Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1512 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1512/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή, Βαρβάρα Πάπαρη και Φωτεινή Μηλιώνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, και ήδη από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και στην προκειμένη περίπτωση και από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Ζ' Θεσσαλονίκης, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σοφία Μπίκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "Μ. Σ. ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κυριακή Ιωαννίδου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/12/2014 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 19/2/2015 προσεπίκληση σε άσκηση παρέμβασης - ανακοίονωση δίκης του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3703/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1053/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14/10/2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την διαδικασία, υπ' αριθ. 1053/2019 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την υπ' αριθ. 3703/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 30.12.2014 ανακοπή της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 4 παρ. 7 Ν 2238/1994 εισοδήματα από την εκμίσθωση ακινήτων και από τόκους δανείων που θεωρούνται ότι έχουν αποκτηθεί κατά τις διατάξεις του παρόντος και τα οποία αποδεδειγμένα δεν έχουν εισπραχθεί από το δικαιούχο, επιτρέπεται να μη συνυπολογίζονται στο συνολικό καθαρό εισόδημά του, εφόσον εκχωρηθούν στο Δημόσιο χωρίς αντάλλαγμα. Η εκχώρηση γίνεται με απλή έγγραφη δήλωση του υποχρέου σε φόρο, η οποία υποβάλλεται στον αρμόδιο για τη φορολογία του προϊστάμενου της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας μέσα στο οικονομικό έτος στο οποίο τα εισοδήματα αυτά υπόκεινται σε φόρο. Μαζί με τη δήλωση αυτή παραδίδονται στον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας τα αποδεικτικά έγγραφα της εκχωρούμενης απαίτησης και με την ίδια δήλωση ο εκχωρών βεβαιώνει άτι δεν κατέχει κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο. Το Δημόσιο υποκαθίσταται στα δικαιώματα του εκχωρητή.
Κατά δε το άρθρο 20 αρ.1 του ως άνω νόμου εισόδημα από ακίνητα είναι αυτό που προκύπτει κάθε οικονομικό ή κατά περίπτωση γεωργικό έτος, είτε από εκμίσθωση ή επίταξη ή έμμεσα από ιδιοκατοίκηση ή ιδιοχρησιμοποίηση ή από παραχώρηση της χρήσης σε τρίτο χωρίς αντάλλαγμα, μιας ή περισσότερων οικοδομών είτε από εκμίσθωση γαιών. Τέλος, σύμφωνα με την ΠΟΛ 1102/2016 ανείσπρακτα εισοδήματα από την εκμίσθωση ακίνητης περιουσίας μπορούν να δηλωθούν μόνο από φυσικά πρόσωπα που αποκτούν εισόδημα από την εκμίσθωση / υπεκμίσθωση ακίνητης περιουσίας σύμφωνα με το άρθρο 39 παρ. 4 του Ν 4172/2013, προκειμένου να μην συνυπολογισθούν αυτά στο εισόδημά τους. Αντίθετα, δεν μπορούν να δηλωθούν ανείσπρακτα εισοδήματα από την εκμίσθωση ακίνητης περιουσίας από φυσικά πρόσωπα, όταν τα εισοδήματα αυτά προέρχονται από αποζημίωση χρήσης ακινήτου (ΑΠ 1971/2022, ΑΠ 1971/2022).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 601 του ΑΚ, ο μισθωτής για όσο χρόνο παρακρατεί το μίσθιο μετά την λήξη της μίσθωσης, οφείλει ως αποζημίωση το συμφωνημένο μίσθωμα, χωρίς αυτό να αποκλείει δικαίωμα του εκμισθωτή να απαιτήσει και άλλη περαιτέρω ζημία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι προϋποθέσεις για την απαίτηση του συμφωνημένου μισθώματος, ως αποζημίωσης, είναι η λήξη της μίσθωσης και η μετά από αυτή παράνομη παρακράτηση του μισθίου από το μισθωτή χωρίς να ερευνάται, αν o εκμισθωτής υπέστη ζημία από την καθυστέρηση της απόδοσης του μισθίου. Αποτελεί δε παράνομη παρακράτηση υπό την έννοια της ως άνω διάταξης, η γενόμενη χωρίς δικαίωμα από το νόμο, τη σύμβαση ή δικαστική απόφαση, ενώ εκτός των ανωτέρω, ο εκμισθωτής δικαιούται να απαιτήσει για την παρακράτηση αυτή του μισθίου και την αποκατάσταση κάθε άλλης περαιτέρω ζημίας, κατά τις γενικές διατάξεις περί υπερημερίας του οφειλέτη (ΑΚ 343 επ., 335), η οποία έχει ως προϋπόθεση το πταίσμα του μισθωτή, που τεκμαίρεται και την ανυπαρξία του οφείλει να επικαλεστεί, κατ' ένσταση, και αποδείξει ο τελευταίος, για να απαλλαγεί.
Στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 298 ΑΚ, αποκαθίσταται και το διαφυγόν κέρδος του εκμισθωτή, δηλαδή εκείνο, που θα αποκόμιζε με πιθανότητα, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αν ο μισθωτής απέδιδε το μίσθιο αμέσως μετά τη λήξη της μίσθωσης. Τέτοιο δε διαφυγόν κέρδος αποτελεί και το υψηλότερο από το καταβαλλόμενο, ως "αποζημίωση χρήσης", μίσθωμα, που αποδεδειγμένα θα λάμβανε ο εκμισθωτής εκμισθώνοντας σε άλλον το μίσθιο. Από την ως άνω διάταξη του άρθρου 601 ΑΚ σαφώς προκύπτει ότι καθιερώνεται με αυτή υποχρέωση σε βάρος του μισθωτή για την παράβαση της υποχρέωσής του να αποδώσει το μίσθιο στον εκμισθωτή κατά τη λήξη της μίσθωσης (άρθρο 599 παρ. 1 ΑΚ). Κατά συνέπεια, η στηριζόμενη στο άρθρο 601 ΑΚ αξίωση αποζημίωσης του εκμισθωτή, που γεννιέται από την επόμενη ημέρα λήξης της μίσθωσης και διαρκεί μέχρι την ημέρα αποδόσεως της κατοχής του μισθίου, αποτελεί μετενέργεια της μισθωτικής σύμβασης (ΑΠ 1971/2022, ΑΠ 229/2012, ΑΠ 1815/2007, ΑΠ 1470/2009, ΑΠ 1842/2008).
Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα.
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης (ΟλΑΠ 7/2014, 2/2013, ΑΠ 1027/2022). Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 316/2017, ΑΠ 683/2015, 1819/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το μοναδικό λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 7 του Ν. 2238/1994, 1 παρ. 2, 4, 7 της ΑΥΟ 1036819/642/Α0012/ΠΟΛ1096/2001 σε συνδ. με τις διατάξεις των άρθρων 20 Ν.2238/1994, 39 παρ. 4 Ν.4172/2013, 1,2 ΚΕΔΕ και 455, 460, 461, 462,477 ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα ότι στην έννοια των δεκτικών εκχωρήσεως εισοδημάτων από εκμίσθωση ακινήτων περιλαμβάνονται μόνον τα μισθώματα και όχι οι αποζημιώσεις χρήσεως.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα κατά το μέρος που αφορά την αναιρετική διαδικασία : "Στην παρούσα περίπτωση, με το μοναδικό λόγο της έφεσης του, το εκκαλούν-καθ' ου η ανακοπή, ισχυρίζεται ότι εκ της προφανούς ομοιότητας του περιεχομένου της διατάξεως του άρθρου 4 παρ.7 Ν. 2238/1994 και αυτής του άρθρου 39 παρ. 4 Ν.4172/2013, προκύπτει ότι στην έννοια των δεκτικών εκχωρήσεως "εισοδημάτων από εκμίσθωση ακινήτων" περιλαμβάνονται και οι αποζημιώσεις χρήσης. Με βάση αυτή την παραδοχή ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης για το λόγο ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ερμηνεύοντας εσφαλμένα τις ανωτέρω διατάξεις, δέχθηκε ότι στην έννοια των δεκτικών εκχωρήσεως "εισοδημάτων από εκμίσθωση ακινήτων" εντάσσονται μόνον τα μισθώματα, ανεξαρτήτως του ενεργού ή όχι της μισθωτικής σύμβασης. Κατά τα αναφερόμενα στην αμέσως ανωτέρω, υπό στοιχείο IV, νομική σκέψη στην έννοια των δεκτικών εκχωρήσεως "εισοδημάτων από εκμίσθωση ακινήτων" περιλαμβάνονται μόνον τα μισθώματα και όχι οι αποζημιώσεις χρήσης. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δεχόμενο τα ίδια, έστω και με ελλιπή αιτιολογία, που παραδεκτά συμπληρώνεται από την παρούσα, ορθώς ερμήνευσε κι εφάρμοσε το νόμο, τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα από το εκκαλούν, με το μοναδικό λόγο της έφεσης του είναι απορριπτέα". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την υπ' αριθμόν 3703/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης το οποίο είχε κάνει εν μέρει δεκτή την ανακοπή του αναιρεσιβλήτου και ακύρωσε εν μέρει την με αριθμό ....2014 πράξη ταμειακής βεβαίωσης του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Ζ' Θεσσαλονίκης κατά το ποσό των 15.716,10 ευρώ που αφορούσε αποζημίωση χρήσης και όχι μισθώματα. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 7 και 20 Ν. 2238/1994, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν εφάρμοσε τις λοιπές ως άνω διατάξεις, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην μείζονα σκέψη ο μισθωτής από την επόμενη ημέρα λήξεως της μισθώσεως και για όσο χρόνο παρακρατεί το μίσθιο οφείλει στον εκμισθωτή ως αποζημίωση χρήσεως το συμφωνημένο μίσθωμα, ανεξάρτητα αν ο εκμισθωτής υπέστη ζημία από την καθυστέρηση της αποδόσεως του μισθίου. Δηλαδή, μετά την λήξη της μισθώσεως δεν οφείλονται πλέον μισθώματα, αλλά αποζημίωση για την παράνομη χρήση του μισθίου από τον μισθωτή, η οποία δεν αποτελεί εισόδημα από την εκμίσθωση ακινήτου και συνεπώς η εξ αυτής απαίτηση του εκμισθωτή δεν εκχωρείται στο Δημόσιο. Επομένως, ο μοναδικός αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 189 αριθ. 1, 191 αριθ. 2 ΚΠολΔ) μειωμένα, όμως, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14.10.2019 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμόν 1053/2019 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Επιβάλλει εις βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης