ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1508/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1508/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1508/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1508 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1508/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Γ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Κέκου.

Της αναιρεσίβλητης: Υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Ειδικό Εκκαθαριστή, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "PQH Ενιαία Ειδική Εκκαθάριση Ανώνυμη Εταιρεία, Ενιαίος Ειδικός Εκκαθαριστής Πιστωτικών Ιδρυμάτων", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-1-2015 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λαγκαδά και συνεκδικάστηκε με την από 7-1-2015 αίτηση του Δ. Α. του Χ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 134/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9108/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-11-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν αυτός (απολειπόμενος διάδικος) κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, προκύπτει ότι, κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, κατά τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (20-9-2024), δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο η αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία, ούτε υποβλήθηκε ως προς αυτήν δήλωση, ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης (άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Από την προσκομιζόμενη μετ'επικλήσεως, από την επισπεύδουσα τη συζήτηση της αναίρεσης αναιρεσείουσα, υπ' αριθμ. ...-2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Ε. Φ. Κ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ορισθείσα με Πράξη της Προέδρου του Δ'Πολιτικού Τμήματος (άρθρο 568 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (20-9-2024), επιδόθηκε με επιμέλειά της, νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη. Συνακόλουθα, εφόσον η τελευταία κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστεί κατά την ως άνω δικάσιμο, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.). Η κρινόμενη από 18-11-2022 (αριθμ. έκθ.κατ. 23477/2273/18-11-2022) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 9108/2022 τελεσίδικης απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επομ. του Κ.Πολ.Δ., με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 Κ.Πολ.Δ., περαιτέρω δε, νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. και 14 του Ν. 3869/2010) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα που ασκούνται μετά την 1-1-2016 σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4335/2015), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε η αναιρεσείουσα επικαλείται επίδοση αυτής (η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 8-7-2022 και η ένδικη αναίρεση κατατέθηκε στις 18-11-2022). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ.). Από τη παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι, η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Με την από 7-1-2015 (αριθμ. έκθ.. κατ. 24/30-1-2015) αίτησή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λαγκαδά, η αιτούσα, ήδη αναιρεσείουσα, επικαλούμενη έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών της προς την καθ' ης πιστώτρια ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, ήδη αναιρεσίβλητη, ζήτησε την, κατά τις διατάξεις του Ν. 3869/2010, δικαστική ρύθμιση των οφειλών της και την εξαίρεση από την εκποίηση του μοναδικού ακινήτου της, σύμφωνα με το σχέδιο που υπέβαλε, λαμβανομένης υπόψη της περιουσιακής και οικογενειακής της κατάστασης. Παράλληλα, ο σύζυγός της Δ. Α. του Χ. (μη διάδικος στην παρούσα αναιρετική δίκη), με την από 7-1-2015 αίτησή του, ενώπιον του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου, επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του προς την καθ' ης ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, ήδη αναιρεσίβλητη, ζήτησε, επίσης, την υπαγωγή του στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3869/2010, ώστε να ρυθμιστούν δικαστικά τα χρέη του με σκοπό να απαλλαγεί απ' αυτά και να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία του. Την ως άνω αίτηση απεύθηνε ο αιτών (Δ. Α.) και κατά των εγγυητών, ήτοι της συζύγου του Γ. Μ. (αναιρεσείουσας), του Δ. Μ. και της Ε. Μ. Επί των αιτήσεων, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 134/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λαγκαδά, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν αμφότερες τις αιτήσεις, κατά παραδοχή της ένστασης περί δόλιας υπεισέλευσης αυτών σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών των ληξιπρόθεσμων χρεών τους, που προέβαλε η καθ' ης, ήδη αναιρεσίβλητη. Κατά της ανωτέρω απόφασης άσκησαν εφέσεις οι αιτούντες και ειδικότερα η αναιρεσείουσα την από 22-2-2019 έφεσή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, και αφού συνεκδίκασε τις εφέσεις, εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 9108/2022 απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν τις εφέσεις, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, δεχόμενο ότι η ως άνω προβληθείσα από την καθ' ης πιστώτρια τράπεζα ένσταση δόλου είναι ουσιαστικά αβάσιμη, κράτησε και δίκασε τις ως άνω αιτήσεις της ήδη αναιρεσείουσας και του (μη διαδίκου) συζύγου της, Δ. Α., τις οποίες δέχθηκε εν μέρει, ρύθμισε τα χρέη τους με μηδενικές μηνιαίες καταβολές επί τριετία, εξαίρεσε της εκποίησης την κύρια κατοικία του αιτούντος Δ. Α., επέβαλε την υποχρέωση στον τελευταίο για τη διάσωσή της να καταβάλει μηνιαίως στην καθ'ής το ποσό των 203,61 ευρώ για 180 μήνες και διέταξε την ελεύθερη εκποίηση με τον πλέον πρόσφορο τρόπο του ανήκοντος στην αποκλειστική κυριότητα της αιτούσας, ήδη αναιρεσείουσας, ακινήτου, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της.
Συγκεκριμένα, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, το ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, αυτολεξεί αναγραφόμενα, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην προκειμένη δίκη: "Ο αιτών - εκκαλών της α' έφεσης (Δ. Α., μη διάδικος στην παρούσα δίκη), γεννηθείς το έτος 1969, είναι έγγαμος με την αιτούσα-εκκαλούσα της β' έφεσης και δεύτερη εφεσίβλητη της α' έφεσης (ήδη αναιρεσείουσα), γεννηθείσα το έτος 1976, έχουν δε και δύο τέκνα, εκ των οποίων το ένα ενήλικο (γεν. το έτος 1999) που σπουδάζει στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης στο Τμήμα Κοινωνικής Διοίκησης και Πολιτικής Επιστήμης - Πολιτικής Επιστήμης και το άλλο ανήλικο (γεν. το έτος 2009), σύμφωνα με το από 23.11.2021 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης. Ο αιτών - εκκαλών της α' έφεσης εργάστηκε από το έτος 2000 έως το έτος 2006 στην εταιρεία ΒΑVΑΚΟ, εμπορίας οικοδομικών υλικών και ειδών υγιεινής, ως υπάλληλος βαφέας και εμπειροτέχνης οικοδομικών εργασιών, έμεινε άνεργος για ένα έτος και από το έτος 2007 μέχρι το έτος 2012 εργάστηκε ως ελεύθερος επαγγελματίας σε κατασκευαστικές εργασίες κτιρίων (βλ. τις υπ' αριθμ. πρωτ. ....2007 και ....2012 αποφάσεις του ΟΑΕΕ). Από τη 14.2.2012 όμως κατέστη άνεργος μέχρι την 11,2.2019 (βλ. την από 11.2.2019 σχετική βεβαίωση ΟΑΕΔ), έκτοτε δε ασχολείται περιστασιακά με οικοδομικές εργασίες, καθώς και με τη συλλογή και πώληση χαλκού και σιδερικών. Η αιτούσα - εκκαλούσα της β' έφεσης και δεύτερη εφεσίβλητη της α' έφεσης εργάστηκε στο παρελθόν ως κοπτοράπτρια σε εταιρείες φασόν, μετέπειτα απασχολήθηκε σε αγροτικές εργασίες και έκτοτε περιστασιακά στον καθαρισμό σπιτιών, ενώ σήμερα ασχολείται με την εκμετάλλευση αμνοεριφίων. Επιπλέον, από το έτος 2008 μέχρι το έτος 2017 αποκομίζει έσοδα και από την εκμίσθωση της πατρικής της οικίας, σύμφωνα με τα κατωτέρω αναφερόμενα. Ενόψει των ανωτέρω, τα οικογενειακά εισοδήματα των αιτούντων- εκκαλούντων, όπως αποδεικνύονται από τα αντίστοιχα εκκαθαριστικά σημειώματα και φορολογικές δηλώσεις, διαμορφώθηκαν ως εξής: το οικονομικό έτος 2005 13.275,56 ευρώ για τον πρώτο από μισθούς, το οικονομικό έτος 2006 18.809,80 ευρώ μόνο για τον πρώτο από μισθούς, το οικονομικό έτος 2007 14.922,58 ευρώ μόνο για τον πρώτο από μισθούς, το οικονομικό έτος 2008 4.940,06 ευρώ για τον πρώτο από μισθούς και 2.751 ευρώ για τη δεύτερη από εκμίσθωση ακινήτων, το οικονομικό έτος 2009 138 ευρώ από εμπορικές επιχειρήσεις για τον πρώτο και 4.480,20 ευρώ για τη δεύτερη από εκμίσθωση ακινήτων, το οικονομικό έτος 2010 6.424,78 ευρώ για τον πρώτο από εμπορικές επιχειρήσεις και 4.560 ευρώ για τη δεύτερη από εκμίσθωση ακινήτων, το οικονομικό έτος 2011 1.385,84 ευρώ από εμπορικές επιχειρήσεις για τον πρώτο και 4.389 ευρώ για τη δεύτερη από εκμίσθωση ακινήτων, το οικονομικό έτος 2012 2.560,68 ευρώ για τον πρώτο από εμπορικές επιχειρήσεις και 4.218 ευρώ για τη δεύτερη από εκμίσθωση ακινήτων, το οικονομικό έτος 2013 283,33 ευρώ για τον πρώτο από εμπορικές επιχειρήσεις και 5.516,58 ευρώ για τη δεύτερη από εκμίσθωση ακινήτων και γεωργικές επιχειρήσεις, το οικονομικό έτος 2014 3.093,52 ευρώ μόνο για τη δεύτερη από εκμίσθωση ακινήτων και γεωργικές επιχειρήσεις, το φορολογικό έτος 2014 1.900 ευρώ μόνο για τη δεύτερη από εκμίσθωση ακινήτων, το φορολογικό έτος 2015 2.000 ευρώ μόνο για τη δεύτερη από εκμίσθωση ακινήτων, το φορολογικό έτος 2017 2.559,63 ευρώ μόνο για τη δεύτερη από εκμίσθωση ακινήτων και αγροτική επιχειρηματική δραστηριότητα, το φορολογικό έτος 2018 1.898,46 ευρώ μόνο για τη δεύτερη από αγροτική επιχειρηματική δραστηριότητα, το φορολογικό έτος 2019 2.596,35 ευρώ μόνο για τη δεύτερη από αγροτική επιχειρηματική δραστηριότητα και για το φορολογικό έτος 2020 4.633,55 ευρώ μόνο για τη δεύτερη από αγροτική επιχειρηματική δραστηριότητα. Σήμερα, ο αιτών- εκκαλών της α' έφεσης εσοδεύει ετησίως το ποσό των 1.800 ευρώ περίπου, ήτοι 150 ευρώ τον μήνα, ενώ η αιτούσα - εκκαλούσα της β' έφεσης και δεύτερη εφεσίβλητη της α' έφεσης αποκομίζει το ποσό των 386,19 ευρώ το μήνα από την αγροτική της δραστηριότητα (4.633,55 ευρώ : 12 μήνες), καθώς επίσης 150 ευρώ μηνιαίως από την εκμίσθωση της πατρικής οικίας της (βλ. το από 3.9.2021 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης κατοικίας), ήτοι συνολικά 536,19 ευρώ μηνιαίως. Εργάζεται όμως και η ενήλικη θυγατέρα των ανωτέρω, παράλληλα με τις σπουδές της, ως υπάλληλος σούπερ μάρκετ, με μηνιαίο μισθό 650 ευρώ (βλ. τη σχετική αναγγελία πρόσληψης). Επιπρόσθετα, ο αιτών - εκκαλών της α' έφεσης έχει στην κυριότητα του μία ισόγεια οικία στα Λαγυνά Λαγκαδά, εμβαδού 149,14 τ.μ. (κύριοι χώροι) και 17,01 τ.μ. (βοηθητικοί χώροι), έτους κατασκευής 2005, σε οικόπεδο 261 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο τελευταίο 50% (βλ. βεβαίωση δηλωθείσας περιουσιακής κατάστασης την 1.1.2021), αντικειμενικής αξίας 45.811,94 ευρώ (βλ. δήλωση ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων ΕΝΦΙΑ - πράξη διοικητικού προσδιορισμού), το οποίο αποτελεί την κύρια κατοικία της οικογένειάς του. Διαθέτει ακόμη ένα επιβατικό IX αυτοκίνητο, μάρκας ΝΙSSΑΝ ΕUROPE, τύπου ΑLΜΕΡΑ, 1498 κ.εκ., έτους 2001 (βλ. άδεια κυκλοφορίας οχήματος). Η αιτούσα - εκκαλούσα της β' έφεσης και δεύτερη εφεσίβλητη της α' έφεσης έχει στην κυριότητά της μία κατοικία α' ορόφου στα Λαγυνά - Λαγκαδά, που αποτελεί την πατρική της οικία και εκμισθώνει, σύμφωνα με τα ανωτέρω αναφερόμενα, εμβαδού 114,46 τ.μ., έτους κατασκευής 1996, σε οικόπεδο 261 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο τελευταίο 50%, καθώς επίσης δύο ακίνητα μονοετούς καλλιέργειας στο Καβαλλάρι Λαγκαδά, εμβαδού 5.712 τ.μ. και 2.902 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας σε αυτά 16,66% και 50% αντίστοιχα (βεβαίωση δηλωθείσας περιουσιακής κατάστασης την 1.1.2021). Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση των αιτήσεων, ο αιτών - εκκαλών της α' έφεσης ανέλαβε την υπ' αριθμ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου, από την οποία οφείλει το ποσό των 6.391,79 ευρώ, την υπ' αριθμ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου, από την οποία οφείλει το ποσό των 963,83 ευρώ, σύμβαση στεγαστικού δανείου, για την εκπλήρωση της οποίας εγγυήθηκαν η σύζυγός του, δεύτερη εφεσίβλητη - εκκαλούσα της β' έφεσης, καθώς και οι τρίτος και τέταρτη των εφεσίβλητων (θετοί γονείς της συζύγου του), από την οποία οφείλει το ποσό των 279.789,09 ευρώ και σύμβαση καταναλωτικού δανείου, από την οποία οφείλει το ποσό των 2.507,94 ευρώ, ήτοι οφείλει συνολικά 289.652,65 ευρώ, ενώ η αιτούσα- εκκαλούσα της β' έφεσης ανέλαβε την υπ' αριθμ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου, από την οποία οφείλει το ποσό των 963,83 ευρώ, σύμβαση στεγαστικού δανείου, με οφειλέτη τον σύζυγό της και αιτούντα - εκκαλούντα της α' έφεσης, για την εκπλήρωση της οποίας εγγυήθηκε η ίδια και οι τρίτος και τέταρτη των εφεσίβλητων της α' έφεσης - θετοί γονείς της, από την οποία οφείλει το ποσό των 279.789,09 ευρώ και σύμβαση καταναλωτικού δανείου, από την οποία οφείλει το ποσό των 2.507,94 ευρώ, ήτοι οφείλει συνολικά 283.260,86 ευρώ. Σημειώνεται ότι τα ανωτέρω δάνεια που κατά πλάσμα δικαίου θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα, υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά τον χρόνο κοινοποίησης της αίτησης, ενώ τα εμπραγμάτως εξασφαλισμένα, εν προκειμένω η σύμβαση στεγαστικού δανείου, εκτοκίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι τον χρόνο έκδοσης της οριστικής απόφασης (κατ' άρθρο 6 παρ. 3 ν. 3869/2010), δεν προσκομίζει όμως η πιστώτρια έγγραφο σχετικό για τον υπολογισμό της οφειλής κατά τον ανωτέρω χρόνο. Εκ των ανωτέρω αναφερόμενων πραγματικών περιστατικών αποδεικνύεται ότι κατά την ανάληψη του στεγαστικού δανείου, που αποτελεί τον κύριο όγκο των δανειακών τους υποχρεώσεων, το έτος 2007, οι αιτούντες - εκκαλούντες μπορούσαν να αναλάβουν τέτοια υποχρέωση, ανεξαρτήτως της επικαλούμενης, εκ μέρους τους, οικονομικής συμβολής στην οικογένειά τους τόσο των θετών γονέων της αιτούσας - εκκαλούσας (τρίτη και τέταρτος των εφεσίβλητων α' έφεσης) όσο και των φυσικών γονέων της. Μάλιστα, με αυτό το στεγαστικό δάνειο ουσιαστικά αποπλήρωσαν οφειλές στεγαστικών δανείων που είχαν λάβει νωρίτερα από την Εμπορική Τράπεζα. Οι αιτούντες - εκκαλούντες ήταν σε θέση να εξυπηρετούν τις δανειακές τους υποχρεώσεις μέχρι το έτος 2012. Λόγω της εν γένει οικονομικής κρίσης στη χώρα και ειδικότερα της κρίσης στον κατασκευαστικό τομέα που δραστηριοποιούνταν ο αιτών - εκκαλών, οι αιτούντες - εκκαλούντες περιήλθαν τότε σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών τους. Έκτοτε, δεν διαφαίνεται βελτίωση της οικονομικής τους κατάστασης, σε συνδυασμό με την περαιτέρω αύξηση του κόστους ζωής και τις οικονομικές εν γένει συνθήκες, όπως διαμορφώνονται μετά την πανδημία του κορωνοϊού covid-19. Σε κάθε περίπτωση, δεν ευθύνονται για την υπερχρέωσή τους, αφού οδηγήθηκαν στην κατάσταση αυτή ελλείψει αρχικού ή μεταγενέστερου δόλου, καθώς δεν ενήργησαν ούτε εκ των προτέρων ούτε εκ των υστέρων στρατηγικά, για να εκμεταλλευθούν την υπερχρέωσή τους και δεν επιδίωξαν ούτε προέβλεψαν ότι οδηγούνται σε αδυναμία πληρωμών αποδεχόμενοι το αποτέλεσμα των πράξεών τους.

Εξάλλου, αποδεικνύεται ότι οι δανειακές τους υποχρεώσεις δημιουργήθηκαν, κατά κύριο λόγο, προκειμένου να καλυφθούν οι στεγαστικές τους ανάγκες και όχι για να απολαύσουν επίπεδο διαβίωσης ανώτερο των οικονομικών τους δυνατοτήτων, στη δε οικία που διέθετε η αιτούσα - εκκαλούσα στεγάζονταν οι (θετοί) γονείς της, τους οποίους αποχωρίστηκε, προκειμένου να δημιουργήσει τη δική της οικογένεια.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχτηκε την ένσταση περί ύπαρξης δόλου των αιτούντων - εκκαλούντων ως προς την περιέλευση των τελευταίων σε αδυναμία πληρωμών, έσφαλε, καθώς απορριπτομένης ως ουσία αβάσιμης της ένστασης αυτής που επαναφέρει και στο παρόν Δικαστήριο η πιστώτρια, πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος έφεσης. Συνακόλουθα, πρέπει να γίνουν δεκτές κατ' ουσίαν οι υπό κρίση εφέσεις, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και να κρατηθεί η υπόθεση, ώστε να εξεταστεί στην ουσία της από το παρόν Δικαστήριο (κατ' άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 741 του ίδιου Κώδικα).

Περαιτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος που προέβαλε πρωτοδίκως η πιστώτρια και επαναλαμβάνει με τις προτάσεις της και στο παρόν Δικαστήριο, καθώς η ως άνω συμπεριφορά των αιτούντων - εκκαλούντων δεν είναι τέτοια που να μην υπάγεται στις διατάξεις του ν. 3869/2010, δεδομένου ότι άσκησαν απλώς ένα νόμιμο δικαίωμα που είχαν από τον ανωτέρω νόμο. Κατόπιν τούτου, πρέπει να υπαχθούν σε ρύθμιση οι οφειλές των αιτούντων - εκκαλούντων κατά τις διατάξεις του ν. 3869/2010 λόγω της ανυπαίτιας αδυναμίας πληρωμών, στην οποία αυτοί περιήλθαν, σύμφωνα και με τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά. Σχετικά με τις μηνιαίες δαπάνες διαβίωσης των αιτούντων - εκκαλούντων, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι δαπάνες για τροφή, ένδυση, θέρμανση κατά τους χειμερινούς μήνες, υδροδότηση, ηλεκτροδότηση, τηλεφωνική σύνδεση, μετακινήσεις, καθώς και ιατρικές δαπάνες, συνεκτιμώντας το ότι οι ανωτέρω οφείλουν να μειώσουν στο ελάχιστο τις δαπάνες του και δη μόνο στις απολύτως απαραίτητες (...), αυτές προσδιορίζονται στο ποσό των 1.200 ευρώ περίπου, για τριμελή οικογένεια (η ενήλικη κόρη, παρά τις σπουδές της, εργάζεται), δεδομένης της περαιτέρω αύξησης του κόστους διαβίωσης. Ως εκ τούτου, σε συνδυασμό με τα ανωτέρω αποδειχθέντα μηνιαία οικογενειακά εισοδήματα των αιτούντων - εκκαλούντων, ουδέν απομένει για την πληρωμή των ως άνω δανειακών τους υποχρεώσεων. Έτσι, συντρέχει νόμιμη περίπτωση ρύθμισης των οφειλών των αιτούντων-εκκαλούντων, επί τριετία, κατ' άρθρο 8 παρ. 5 του ν. 3869/2010, με μηδενικές καταβολές, από τον επόμενο της δημοσίευσης της παρούσας μήνα. Ωστόσο, εφόσον με αυτόν τον τρόπο δεν επέρχεται εξόφληση της πιστώτριας και προβάλλεται αίτημα από τον αιτούντα και ήδη εκκαλούντα περί εξαίρεσης της κύριας κατοικίας του από την εκποίηση, η ικανοποίηση του οποίου είναι υποχρεωτική για το Δικαστήριο, δεδομένου άλλωστε ότι η αντικειμενική αξία αυτής, ποσού 45.811,94 ευρώ, δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο για έγγαμο οφειλέτη με εξαρτώμενο τέκνο, συντρέχει νόμιμη περίπτωση να οριστούν μηνιαίες καταβολές για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του, κατ' άρθρο 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, όπως αυτό τροποποιήθηκε με τις διατάξεις του ν. 4161/2013 σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 5 της Υποπαραγράφου Α4 του ν. 4336/2015 και την διάταξη του άρθρο 14 παρ. 11 του ν. 4346/2015. Επομένως, θα πρέπει ο τελευταίος να καταβάλλει, δεδομένου ότι το 80% της αντικειμενικής αξίας της ανωτέρω κατοικίας ανέρχεται στο ποσό των 36.649,55 ευρώ, το ποσό των 203,61 ευρώ μηνιαίως, για περίοδο δεκαπέντε ετών (180 ισόποσες δόσεις), χωρίς την πρόβλεψη περιόδου χάριτος. Η αποπληρωμή του ποσού αυτού πρέπει να γίνει εντόκως, χωρίς ανατοκισμό, με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Κάθε μηνιαία τοκοχρεολυτική δόση θα είναι καταβλητέα εντός του πρώτου πενθημέρου εκάστου μηνός, αρχής γενομένης από τον επόμενο της δημοσίευσης της παρούσας μήνα.

Περαιτέρω, η παραπάνω ρύθμιση πρέπει να συνδυαστεί με αυτήν του άρθρου 9 παρ. 1 του ν. 3869/2010, δηλαδή με την εκποίηση της κατοικίας της απούσας- εκκαλούσας α' ορόφου στα Λαγυνά - Λαγκαδά, εμβαδού 114,46 τ.μ., έτους κατασκευής 1996, σε οικόπεδο 261 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο τελευταίο 50% (αντικειμενικής αξίας το έτος 2015 57.200 ευρώ), η εμπορική αξία της οποίας εκτιμάται στο ποσό των 70.000 ευρώ από το παρόν Δικαστήριο (100.000 ευρώ από την πιστώτρια και 50.000 ευρώ από την αιτούσα). Το ακίνητο αυτό κρίνεται ότι μπορεί και σήμερα να αποφέρει αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση της πιστώτριας, ενώ ουδόλως αποδεικνύεται ότι θα ήταν πρόσφορη, αντί της εκποίησης, η εκμίσθωση του ως άνω ακινήτου για την ικανοποίηση των απαιτήσεων της πιστώτριας. Συγκεκριμένα, για την εκποίηση του ως άνω ακινήτου πρέπει να οριστεί εκκαθαριστής από τον προβλεπόμενο στο άρθρο 371 ΚΠολΔ κατάλογο των πραγματογνωμόνων του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό, ο οποίος αφού ειδοποιηθεί από τη Γραμματεία του Δικαστηρίου με σχετική σημείωση στο αλφαβητικό ευρετήριο του άρθρου 13 του ν. 3869/2010, θα προβεί στην ελεύθερη εκποίηση του ως άνω ακινήτου κατά τον πλέον πρόσφορο τρόπο, όπως π.χ, αγγελία στο διαδίκτυο, μια προσφορά στην πιστώτρια ή οποιοδήποτε πρόσφορο μέσο κρίνει κατά την κρίση του, με ελάχιστο τίμημα το ποσό των 70.000 ευρώ και τιμή πρώτης προσφοράς ίση με το ποσό αυτό, το οποίο είτε θα καταβληθεί εφάπαξ με την υπογραφή του μεταβιβαστικού συμβολαίου, είτε θα αποτελέσει προϊόν δανείου από πιστωτικό ίδρυμα με διασφαλισμένους όρους, είτε τέλος θα πιστωθεί υπό τον όρο της διαλυτικής αίρεσης μεταβίβασης της κυριότητας μέχρι την εξόφληση αυτού. Επιπλέον, ο εν λόγω εκκαθαριστής, κατ' αναλογική εφαρμογή του άρθρου 9 του ΠτΚ, πρέπει να επιμεληθεί την εγγραφή της παραπάνω απόφασης στα αρμόδια Κτηματολόγια ή Υποθηκοφυλακεία. Στη συνέχεια, κατ' αναλογική εφαρμογή των αναφερομένων παρακάτω διατάξεων του πτωχευτικού κώδικα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 15 του ν. 3869/2010 και σε περίπτωση ανεύρεσης αγοραστή, ο οποίος θα προσφέρει το παραπάνω τίμημα και θα δύναται να τηρήσει και τους προαναφερόμενους όρους ως προς την καταβολή αυτού, θα επιμεληθεί την κατάρτιση του σχετικού συμβολαίου μεταβίβασης, στο οποίο θα συμβληθεί για λογαριασμό της απούσας - εκκαλούσας. Ακολούθως, αφού επιδώσει στο Δημόσιο είκοσι (20) τουλάχιστον ημέρες πριν την κατάρτιση του παρακάτω αναφερομένου πίνακα διανομής και προβεί στη δημοσίευση στο Δελτίο Δικαστικών δημοσιεύσεων του Ταμείου Νομικών τουλάχιστον τριάντα (30) ημέρες πριν τη σύνταξη του εν λόγω πίνακα διανομής ανακοίνωσης αφενός περί επίτευξης του σχετικού τιμήματος από την εκποίηση του εν λόγω ακινήτου αφετέρου ότι μετά την παρέλευση των παραπάνω προθεσμιών, θα προβεί στην κατάρτιση του πίνακα διανομής (άρθρο 161 ΠτΚ), ο οποίος θα τοιχοκολληθεί στο Δικαστήριο και ότι εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την εν λόγω τοιχοκόλληση θα έχουν δικαίωμα να υποβάλουν ανακοπή κατά αυτού οι πιστωτές (του άρθρου 1 παρ. 2), οι οποίοι πρέπει να ικανοποιηθούν από το τίμημα της εν λόγω εκποίησης. Στη συνέχεια, θα προβεί στην κατάρτιση του πίνακα διανομής σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 154, 155 επ. του Πτωχ. Κώδικα σε συνδυασμό με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 3869/2010 και μετά την παρέλευση της προθεσμίας των δεκαπέντε (15) ημερών από την τοιχοκόλληση στο Δικαστήριο του πίνακα διανομής, θα προβεί στη διανομή του ποσού της εκποίησης, εφόσον όμως δεν ασκηθούν ανακοπές κατ' αυτού. Προκειμένου δε να αντιμετωπιστούν τα πρώτα έξοδα της εκποίησης κρίνεται απαραίτητο από το παρόν Δικαστήριο, κατ' ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 4 του άρθρου 5 ΠτΚ, να υποχρεωθεί η αιτούσα - εκκαλούσα εντός μηνός από τη δημοσίευση της παρούσας να καταθέσει στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό των 300 ευρώ και να προσκομίσει στη συνέχεια στη Γραμματεία του Δικαστηρίου το σχετικό γραμμάτιο, το οποίο θα παραλάβει ο εκκαθαριστής μόλις αναλάβει τα καθήκοντα του. Το ποσό αυτό, μετά το επιτυχές πέρας της εκποίησης του ως άνω ακινήτου, θα αφαιρεθεί από το επιτευχθέν τίμημα και θα αποδοθεί στην πιστώτρια κατά τις διατάξεις της αναγκαστικής εκτέλεσης, μαζί με τον σχετικό πίνακα εξόδων που θα υποβάλει ο εκκαθαριστής. Με την ολοκλήρωση της μεταβίβασης θα πρέπει να γίνει άρση της υποθήκης που βαρύνει το ανωτέρω ακίνητο. Τα λοιπά, περαιτέρω, περιουσιακά στοιχεία των αιτούντων - εκκαλούντων δεν κρίνονται από το Δικαστήριο τούτο πρόσφορα προς εκποίηση στο πλαίσιο της ως άνω ρύθμισης, καθώς τα μεν περιουσιακά στοιχεία της αιτούσας - εκκαλούσας αφορούν σε ιδανικά μερίδια μεγαλύτερων ακινήτων και έχουν ελάχιστη εμπορική αξία, λαμβανομένης σε κάθε περίπτωση υπόψη και της επιβάρυνσης με τα έξοδα της διαδικασίας εκποίησης (αμοιβή εκκαθαριστή, έξοδα δημοσιεύσεων κτλ.), δεν αναμένεται δε να προκαλέσουν αγοραστικό ενδιαφέρον, αφού είναι γνωστή η απροθυμία του αγοραστικού κοινού προς απόκτηση ιδανικών μεριδίων ακινήτων, ούτε να αποφέρουν κάποιο αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση της πιστώτριας, ενώ ομοίως και το προπεριγραφόμενο αυτοκίνητο του αιτούντος - εκκαλούντος, λόγω του τύπου του και της παλαιότητάς του, δεν πρόκειται να προκαλέσει αγοραστικό ενδιαφέρον ούτε να αποφέρει κάποιο αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση της πιστώτριας, μετά την αφαίρεση και των εξόδων της σχετικής διαδικασίας. Η απαλλαγή των αιτούντων - εκκαλούντων από κάθε υφιστάμενο υπόλοιπο οφειλής έναντι των πιστωτών τους θα επέλθει σύμφωνα με τον νόμο (άρθρο 11 παρ. 1 ν. 3869/2010) μετά την κανονική εκτέλεση των υποχρεώσεων που τους επιβάλλονται με την απόφαση αυτή...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το παραπάνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν τις εφέσεις της αιτούσας, ήδη αναιρεσείουσας, και του συζύγου της (μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη) κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 134/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Λαγκαδά, που είχε κρίνει διαφορετικά και είχε δεχθεί ως κατ' ουσίαν βάσιμη την ένσταση δόλιας περιέλευσης των αιτούντων σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών των ληξιπρόθεσμων χρεών τους και εν συνεχεία, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση δέχθηκε εν μέρει την από 7-1-2015 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, καθώς και την αίτηση του συζύγου της Δ. Α. και ρύθμισε τα χρέη τους με μηδενικές μηνιαίες καταβολές επί τριετία, εξαίρεσε της εκποίησης την κύρια κατοικία του Δ. Α., ήτοι μίας ισόγειας οικίας στα Λαγυνά Λαγκαδά, εμβαδού 149,14 τ.μ. (κύριοι χώροι) και 17,01 τ.μ. (βοηθητικοί χώροι), έτους κατασκευής 2005, σε οικόπεδο 261 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο τελευταίο 50%, επιβάλλοντας σ' αυτόν την υποχρέωση για τη διάσωσή της να καταβάλει μηνιαίως επί 180 μήνες το ποσό των 203,61 ευρώ και, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα δίκη μέρος της, διέταξε, κατ'άρθρο 9 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, την ελεύθερη εκποίηση του ανήκοντος στην κυριότητα της αναιρεσείουσας ακινήτου, ήτοι μιας κατοικίας α' ορόφου στα Λαγυνά- Λαγκαδά, εμβαδού 114,46 τ.μ., έτους κατασκευής 1996, σε οικόπεδο 261 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο τελευταίο 50%, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της. Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων ..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε, πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Μετά την αντικατάστασή της με τον παραπάνω νόμο, η διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, που εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, ως εκ του χρόνου έκδοσης της απόφασης του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, στις 8-7-2022, κατά τα παρακάτω εκτιθέμενα, ορίζει ότι "φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του Ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για την ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής...". Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 2 του εν λόγω νόμου (όπως ίσχυε πριν τροποποιηθεί με το Ν. 4336/2015), "αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές... το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητούμενων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για τη ρύθμιση των οφειλών και απαλλαγή του οφειλέτη... Αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, ιδίως εκείνα από την προσωπική του εργασία, τη δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου, και σταθμίζοντας αυτά με τις βιοτικές ανάγκες του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, τον υποχρεώνει να καταβάλλει μηνιαίως και για χρονικό διάστημα τριών έως πέντε ετών (άρθρο 16 παρ. 2 Ν. 4161/2013), ορισμένο ποσό για ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών του, συμμέτρως διανεμόμενο". Με την παρ. 17 άρθρου 1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 άρθρου 2 Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α 94/14-8-2015), αντικαταστάθηκε το πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του άνω άρθρου 8 του ν. 3869/2010 και ορίστηκε ότι : "Αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο, αφού αφαιρέσει το ποσό που απαιτείται για την κάλυψη των εύλογων δαπανών διαβίωσης του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, όπως αυτές εκάστοτε προσδιορίζονται με απόφαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους δυνάμει του ν. 4224/2013 ή μέχρις ότου εκδοθεί η ανωτέρω απόφαση, όπως αυτές προσδιορίζονται στην Έρευνα Οικονομικών Προϋπολογισμών (Ε.Ο.Π.) που διενεργεί κάθε χρόνο η Ελληνική Στατιστική Υπηρεσία και στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι δαπάνες κοινωνικής ασφάλισης που βαρύνουν τον οφειλέτη, διατάσσει την καταβολή μηνιαίως, για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών, του ποσού που απομένει με βάση τα περιουσιακά στοιχεία και τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών, συμμέτρως διανεμόμενου". Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες θεσμοθετούν υπό προϋποθέσεις, τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει επαρκή ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα: Βασική προϋπόθεση για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του Ν. 3869/2010, για τη ρύθμιση των οφειλών του, είναι ότι πρέπει να βρίσκεται σε γενική και μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) αδυναμία πληρωμών, την οποία πρέπει να περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και η οποία, πάντως, δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή. Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως. Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του. Η εξόφληση των χρηματικών απαιτήσεων των πιστωτών πραγματοποιείται κατά βάση με τις μηνιαίες καταβολές του άρθρου 8 παρ. 2, για το αναφερόμενο εκεί χρονικό διάστημα, που ορίζονται από το δικαστήριο. Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται από το ένα μέρος τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και ιδίως από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (επί υπαρκτής και ενεργού) έγγαμης συμβίωσης και από το άλλο μέρος οι βιοτικές ανάγκες (όχι απλώς οι στοιχειώδεις) του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών. Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων (Α.Π. 606/2023, Α.Π. 540/2022, Α.Π. 883/2020, Α.Π. 882/2019).

Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή σύνταξης, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ. Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (Α.Π. 540/2022, Α.Π. 883/2020, Α.Π. 257/2020, ΑΠ 882/2019).

Εξάλλου, η ύπαρξη απλώς περιουσιακών στοιχείων, που είναι γενικά ρευστοποιήσιμα, δεν επηρεάζει, ούτε βελτιώνει τη ρευστότητα του οφειλέτη και τη δυνατότητα να ανταποκριθεί στα χρέη του και δεν είναι σε θέση να ανατρέψει το χαρακτηρισμό της μόνιμης αδυναμίας πληρωμών, γιατί, όπως προεκτέθηκε, η έλλειψη ρευστότητας θεμελιώνει αδυναμία πληρωμών, έστω και αν ο οφειλέτης έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως. Περαιτέρω, στο άρθρο 12 του Ν. 3869/2010 ορίζεται ότι "Τα δικαιώματα των πιστωτών έναντι συνοφειλετών ή εγγυητών του οφειλέτη, καθώς και τα δικαιώματα των εμπραγμάτως ασφαλισμένων πιστωτών επί του υπέγγυου αντικειμένου δεν θίγονται. Ο οφειλέτης απαλλάσσεται έναντι των εγγυητών, των εις ολόκληρον υπόχρεων ή άλλων δικαιούχων σε αναγωγή". Με το άρθρο 65 του Ν. 4549/2018 προστέθηκε στο εν λόγω άρθρο δεύτερο εδάφιο το οποίο, κατ` άρθρο 68 παρ. 16 αυτού, εφαρμόζεται και επί αποφάσεων ρύθμισης ή σχεδίων διευθέτησης οφειλών που δεν έχουν εκτελεστεί στο σύνολό τους κατά την έναρξη ισχύος του ίδιου νόμου, και έχει ως εξής: "Αν όμως ο εγγυητής, ο εις ολόκληρον υπόχρεος ή άλλο δικαιούχο σε αναγωγή πρόσωπο καταβάλει τόσο το τμήμα της οφειλής από την οποία ο οφειλέτης πρόκειται να απαλλαγεί κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 11 όσο και μέρος της οφειλής που περιλαμβάνεται στην απόφαση ρύθμισης του άρθρου 8 ή στο σχέδιο διευθέτησης οφειλών του άρθρου 9, τότε αυτός υποκαθίσταται αυτοδικαίως για το τελευταίο ποσό στη θέση του πιστωτή στο μέτρο και με τις προϋποθέσεις που η οφειλή αυτή έχει διαμορφωθεί δυνάμει της ρύθμισης ή του σχεδίου διευθέτησης οφειλών που επικυρώθηκε με τη δικαστική απόφαση". Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι ο οφειλέτης, στο πρόσωπο του οποίου συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, μπορεί, με αίτησή του προς το αρμόδιο δικαστήριο, να ζητήσει τη ρύθμιση των χρεών του υποβάλλοντας σχέδιο διευθέτησης των οφειλών και τα σχετικά με την περιουσιακή και εισοδηματική κατάστασή αυτού και του συζύγου του, τους πιστωτές και τις οφειλές του έγγραφα. Η αίτηση επιδίδεται και στους εγγυητές, οι οποίοι καθίστανται έτσι διάδικοι. Οι οφειλέτες και οι πιστωτές μπορούν να επιλύουν συμβιβαστικά τη διαφορά τους με την επικύρωση του σχετικού σχεδίου από τον αρμόδιο Ειρηνοδίκη, οπότε αυτό αποκτά ισχύ δικαστικού συμβιβασμού. Αν το σχέδιο του αιτούντος δεν γίνει δεκτό από τους πιστωτές, το δικαστήριο, αν κρίνει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις ρύθμισης των οφειλών του και απαλλαγής του από αυτές, αφού λάβει υπόψη του το ποσό που απαιτείται για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, προβαίνει, βάσει των περιουσιακών του στοιχείων και των πάσης φύσεως εισοδημάτων του που απομένουν, στον καθορισμό των μηνιαίων καταβολών για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών. Υπό τις οριζόμενες στο άρθρο 9 του Ν. 3869/2010 προϋποθέσεις και κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος του οφειλέτη, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την εξαίρεση από τη ρευστοποίηση της κύριας κατοικίας αυτού. Επίσης, η απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη στο πλαίσιο των ρυθμίσεων του Ν. 3869/2010, είτε κατόπιν συμβιβασμού με τους πιστωτές του είτε κατόπιν ρύθμισης αυτών με δικαστική απόφαση, ενεργεί υποκειμενικά, αφορά μόνο στο πρόσωπο του ίδιου και δεν επεκτείνεται στους εγγυητές, έναντι των οποίων οι πιστωτές διατηρούν ακέραια τα δικαιώματά τους. Οι ρυθμίσεις του Ν.3869/2010, όπως προκύπτει και από την αιτιολογική του έκθεση, έχουν ως σκοπό την αντιμετώπιση ενός ιδιαίτερα μεγάλου και οξυμένου προβλήματος της ελληνικής κοινωνίας, της υπερχρέωσης φυσικών προσώπων που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει σε μόνιμη και γενική αδυναμία αποπληρωμής των οφειλών τους, ώστε με τη ρύθμιση των οφειλών και την απαλλαγή από τα χρέη τους, να απεγκλωβιστούν από την υπερχρέωση, διασφαλίζοντας παράλληλα για τους ίδιους και τα προστατευόμενα μέλη της οικογένειάς τους ένα ελάχιστο επίπεδο οικονομικής διαβίωσης, να διατηρήσουν την κύρια κατοικία τους εξαιρώντας αυτή από τη ρευστοποίηση της περιουσίας τους και να επανακτήσουν την αγοραστική τους δύναμη προάγοντας την οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα.
Συνεπώς, κρίσιμο, για την ως άνω προστασία που καθιερώνεται στο Ν.3869/2010, είναι το πρόσωπο του οφειλέτη, στο οποίο απέβλεψε ο νομοθέτης και όχι το χρέος καθ` εαυτό, η δε προβλεπόμενη από τον εν λόγω νόμο ρύθμιση έχει αυστηρά προσωποπαγή χαρακτήρα. Έτσι, παρά την απαλλαγή, στο πλαίσιο υπαγωγής στις διατάξεις του προαναφερθέντος νόμου, του οφειλέτη από το υπόλοιπο των χρεών του ή τη μείωση αυτών, δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 851 του Α.Κ., κατά την οποία ο εγγυητής ευθύνεται για την έκταση που έχει κάθε φορά η κύρια οφειλή. Ο εγγυητής, εν προκειμένω, ευθύνεται για το αρχικώς συμφωνημένο από τον υπερχρεωμένο πρωτοφειλέτη χρέος, το ύψος του οποίου δεν επηρεάζεται ως προς τον ίδιο (τον εγγυητή) από τη ρύθμιση, ενώ αυτός δεν μπορεί να επικαλεστεί έναντι του πιστωτή την απαλλαγή ή τη μείωση της οφειλής του πρωτοφειλέτη. Επί εξόφλησης δε του χρέους του πρωτοφειλέτη, υποκαθίσταται στα δικαιώματα των πιστωτών, δικαιούμενος σε αναγωγή έναντι του πρωτοφειλέτη, μόνον, όμως, για το ποσό που ο τελευταίος υποχρεούται να καταβάλει στους πιστωτές στο πλαίσιο της ρύθμισης των χρεών του. Ο εγγυητής φυσικό πρόσωπο, μπορεί να υπαχθεί και ο ίδιος στις προστατευτικές διατάξεις του Ν. 3869/2010, εφόσον συντρέχουν στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις του άρθρου 1 παρ. 1 του νόμου αυτού. Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, σύμφωνα με την αρχική έκδοση αυτής, ορίζεται ότι <<2. Ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, εφόσον τούτο δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό. Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο ρυθμίζει την ικανοποίηση απαιτήσεων των πιστωτών μέχρι συνολικό ποσό που ανέρχεται στο ογδόντα πέντε τοις εκατό της εμπορικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας, όπως αυτή αποτιμάται από το δικαστήριο...>>. Με το άρθρο 17 παρ.1 του Ν.4161/2013,που ισχύει από 14-6-2013 (2η έκδοση του άρθρου 9 παρ.2) ΦΕΚ Α 143/14-6-2013, τροποποιήθηκε η ανωτέρω διάταξη και ορίζεται ότι << 2. Ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, εφόσον τούτο δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό. Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο ρυθμίζει την ικανοποίηση απαιτήσεων των πιστωτών σε συνολικό ποσό που μπορεί να ανέρχεται μέχρι και στο ογδόντα τοις εκατό (80%) της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας >>. Επίσης, με το ίδιο άρθρο 17 παρ.2 του Ν.4161/2013 αντικαταστάθηκε το έβδομο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 9 του Ν.3869/2010 και ορίζεται ότι << Η μη τήρηση από τον οφειλέτη των υποχρεώσεων που επιβάλλονται κατ` εφαρμογή της παραγράφου αυτής, επιτρέπει στον πιστωτή να κινήσει διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του οφειλέτη και της μοναδικής κατοικίας του. Δεν επιτρέπεται η καταγγελία της ρύθμισης της παρούσας παραγράφου αν δεν υπάρχει καθυστέρηση τεσσάρων τουλάχιστον μηνιαίων δόσεων. Αν ο οφειλέτης κατοικεί ή διαμένει σε ξένο ακίνητο και ο σύζυγος αυτού δεν διαθέτει ακίνητο, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία, τότε οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται και για το μοναδικό ακίνητο του οφειλέτη, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία.>>. Δηλαδή, με τη διάταξη αυτή ορίζεται ως αρνητική ουσιαστική προϋπόθεση για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 9 παρ. 2 ο σύζυγος του οφειλέτη να μην διαθέτει ακίνητο, που να μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία. Ακολούθησε ο νόμος 4336/2015 (3η έκδοση του άρθρου 9 παρ.2 Ν.3869/2010), που ισχύει από 14-8-2015 (ΦΕΚ Α -94/14-8-2015), ο οποίος διατήρησε την διάταξη του άρθρου 9 παρ.2, όπως είχε τροποποιηθεί με τον Ν.4161/2013 (2η έκδοση). Στη συνέχεια η διάταξη του άρθρου 9 παρ.2 Ν.3869/2010 τροποποιήθηκε εκ νέου με τον Ν.4346/2015 (4η έκδοση), που ισχύει από 1-1-2016 (ΦΕΚ Α- 152/1-1-2016) (που ενδιαφέρει την παρούσα δίκη). Ο τελευταίος αυτός νόμος (που είναι ευνοϊκότερος για τον οφειλέτη), με το άρθρο 14 παρ.10 αυτού ορίζει, ότι στο εδάφιο γ' της παραγράφου 3 του άρθρου 9 του Ν.3869/2010 οι λέξεις << και ο σύζυγος αυτού δεν διαθέτει ακίνητο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία >> διαγράφονται, ενώ η φράση <<θα χρησιμοποιηθεί ως κατοικία>> αντικαθίσταται με τη φράση <<θα χρησιμοποιηθεί ως κύρια κατοικία>>. Η ισχύς της 4ης ως άνω έκδοσης του άρθρου 9 παρ.2 Ν.3869/2010 αρχίζει, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ.11 του Ν.4346/2015, από 1-1-2016 και δεν καταλαμβάνει εκκρεμείς υποθέσεις, καθώς και αιτήσεις που έχουν κατατεθεί έως και 31-12-2015. Περαιτέρω, από τη σαφή έννοια της διάταξης του άρθρου 9 παρ.2 Ν.3869/2010, όπως ισχύει κατά την 4η έκδοση αυτού (ευνοϊκότερη),που σύμφωνα με τα κατωτέρω εκτιθέμενα αφορά την ένδικη υπόθεση, δεδομένου ότι ναι μεν η αίτηση περί υπαγωγής στον Ν.3869/2010 ασκήθηκε με την κατάθεσή της στις 30-1-2015 και συζητήθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο στις 15-3-2017, δηλαδή υπό την ισχύ του Ν.4161/2013 (αφού η αίτηση είχε ήδη κατατεθεί έως την 30-1-2015), εντούτοις η έφεση της αναιρεσείουσας, που συζητήθηκε στις 30-11-2021, έγινε δεκτή κατ' ουσίαν και συνακόλουθα, το Εφετείο έπρεπε να εφαρμόσει τον νεότερο ευμενέστερο νόμο (άρθρο 533 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), συνάγεται ότι η εξαίρεση της βεβαρημένης κύριας κατοικίας του οφειλέτη από τη ρευστοποίηση εκπορεύεται κατ` αρχήν από την ανάγκη προστασίας του υπερχρεωμένου οφειλέτη, ώστε να αποκατασταθεί γενικά η κοινωνική συνοχή (που αποτελεί πάντοτε σκοπό του τεθειμένου δικαίου), η οποία έχει διαρραγεί, λόγω του μεγάλου αριθμού ιδιωτών οφειλετών στο κοινωνικό πεδίο των συμβατικών εννόμων σχέσεων προς πιστωτικά ιδρύματα, αλλά και ειδικά, ώστε να παρασχεθεί η δυνατότητα σε έκαστο υπερχρεωμένο κοινωνό (φυσικό πρόσωπο), να αποτελέσει εκ νέου δυναμικό παράγοντα της οικονομικής - συναλλακτικής κοινωνίας. Εκπορεύεται, όμως, ειδικότερα και από την ανάγκη προστασίας της κύριας κατοικίας του από τη ρευστοποίηση, που ανάγεται και σε προστασία ως κοινωνικού αγαθού, συνταγματικά προστατευμένου ως τέτοιου, κατ` άρθρο 21 του Συντάγματος, της οικογένειας και της οικογενειακής στέγης. Συμπερασματικά, από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, ότι με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ.2 του Ν.3869/2010 παρέχεται η δυνατότητα στον οφειλέτη να υποβάλει πρόταση στο Δικαστήριο για να εξαιρεθεί η κύρια κατοικία του από την εκποίηση και αν ο οφειλέτης κατοικεί ή διαμένει σε ξένο ακίνητο [και ο σύζυγος αυτού δεν διαθέτει ακίνητο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία], οπότε τότε, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 9 ως άνω νόμου οι ανωτέρω διατάξεις εφαρμόζονται και για το μοναδικό ακίνητο του οφειλέτη που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία, η προστασία δε του ακινήτου, σύμφωνα με τα προηγούμενα, ισχύει και εφόσον ο οφειλέτης έχει την επικαρπία ή ψιλή κυριότητα ή ιδανικό μερίδιο επ' αυτών. Σημειώνεται ότι η εξαίρεση από την εκποίηση δυνατό να αφορά και άλλα ακίνητα του οφειλέτη, πλην της κύριας κατοικίας αυτού.

Η έννοια της κατοικίας, εξάλλου, παρέχεται από το άρθρο 51 Α.Κ. Στοιχείο απαραίτητο για τη συγκρότηση της κατοικίας είναι η ύπαρξη κτίσματος, αφού μόνο έτσι εξασφαλίζεται η σταθερότητα της διαμονής. Αν υπάρξει αμφισβήτηση τότε ο χαρακτηρισμός της κατοικίας ως κύριας αποτελεί αντικείμενο απόδειξης. Ο νόμος όμως επιτρέπει τη διάσωση και της δυνητικής κατοικίας, παρότι δεν χρησιμοποιείται πράγματι για κάποιους σοβαρούς λόγους, αλλά μπορεί στο μέλλον να χρησιμοποιηθεί, αρκεί να αποτελεί το μοναδικό του ακίνητο, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία (Α.Π. 486/2021, Α.Π. 632/2019). Τέλος, η διάταξη του άρθρου 1397 του Α.Κ. που ορίζει ότι "...ο γάμος δεν μεταβάλλει την περιουσιακή αυτοτέλεια των συζύγων", αναφέρεται στις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων μετά το γάμο.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τη σαφή διατύπωση της διάταξης του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, οι λόγοι αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, απαριθμούνται περιοριστικά σ` αυτή, όπως συνάγεται από τη λέξη "μόνον", η διάταξη δε αυτή είναι ειδική, ως προς τους επιτρεπομένους λόγους αναίρεσης, κατά των ως άνω αποφάσεων και συνεπώς, δεν είναι δυνατόν να προβληθεί οποιοσδήποτε άλλος λόγος αναίρεσης κατά των εν λόγω αποφάσεων και ως εκ τούτου αποκλείεται η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., που αναφέρονται στους λόγους αναίρεσης των αποφάσεων των λοιπών δικαστηρίων (Α.Π. 399/2020, Α.Π. 313/2017, Α.Π. 608/2015). Οι ανωτέρω δε λόγοι αναίρεσης του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. αντιστοιχούν προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 399/2020, Α.Π. 935/2020, Α.Π. 69/2019, Α.Π. 894/2018) και επομένως, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αποκλείεται η προβολή αναιρετικών λόγων από τους αριθμούς 3, 6, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 18 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αφού οι λόγοι αυτοί δεν περιλαμβάνονται στην, κατά τα άνω, ειδική για τις εν λόγω αποφάσεις και περιοριστική απαρίθμηση του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε, τόσο πριν όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία (άρθρο 14 του Ν. 3869/2010), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 31/2009, Ολ. ΑΠ 7/2006, ΑΠ 757/2015).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 560 αριθμός 5 Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ` όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, αίτησης, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (Α.Π. Ολ. 14/2004, Α.Π. 883/2021, Α.Π. 87/2013, Α.Π. 94/2008). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 989/2018, Α.Π. 388/2018, Α.Π. 358/2017). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε ρητά για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 25/2003, Α.Π. 883/2021, Α.Π. 98/2020, Α.Π. 172/2020, Α.Π. 250/2014), ή όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ. ΑΠ 11/1996, Α.Π. 883/2021, Α.Π. 409/2021, Α.Π. 98/2020, Α.Π. 7/2020), ή στην περίπτωση που το δικαστήριο τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε (Α.Π. 409/2021, Α.Π. 98/2020, ΑΠ 74/2019).

Εξάλλου, στις υποθέσεις που εκδικάζονται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, λόγω της εφαρμογής του ανακριτικού συστήματος, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, το οποίο καταλαμβάνει τις γνήσιες και τις μη γνήσιες υποθέσεις και ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (Α.Π. 425/2022, Α.Π. 769/2015, Α.Π. 236/2015), δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 εδάφιο α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., για την, παρά το νόμο, λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν (Α.Π. 154/2018, Α.Π. 636/2017, Α.Π. 528/2017) και, συνακόλουθα, από τον αριθμό 5 εδάφιο α' του (νέου) άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα (Α.Π. 883/2021, Α.Π. 686/2021, Α.Π. 257/2020), ιδρύεται όμως ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 5 εδάφιο β' του ίδιου άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., όταν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη "πράγματα", με την προεκτεθείσα έννοια, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης( Α.Π. 606/2023).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και ισχύει, κατ' άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του νόμου αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016, όπως είναι και η ένδικη αίτηση αναίρεσης (κατατεθείσα την 18-11-2022) "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων, στο πιο πάνω άρθρο, λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το Ν. 4335/2015 και αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Δεν υπάρχει όμως, έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Α.Π. 449/2022, Α.Π. 1351/2021, Α.Π. 805/2021, Α.Π. 508/2020, Α.Π. 151/2014, Α.Π. 1942/2013, Α.Π. 2075/2007). Η παραπάνω διάταξη δεν έχει εφαρμογή όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (A.Π. 1943/2022, Α.Π. 785/2022, Α.Π. 545/2021, Α.Π. 701/2020). Συνακόλουθα δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 681/2020, Α.Π. 508/2020, Α.Π. 632/2019, Α.Π. 174/2015, Α.Π. 198/2015). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από που προκύπτει, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" και "αντίφαση" (Ολ.ΑΠ 20/2005, Α.Π. 1059/2022, Α.Π. 510/2021, Α.Π. 1106/2020, Α.Π. 550/2017, Α.Π. 1184/2015, Α.Π. 121/2014, Α.Π. 1752/2013). Μάλιστα, δεν αρκεί η μνεία μεμονωμένων και αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη απόφαση κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (Ολ.ΑΠ 28/1998, Α.Π. 662/2022, Α.Π. 1106/2020, Α.Π. 965/2020, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 901/2010, Α.Π. 2173/2007). Με τους ανωτέρω αναιρετικούς λόγους (άρθρο 560 αριθμοί 1 και 6 Κ.Πολ.Δ.) δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 533 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε όταν δημοσιεύθηκε η πρωτόδικη απόφαση, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προκειμένου να κρίνει την ορθότητα της εκκληθείσας πρωτόδικης απόφασης, εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο της δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης και όχι τον ισχύοντα κατά την κατ' έφεση δίκη νεότερο νόμο, εκτός αν με αυτόν ορίζεται διαφορετικά ως προς την αναδρομική έναρξη της ισχύος του.

Περαιτέρω, με το άρθρο 744 του Κ.Πολ.Δ. εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 του ίδιου Κώδικα και έτσι καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, που παρέχει, όπως προαναφέρθηκε, στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και πρωτοβουλίας συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης των πραγματικών γεγονότων που ασκούν επίδραση. Η ειδική αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει τόσο τις γνήσιες όσο και τις μη γνήσιες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές, που ο νόμος παραπέμπει για εκδίκαση στην ειδική αυτή διαδικασία, λόγω της απλότητας και της συντομίας από την οποία κυριαρχείται (βλ. άρθρο 3 του ν. 3869/2010). Το ανακριτικό αυτό σύστημα ισχύει και για το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ η εξουσία του δικαστηρίου για λήψη κάθε πρόσφορου μέσου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από το νόμο και άρα είναι απεριόριστη. Εξαιτίας του ανακριτικού αυτού συστήματος δεν εφαρμόζεται στην κατ' έφεση δίκη το άρθρο 533 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., ότι δηλαδή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε όταν δημοσιεύθηκε η πρωτόδικη απόφαση, και συνεπώς το Μονομελές Πρωτοδικείο, ως Εφετείο, εφαρμόζει το νόμο που ισχύει κατά την έκδοση της δικής του απόφασης (Α.Π. 996/2023, Α.Π. 542/2022, Α.Π. 633/2018, Α.Π. 64/2017, Α.Π. 236/2015).

Στην ερευνώμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το δικάσαν, ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθμός 6 του Κ.Πολ.Δ., καθόσον διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ελλιπή, ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία ως προς ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα: α) ενώ δέχεται ότι η κατοικία της, που βρίσκεται στα Λαγυνά του Δήμου Λαγκαδά Θεσσαλονίκης, της παρέχει εισόδημα από την εκμίσθωσή της, εντούτοις, στη συνέχεια, αναφέρει επί λέξει "το ακίνητο αυτό κρίνεται ότι μπορεί και σήμερα να αποφέρει αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση της πιστώτριας, ενώ ουδόλως αποδεικνύεται ότι θα ήταν πρόσφορη αντί της εκποίησης, η εκμίσθωση του ως άνω ακινήτου για την ικανοποίηση των απαιτήσεων της πιστώτριας..." και β) εσφαλμένως διαλαμβάνει η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι ο σύζυγος της αναιρεσείουσας έχει στην κυριότητά του μια ισόγεια οικία στα Λαγυνά Λαγκαδά, εμβαδού 149,14 τ.μ., έτους κατασκευής 2005, σε οικόπεδο 261 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας 50% και η αναιρεσείουσα έχει στην κυριότητά της μια κατοικία α'ορόφου στα Λαγυνά Λαγκαδά, εμβαδού 114,46 τ.μ. έτους κατασκευής 1996, σε οικόπεδο 261 τ.μ. με ποσοστό συνιδιοκτησίας 50%, ενώ από τις βεβαιώσεις περιουσιακής κατάστασης και εκκαθαριστικών ΕΝΦΙΑ προέκυπτε ότι η τελευταία (αναιρεσείουσα) είναι αποκλειστική κυρία μιας ισόγειας οικίας 114,46 τ.μ., έτους κατασκευής 1996, ενώ ο σύζυγός της είναι κύριος μιας οικίας, α'ορόφου, 149,14 τ.μ., κατασκευής 2005, με αποτέλεσμα εσφαλμένα να τίθεται σε δημόσια εκποίηση το διαμέρισμα του α'ορόφου, εμβαδού 149,14 τ.μ., το οποίο ανήκει στο σύζυγό της (το οποίο, ως κύρια κατοικία αυτού και της οικογένειάς του, εξαιρέθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση από την εκποίηση ) και όχι στην αναιρεσείουσα και να εξαιρεθεί από την εκποίηση το ανήκον στην ίδια ισόγειο διαμέρισμα, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1, 4,8 και 9 του Ν. 3869/2010 και έτσι στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης. Με αυτά, τα οποία ανωτέρω δέχθηκε το Εφετείο και με την πληττόμενη απόφασή του, αφού ρύθμισε τα χρέη της αναιρεσείουσας με μηδενικές καταβολές προς την καθ' ης, διέταξε την ελεύθερη εκποίηση του ανήκοντος στην αποκλειστική κυριότητά της ακινήτου, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 4,8 και 9 του Ν. 3869/2010, καθόσον διέλαβε αιτιολογίες πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας των άνω διατάξεων που εφαρμόσθηκαν και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία ότι, αφού συντρέχει η αναγκαία προϋπόθεση της περιέλευσης της αναιρεσείουσας σε κατάσταση μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της, για την υπαγωγή της στις προστατευτικές διατάξεις του ανωτέρω νόμου, η εκποίηση του ακινήτου της κρίνεται απαραίτητη για την ικανοποίηση της πιστώτριας τράπεζας και συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται αναλυτικά η οικογενειακή κατάσταση της αιτούσας-αναιρεσείουσας και του έτερου αιτούντος, συζύγου της, η εργασιακή απασχόληση αυτών, τα μηνιαία και ετήσια εισοδήματα της αναιρεσείουσας καθ' όλο το χρονικό διάστημα από το έτος 2004 έως και το έτος 2020, στα οποία ρητώς συμπεριλαμβάνονται τα έσοδα από την εκμίσθωση της πατρικής της οικίας, τα ετήσια και τα μηνιαία εισοδήματα του συζύγου της κατά το ίδιο ανωτέρω χρονικό διάστημα, οι αναγκαίες μηνιαίες δαπάνες αξιοπρεπούς διαβίωσης της ιδίας και της οικογένειάς της, που περιλαμβάνει δύο τέκνα, εκ των οποίων η ενήλικη θυγατέρα τους εργάζεται, παρά τις σπουδές της, το ύψος των χρεών αυτής και ειδικά του χρέους για το οποίο ευθύνεται ως εγγυήτρια προς την αναιρεσίβλητη, η περιουσιακή κατάσταση της αναιρεσείουσας, η αρνητική σχέση ρευστότητας προς τα ληξιπρόθεσμα χρέη της και δη η ανεπάρκεια του μηνιαίου εισοδήματός της για την εξυπηρέτηση του δανείου και για την ταυτόχρονη κάλυψη των αναγκαίων δαπανών διαβίωσης της ίδιας και της οικογένειάς της και ότι αυτή (αρνητική σχέση) δεν αναμένεται να βελτιωθεί και, με βάση όλα τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά περιστατικά, το άνω Δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι η αναιρεσείουσα έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε γενική και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της προς την αναιρεσίβλητη τράπεζα και ότι συμπερασματικά, με βάση τα προεκτεθέντα, συντρέχουν στο πρόσωπό της οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010.

Καμία αντίφαση, εξάλλου, στην αιτιολογία δημιουργείται από το γεγονός ότι το δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, προκειμένου να ελέγξει αν η αναιρεσείουσα περιήλθε (χωρίς δόλο) σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών της και να αχθεί στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι υπάγεται στις διατάξεις του Ν. 3869/2010, κατά τον έλεγχο των προϋποθέσεων του άρθρου 1 του νόμου αυτού, ήτοι προκειμένου να διαπιστώσει αν η σχέση μεταξύ των πάσης φύσεως εισοδημάτων της, με τις βιοτικές ανάγκες της ίδιας και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς της, παράλληλα με την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών, είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά της δεν της επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών της και στην κάλυψη των βιοτικών της αναγκών, και, συνεπώς, ότι υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής, συνυπολόγισε στα εισοδήματά της και τα έσοδα που προέρχονταν από την εκμίσθωση του ακινήτου της, με το γεγονός ότι, στη συνέχεια, κρίνοντας επί λέξει "...το ακίνητο αυτό κρίνεται ότι μπορεί σήμερα να αποφέρει αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση της πιστώτριας, ενώ ουδόλως αποδεικνύεται ότι θα ήταν πρόσφορη, αντί της εκποίησης, η εκμίσθωση του ως άνω ακινήτου για την ικανοποίηση των απαιτήσεων της πιστώτριας...", διέταξε την ελεύθερη εκποίηση αυτού.

Περαιτέρω, η ταυτότητα του ακινήτου της, του οποίου κρίθηκε απαραίτητη η εκποίηση, που από προφανή παραδρομή, εσφαλμένα, στο σκεπτικό και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης περιγράφεται ως κατοικία α'ορόφου, αντί κατοικία ισογείου, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, θα διαπιστωθεί κατά τη διαδικασία της ελεύθερης εκποίησης αυτού και ειδικότερα από τον τίτλο κτήσης του και τα λοιπά έγγραφα που θα προσκομισθούν κατά τη διαδικασία της μεταβίβασής του. Επομένως, ο ως άνω λόγος, κατά το οικείο σκέλος του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με το δεύτερο σκέλος του ως άνω αναιρετικού λόγου, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 5 εδ. β'του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του τη, νομίμως ληφθείσα, υπ' αριθμ. .../2021 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρά της Χ. Κ., ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, την οποία προσκόμισε μετ' επικλήσεως ενώπιον του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, από την οποία προέκυπτε ότι μισθώνει τη μοναδική της κατοικία με μηνιαίο μίσθωμα 300 ευρώ και όχι 150 ευρώ, όπως δέχθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, πρωτίστως, ως απαράδεκτος, καθώς, σύμφωνα και με την προηγηθείσα νομική σκέψη, δεν αποτελούν "πράγματα" τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα. Αλλά και με την εκδοχή ότι πρόκειται για αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 11 εδάφ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., επειδή αυτός αναφέρεται και σε μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση από τον αναιρεσείοντα, και πάλι αυτός είναι απαράδεκτος, κατά το οικείο σκέλος του, διότι ο λόγος αυτός δεν μπορεί να προβληθεί κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς η απαρίθμηση των λόγων αναίρεσης του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. είναι, όπως συνάγεται και από τη λέξη "μόνο", περιοριστική και σ' αυτούς δεν περιλαμβάνεται ο από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος.

Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8,9,12 του Ν. 3869/2010, 1397 Α.Κ., 1,4,17 Συντάγματος, καθόσον, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, θα έπρεπε παράλληλα με τη ρύθμιση των οφειλών της έναντι της καθ' ης πιστώτριας τράπεζας, σύμφωνα με το άρθρο 8 του Ν. 3869/2010, να εξαιρεθεί η ιδιόκτητη και δυνητική κύρια κατοικία της από την εκποίηση κατά το άρθρο 9 παρ. 2 του ίδιου νόμου, όπως ισχύει. Από την παραδεκτή (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της από 7-1-2015 αίτησης της αναιρεσείουσας ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λαγκαδά, προκύπτει ότι αυτή με την επίκληση ότι "επιθυμώ να διατηρήσω και να προστατεύσω την κύρια κατοικία μου από τη ρευστοποίηση για την ικανοποίηση των πιστωτών μου, ήτοι μια κατοικία, 114,46 τ.μ., που βρίσκεται σε οικόπεδο επιφανείας 261,00 τ.μ., επί του οποίου διαθέτω κυριότητα, ποσοστού 50%, στο Δημοτικό Διαμέρισμα Λαγυνών, του Δήμου Λαγκαδά, του Νομού Θεσσαλονίκης, έτους κατασκευής 1996, επί της οποίας διαθέτω κυριότητα ποσοστού 100%", ζήτησε να εξαιρεθεί από την εκποίηση της περιουσίας της για την ικανοποίηση των πιστωτών της το παραπάνω ακίνητο. Το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, αναφορικά με το ζήτημα της εξαίρεσης από την ρευστοποίηση της κύριας κατοικίας της αιτούσας και ήδη αναιρεσείουσας, αφού δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του, ότι :1) η αναιρεσείουσα οφείλει στην καθ'ης η αίτηση- αναιρεσίβλητη, από σύμβαση καταναλωτικού δανείου το ποσό των 963,83 ευρώ, από σύμβαση στεγαστικού δανείου με οφειλέτη το σύζυγό της, για την εκπλήρωση της οποίας εγγυήθηκε η ίδια και οι θετοί γονείς της, το ποσό των 279.789,09 ευρώ και από σύμβαση καταναλωτικού δανείου το ποσό των 2.507,94 ευρώ, ήτοι οφείλει συνολικά 283.260,86 ευρώ, 2) η αναιρεσείουσα και ο σύζυγός της εξυπηρετούσαν τις δανειακές τους υποχρεώσεις μέχρι το έτος 2012, έκτοτε δε περιήλθαν (χωρίς δόλο) σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών τους, 3) συντρέχει νόμιμη περίπτωση ρύθμισης των οφειλών της αναιρεσείουσας κατ' άρθρο 8 παρ. 5 του Ν. 3869/2010, με μηδενικές καταβολές, 4) λόγω της μη εξόφλησης της πιστώτριας τράπεζας και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του αιτούντος συζύγου της, έκρινε ότι πρέπει να εκποιηθεί το ακίνητο της αιτούσας-αναιρεσείουσας, κατ' άρθρο 9 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, καθώς η εκποίησή του μπορεί να αποφέρει αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση της πιστώτριας, ενώ δεν θα ήταν πρόσφορη, αντί της εκποίησης, η εκμίσθωση αυτού. Δηλαδή, το Δικαστήριο έκρινε ότι το ακίνητο της αναιρεσείουσας δεν χρησιμεύει ως κύρια κατοικία αυτής και της οικογένειάς της ώστε να είναι υποχρεωτική η διάσωση από την εκποίησή του, κατά τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα.

Εξάλλου, δεν υπήρξε ισχυρισμός για απαλλαγή αυτού από την εκποίηση ως "δυνητική" κύρια κατοικία της αναιρεσείουσας, δηλαδή κατοικία που δεν χρησιμοποιείται ως κύρια από την οφειλέτρια για οποιονδήποτε σοβαρό λόγο, αλλά δύναται να χρησιμοποιηθεί στο μέλλον. Τα περιστατικά αυτά, τα οποία, το άνω, ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο δέχτηκε ανελέγκτως αναιρετικά, ότι αποδείχθηκαν, αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 8,9 παρ. 2 και 12 του Ν. 3869/2010, τις οποίες εφάρμοσε για να καταστεί εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος σχετικά με τη συνδρομή της προϋπόθεσης της περιέλευσης της αναιρεσείουσας σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών των ληξιπρόθεσμων οφειλών του και την εντεύθεν υπαγωγή της στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 και της ρευστοποίησης του ακινήτου της, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, ενώ ορθά δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 1397 Α.Κ., που αναφέρεται στις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων από το γάμο, ενώ η κρίση του αυτή δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 1,4,17 του Συντάγματος, και συνεπώς, όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, κρίνονται αβάσιμα. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι και απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στο άρθρο 560 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων και το αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το ανωτέρω ζήτημα του πρόσφορου της εκποίησης του ακινήτου της αναιρεσείουσας, αντί της εκμίσθωσης αυτού, το οποίο θεωρεί εσφαλμένο, διότι είναι διαφορετικό από τους παρατιθέμενους δικούς της ισχυρισμούς, στους οποίους επιχειρεί να στηρίξει την, κατά τη δική της άποψη, αξιολόγηση των αποδείξεων επί του θέματος αυτού. Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκησή της παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), χωρίς, ωστόσο, να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 Κ.Πολ.Δ., αφενός λόγω της ερημοδικίας της αναιρεσίβλητης και της μη υποβολής σχετικού αιτήματος, αφετέρου δε διότι, αν και πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδαφ. β'του Ν. 3869/2010), η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου, δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδαφ. β'του πιο πάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Α.Π. 1318/2024, Α.Π. 202/2021, Α.Π. 1400/2019).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-11-2022 (αριθμ. έκθ. κατ. 23477/2273/18-11-2022) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 9108/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Μαΐου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή