Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1511 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1511/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή και Βαρβάρα Πάπαρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα και στην προκειμένη περίπτωση και από τον Προϊστάμενο της ΙΗ' Δ.Ο.Υ. Αθηνών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Νικολέττα Παπαρούνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΤΤΙΚΗΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Της Προσθέτως Παρεμβαίνουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΘΕΑ ΑΡΤΕΜΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και το διακριτικό τίτλο "THEA ARTEMIS FINANCIAL SOLUTIONS A.E.D.A.D.P.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χριστόφορο Μητρομάρα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/4/2007 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 352/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 385/2013 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14/12/2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ευτύχιος Νικόπουλος ανέγνωσε την από 8/112023 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 385/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πατρών, το οποίο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την υπ' αριθ. 352/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 3.4.2007 ανακοπή της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, ερευνάται, αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Αν όμως κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1377/2019, ΑΠ 206/2017).
Στη προκειμένη περίπτωση, από τη με αριθμό ....2022 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών και έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Μ. Ν., την οποία προσκομίζει το επισπεύδον τη συζήτηση της υπόθεσης αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, αποδεικνύεται, ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 14.12.2015 αίτησης αναίρεσης κατά της με αριθμό 385/2013 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Πατρών, με τις συνημμένες σ' αυτή πράξεις καταθέσεως δικογράφου, ορισμού δικασίμου και κλήση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία. Επομένως, εφόσον αυτή δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε διά πληρεξουσίου Δικηγόρου ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο και συζητήθηκε νόμιμα, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει ως αν ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους, η οποία στην περίπτωση που ασκείται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, πρέπει, να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της ασκήσεώς της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα (ΑΠ 1736/2017). Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλείται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής του από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υποθέσεως (ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 611/2013, ΑΠ 1171/2012).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78 του ιδίου κώδικα. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του. Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας. Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 362/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1485/2006, ΑΠ 91/2005). Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ267/2021, ΑΠ368/2019, ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011). Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 576 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αιτήσεως αναιρέσεως, αν κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, πλην, όμως, έχει κλητευτεί νομίμως είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικο, τότε η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολιπόμενο αυτόν αναγκαίο ομόδικο (ΑΠ 756/2017, ΑΠ 681/2016), αφού, αν και δεν παραστάθηκε, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από τον αναγκαίο ομόδικό του (ΑΠ 368/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, η εδρεύουσα στην Αθήνα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΘΕΑ ΑΡΤΕΜΙΣ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και το διακριτικό τίτλο "THEA ARTEMIS FINANCIAL SOLUTIONS A.E.D.A.D.P.", κατ' εντολή και για λογαριασμό και υπό την ιδιότητά της ως διαχειρίστρια απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "ARTEMIS SECURITISATION SA", με το από 21.12.2022 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 28.12.2022, ασκεί το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον να παρέμβει ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος στην εκκρεμή αυτή κύρια δίκη, την ιδιότητά της ως νόμιμης διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "ARTEMIS SECURITISATION S.A.", που εδρεύει στο Λουξεμβούργο, ειδικής διαδόχου της αναιρεσίβλητης, υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη (άρθρ. 325 ΚΠολΔ). Δικάσιμος για την εκδίκαση της υπόθεσης ορίστηκε από τον Πρόεδρο του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου η 20.11.2023, με προθεσμία κοινοποίησης της πρόσθετης παρέμβασης 60 ημέρες πριν τη δικάσιμο. Ειδικότερα, όπως από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι σε χρόνο μεταγενέστερο της άσκησης της εκκρεμούσας αίτησης αναίρεσης, συγκεκριμένα στις ....2017, η απαίτηση της υπέρ ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, που απορρέει από την υπ' αριθ. 193/5.11.1999 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, μεταβιβάστηκε από αυτήν στο πλαίσιο τιτλοποίησης αξιώσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 6 και 8 του ν. 3156/2003 και των άρθρων 455 επ. ΑΚ, προς την αλλοδαπή εταιρεία "ARTEMIS SECURITISATION S.A." δυνάμει της από ....2017 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, που καταχωρήθηκε σε περίληψη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 της έδρας της τράπεζας που τηρείται στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών (αριθ. πρωτοκόλλου 84/3.7.2017, τ. 9, α.α. 47). Η προαναφερόμενη αλλοδαπή εταιρεία έχει αναθέσει τη διαχείριση της απαίτησης που απορρέει από την προαναφερόμενη σύμβαση πίστωσης με αριθ. 193/5.11.1999 στην προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρεία με την επωνυμία "ΘΕΑ ΑΡΤΕΜΙΣ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και τον διακριτικό τίτλο "THEA ARTEMIS FINANCIAL SOLUTIONS A.E.D.A.D.P." δυνάμει την από ....2017 Σύμβασης Διαχείρισης Επιχειρηματικών Απαιτήσεων, η οποία έχει καταχωρηθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 16 του ν. 3156/2003 σε περίληψη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 που τηρείται στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, στον τόμο 9 και α.α. 178 και με αριθ. πρωτοκόλλου ....2017. Η παραπάνω σύμβαση διαχείρισης τροποποιήθηκε δυνάμει α) της από ....2018 σύμβασης τροποποίησης, η οποία καταχωρήθηκε σε περίληψη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 που τηρείται στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών στον τόμο 9 με α.α. 465 και αριθ. πρωτοκόλλου ....2018 και β) της από ....2021 σύμβασης τροποποίησης, η οποία καταχωρήθηκε σε περίληψη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 που τηρείται στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών στον τόμο 13 με α.α. 9 και αριθ. πρωτοκόλλου ....2021.
Συνεπώς, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, η οποία, σύμφωνα και με τις προεκτεθείσες σκέψεις, έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, είναι παραδεκτή και νόμιμη, κατ' άρθρα 80 και 83 ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου αναιρεσίβλητης και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργείται σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας και πρέπει ως εκ τούτου να συνεκδικασθεί με την νομότυπα και παραδεκτά ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης (άρθρα 577 παρ.1, 246 και 573 ΚΠολΔ). Τέλος, δεδομένου ότι η υπέρ ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση-αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, παρότι κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από την αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα (βλ. σχετικά την υπ' αριθ. ....2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Κ. Κ.) προκειμένου να παρασταθεί κατά την προσδιορισθείσα δικάσιμο της 20.11.2023 κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα εκ του οικείου πινακίου, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από την τελευταία, αναγκαία ομόδικό της, ώστε η συζήτηση της πρόσθετης παρέμβασης θα χωρήσει ως εάν ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 979 παρ. 2 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 216 παρ. 1 και 217 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που αναφέρονται στα άρθρα 118 και 120 του ίδιου Κώδικα και τους λόγους αυτής, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στον καθ' ου να αμυνθεί και στο δικαστήριο να ελέγξει τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της απαίτησης, καθώς και την ύπαρξη του προνομίου της. Ειδικότερα, η ανακοπή, ως εισαγωγικό δικόγραφο της περί την εκτέλεση δίκης, πρέπει να περιέχει ακριβή περιγραφή της απαίτησης, της οποίας ζητείται η κατάταξη και του προνομίου της, δηλαδή παράθεση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία κατά νόμο θεμελιώνουν την ενεργητική νομιμοποίηση του ανακόπτοντος, αλλά και τη συγκεκριμένη έννομη σχέση από την οποία πηγάζει η απαίτησή του και το προνόμιό της. Η ελλιπής παράθεση των περιστατικών τούτων καθιστά την ανακοπή αόριστη και ως εκ τούτου απορριπτέα, η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις ή με την αναφορά σε άλλα έγγραφα (ΑΠ 891/2022, ΑΠ 1281/2011).
Περαιτέρω, από το άρθρο 61 § 1 του ΝΔ 356/1974 "Κώδικας Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ)", που ορίζει ότι "1. Το Δημόσιον κατατάσσεται εν αναγκαστική εκτελέσει κινητού ή ακινήτου διά τας ληξιπρόθεσμους μέχρι της ημέρας του πλειστηριασμού απαιτήσεις αυτού εκ πάσης αιτίας, μετά των πάσης φύσεως προσαυξήσεων και τόκων και εν τη υπ` αριθ. 5 σειρά του άρθρου 975 του Κωδικός Πολιτικής Δικονομίας.... Διά τας μη ληξιπροθέσμους εκ πάσης αιτίας απαιτήσεις του, το Δημόσιον κατατάσσεται συμμέτρως μετά των λοιπών δανειστών....", καθώς και από το άρθρο 55 § 1 του ίδιου Κώδικα, που ορίζει ότι "Ο Διευθυντής οιουδήποτε Δημοσίου Ταμείου λαβών γνώσιν, είτε εκ κοινοποιήσεως του προγράμματος πλειστηριασμού, είτε καθ` οιονδήποτε άλλον τρόπον, επισπευδομένου πλειστηριασμού, υποχρεούται να αναγγείλη το Δημόσιον διά τα βεβαιωμένα εις το Ταμείον του χρέη του καθ` ου ο πλειστηριασμός, δι` αναγγελίας κοινοποιουμένης μόνον εις τον επί του πλειστηριασμού υπάλληλον και συνοδευομένης υπό πίνακος εμφαίνοντος τα ως άνω χρέη. Ο πίναξ ούτος περιλαμβάνει το ονοματεπώνυμον του οφειλέτου, το είδος, το ποσόν των χρεών, το οικονομικό έτος εις ο ανήκουν ως και την χρονολογίαν βεβαιώσεως τούτων, προς δε και μνείαν της δι` έκαστον των χρεών τούτων τυχόν υπαρχούσης ασφαλείας" σαφώς προκύπτει, ότι για το ορισμένο των απαιτήσεων του ανακόπτοντος Ελληνικού Δημοσίου, αρκεί να προσδιορίζονται αυτές με βάση τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την αναγγελία των ίδιων απαιτήσεων κατά το προαναφερόμενο άρθρο 55 § 1 του ΚΕΔΕ (ΑΠ 891/2022, ΑΠ 461/2018, ΑΠ 613/2021). Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση κατά την οποία ο οφειλέτης ασκεί ανακοπή αρνούμενος την απαίτηση του καθ' ου η ανακοπή Ελληνικού Δημοσίου. Τέλος, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, της ανακοπής ή της ένστασης, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, την ανακοπή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, την ανακοπή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζονται.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 979 ΚΠολΔ, δεχόμενο εσφαλμένα ότι τα εκτεθεμένα από το καθ' ου η ανακοπή και ήδη αναιρεσείον στοιχεία δεν συνιστούν σαφή και ορισμένη επίκληση των παραγωγικών γεγονότων της απαιτήσεως του.
Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των από 17-2-2009 προτάσεων του καθ' ου η ανακοπή και ήδη αναιρεσείοντος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών προκύπτει ότι, προς απόκρουση της προβαλλόμενης με την ανακοπή αμφισβήτηση της απαίτησής του, εξέθεσε τα ακόλουθα: "Στην επί του πλειστηριασμού υπάλληλο, μεταξύ άλλων δανειστών, αναγγέλθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 55 και 61 του ν.δ. 356/1974 (ΚΕΔΕ), το Ελληνικό Δημόσιο, με την υπ' αρ. πρωτ. ...-2007 αναγγελία του προϊσταμένου της ΙΗ' Δ.Ο.Υ. Αθηνών, για τις ανερχόμενες κατά το χρόνο της αναγγελίας στο ποσό των 67.506,57 προνομιακές, ως ληξιπρόθεσμες και εκτελέσιμες κατ' άρθρα 5 και 6 ΚΕΔΕ, απαιτήσεις του έναντι του ως άνω οφειλέτη, πλέον προσαυξήσεων, οι οποίες απορρέουν από εισόδημα δικαστικά Α, όπως οι απαιτήσεις αυτές εξειδικεύονται και προσδιορίζονται κατά τον αριθμό και ημερομηνία του τριπλοτύπου βεβαιώσεως, το είδος, το ποσό του βασικού χρέους και το ποσό των προσαυξήσεων με την παράθεση κατωτέρω του κειμένου της αναγγελίας και του συνοδεύοντος αυτής πίνακα χρεών, αποτελούντων τμήμα των παρουσών προτάσεων μας. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ Δ.Ο.Υ ΙΗ ΑΘΗΝΩΝ ΤΜΗΜΑ ΔΙΚΑΣΤΙΚΟ Διεύθυνση: ... Επιδόθηκε την 21/2/07 11743 ΑΘΗΝΑ ΑΡ.ΠΡΩΤ:2/37 ΑΡ. ΕΙΔ. ΒΙΒΛ.:... ΑΝΑΓΓΕΛΙΑ Του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ ΙΗ ΑΘΗΝΩΝ Προς τον επί του Πλειστηριασμού υπάλληλο Συμβολαιογράφο ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ ΕΙΡΗΝ ΔΗΜ με Α.Φ.Μ. ... KATA Του Ζ. Θ. Ν. με Α.Φ.Μ. ... κατοίκου ... διεύθυνση ... από τον οποίο δικαιούται να λάβει το Δημόσιο ........... ευρώ ΕΞΗΝΤΑ ΕΠΤΑ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΠΕΝΤΑΚΟΣΙΑ ΕΞΙ ΕΥΡΩ ΚΑΙ ΠΕΝΗΝΤΑ ΕΠΤΑ ΛΕ (67.506,57), όπως περιγράφονται στον συνημμένο πίνακα χρεών.
Επειδή την 14η του μήνα Φεβρουαρίου 2007 πρόκειται να γίνει ενώπιόν σας πλειστηριασμός της κατασχεθείσας ακίνητης περιουσίας του πιο πάνω οφειλέτη, όπως ορίζεται στο πρόγραμμα πλειστηριασμού με αρ./έτος .../2006 που κοινοποιήθηκε στη Δ.Ο.Υ. από τον Δικαστικό Επιμελητή Μ. Τ. Μ. με Α.Φ.Μ. ... την 22/01/2007.
Επειδή οι πιο πάνω οφειλές είναι προνομιακές σύμφωνα με τον κώδικα είσπραξης δημοσίων εσόδων (άρθρο 61, όπως ισχύει σήμερα με την τροποποίησή του από το άρθρο 24 παρ.1 του Ν.2093/92).
ΓΙΑ ΤΟ ΛΟΓΟ ΑΥΤΟ
Αναγγέλω με την ιδιότητα μου το Δημόσιο για το πιο πάνω ποσό των ευρώ ΕΞΗΝΤΑ ΕΠΤΑ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΠΕΝΤΑΚΟΣΙΑ ΕΞΙ ΕΥΡΩ ΚΑΙ ΠΕΝΗΝΤΑ ΛΕ (67.506,57) και ακόμη για τις προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής μέχρι την τελεσιδικία του πίνακα κατάταξης.
ΚΑΙ ΖΗΤΩ κατά τη διανομή του εκπλειστηριάσματος να ληφθεί υπόψη το Δημόσιο, σύμφωνα με το άρθρο 61 του ΚΕΔΕ και να καταταγεί στον πίνακα κατάταξης που θα συντάξετε, στη νόμιμη σειρά για όλα τα οφειλόμενα σαν προνομιούχο.
Η επίδοση του παρόντος ανατίθεται στον.......................
ΑΘΗΝΑ, 21/2/2007 Ο αναγγέλων το Δημόσιο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ.
Χ. Δ. Κ. Προϊστάμενος Διεύθυνσης ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΕΙΔΟΣ ΜΕΤΡΟΥ: ΑΝΑΓΓΕΛΙΑ ΧΡΕΩΝ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ Α/Α και ΈΤΟΣ: ... Δ.Ο.Υ ΙΗ ΑΘΗΝΩΝ Α.Φ.Μ.: ... ΤΜΗΜΑ ΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΟΝΟΜ/ΜΟ ή ΕΠΩΝΥΜΙΑ:Ζ. Θ. Ν. Διεύθυνση: ... ΠΙΝΑΚΑΣ ΧΡΕΩΝ /Α Α.Φ.Μ ΙΔΙΟΤ.
Στοιχ. Βεβαίωσης ΟΙΚ. ΕΤΟΣ ΕΙΔΟΣ ΟΦΕΙΛΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ -ΤΟΚΟΙ ΠΡΟΣΑΥΞ.- ΛΟΙΠΑ ΣΥΝ ΝΟΜΙΣΜΑ ΠΑΡΑΤ.
ΑΡ. ΗΜΕΡ....
ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ .../2003 1998 ΕΙΣΟΔΗΜΑ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ Α 17.996,42 9.178,17 Ευρώ ...
ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ .../2003 1997 ΕΙΣΟΔΗΜΑ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ Α 11.273,22 5.749,34 Ευρώ ...
ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ .../2003 1996 ΕΙΣΟΔΗΜΑ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ Α 15.435,17 7.874,25 Ευρώ ΣΥΝΟΛΑ 44.704,81 22.801,76 ΓΕΝ. ΣΥΝΟΛΟ 67.506,57 ΓΕΝ. ΣΥΝΟΛΟ ΕΞΗΝΤΑ ΕΠΤΑ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΠΕΝΤΑΚΟΣΙΑ ΕΞΙ ΕΥΡΩ ΚΑΙ ΠΕΝΗΝΤΑ ΕΠΤΑ ΛΕΠΤΑ ΑΘΗΝΑ 21/2/2007 Ο ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ Ο ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΣ Δ.Ο.Υ Β. Μ. Χ. Δ. Κ. Πιο αναλυτικά το έτος 1994, ο Θ. Ζ. του Ν. και της Ε., επιχειρηματίας, ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος της εδρεύουσας στην Αθήνα ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ν. Ζ. Ανώνυμος Εμποροβιομηχανική και Τεχνική Εταιρεία", νομίμως συσταθείσας, συμβλήθηκε με την εδρεύουσα στην Βασιλεία της Ελβετίας ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "CELL INTERNATIONAL S.A.", νόμιμα εκπροσωπουμένης και δυνάμει του υπ' αριθ. ....1994 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Π. σύστησαν από κοινού κατά τις διατάξεις του Ν. 3190/1955 εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΤΣΕΛ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΩΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", με σκοπό την αντιπροσώπευση οίκων του εξωτερικού και του εσωτερικού για την εισαγωγή, εξαγωγή και εν γένει εμπορία χάρτου, χαρτονιού χαρτομάζας και χημικών προϊόντων. Η διαχείριση της ως άνω εταιρείας περιορισμένης ευθύνης ανατέθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Καταστατικού της εταιρείας στον διορισθέντα με αυτό Θ. Ζ. για αόριστο χρόνο. Το Καταστατικό της εταιρείας δημοσιεύτηκε, όπως ο νόμος ορίζει στο Τεύχος Ανωνύμων Εταιρειών και Εταιρειών περιορισμένης ευθύνης και έκτοτε η εταιρεία ξεκίνησε την λειτουργία της. Με την υπ' αριθ. .../1998 πράξη προσδιορισμού αποτελεσμάτων και επιβολής φόρου της Δ.Ο.Υ ΙΗ Αθηνών επιβλήθηκε στην προαναφερόμενη εταιρεία, που εκπροσωπείτο από τον διαχειριστή της Θ. Ζ., πρόσθετος φόρος, λόγω ανακριβούς δήλωσης φόρου οικονομικών ετών 1994 και 1995. Κατά της ως άνω Πράξης προσδιορισμού αποτελεσμάτων και επιβολής φόρου εισοδήματος η εταιρεία ΤΣΕΛ Ε.Π.Ε. άσκησε ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών προσφυγή η οποία έγινε εν μέρει δεκτή με την υπ' αριθ. 9509/2002 οριστική απόφαση του άνω Δικαστηρίου. Ακολούθως, η ΤΣΕΛ Ε.Π.Ε. άσκησε ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Πατρών την από 9.2.2005 έφεσή της κατά της άνω αποφάσεως, η οποία όμως απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 999/2005 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
Περαιτέρω με την υπ' αριθ. 1/1998 πράξη προσδιορισμού αποτελεσμάτων και επιβολής φόρου της Δ.Ο.Υ ΙΗ Αθηνών επιβλήθηκε στην προαναφερόμενη εταιρεία, νόμιμα εκπροσωπούμενη από τον διαχειριστή της Θ. Ζ., πρόσθετος φόρος, λόγω ανακριβούς δήλωσης φόρου οικονομικού έτους 1998. Κατά της άνω Πράξης προσδιορισμού αποτελεσμάτων και επιβολής φόρου εισοδήματος η εταιρεία ΤΣΕΛ Ε.Π.Ε. άσκησε ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών προσφυγή η οποία έγινε εν μέρει δεκτή με την υπ' αριθ. 9512/2002 οριστική απόφαση του άνω Δικαστηρίου. Ακολούθως, η ΤΣΕΛ Ε.Π.Ε. άσκησε ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Πατρών την από 9.2.2005 έφεσή της κατά της άνω αποφάσεως, η οποία όμως απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 995/2005 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Τέλος με την υπ' αριθ. 3/1998 πράξη προσδιορισμού αποτελεσμάτων και επιβολής φόρου της Δ.Ο.Υ ΙΗ Αθηνών επιβλήθηκε στην προαναφερόμενη εταιρεία, νόμιμα εκπροσωπούμενη από τον διαχειριστή της Θ. Ζ., πρόσθετος φόρος, λόγω ανακριβούς δήλωσης φόρου οικονομικού έτους 1997. Κατά της άνω Πράξης προσδιορισμού αποτελεσμάτων και επιβολής φόρου εισοδήματος η εταιρεία ΤΣΕΛ Ε.Π.Ε. άσκησε ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών προσφυγή η οποία έγινε εν μέρει δεκτή με την υπ' αριθ. 9511/2002 οριστική απόφαση του άνω Δικαστηρίου. Ακολούθως, η ΤΣΕΛ Ε.Π.Ε. άσκησε ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Πατρών την από 9.2.2005 έφεσή της κατά της άνω αποφάσεως, η οποία όμως απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 997/2005 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Το έτος 2000, δυνάμει της υπ' αριθ. ....2000 πράξεως της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Π. ο Θ. Ζ., ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος της Α.Ε. με την επωνυμία "Ν. Ζ. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το έτερο μέλος της Ε.Π.Ε. "CELL INTERNATIONAL S.A." συμβλήθηκαν από κοινού και έλυσαν την παραπάνω εταιρεία, διορίζοντας εκκαθαριστή αυτής. Είναι λοιπόν σαφές εκ των ανωτέρω ότι ο οφειλέτης του Δημοσίου Θ. Ζ. ήταν διαχειριστής της Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΤΣΕΛ Ε.Π.Ε." και με την ιδιότητα του αυτή ευθύνεται για την καταβολή των οφειλών της εταιρείας προς την ΙΗ Δ.Ο.Υ. Αθηνών με την ατομική του περιουσία, ενόψει του Ν. 1642/86 και της διατάξεως του άρθρου 115 παρ. 2 του Ν. 2238/1994 στο οποίο ορίζεται ότι "Τα πρόσωπα που είναι διευθυντές, διαχειριστές και γενικά εντεταλμένοι στην διοίκηση του νομικού προσώπου, κατά το χρόνο διάλυσης των νομικών προσώπων του άρθρου 101, ευθύνονται προσωπικώς και αλληλεγγύως για την πληρωμή του φόρου που οφείλεται από αυτά τα νομικά πρόσωπα, σύμφωνα με τον παρόντα, και ως και των φόρων που παρακρατούνται, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαίωσής τους." Άλλωστε και από το άρθρο 22 παρ.7 του Ν. 2648/1998 στο οποίο ορίζεται ότι "οι διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 115 του Ν.1642/1986 εφαρμόζονται καθώς