Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1514 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1514/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Μ. Λ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Φλώρα Τριανταφύλλου, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΔΙΚΕΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ - ΟΣΥ ΑΕ" (πρώην "Εταιρεία Θερμικών Λεωφορείων ΑΕ"), που εδρεύει στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης εταιρείας γενικών ασφαλειών με την επωνυμία "Γ. Σ. ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 1ος και 3η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Κυριακίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κρούπα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 13-9-2012 και 17-1-2013 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2909/2014 μη οριστική και 1294/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3587/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-1-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Σπυριδούλα Λιάτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση, από 27-1-2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. 1064/104/10-2-2021), αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρ. 614 αριθ. 6 του ΚΠολΔ), με αριθ. 3587/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 του Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το Δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από τον νόμο ή την δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικώς να επιφέρει, κατά την συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένστασιν, συνεπάγεται την μη επιδίκαση από το Δικαστήριο αποζημιώσεως ή την μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 του Α.Κ. Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το Δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο, δηλαδή, τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικώς, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, ενώ η κρίση για το αν πράγματι, στην συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 791/2022, Α.Π. 652/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 681/2021, Α.Π. 206/2021, Α.Π. 184/2021, Α.Π. 551/2020, Α.Π. 12/2020).
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού Δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας. Εκφεύγει, όμως, του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς τον βαθμό - την βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρον 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 652/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 681/2021, Α.Π. 206/2021, Α.Π. 184/2021, Α.Π. 867/2020, Α.Π. 12/2020, Α.Π. 88/2019, Α.Π. 85/2019). Τα προαναφερόμενα έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούσθηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ., η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, άρα και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. του Α.Κ., στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για την ζημία, που προκαλείται κατά την λειτουργία του αυτοκινήτου κατ' άρθρον 4 του Ν. ΓΠΝ/1911 (Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 791/2022, Α.Π. 13/2020, Α.Π. 1459/2019, Α.Π. 1043/2019).
Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί, όμως, στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το Δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος (Α.Π. 1673/2023, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 1176/2023, Α.Π. 1.055/2023, Α.Π. 1673/2022, Α.Π. 1509/2022, Α.Π. 652/2022, Α.Π. 551/2022), ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο Κ.Ο.Κ. στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν, για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή την μείωση των επιζήμιων συνεπειών (Α.Π. 105/2024,Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 536/2022, Α.Π. 877/2021, Α.Π. 898/2020, Α.Π. 797/2020).
Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 6 του Ν.2696/1999 (ΚΟΚ), ορίζεται ότι: "1. Οι οδηγοί των οδικών οχημάτων υποχρεούνται να συμμορφώνονται με τις πιο κάτω ενδείξεις των φωτεινών σηματοδοτών ρύθμισης της κυκλοφορίας, εκτός αν η ρύθμιση αυτής γίνεται από τροχονόμο κατά διάφορο τρόπο. α) ..... δ) Aπλό ή διπλό κίτρινo φως κυκλικής μoρφής, τo oπoίo αναβoσβήνει (αναλάμπoν):O oδηγός υπoχρεoύται να ανακόπτει ταχύτητα, να πρoχωρεί με ιδιαίτερη πρoσoχή και να παραχωρεί πρoτεραιότητα στoυς πεζoύς και στα oχήματα.....". Ακολούθως, στη διάταξη του άρθρου 7 παρ.1α, του ιδίου νόμου ορίζεται ότι, "1. Οι πεζοί υποχρεούνται να συμμορφώνοντοι με τις ενδείξεις των ειδικών γι` αυτούς φωτεινών σηματοδοτών ως ακολούθως, εκτός αν η ρύθμιση της κυκλοφορίας γίνεται από τροχονόμους κατά διάφορο τρόπο. α) Πράσινο σταθερό φως με σύμβολο άτομο που βαδίζει: οι πεζοί μπορούν να διασχίσουν το οδόστρωμα.". Επίσης, από το άρθρο 12 του Ν.2696/1999 (ΚΟΚ), ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες, προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα πεζών και οχημάτων. Ειδικότερα, κατά την διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του Ν. 2.696/1999 "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες. Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή ... και να μην προκαλούν γενικά με την συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών...". (Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 550/2021, Α.Π. 401/2021, Α.Π. 1098/2020, Α.Π. 1043/2019, Α.Π. 624/2019, Α.Π. 91/2019, Α.Π. 199/2018). Ακόμη, κατά τις διατάξεις του άρθρου 38 παρ.1 του ιδίου νόμου, "οι πεζοί υποχρεούνται να χρησιμοποιούν τα πεζοδρόμια ή τα ειδικά για αυτούς ερείσματα. Κατ'εξαίρεση, μπορούν να χρησιμοποιούν το οδόστρωμα αφού λάβουν τις αναγκαίες προφυλάξεις...". Επιπροσθέτως, κατά τις παραγράφους 1 και 7 του άρθρου 52 του ΚΟΚ, όπως ίσχυε πριν τροποποιηθεί από το άρθρο 60 του Ν 5003/2022 (ΦΕΚ Α` 230/14-12-2022, ισχύς από τη δημοσίευση : άρθρο 145 Ν. 5003/2022), μέτρα που αφορούν στη ρύθμιση της κυκλοφορίας, στον καθορισμό των μονόδρομων, ποδηλατοδρόμων και κατευθύνσεων της κυκλοφορίας, στην προτεραιότητα οδών, στην αλλαγή της διατομής του οδοστρώματος ή της οδού, στον προσδιορισμό και τη λειτουργία των χώρων στάθμευσης οχημάτων σε κοινόχρηστους χώρους και γενικά στον καθορισμό χώρων στάθμευσης και στην επιβολή περιορισμών ή απαγορεύσεων κυκλοφορίας ή στάθμευσης, λαμβάνονται με αποφάσεις του Νομαρχιακού ή Δημοτικού ή Κοινοτικού Συμβουλίου, με βάση μελέτες που έχουν εκπονηθεί από τις αρμόδιες Τεχνικές Υπηρεσίες των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, οι αποφάσεις δε αυτές εγκρίνονται από τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας (§1). Τα μέτρα που παίρνονται βάσει των διατάξεων του άρθρου αυτού ισχύουν από την τοποθέτηση των οικείων πινακίδων σήμανσης, των σηματοδοτών ή των διαγραμμίσεων στο οδόστρωμα, εκτός εάν κατά το χρόνο ισχύος των μέτρων αυτών η κυκλοφορία ρυθμίζεται από τροχονόμους ή τα μέτρα έχουν ληφθεί κατ` εφαρμογή των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου και από τον άνω Κώδικα δεν προβλέπονται αντίστοιχες πινακίδες σήμανσης, οπότε τα μέτρα αυτά ισχύουν από τη δημοσίευση των σχετικών, κατά την προηγούμενη παράγραφο, αποφάσεων ή από τη χρονολογία που θα ορίζουν οι ίδιες αυτές αποφάσεις (§ 7), στο δε άρθρο 109 του ΚΟΚ προβλέπεται ότι : "Oι κατ` εξουσιοδότηση των διατάξεων του παρόντος Κώδικα εκδιδόμενες αποφάσεις δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός από αυτές που εκδίδονται από τις Αστυνομικές Αρχές ...".
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 5/2020, Ολ. Α.Π. 3/2020).
Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ. Α.Π. 2/2022, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006, Α.Π. 1590/2024, Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1472/2024).
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στην διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση την νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ. Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 6/2006, Α.Π. 1590/2024, Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1429/2024). Από την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως, για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως. Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 1590/2024, Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1429/2024, Α.Π. 1426/2024, Α.Π. 1332/2024).
Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ. Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 15/2006). Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ούτε εξαιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 1590/2024, Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1429/2024, Α.Π. 1426/2024, Α.Π. 1332/2024).
Ειδικότερα, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 1590/2024, Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1429/2024, Α.Π. 1426/2024).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3587/2019 τελεσίδικη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: "...Στις 27-9-2008 και ώρα 11.38, ο πρώτος εναγόμενος ( ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος) προστηθείς οδηγός από τη δεύτερη εναγόμενη ( ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη), του με αρ. κυκλοφορίας ... ΔΧ Λεωφορείου, ιδιοκτησίας της τελευταίας, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων από την κυκλοφορία του ζημιές στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, (ήδη Τρίτη αναιρεσίβλητη), εκτελούσε το δρομολόγιο της γραμμής του Α2, Ακαδημία - Βούλα, ξεκινώντας από την οδό ...
Ειδικότερα, αυτός εξήλθε από την οδό ... και αφού έστριψε προς τα αριστερά, επί της οδού ..., εισήλθε στη λεωφορειολωρίδα της ως άνω οδού, με κατεύθυνση προς την πλατεία Συντάγματος. Η οδός ... στο σημείο αυτό, είναι διπλής κατεύθυνσης, έχει πλάτος οδοστρώματος 18.50μ. διαθέτει έξι λωρίδες κυκλοφορίας, εκ των οποίων οι πέντε έχουν κατεύθυνση από Σύνταγμα προς πλατεία Ομονοίας, ενώ η έκτη λωρίδα αποτελεί λεωφορειόδρομο και προορίζεται για την κίνηση των αστικών λεωφορείων με αντίθετη κατεύθυνση, ήτοι από Ομόνοια προς Σύνταγμα. Η οδός αυτή είναι ευθεία, οριζόντια και το όριο ταχύτητας ορίζεται σε 50 χλμ/ώρα. Η πρώτη κάθετη οδός, που διασταυρώνεται με την οδό ... μετά την οδό ... είναι η οδός ..., η οποία είναι μονόδρομος, με πλάτος οδοστρώματος 6,40μ. και τέμνοντας την οδό ... καταλήγει στην οδό ... Η κίνηση των οχημάτων στη διασταύρωση των οδών ... και ... ρυθμίζεται με φωτεινούς σηματοδότες, οι οποίοι για τις πέντε λωρίδες, που κατά τα προεκτεθέντα, κινούνται τα οχήματα που κατευθύνονται προς Ομόνοια έχουν τη συνήθη ένδειξη, ήτοι πράσινη και ερυθρή, για τη ρύθμιση όμως της κίνησης στην έκτη λωρίδα, με κατεύθυνση προς πλατεία Συντάγματος, ήτοι την λεωφορειολωρίδα οι υπάρχοντες στην εν λόγω διασταύρωση σηματοδότες, λειτουργούν ως ακολούθως: α) κόκκινη ένδειξη, όπου οι οδηγοί των αστικών λεωφορείων οφείλουν να ακινητοποιήσουν αυτά προ της διασταύρωσης, προκειμένου να επιτρέψουν την ασφαλή διέλευση των οχημάτων, που κινούνται στην οδό ..., με κατεύθυνση την οδό ... και παράλληλα την κίνηση των πεζών που διασχίζουν κάθετα την οδό ..., δεδομένου ότι την ίδια ένδειξη (κόκκινη) έχουν και οι σηματοδότες που ρυθμίζουν την κίνηση των άλλων πέντε λωρίδων κυκλοφορίας της εν λόγω οδού που κινούνται τα προς την πλατεία Ομονοίας κινούμενα αυτοκίνητα και β) δύο κίτρινες αναλάμπουσες ενδείξεις, σύμφωνα με τις οποίες οι οδηγοί των αστικών λεωφορείων συνεχίζουν κανονικά την πορεία τους προς την πλατεία Συντάγματος, όπως και οι οδηγοί των λοιπών 5 λωρίδων προς Ομόνοια, καθόσον η ένδειξη είναι πράσινη για τα οχήματα που κινούνται σ' αυτές, οι δε πεζοί που επιθυμούν να διασχίσουν κάθετα το οδόστρωμα της οδού ... οφείλουν να αναμένουν την αλλαγή της ένδειξης σε κόκκινη για όλα τα κινούμενα στην οδό αυτή οχήματα (και λεωφορεία). Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1δ του ΚΟΚ, στο απλό ή διπλό κίτρινο φως κυκλικής μορφής, το οποίο αναβοσβήνει (αναλάμπον) ο οδηγός υποχρεούται να ανακόπτει ταχύτητα, να προχωρεί με ιδιαίτερη προσοχή και να παραχωρεί προτεραιότητα στους πεζούς και στα οχήματα. Στην προκειμένη περίπτωση, οι οδηγοί των αστικών λεωφορείων, όταν κατευθύνονται προς την πλατεία Συντάγματος και πλησιάζουν τη διασταύρωση των οδών ... και ..., όπου υπάρχει ο προαναφερόμενος σηματοδότης με ένδειξη κίτρινο αναλάμπον φως, υποχρεούνται να ανακόψουν ταχύτητα, να είναι προσεκτικοί και να παραχωρήσουν προτεραιότητα μόνο στα λεωφορεία που κινούνται επί της οδού ... και μάλιστα στην πέμπτη από δεξιά λωρίδα και προτίθενται να εκτελέσουν αριστερό ελιγμό και να εισέλθουν στην οδό ... και όχι στους πεζούς διότι αυτοί δεν επιτρέπεται να κατέλθουν στο οδόστρωμα, αφού η ένδειξη του σηματοδότη γι' αυτούς είναι κόκκινη και των οχημάτων προς Ομόνοια πράσινη. Ειδικότερα, όσον αφορά τους πεζούς, στο ως άνω σημείο υπάρχει διάβαση πεζών καθοριζόμενη με οριζόντια σήμανση (άρθρο 5 παρ. 1-2 β, 4γ ΚΟΚ) αλλά και φωτεινοί σηματοδότες που ρυθμίζουν την κίνησή τους σ' αυτήν (διασταύρωση), βρίσκονται δε (διάβαση και σηματοδότες για τους πεζούς) σε σχέση με την κατεύθυνση της λεωφορειολωρίδας αμέσως μετά τη συμβολή της με την οδό .... Όταν οι εν λόγω σηματοδότες έχουν πράσινη ένδειξη για τους πεζούς, τότε επιτρέπεται η κίνηση των πεζών που επιθυμούν να διασχίσουν κάθετα την οδό ... επί της διαβάσεως, όταν δε αυτοί (σηματοδότες) έχουν κόκκινη ένδειξη για τους πεζούς, απαγορεύεται η κίνηση αυτών επί της διαβάσεως, αφού ταυτόχρονα θα υπάρχει πράσινη ένδειξη για τα οχήματα που κατέρχονται προς Ομόνοια. Η προπεριγραφόμενη λειτουργία της σηματοδοτικής εγκατάστασης του κόμβου ... - Ομόνοια προκύπτει από το αρ. ...-2010 έγγραφα του Δ/ντη της Γεν. Γραμματ. Δημοσίων Έργων του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών και Δικτύων Δ/νσης, ενώ δεν αμφισβητείται η λειτουργία αυτή από τους διαδίκους. Όταν ο πρώτος εναγόμενος έφθασε στην προαναφερθείσα διασταύρωση κινείτο με ταχύτητα περί τα 30-35 χλμ/ώρα και συνέχισε την πορεία του προς την πλατεία Συντάγματος, καθόσον η ένδειξη του σηματοδότη ήταν διπλή κίτρινη αναλάμπουσα και αφού διαπίστωσε ότι δεν υποχρεούτο να παραχωρήσει προτεραιότητα σε κανένα άλλο όχημα. Την ίδια ώρα ο ενάγων βρισκόταν πεζός στο πεζοδρόμιο της οδού ..., στο σημείο όπου αυτή συμβάλλεται με την οδό ... και συγκεκριμένα στο δεξιό τέτοιο σε σχέση με την πορεία του λεωφορείου, σκοπό δε είχε να διασχίσει το οδόστρωμα της οδού ... για να μεταβεί στην οδό ..., προς το Κολωνάκι. Ο ενάγων αν και ο φωτεινός σηματοδότης που ρυθμίζει την κυκλοφορία των πεζών είχε κόκκινη ένδειξη, δεν ανέμενε την αλλαγή της ένδειξης σε πράσινη και αφού πρώτα έλεγξε μόνο την κυκλοφορία των οχημάτων από δεξιά της πορείας του και μόνο στην έκτη από δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας (την προοριζόμενη μόνο για κίνηση λεωφορείων), όπου όπως ήταν φυσικό κανένα όχημα δεν κινείτο και μη αντιλαμβανόμενος την ύπαρξη της λεωφορειλωρίδας με αντίθετη κίνηση απ' αυτή των λοιπών οχημάτων, ώστε να ελέγξει και αριστερά, κατήλθε επί του οδοστρώματος. Δεν αποδείχθηκε ότι η πρόθεση του ενάγοντος ήταν να διασχίσει την οδό ..., βαδίζοντας ανάμεσα σε κινούμενα οχήματα, καθόσον η κίνηση αυτών στις υπόλοιπες πέντε λωρίδες ήταν πυκνή. Ο ενάγων κατήλθε στο οδόστρωμα τη στιγμή που το λεωφορείο που οδηγούσε ο α' εναγόμενος κινείτο πολύ κοντά στο σημείο που αυτός ξαφνικά βρέθηκε και ήταν σημείο επί της διάβασης των πεζών σε απόσταση 1 μέτρου περίπου από το πεζοδρόμιο στο οποίο πριν βρισκόταν. Ο πρώτος εναγόμενος μη αντιλαμβανόμενος την κίνηση αυτή του ενάγοντος δεν εκτέλεσε ελιγμό ώστε να αποφύγει την πτώση επ' αυτού και, έτσι, επέπεσε στον τελευταίο με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του λεωφορείου, με αποτέλεσμα να τον εκτινάξει, θραύοντας το εμπρόσθιο παρμπρίζ του λεωφορείου, ρίχνοντας τον στο οδόστρωμα και τραυματίζοντάς τον. Ο ενάγων στις υπό κρίση αγωγές του περιγράφει διαφορετικά τις συνθήκες του ατυχήματος, ισχυριζόμενος ότι αυτός κατήλθε του οδοστρώματος, όταν η ένδειξη του φωτεινού σηματοδότη για τους πεζούς, ήταν πράσινη και ως εκ τούτου ο πρώτος εναγόμενος οδηγός παραβίασε τον ερυθρό σηματοδότη που είχε στην πορεία του. Ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται αναληθής και μη πειστικός, διότι αν ο ως άνω οδηγός είχε επιχειρήσει να διασχίσει τη διασταύρωση παρόλο που η ένδειξη του σηματοδότη που ρύθμιζε την κίνηση του ήταν "κόκκινη", τότε αναπόφευκτα θα είχε επιπέσει στα οχήματα που κινούντο επί της οδού ..., με κατεύθυνση την οδό ..., καθόσον ο φωτεινός σηματοδότης που ρύθμιζε την κίνηση τους στην εν λόγω διασταύρωση θα ήταν κατά τα προεκτεθέντα "πράσινος". Η κρίση αυτή του δικαστηρίου επιβεβαιώνεται από την στα πλαίσια της προανάκρισης ένορκη κατάθεση, που δόθηκε εντός μίας (1) μόλις ώρας μετά το ένδικο ατύχημα, του Δ. Γ., ο οποίος ήταν ο μοναδικός μάρτυρας που αναφέρεται ως αυτόπτης στην έκθεση αυτοψίας, ήταν δε επιβάτης του λεωφορείου, στην οποία αναφέρει: "...Ήμουν επιβάτης στο λεωφορείο που κινείτο επί της ..., φθάνοντας μετά τη διασταύρωση με την ... και έχοντας πράσινο φανάρι στην πορεία το λεωφορείο, ένας πεζός πετάχτηκε ξαφνικά μπροστά στο λεωφορείο, θέλοντας να διασχίσει κάθετα την ..., με κατεύθυνση από δεξιά προς τα αριστερά. Ο οδηγός δεν πρόλαβε να αντιδράσει, με αποτέλεσμα να τον κτυπήσει με το εμπρόσθιο μέρος του λεωφορείου". Το γεγονός αυτό οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι φωτεινοί σηματοδότες είχαν ένδειξη πράσινη για τα οχήματα με κατεύθυνση προς την πλατεία Ομονοίας, ότι οι φωτεινοί σηματοδότες για τους πεζούς είχαν κόκκινη ένδειξη, η δε τοιαύτη για τα λεωφορεία προς Σύνταγμα ήταν "κίτρινη" αναλάμπουσα και, ως εκ τούτου, ο α' εναγόμενος δεν παραβίασε την ερυθρά ένδειξη του σηματοδότη που ρύθμιζε την πορεία του.
Εξάλλου, η κατάθεση του μάρτυρα Π. Μ., οδηγού ΤΑΧΙ που εξετάστηκε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών (βλ. την αρ. 390/2014 ένορκη βεβαίωση) κρίνεται αναληθής ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος που ανάφερε, καθόσον ο μάρτυρας αυτός αν και αντελήφθει το ως άνω ατύχημα, όπως ισχυρίζεται, δεν αναφέρεται ως αυτόπτης στη συνταχθείσα έκθεση αυτοψίας, τη στιγμή που η επιληφθείσα του ατυχήματος Τροχαία Αττικής έφθασε στον τόπο του ατυχήματος εντός είκοσι (20) περίπου λεπτών (η έκθεση αυτοψίας συντάχθηκε στις 11.55 ενώ το ατύχημα έλαβε χώρα στις 11.38). Τα παραπάνω περιστατικά προέκυψαν από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, και ιδίως: α) από την έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας Αθηνών με ημερομηνία 27-9-2008 και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα που τη συνοδεύει, από τα οποία προκύπτουν οι πορείες του οδηγού του λεωφορείου και του πεζού, το πιθανό σημείο πρόσκρουσης του λεωφορείου επί του πεζού, και η κηλίδα αίματος μήκους 1.70μ., η αρχή της οποίας απέχει από το πεζοδρόμιο της οδού 2.30μ. β) από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος και τις φθορές στο παρμπρίζ του λεωφορείου και γ) από τις προανακριτικές καταθέσεις των εμπλεκομένων στο ατύχημα (πεζού και οδηγού) σε συνδυασμό με τις λοιπές καταθέσεις των μαρτύρων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών αλλά και της κατάθεσης της συζύγου ενάγοντος (μη αυτόπτου) και την ανωμοτί κατάθεση του α' εναγομένου στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Υπό τα περιστατικά αυτά, το ένδικο ατύχημα και ο τραυματισμός του ως άνω πεζού οφείλεται κατά κύριο λόγο στην υπαιτιότητα του ιδίου του πεζού, ο οποίος δεν κατέβαλε την προσοχή και την επιμέλεια που θα κατέβαλε κάθε συνετός πεζός υπό ανάλογες περιστάσεις. Ειδικότερα, ο τελευταίος δεν συμμορφώθηκε με την κόκκινη ένδειξη του φωτεινού σηματοδότη που ρύθμιζε την πορεία του και επέβαλε την παραμονή του στο πεζοδρόμιο, αλλά κατήλθε στο οδόστρωμα περί το 1μ. περίπου, σε σημείο όπου υπήρχε διάβαση πεζών, επιχειρώντας να διασχίσει κάθετα τη λεωφορειολωρίδα, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει αν οι συνθήκες κυκλοφορίας το επέτρεπαν, αφού, όπως και ο ίδιος αποδέχθηκε καταθέτοντας ένορκα προανακριτικά, δεν έλεγξε την κίνηση των οχημάτων στα αριστερά του, ώστε να βεβαιωθεί ότι δεν θα παρεμπόδιζε την κυκλοφορία του ερχόμενου στο λεωφορειόδρομο λεωφορείου, το οποίο ήταν απολύτως ορατό σ' αυτόν, λόγω της ευθύτητας της οδού, της έλλειψης εμποδίων στην ορατότητά του, κατά παράβαση των άρθρων 38 παρ.1, 4 περ.β και 7 παρ.1α ΚΟΚ. Υπάρχει δε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράβασης αυτής και του επελθόντος ατυχήματος, γιατί αν ο ανωτέρω πεζός συμμορφωνόταν με το σήμα του φωτεινού σηματοδότη πεζών ή έλεγχε το ρεύμα πορείας του λεωφορειόδρομου πριν κατέλθει στο οδόστρωμα, το ατύχημα οπωσδήποτε θα είχε αποφευχθεί. Αλλά και ο πρώτος εναγόμενος φέρει ποσοστό υπαιτιότητας στην πρόκληση του ως άνω ατυχήματος, η αμέλεια δε αυτού συνίσταται στο ότι δεν κατέβαλε την επιμέλεια και προσοχή που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να επιδείξει, όπως κάθε μέσος συνετός οδηγός υπό παρόμοιες συνθήκες.
Συγκεκριμένα, ο ανωτέρω αν και κινείτο με μειωμένη ταχύτητα, που δεν υπερέβαινε τα 30-35 χλμ/ώρα, δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, δεν ασκούσε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του, ώστε να είναι σε θέση κάθε στιγμή να εκτελεί όλους του απαιτούμενους χειρισμούς προς αποφυγή τροχαίου ατυχήματος, ενώ δε πλησίαζε σε διασταύρωση όπου υπήρχε διάβαση πεζών δεν ήταν ιδιαίτερα προσεκτικός, ούτε μείωσε έτι περαιτέρω την ταχύτητά του, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί έγκαιρα τον αμελή πεζό που κατήλθε του οδοστρώματος επιχειρώντας να διασχίσει τη διάβαση πεζών, και να μην προβεί σε τροχοπέδηση, που προφανώς θα μείωνε τη δύναμη με την οποία προσέκρουσε το λεωφορείο επί του πεζού, ενόψει μάλιστα, του ότι ο ως άνω οδηγός είχε στην πορεία του, λίγο πριν την ως άνω διασταύρωση, διπλό κίτρινο φως κυκλικής μορφής που αναβόσβηνε, γεγονός που επέβαλλε σ' αυτόν να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός και να κινείται με έτι μειωμένη ταχύτητα (αρθρ. 6 παρ.1δ, 12 παρ.1 ΚΟΚ). Με βάση τα προαναφερθέντα, το ποσοστό υπαιτιότητας ανέρχεται για μεν τον πρώτο εναγόμενο - οδηγό σε 40% και για τον πεζό -ενάγοντα σε 60% κατά μερική παραδοχή της προβληθείσας πρωτοδίκως και επαναφερομένης με λόγο έφεσης ένστασης συνυπαιτιότητας των εναγομένων των υπό κρίση αγωγών. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση του δέχθηκε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του λεωφορείου - πρώτου εναγομένου στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και το νόμο εφάρμοσε, κατά τον εν μέρει ουσία βάσιμο σχετικό δεύτερο λόγο της κρινόμενης έφεσης, με τον οποίο οι εκκαλούντες - εναγόμενοι παραπονούνται ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμη την ένσταση συνυπαιτιότητας του πεζού στο εν λόγω ατύχημα....". Κατόπιν τούτων, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση, αφού έκρινε ότι συνυπαίτιοι για την πρόκληση του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος και τον επελθόντα κατ' αυτό τραυματισμό του ενάγοντος, ήδη αναιρεσείοντος, είναι ο πρώτος εναγόμενος Χ. Κ., κατά ποσοστό 40%, οδηγός του υπ'αριθμ. κυκλ. ... Λεωφορείου ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης, (ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης), η οποία τον είχε προστήσει στην οδήγηση, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων ζημίες, στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη, καθώς και ο τραυματισθείς πεζός ενάγων και ήδη αναιρεσείων, Μ. Λ., κατά ποσοστό 60%, δέχθηκε τυπικά και εν μέρει κατ'ουσίαν την από 11-1-2017 έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων, εξαφάνισε την εκκληθείσα, υπ' αριθμ. 1294/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κρίνει ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου οδηγού Χ. Κ. και, αφού δίκασε επί της ουσίας την από 17-1-2013 αγωγή, έκανε αυτή εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ'ουσίαν και επεδίκασε τα αναφερόμενα σ'αυτή χρηματικά ποσά στον αναιρεσείοντα, για αποζημίωση, πρόσθετη χρηματική παροχή κατ'άρθρο 931 ΑΚ και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση, δεν παραβίασε, ούτε ευθέως, είτε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή είτε με εσφαλμένη υπαγωγή, κατά την υπαγωγή των προαναφερόμενων πραγματικών περιστατικών στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 300, 330 εδ. β', 297, 298 του ΑΚ, καθώς και αυτές του Κ.Ο.Κ. (ν. 2696/1999) τις οποίες εφάρμοσε ορθώς, παρά την μη αριθμητική αναφορά όλων των φερομένων ως παραβειασθισών ως άνω ουσιαστικών διατάξεων (ΑΠ 1492/2022, ΑΠ 681/2020, ΑΠ 694/2020), ενώ διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, στην προσβαλλομένη απόφαση και καθ'όσον αφορά στα κρίσιμα και ουσιώδη ζητήματα της συνδρομής των προϋποθέσεων για τη συνυπαιτιότητα του οδηγού του ΔΧ Λεωφορείου και του τραυματισθέντος πεζού, της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς αυτών και του επελθόντος αποτελέσματος του ατυχήματος διαλαμβάνονται με λεπτομέρεια όλα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία θεμελιώνεται η αμελής συμπεριφορά των ανωτέρω (πεζού και οδηγού), η οποία : α) για μεν τον πεζό συνίσταται στο ότι αυτός δεν συμμορφώθηκε με την κόκκινη ένδειξη του φωτεινού σηματοδότη που ρύθμιζε την πορεία του και επέβαλε την παραμονή του στο πεζοδρόμιο, αλλά κατήλθε στο οδόστρωμα περί το 1μ. περίπου, σε σημείο όπου υπήρχε διάβαση πεζών, επιχειρώντας να διασχίσει κάθετα τη λεωφορειολωρίδα, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει αν οι συνθήκες κυκλοφορίας το επέτρεπαν, αφού, όπως και ο ίδιος αποδέχθηκε καταθέτοντας ένορκα προανακριτικά, δεν έλεγξε την κίνηση των οχημάτων στα αριστερά του, ώστε να βεβαιωθεί ότι δεν θα παρεμπόδιζε την κυκλοφορία του ερχόμενου στο λεωφορειόδρομο λεωφορείου, το οποίο ήταν απολύτως ορατό σ' αυτόν, λόγω της ευθύτητας της οδού, της έλλειψης εμποδίων στην ορατότητά του, κατά παράβαση των άρθρων 38 παρ.1, 4 περ.β και 7 παρ.1α ΚΟΚ. Υπάρχει δε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράβασης αυτής και του επελθόντος ατυχήματος, γιατί αν ο ανωτέρω πεζός συμμορφωνόταν με το σήμα του φωτεινού σηματοδότη πεζών ή έλεγχε το ρεύμα πορείας του λεωφορειόδρομου πριν κατέλθει στο οδόστρωμα, το ατύχημα οπωσδήποτε θα είχε αποφευχθεί. Και β) για τον οδηγό του ΔΧ Λεωφορείου, η οποία συνίσταται στο ότι δεν κατέβαλε την επιμέλεια και προσοχή που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να επιδείξει, όπως κάθε μέσος συνετός οδηγός υπό παρόμοιες συνθήκες. Συγκεκριμένα, ότι αν και κινείτο με μειωμένη ταχύτητα, που δεν υπερέβαινε τα 30-35 χλμ/ώρα, δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, δεν ασκούσε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του, ώστε να είναι σε θέση κάθε στιγμή να εκτελεί όλους του απαιτούμενους χειρισμούς προς αποφυγή τροχαίου ατυχήματος, ενώ δε πλησίαζε σε διασταύρωση όπου υπήρχε διάβαση πεζών δεν ήταν ιδιαίτερα προσεκτικός, ούτε μείωσε έτι περαιτέρω την ταχύτητά του, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί έγκαιρα τον αμελή πεζό που κατήλθε του οδοστρώματος επιχειρώντας να διασχίσει τη διάβαση πεζών, και να μην προβεί σε τροχοπέδηση, που προφανώς θα μείωνε τη δύναμη με την οποία προσέκρουσε το λεωφορείο επί του πεζού, ενόψει μάλιστα, του ότι ο ως άνω οδηγός είχε στην πορεία του, λίγο πριν την ως άνω διασταύρωση, διπλό κίτρινο φως κυκλικής μορφής που αναβόσβηνε, γεγονός που επέβαλλε σ' αυτόν να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός και να κινείται με έτι μειωμένη ταχύτητα (αρθρ. 6 παρ.1δ, 12 παρ.1 ΚΟΚ). Επίσης, το Εφετείο σχετικά με την συντρέχουσα υπαιτιότητα (αμέλεια), τόσο του οδηγού του προστιθέντος από την δεύτερη αναιρεσίβλητη Λεωφορείου, όσο και του πεζού - αναιρεσείοντος, έλαβε υπόψη του όλους τους προσδιοριστικούς παράγοντες του τροχαίου ατυχήματος (συνθήκες κυκλοφορίας, κατάσταση οδού, λειτουργία φωτεινών σηματοδοτών). Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε ότι : 1) Η κίνηση των οχημάτων στη διασταύρωση των οδών ... και ... ρυθμίζεται με φωτεινούς σηματοδότες, οι οποίοι για τις πέντε λωρίδες, που κινούνται τα οχήματα τα οποία κατευθύνονται προς Ομόνοια έχουν τη συνήθη ένδειξη, ήτοι πράσινη και ερυθρή, για τη ρύθμιση όμως της κίνησης στην έκτη λωρίδα, με κατεύθυνση προς πλατεία Συντάγματος, ήτοι την λεωφορειολωρίδα οι υπάρχοντες στην εν λόγω διασταύρωση σηματοδότες, λειτουργούν ως ακολούθως: α) κόκκινη ένδειξη, όπου οι οδηγοί των αστικών λεωφορείων οφείλουν να ακινητοποιήσουν αυτά προ της διασταύρωσης, προκειμένου να επιτρέψουν την ασφαλή διέλευση των οχημάτων, που κινούνται στην οδό ..., με κατεύθυνση την οδό ... και παράλληλα την κίνηση των πεζών που διασχίζουν κάθετα την οδό ..., δεδομένου ότι την ίδια ένδειξη (κόκκινη) έχουν και οι σηματοδότες που ρυθμίζουν την κίνηση των άλλων πέντε λωρίδων κυκλοφορίας της εν λόγω οδού που κινούνται τα προς την πλατεία Ομονοίας κινούμενα αυτοκίνητα και β) δύο κίτρινες αναλάμπουσες ενδείξεις, σύμφωνα με τις οποίες οι οδηγοί των αστικών λεωφορείων συνεχίζουν κανονικά την πορεία τους προς την πλατεία Συντάγματος, όπως και οι οδηγοί των λοιπών 5 λωρίδων προς Ομόνοια, καθόσον η ένδειξη είναι πράσινη για τα οχήματα που κινούνται σ' αυτές, οι δε πεζοί που επιθυμούν να διασχίσουν κάθετα το οδόστρωμα της οδού ... οφείλουν να αναμένουν την αλλαγή της ένδειξης σε κόκκινη για όλα τα κινούμενα στην οδό αυτή οχήματα (και λεωφορεία). 2) Ότι σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1δ του ΚΟΚ, στο απλό ή διπλό κίτρινο φως κυκλικής μορφής, το οποίο αναβοσβήνει (αναλάμπον) ο οδηγός υποχρεούται να ανακόπτει ταχύτητα, να προχωρεί με ιδιαίτερη προσοχή και να παραχωρεί προτεραιότητα στους πεζούς και στα οχήματα. Στην προκειμένη περίπτωση, οι οδηγοί των αστικών λεωφορείων, όταν κατευθύνονται προς την πλατεία Συντάγματος και πλησιάζουν τη διασταύρωση των οδών ... και ..., όπου υπάρχει ο προαναφερόμενος σηματοδότης με ένδειξη κίτρινο αναλάμπον φως, υποχρεούνται να ανακόψουν ταχύτητα, να είναι προσεκτικοί και να παραχωρήσουν προτεραιότητα μόνο στα λεωφορεία που κινούνται επί της οδού ... και μάλιστα στην πέμπτη από δεξιά λωρίδα και προτίθενται να εκτελέσουν αριστερό ελιγμό και να εισέλθουν στην οδό ... και όχι στους πεζούς διότι αυτοί δεν επιτρέπεται να κατέλθουν στο οδόστρωμα, αφού η ένδειξη του σηματοδότη γι' αυτούς είναι κόκκινη και των οχημάτων προς Ομόνοια πράσινη. Ειδικότερα, όσον αφορά τους πεζούς, στο ως άνω σημείο υπάρχει διάβαση πεζών καθοριζόμενη με οριζόντια σήμανση (άρθρο 5 παρ. 1-2 β, 4γ ΚΟΚ) αλλά και φωτεινοί σηματοδότες που ρυθμίζουν την κίνησή τους σ' αυτήν (διασταύρωση), βρίσκονται δε (διάβαση και σηματοδότες για τους πεζούς) σε σχέση με την κατεύθυνση της λεωφορειολωρίδας αμέσως μετά τη συμβολή της με την οδό .... Όταν οι εν λόγω σηματοδότες έχουν πράσινη ένδειξη για τους πεζούς, τότε επιτρέπεται η κίνηση των πεζών που επιθυμούν να διασχίσουν κάθετα την οδό ... επί της διαβάσεως, όταν δε αυτοί (σηματοδότες) έχουν κόκκινη ένδειξη για τους πεζούς, απαγορεύεται η κίνηση αυτών επί της διαβάσεως, αφού ταυτόχρονα θα υπάρχει πράσινη ένδειξη για τα οχήματα που κατέρχονται προς Ομόνοια. 3) ότι η παραπάνω λειτουργία της σηματοδοτικής εγκατάστασης του κόμβου ... - Ομόνοια προκύπτει από το αρ. ...-2010 έγγραφα του Δ/ντη της Γεν. Γραμματ. Δημοσίων Έργων του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών και Δικτύων Δ/νσης, ενώ δεν αμφισβητείται η λειτουργία αυτή από τους διαδίκους. Τα ανωτέρω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό των προαναφερόμενων διατάξεων και δικαιολογούσαν την, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, ορθότητα του ανωτέρω αποδεικτικού πορίσματος περί συντρέχουσας αμέλειας του ανωτέρω οδηγού και του πεζού, που κατά αιτιώδη συνάφεια οδήγησε στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος. Οι ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε ασαφείς, αντιφατικές και ενδοιαστικές αιτιολογίες, διότι το Εφετείο με ανεπαρκή και ενδοιαστική και αιτιολογία, δέχθηκε ότι το λεωφορείο κινήθηκε, όταν σηματοδότης στην πορεία του έδειχνε κίτρινο χρώμα (αναλάμπον) που του επέτρεπε να συνεχίσει ακώλυτα να κινείται στην οδό ..., καθόσον η κρίση του αυτή ενέχει αμφιβολία ότι ο σηματοδότης για το λεωφορείο δεν είχε ερυθρό χρώμα, αλλά αναλάμπον κίτρινο. Και τούτο διότι η παραδοχή της αποφάσεως ότι, αν είχε παραβιάσει το Λεωφορείο τον ερυθρό σηματοδότη, τότε θα είχε συγκρουστεί με αυτοκίνητο από εκείνα που κινήθηκαν από την οδό ... κάθετα στην οδό ..., είναι υποθετική, αφού τότε μόνο αυτό θα είχε συμβεί, αν στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή κινούνταν αυτοκίνητα ακολουθώντας τη συγκεκριμένη πορεία, οπότε και ο τραυματισμός του αναιρεσείοντος να είχε αποφευχθεί, αφού η παράνομη κίνηση του λεωφορείου θα είχε ανακοπεί και θα είχαν προκληθεί μόνο υλικές ζημίες στα αυτοκίνητα, δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογιών, είναι απαράδεκτες, καθόσον ανάγονται στην αξιολόγηση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα. Επίσης, όλες οι λοιπές αναφερόμενες, στον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι απαράδεκτες, καθόσον ανάγονται σε επιχειρήματα αυτού προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτόν εκδοχής περί των συνθηκών του ένδικου ατυχήματος, η οποία δεν έγινε δεκτή από το Εφετείο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, με τις αιτιάσεις δε αυτές και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αναφορικά με την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα, ότι η πρόκληση του ένδικου ατυχήματος οφείλεται και σε συντρέχουσα αμέλεια (σε ποσοστό 60%) του τραυματισθέντος πεζού. Κατ` ακολουθία, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου του ΑΚ και του ν. 2696/1999 [Κ.Ο.Κ.] πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος και απαράδεκτος, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει τη κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους (Ολ.ΑΠ 8/2016, Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1230/2023, ΑΠ 136/2022, ΑΠ 83/2021, ΑΠ 50/2020). Για τον έλεγχο όμως της ουσιαστικής βασιμότητας του αναιρετικού αυτού λόγου είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 25/2023, ΑΠ 681/2022, ΑΠ 1252/2022, ΑΠ 342/2020, ΑΠ 388/2018). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 687/2024, ΑΠ 380/2023, ΑΠ 889/2020, ΑΠ 498/2018, ΑΠ 208/2018).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, ο αναιρεσείων, με το δεύτερο αναιρετικό λόγο, αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση τη πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ` του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του ως άνω αποδεικτικού πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη του νομίμως ενώπιον του προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα: α) την υπ'αριθμ. πρωτοκόλλου 1861/22-1-2014 βεβαίωση της Διευθύνσεως Ανθρωπίνου Δυναμικού της εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Οδικές Συγκοινωνίες Ανώνυμη Εταιρεία (ΟΣΥ ΑΕ)", στην οποία αναφερόταν ότι ο Δ. Γ., ο οποίας αναφερόταν ως μοναδικός αυτόπτης μάρτυρας στην έκθεση αυτοψίας, ήταν εργαζόμενος ως οδηγός λεωφορείου, με αριθμό μητρώου ... που ανήκε στη Διεύθυνση Α/Σ Ελληνικού, β) την προσκομισθείσα από τον ίδιο, μετ' επικλήσεως, υπ'αριθμ. 389/2014 ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Γ. Λ., και γ) την από 17-1-2014 ιδιωτική γνωμοδότηση του διπλωματούχου μηχανικού Ι. Δ., ο οποίος αποφάνθηκε για τις συνθήκες υπό τις οποίες συνέβη το ένδικο ατύχημα. Στην προσβαλλόμενη απόφαση, όσον αφορά τα επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, τα οποία λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο για την κατάστρωση του αποδεικτικού του πορίσματος αναφέρονται κατ' ακριβή λεκτική αντιγραφή, τα ακόλουθα: "Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρος του ενάγοντος και την χωρίς όρκο κατάθεση του πρώτου εναγομένου, που εξετάστηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχονται στα με αρ. 2909/2014 πρακτικά συνεδρίασης του ως άνω Δικαστηρίου, απ' όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, μεταξύ των οποίων και οι υπ' αρ. 339/16-1-2014, 388/17-1-2014, 389/17-1-2014 και 390/17-1-2014 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που λήφθηκαν μετά από νόμιμη κλήτευση των εναγομένων (βλ. τις αριθμ. ..., ... και ...-2014 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Α. Π.) καθώς και των εγγράφων της ποινικής δικογραφίας, την με αρ. 2909/2014 ιατρική πραγματογνωμοσύνη του διορισθέντος με την αρ. 2909/2014 προδικαστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, Ν. Σ., ιατρού νευρολόγου, από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται (άρθρα 444 αρ.3, 448 παρ.2, 457 παρ.4 ΚΠολΔ) και απ' όσα αναφέρουν οι διάδικοι με τις προτάσεις των, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά...". Από την ανωτέρω ρητή και σαφή βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι στην περί των πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της, καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα παραπάνω φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα, χωρίς να υποχρεούται το Δικαστήριο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτού και καθενός εγγράφου, πέραν βεβαίως του γεγονότος ότι τα ως άνω έγγραφα δεν προσκομίζονται (ο αναιρεσείων δεν κατέθεσε προτάσεις) και, συνεπώς, είναι αδύνατο να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενό τους, ώστε να ελεγχθεί και η τυχόν μη λήψη του υπόψη από το Εφετείο. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη με τον ως άνω λόγο αναίρεσης πλημμέλεια από τον αριθμό 11 εδ. γ` του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, δηλαδή της μη λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου νομίμως προσκομισθέντος και επικληθέντος. Η, δια του ερευνώμενου δε λόγου, προβαλλόμενη περαιτέρω αιτίαση ότι από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, κρίνεται απαράδεκτη καθόσον, με την επίκλησή της πλήττεται η ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην ως άνω νομική σκέψη. Μετά τα παραπάνω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για να ερευνηθεί, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, για την άσκηση της αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ όπως ισχύει) και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό (ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 1342/2023).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 27-1-2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. 1064/104/ 10-2-2021), αίτηση, για αναίρεση της με αριθ. 3587/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσε ο αναιρεσείων, για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα, στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για την κάθε ομάδα αυτών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Ιουλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Σεπτεμβρίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου