, επικαλούμενοι εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 368 και 1846 ΑΚ. Ο παραπάνω λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, υπό την έννοια ότι οι αναιρεσείοντες επικαλούνται την παραβίαση διατάξεων που δεν εφαρμόσθηκαν ούτε ήταν εφαρμοστέες. Κατόπιν αυτών, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Τέλος, οι πρώτη και τρίτος των αναιρεσειόντων που νικήθηκαν στη δίκη πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Θεωρεί ως μη ασκηθείσα την από 04-07-2022 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθμ. 83/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας ως προς το δεύτερο αναιρεσείοντα.
Απορρίπτει την ως άνω αναίρεση ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες.
Διατάσσει, την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του, κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης, παραβόλου.
Καταδικάζει την πρώτη και τρίτο των αναιρεσειόντων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Σεπτεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