και για οφειλές φόρου κύκλου εργασιών" συνάγεται ότι δεν απαιτείται να αναφέρεται στο αναγγελτήριο αν το νομικό πρόσωπο λειτουργεί ή έχει λυθεί, δεδομένου ότι από τις ως άνω διατάξεις θεσπίζεται προσωπική και αλληλέγγυα ευθύνη διαχειριστού ΕΠΕ για την πληρωμή οφειλών και κατά την διάλυση αλλά και κατά την λειτουργία του νομικού προσώπου. Επομένως, κατόπιν των ανωτέρω ο προβαλλόμενος λόγος ανακοπής δεν είναι βάσιμος και πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριό Σας." Από το άνω περιεχόμενο των προτάσεων προκύπτει ότι εκτίθενται με πληρότητα τα θεμελιωτικά και εξειδικεύοντα την απαίτηση του αναιρεσείοντος πραγματικά περιστατικά, περιέχει δε όλα τα προσδιοριστικά αυτής στοιχεία, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 55 παρ. 1 του ΚΕΔΕ. Ειδικότερα στον πίνακα χρεών που είναι ενσωματωμένος στις προτάσεις αναφέρονται αναλυτικά το είδος των οφειλών (εισόδημα, δικαστική Α), τα οικονομικά έτη, στα οποία ανάγονται (1998, 1997, 1996), η ανάλυση των χρεών κατά κεφάλαιο και προσαυξήσεις και η χρονολογία βεβαιώσεως αυτών, καθώς και η ιδιότητα του οφειλέτη ως διαχειριστή. Επιπλέον στις προτάσεις του αναιρεσείοντος εκτίθεται αναλυτικά, ότι ο οφειλέτης Θ. Ζ. είναι νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της εταιρείας με την επωνυμία "ΤΣΕΛ Ε.Π.Ε." σε βάρος της οποίας επιβλήθηκαν με τις υπ' αριθ. 36/1998, 1/1998 και 3/1998 πράξεις της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. πρόσθετοι φόροι, λόγω ανακριβών δηλώσεων φόρου των οικονομικών ετών 1994, 1995, 1998 και 1997 και η διαμόρφωση της οφειλής στα αναγραφόμενα στον πίνακα χρεών ποσά έγινε μετά την έκδοση των υπ' αριθ. 9509/2002, 9512/2002 και 9511/2002 αποφάσεων του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών επί των προσφυγών που άσκησε η ως άνω εταιρεία, οι οποίες και επικυρώθηκαν με τις υπ' αριθ. 999/2005, 995/2005 και 997/2005 αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι εκτιθέμενα στις προτάσεις του καθ' ου η ανακοπή στοιχεία δεν συνιστούν σαφή και ορισμένη επίκληση των παραγωγικών γεγονότων, της απαιτήσεώς του, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 979ΚΠολΔ και ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτού, χωρίς να ερευνηθούν οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως (από τους αριθμούς 12 και 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ), η εξέταση των οποίων παρέλκει γιατί καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου, που κρίθηκε βάσιμος, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματός του, να επιβληθούν σε βάρος των ηττηθεισών αναιρεσίβλητης και αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ) μειωμένα κατά το μέτρο του άρθρου 22 ν. 3693/1957, όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 14.12.2015 αίτηση αναίρεσης και την από 21.12.2022 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση.
Αναιρεί την υπ' αριθμόν 385/2013 απόφαση του Εφετείου Πατρών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την απόφαση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη και την αυτοτελώς υπέρ αυτής προσθέτως παρεμβαίνουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιανουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης