ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1523/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1523/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1523/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1523 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1523/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή και Βαρβάρα Πάπαρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Παναγιώτη Τσουμάνη και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Σ. Μ. του Α., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/6/2015 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 75/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 154/2022 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16/9/2022 αίτησή του και τους από 13/12/2023 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη, και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1182/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση από την προσκομιζόμενη από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθμ. ....2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Ναυπλίου με έδρα το Πρωτοδικείο Ναυπλίου Α. Π., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Α1 Τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκαση αυτής, πράξη της Προέδρου του Α1 Τμήματος περί ορισμού δικασίμου της αίτησης την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης και κλήση για συζήτηση, επιδόθηκε με επιμέλεια του αναιρεσείοντος στη αναιρεσίβλητη. Όμως η τελευταία δεν εμφανίστηκε στη δικάσιμο αυτή, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο και γι' αυτό, αφού κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 154/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, το οποίο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 75/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου και αφού εξαφάνισε την απόφαση αυτή, ακολούθως δέχθηκε εν μέρει την από 10.6.2015 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553. 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 Κ. Πολ. Δ.). Παραδεκτά επίσης ασκήθηκε και ο από 13.12 2023 πρόσθετος λόγος αναίρεσης με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στην γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 13.12 2023 και επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 15.12.2023 (βλ. την υπ' αριθ. ....2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Ναυπλίου Α. Π.), δηλαδή 30 πλήρεις ημέρες πριν την ορισθείσα ημερομηνία συζήτησης της αίτησης αναίρεσης στις 22.1.2024 αφού αφορά στα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης, που πλήττονται και με την αναίρεση (άρθρο 569 ΚΠολΔ). Ο πρόσθετος αυτός λόγος, ο οποίος συνεκφωνήθηκε με την αίτηση αναίρεσης, πρέπει να συνεκδικασθεί με αυτή, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας (άρθρο 246 ΚΠολΔ), αλλά και διότι οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται υποχρεωτικά με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 527/2023, ΑΠ1078/2020, ΑΠ921/2019). Επομένως, η αναίρεση και ο πρόσθετος λόγος αυτής πρέπει να εξετασθούν για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρ. 914 του ΑΚ, όποιος ζημίωσε άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 297 και 298 του ΑΚ. Από τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων, συνδυαζόμενες και με τις διατάξεις των άρθρ. 330 του ΑΚ και 15 του ΠΚ, συνάγεται, ότι οι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση είναι η ύπαρξη παράνομης συμπεριφοράς, οφειλόμενης σε υπαιτιότητα του δράστη, η πρόκληση ζημίας και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας, που προκλήθηκε. Παράνομη είναι η συμπεριφορά, που προσβάλλει τα προστατευόμενα από το νόμο δικαιώματα ή συμφέροντα άλλου και μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψη, εφόσον, στην τελευταία περίπτωση υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος (ΑΠ 166/2023). Υπαίτια είναι η συμπεριφορά που επιτρέπει να αποδοθεί στο δράστη προσωπική μομφή, δηλαδή η υπαιτιότητα βασίζεται στον ψυχικό δεσμό του δράστη με την αδικοπραξία.

Περαιτέρω, πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας που προκλήθηκε, υπάρχει όταν η συμπεριφορά αυτή, κατά το χρόνο και τις συνθήκες που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει τη συγκεκριμένη ζημία. Αδικοπρακτική συμπεριφορά, κατά την έννοια του άρθρ. 914 του ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 386 του ΠΚ, αποτελεί και η απάτη σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί, με κάθε μέσο ή τέχνασμα, σφαλερή αντίληψη σε άλλον ως προς τα γεγονότα, εξ αιτίας της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης, από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το απατηλό μέσο που χρησιμοποιήθηκε, υπήρξε αποφασιστικό για τη δήλωση της βούλησης ή την επιχείρηση της πράξης. Η ψευδής παράσταση που συνιστά την απάτη μπορεί να αφορά σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με την απόκρυψη ή την αποσιώπηση κρίσιμων γεγονότων αναγόμενων στο παρόν, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε (ΑΠ 166/2023, ΑΠ 709/2017, ΑΠ 1758/2014). Δεν είναι πάντως αναγκαίο η ζημία που προκλήθηκε από την απάτη να συνδέεται με αντίστοιχη ωφέλεια γι' αυτόν που την προκάλεσε, αφού αυτή μπορεί να αφορά και τρίτο, αρκεί και στην περίπτωση αυτή να υπήρξε δόλος του δράστη. Η έννοια του δόλου προκύπτει, κατά βάση, από τη διάταξη του άρθρ. 27 του ΠΚ και συντρέχει, όχι μόνον όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση ζημίας, αλλά και όταν αποδέχεται τη ζημία, είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του (ΑΠ 166/2023, ΑΠ 1596/2014).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 298 εδ. β` του ΑΚ προκύπτει ότι η απαραίτητη για τη θεμελίωση της αξιώσεως αποζημιώσεως αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσης ζημίας υπάρχει, όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως (άρθρο 298 του ΑΚ), ήταν ικανή να επιφέρει και επέφερε πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΑΠ 166/2023, ΑΠ 1758/2014). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1347/2022, ΑΠ 836/2022, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να περιέχονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται σ` αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και δεν αρκούν περιορισμένες, μεμονωμένες, κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 658/2019, ΑΠ 739/2011) και να αναφέρεται σε αυτό σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και το μοναδικό πρόσθετο λόγο, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου τους, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 ΑΚ και 386ΠΚ, δεχόμενο με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ότι εξαπάτησε την αναιρεσίβλητη, πείθοντάς την να καταθέσει το ποσό των 30.000 ευρώ, διαβεβαιώνοντας αυτήν ψευδώς ότι ήταν στην διάθεσή της να το αναλάβει αν δεν υλοποιείτο ο διακανονισμός, ενώ στην πραγματικότητα αυτός γνώριζε ότι η κατάθεση θα οδηγείτο σε μερική καταβολή των οφειλών έναντι του χρέους του Ι. Κ. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα κατά το μέρος που αφορά την αναιρετική διαδικασία: "Την 3.4.2000, ο Ι. Κ. του Γ., αγρότης, πελάτης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", ο οποίος διατηρούσε πολυετή συνεργασία μαζί της, απεβίωσε. Κατά την χρονική περίοδο της συνεργασίας αυτής, στο πλαίσιο κατάρτισης δανειακών συμβάσεων και προς εξασφάλιση της εν λόγω πιστώτριας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, ο προαποβιώσας και δη την ....1997, πατέρας του ως άνω δανειολήπτη, Γ. Κ. του Π., είχε παραχωρήσει υπέρ αυτής υποθήκες σε βάρος δύο ακινήτων του, κειμένων στη Θέση Κατσικανιά δήμου Άργους ήτοι ενός αγροτεμαχίου, εμβαδού 4536τμ, με ΚΑΕΚ 020091601159, μετά της εντός αυτού διώροφης οικοδομής, την οποία είχε ανεγείρει με δικές του δαπάνες ο Ι. Κ. και στην οποία κατοικούσε έως τον χρόνο του θανάτου του με την οικογένειά του και ενός αγροτεμαχίου, εμβαδού 2694τμ, με ΚΑΕΚ 020091504008, στο οποίο λειτουργούσε και εκμεταλλευόταν επιχείρηση - μονάδα Θερμοκηπίου. Κατά τον χρόνο του θανάτου του ως άνω πιστούχου, τα χρέη του προσέγγιζαν το ποσό των διακοσίων χιλιάδων ευρώ, για τον λόγο αυτόν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του ήτοι τα τέκνα του, Ε. Κ. και Γ. Κ., με τις με αριθμούς ....2000 και ....2000, δηλώσεις τους ενώπιον της Προϊσταμένης της Γραμματείας του Πρωτοδικείου Ναυπλίου αποποιήθηκαν την κληρονομιά του πατρός τους και ακολούθως μετά τη δημοσίευση της με αριθμό ....1990 δημόσιας διαθήκης του Γ. Κ. του Π. και της Γ. ενώπιον του συμβολαιογράφου Ναυπλίου Γ. Π., με το με αριθμό ....2000 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, με την οποία είχε εγκαταστήσει κληρονόμους τους μεταξύ άλλων τον υιό του Ι. Κ. και τους εγγονούς του, ανήλικα τέκνα του τελευταίου, Γ. Κ. και Ε. Κ., αποποιήθηκαν και την κληρονομιά του παππού τους, όπως προκύπτει από τις με αριθμούς ....2000 και ....2000 δηλώσεις αποποίησης κληρονομιάς ενώπιον της Γραμματέως του ίδιου ως άνω Πρωτοδικείου.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η Ε. Κ., γεννηθείσα το έτος 1981, επιθυμούσε την απόκτηση των ακινήτων της οικογένειάς της και ιδίως του αγροτεμαχίου με την εντός αυτού κατοικία, στην οποία είχε ζήσει έως του χρόνο του θανάτου του πατρός της και την επιθυμία της αυτή μοιράσθηκε με τον μέλλοντα σύζυγό της Κ. Μ. του Β. και της Σ., για τον λόγο αυτό αμφότεροι μετέβησαν το έτος 2007 στο κατάστημα της ως άνω ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας στο Άργος, προκειμένου να διερευνήσουν, αφού ήδη είχαν συμβουλευθεί δικηγόρο ως προς τον τρόπο περαιτέρω απόκτησης της κυριότητας στο ως άνω ακίνητο με τη βοήθεια τρίτου συγγενικού τους προσώπου, το οποίο θα προέβαινε αυτό σε αποδοχή της κληρονομιάς του αποβιώσαντος παππού της, περιορισμού, κατόπιν επαναπροσδιορισμού, του χρέους του πατρός της ώστε να καταστεί εφικτή η εκ μέρους της εξάλειψη των υφιστάμενων βαρών. Η Ε. Κ. υπέβαλε το με αριθμό ....2007 έγγραφο, σε απάντηση του οποίου ο Διευθυντής της "ATE Α.Ε." Κ. Ρ. απέστειλε έγγραφο προς το κατάστημα Άργους, με αριθμό ....2008 και το οποίο με θέμα "Διακανονισμός οφειλών του Κ. Ι. του Γ. (s/n ...) αναφέρει ότι "...σας κάνουμε γνωστό ότι το Συμβούλιο της Διεύθυνσης Καθυστερήσεων στην Συνεδρίασή του 31/3/2008 ενέκρινε τον συνολικό διακανονισμό των οφειλών του πιστούχου με την καταβολή ποσού 80000 ευρώ εφάπαξ και μετρητοίς όση και η διασφαλιστική αξία του ακινήτου και διαγραφή του υπολοίπου ποσού.... Παρακαλούμε για την άμεση ενημέρωση του οφειλέτη και τις δικές σας ενέργειες σύμφωνα με τα ισχύοντα στην ΑΤΕ σε συνεννόηση με τον Νομικό σας Σύμβουλο", αυτό δε παραδόθηκε στην ως άνω αιτούσα από του τρίτο τον εναγομένων, ο οποίος και την πληροφόρησε για το περιεχόμενο της συμφωνίας, ωστόσο, επειδή ο Κ. Μ. και η Ε. Κ., μόλις είχαν τελέσει τον γάμο τους ήτοι την 31.3.2008, παρά την ύπαρξη του ανωτέρω διακανονισμού και της ευνοϊκής γι' αυτούς απόφασης του Συμβουλίου της πιστώτριας τράπεζας, λόγω των πρόσφατων δαπανών στις οποίες είχαν υποβληθεί για την τέλεση του γάμου, αποφάσισαν, παρ' ότι τους ενδιέφερε, ότι αδυνατούσαν για την συγκεκριμένη χρονική στιγμή να ανταπεξέλθουν στους όρους αυτούς και μετέθεσαν την υλοποίησή του γι'αργότερα. Μετά την παρέλευση τριών ετών, ο τρίτος των εναγομένων, υπό την ιδιότητα τον Διευθυντή του καταστήματος Άργους, επικοινώνησε τηλεφωνικώς με την Ε. Κ., υπενθυμίζοντάς της ότι εξακολουθεί να υφίσταται η ως άνω δυνατότητα εξάλειψης των βαρών, επιδεικνύοντας ενδιαφέρον σχετικά με την εκ μέρους της δυνατότητα ή μη υλοποίησης του ως άνω διακανονισμού. Η Ε. Κ., η οποία εν τω μεταξύ είχε έρθει σε επαφή με τον όμορο ιδιοκτήτη των ένδικων ακινήτων Β. Β., ο οποίος ενδιαφερόταν για την απόκτηση ελεύθερου βαρών του έτερου αγροτεμαχίου ήτοι αυτού με το θερμοκήπιο καθ' ότι το δικό του ακίνητο θα αποκτούσε σε μεγάλα μήκος πρόσοψη σε κεντρική οδό και με τον οποίο είχε συμφωνήσει να καταβάλει αυτός μέρος του συμφωνηθέντος ποσού ήτοι αυτό των πενήντα χιλιάδων ευρώ, συζήτησε το ζήτημα με την οικογένεια και του συζύγου της και η πεθερά της, ήτοι η Σ. Μ., ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, αποφάσισε να βοηθήσει τον υιό της και την σύζυγό του να αποκτήσουν μία δική τους κατοικία και δη την κατοικία που επιθυμούσε η νύφη της ήτοι την πατρική της, προσφέροντας το ποσό των τριάντα χιλιάδων ευρώ. Κατόπιν της κοινής αυτής απόφασης, ορίσθηκε ημερομηνία συνάντησης στο κατάστημα της "ATE Α.Ε." στο Άργος μεταξύ του Διευθυντή αυτής από την μία πλευρά και της ενάγουσας, του υιού της Κ. Μ. και του Β. Β. από την άλλη -σημειώνεται ότι δεν παρευρέθη η Ε. Κ. καθ' ότι φρόντιζε το τέκνο της- την 21.2.2011. Την ίδια ημερομηνία και πριν την προγραμματισμένη συνάντηση, η ενάγουσα είχε μεταβεί στο κατάστημα της "Alpha Bank ΑΕ" στο Άργος και είχε προβεί σε έκδοση επιταγής με δικαιούχο την ίδια, ποσού ύψους 30.060,12 ευρώ από τον τηρούμενο στο όνομά της λογαριασμό στο πλαίσιο της εκτέλεσης του ως άνω διακανονισμού. Ωστόσο, κατά την συνάντηση αυτή, ο Β. Β. δήλωσε ότι δεν είχε το ποσό των πενήντα χιλιάδων ευρώ και έθεσε το ζήτημα εάν θα ήταν δυνατή η λήψη δανείου και ο Διευθυντής τον διαβεβαίωσε ότι αυτό θα ήταν εφικτό και ότι έπρεπε να επανέλθει για να το αιτηθεί με τα απαραίτητα δικαιολογητικά για την έγκρισή του. Μετά τα νέα αυτά δεδομένα, κατέστη σαφές κατ' αρχάς ότι δεν ήταν δυνατό κατά το χρονικό εκείνο σημείο να προχωρήσει η άρση των βαρών στα ακίνητα -σημειώνεται ότι, όπως τους ενημέρωσε ο Διευθυντής, η άρση των βαρών θα προχωρούσε μόνο συγχρόνως σε αμφότερα τα δύο ακίνητα με τους ως άνω όρους ήτοι με την καταβολή εφάπαξ και μετρητοίς του ποσού των ογδόντα χιλιάδων και δεν ήταν εφικτή η άρση των βαρών σε ένα μόνο από τα βεβαρημένα ακίνητα με την καταβολή μέρος του συμφωνηθέντος συνολικού ποσού των ογδόντα χιλιάδων ευρώ - οπότε η Σ. Μ. και ο υιός της θέλησαν και αυτοί, μετά την ήδη αποχώρηση του Β. Β., να αποχωρήσουν από το τραπεζικό κατάστημα ενώ συγχρόνως η Σ. Μ. εξέφρασε την βούλησή της να επιστρέφει το ποσό στον τηρούμενο στην "Alpha Bank ΑΕ" τραπεζικό της λογαριασμό από τον οποίο το είχε αναλάβει. Ο Διευθυντής ωστόσο, του καταστήματος δήλωσε ότι εφ' όσον η Σ. Μ. είχε την τραπεζική επιταγή με το ποσό αυτό και επειδή πάντα ελλόχευε κίνδυνος η πιστώτρια να προβεί σε πλειστηριασμό των ακινήτων, ότι θα ήταν σκόπιμο να καταθέσει το ποσό αυτό σε αυτήν σε ένδειξη της πρόθεσης των οικείων της να υλοποιήσουν τον διακανονισμό αυτόν, διαβεβαιώνοντας τους και ιδίως την ενάγουσα, η οποία πρόσφερε εξ ιδίων το ποσό ότι αυτό θα ήταν εκ μέρους της ούτως ή άλλως αναλήψιμο οιαδήποτε χρονική στιγμή επιθυμούσε ανεξαρτήτως του εάν για οιονδήποτε λόγω δεν ευδοκιμούσε ο ανωτέρω διακανονισμός. Ο Διευθυντής συνόδεψε την ανωτέρω στο ταμείο του καταστήματος και κατέθεσε το αναγραφόμενο στην τραπεζική επιταγή ποσό, ωστόσο ενώ τους είχε ενημερώσει ότι το ποσό αυτό θα κατατίθετο σε έναν προσωρινό λογαριασμό τάξεως, όπως ανέφερε, έγινε αντιληπτό μετά την κατάθεσή του ότι στο έγγραφο - παραστατικό "Διάφορων Πράξεων" που της εδόθη, ότι είχε αναγραφεί ότι το ποσό των 30.060,12 ευρώ πιστώθηκε στον λογαριασμό ... και η αιτιολογία ήταν "οφειλές Κ.". Η ενάγουσα ζήτησε εξηγήσεις για το περιεχόμενο του παραστατικού αλλά ο Διευθυντής της επανέλαβε την διαβεβαίωσή του ήτοι ότι δεν υπήρχε κάποιο ζήτημα με το περιεχόμενό του, ότι το ποσό παρέμενε στη διάθεσή της οποτεδήποτε το ζητούσε και ότι δεν έπρεπε να έχει οιαδήποτε αμφιβολία γι' αυτό δεδομένου ότι επρόκειτο για μία σοβαρή τραπεζική εταιρεία, με επακόλουθο η ενάγουσα, δεδομένης της θέσης του ανωτέρω και των γνώσεων του στο τραπεζικό σύστημα, να εφησυχάσει.

Περαιτέρω προέκυψε ότι η Τράπεζα δεν επέδειξε οιαδήποτε ενδιαφέρον για χορήγηση δανείου στον Β. Β. ενώ και η βούληση του ιδίου μετά την παρέλευση κάποιου χρονικού διαστήματος μετεβλήθη οπότε οι πραγματικά ενδιαφερόμενοι για την τελεσφόρηση του εγχειρήματος ήτοι η Ε. Κ. και ο Κ. Μ. ενημέρωσαν τον Διευθυντή ότι πλέον αυτό δεν ήταν εφικτό και ότι η Σ. Μ. θα προέβαινε σε ανάληψη του κατατεθέντος εκ μέρους της χρηματικού ποσού. Ο τρίτος των εναγομένων για ακόμη μία φορά επιβεβαίωσε την δυνατότητα ανάληψης των χρημάτων συνιστώντας τους προς αποφυγή επίσπευσης πλειστηριασμού να επιδιώξουν την ανεύρεση νέου χρηματοδότη ώστε να ευοδωθεί το σχέδιό τους. Αυτό ωστόσο, δεν κατέστη εφικτό και το καλοκαίρι του 2012, οι ως άνω επισκέφθηκαν εκ νέου το κατάστημα Άργους ώστε να ενημερώσουν τον τρίτο των εναγομένων για την οριστική πρόθεση της ενάγουσας για ανάληψη του ποσού, οπότε διαπίστωσαν ότι αυτός είχε μετατεθεί στο κατάστημα Ναυπλίου και η Διευθύντρια τον καταστήματος Άργους, τέταρτη των εναγομένων, τους δήλωσε ότι δεν ήταν ενήμερη για την συμφωνία, αυτοί δε επανήλθαν και η Διευθύντρια τους συνέστησε προς επίλυση του θέματός τους να επικοινωνήσουν με τον τρίτο των εναγομένων. Ο τελευταίος, κατά την επίσκεψη του υιού και της νύφης της ενάγουσας στο κατάστημα Ναυπλίου της δεύτερης των εναγομένων, δικαιολόγησε την δυσχέρεια ανάληψης του ποσού στο γεγονός ότι κατά την χρονική εκείνη περίοδο ελάμβαναν χώρα διεργασίες για την ανάκληση της άδειας της "ATE Α.Ε." και την μεταβίβαση στοιχείων της στην πρώτη των εναγομένων "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ". Μετά την αναμονή και την παρέλευση ικανού χρονικού διαστήματος, χωρίς κάποια ανταπόκριση εκ μέρους του τρίτου των εναγομένων, η ενάγουσα υπέβαλε την από 21.2.2013 αίτησή της στην "ATE Α.Ε." ζητώντας την αποδέσμευση των χρημάτων της που κατέθεσε το 2011 και εφ' όσον δεν έλαβε κάποια απάντηση απέστειλε την από 28.3.2014 εξώδικη δήλωσή της σε αμφότερες τις ως άνω τραπεζικές εταιρείες και έλαβε την από 16.4.2014 και με αιτ. ... απάντηση του ειδικού εκκαθαριστή της "ΑΤΕ Α.Ε.", ο οποίος την ενημέρωσε ότι το Συμβούλιο της Διεύθυνσης Καθυστερήσεων της πρώην "ATE ΑΕ" κατά την συνεδρίαση της ....2011 ενέκρινε αίτημα για διακανονισμό της οφειλής του αποβιώσαντος στις 3.4.2000 οφειλέτη Ι. Κ. στο ποσό των 80000 ευρώ και διαγραφή του υπολοίπου ποσού ύψους 156517,71 σε βάρος της "ΑΤΕ ΑΕ". Ανέφερε επίσης, στο ως άνω έγγραφό τον ότι "Στο πλαίσιο του άνω αιτούμενου διακανονισμού κατεβλήθη ήδη από τις 21.2.2011 χωρίς κανένα όρο ή προϋπόθεση εκ μέρους της απούσας και νύφης το ποσό των 30000 ευρώ, το οποίο έχει αχθεί σε πίστωση των οφειλών του Κ. Ι. Κατ' ακολουθίαν με το άνω ποσό έχει πιστωθεί ισόποσα η οφειλή για την οποία κατεβλήθη και δεν υπάρχει νόμιμος λόγος ή δυνατότητα επιστροφής του". Κατ' αρχάς παρατηρείται ότι ενώ το ως άνω από 1.4.2008 έγγραφο, που αφορά τον διακανονισμό και την απόφαση του Συμβουλίου της Διεύθυνσης Καθυστερήσεων, το οποίο επικαλείται η ενάγουσα, προσκομίζεται από την ίδια, το επικαλούμενο στην επιστολή του ειδικού εκκαθαριστή με αριθμό ....2011 έγγραφο της ίδιας Διεύθυνσης, ουδόλως προκύπτει ότι είχε κατά τον χρόνο εκείνο γνωστοποιηθεί στην ενάγουσα ή στους ενδιαφερομένους για την άρση των βαρών οικείους της ούτε εξάλλου, προσκομίζεται από τους εναγομένους με τις προτάσεις ενώ επιπλέον ουδόλως αποδείχθηκε, όπως επικαλείται ο τρίτος των εναγομένων στις από 20.9.2021 ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου προτάσεις τους ότι η Ε. Κ. υπέβαλε λόγω της παρέλευσης τριών ετών από τον αρχικό διακανονισμό νέο αίτημα, το οποίο έγινε δεκτό κατά την συνεδρίαση της 15.3.2011. Σημειώνεται δε επιπλέον ότι ουδόλως προέκυψε ότι συνέτρεχε πρόθεση πλειστηριασμού των βεβαρημένων ακινήτων από την δεύτερη των εναγομένων, κατά τον χρόνο εκείνο πέραν του ότι δεν προέκυψε ότι μετά την παρέλευση δέκα ετών και πλέον ότι αυτά έχουν εκπλειστηριασθεί. Από τα ανωτέρω συνάγεται με βεβαιότητα ότι ήδη κατά τον χρόνο κατάθεσης του ως άνω χρηματικού ποσού εκ μέρους της ενάγουσας υφίστατο διακανονισμός με συγκεκριμένο περιεχόμενο -σημειώνεται ότι είναι ίδιο το ύψος του ποσού το οποίο αναφέρει και στο από 16.4.2014 έγγραφό του ο ειδικός εκκαθαριστής και προκύπτει σύμφωνά με αυτόν από την απόφαση κατά τη συνεδρίαση της 15.3.2011- και ως εκ τούτου δεν συνέτρεχε λόγος να το καταθέσει η ενάγουσα κατά την ως άνω ημερομηνία ως ένδειξη της πρόθεσής τους για την επίτευξη του διακανονισμού αφ' ενός μεν καθ' ότι για την υλοποίηση αυτού απαιτούνταν το επιπλέον ποσό των πενήντα χιλιάδων ευρώ και εάν αυτό δεν κατατίθεντο δεν θα ελάμβανε χώρα η άρση των βαρών αφ' ετέρου δε διότι εάν η ενάγουσα γνώριζε ότι κινδύνευε να απωλέσει το χρηματικό ποσό, στερούμενη της δυνατότητας ανάληψής του οποτεδήποτε, σε περίπτωση μη ευδοκίμησης του διακανονισμού, δεν θα το κατέθετε εφ' όσον δεν υπήρχε κάποιο αντάλλαγμα δεδομένου ότι η μείωση των οφειλών του Ι. Κ. με την καταβολή του εν λόγω ποσού, ενώ οι κληρονόμοι του, πρώτης τάξης και οικείοι της ενάγουσας είχαν αποποιηθεί την κληρονομιά του, ήταν προς όφελος μόνο της πιστώτριας. Επομένως, ο τρίτος των εναγομένων, ενεργώντας ως Διευθυντής του καταστήματος Άργους, επαγγελματίας, υπόχρεος σε ορθή ενημέρωση των πελατών, έχοντας σχέση εμπιστοσύνης με την ενάγουσα, τον υιό της και την νύφη της, γνωρίζοντας προσωπικά τους στοιχεία και δεδομένα λόγω αυτής, ενήργησε αντίθετα στα συναλλακτικά ήθη και στην καλή πίστη καθ' ότι ενώ γνώριζε ότι εφ' όσον το ποσό αυτό θα καταβάλλονταν σε λογαριασμό προς μερική εξόφληση των οφειλών του Ι. Κ., δεν θα ήταν δυνατή η περαιτέρω ανάληψή του από την καταθέσασα εάν ματαιωνόταν ο διακανονισμός, παρά ταύτα έπεισε την ενάγουσα να προβεί στην ενέργεια αυτή, κατάθεση του ποσού, παριστώντας σε αυτήν ψευδώς το αντίθετο, η οποία δεν είχε κάποιο λόγο εάν δεν ελάμβανε τις οδηγίες του Διευθυντή ως αληθείς να το καταθέσει και να το απολέσει στη συνέχεια, με επακόλουθο εξαιτίας της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του να επέλθει σε αυτήν ζημία ύψους τριάντα χιλιάδων ευρώ, ποσό το οποίο αιτείται να αναγνωρισθεί ότι της οφείλει. Επίσης, ο τρίτος των εναγομένων ενεργώντας με βάση τις ατομικές του ιδιότητες, οι οποίες θεμελιώνουν και τη μορφή της υπαιτιότητάς του οφείλει, κατά την κρίση ταυ Δικαστηρίου, λαμβάνοντας επιπλέον υπ' όψη του την ατομική, κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, την ψυχική ταλαιπωρία της ενάγουσας από την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την πρόκληση της σε βάρος της ζημίας, χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που αυτή υπέστη, ποσό ύψους χιλίων πεντακοσίων ευρώ, το οποίο εκτιμάται ως εύλογο". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη υπ' αριθμόν 75/2019 απόφαση, δίκασε επί της ουσίας και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς τον αναιρεσείοντα και αναγνώρισε ότι αυτός οφείλει να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 31.500 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον παρατίθενται στην απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφατικές ή ενδοιαστικές διατυπώσεις τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, περί της συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής των διατάξεων των άρθρου 914 ΑΚ σε συνδυασμό προς εκείνες του άρθρου 386 ΠΚ. Ειδικότερα, ενώ το Συμβούλιο Δ/νσης Καθυστερήσεων στη Συνεδρίαση στις 31-3-2008 ενέκρινε τον συνολικό διακανονισμό των οφειλών του πιστούχου Ι. Κ. με την καταβολή ποσού 80.0000 ευρώ εφάπαξ και μετρητοίς όση και η διασφαλιστική αξία του ακινήτου και διαγραφή του υπολοίπου ποσού, η θυγατέρα του αποβιώσαντος πιστούχου Ε. Κ., επειδή αδυνατούσε να ανταπεξέλθει στους όρους του διακανονισμού, μετέθεσε την υλοποίησή του σε μεταγενέστερο χρόνο, οπότε μετά παρέλευση τριών ετών ο αναιρεσείων, με την ιδιότητα του Δ/ντή του Καταστήματος της ΑΤΕ Άργους, επικοινώνησε μαζί της και την ενημέρωσε ότι ισχύει η δυνατότητα υλοποιήσεως του διακανονισμού. Η αναιρεσίβλητη αποφάσισε τότε να βοηθήσει την νύφη της Ε. Κ. προσφέροντας σ' αυτήν το ποσό των 30.000 ευρώ, προβαίνοντας προς τούτο στην έκδοση επιταγής της ALPHA BANK,όπου τηρούσε λογαριασμό, με δικαιούχο την ίδια, ποσού 30.060,12 ευρώ. Όμως κατά την ορισθείσα συνάντηση στο Κατάστημα της ΑΤΕ στις 21-2-2011, ο αναιρεσείων ενημέρωσε την αναιρεσίβλητη και τον υιό της ότι η άρση των βαρών θα γινόταν συγχρόνως και στα δύο ακίνητα μόνο με την καταβολή εφάπαξ και μετρητοίς των 80.000 ευρώ και δεν ήταν εφικτή η άρση των βαρών σε ένα μόνο ακίνητο με την καταβολή μέρους του συνολικού ποσού των 80.000 ευρώ, όποτε η αναιρεσίβλητη εξέφρασε την βούλησή της να επιστρέψει την ως άνω επιταγή των 30.060,12 ευρώ στην ALPHA BANK. Όμως ο αναιρεσείων της δήλωσε ότι υπήρχε ο κίνδυνος η πιστώτρια τράπεζα να προβεί σε πλειστηριασμό των ακινήτων και ήταν σκόπιμο να καταθέσει το ποσό των 30.000 ευρώ ως ένδειξη της προθέσεως των οικείων της προς υλοποίηση του διακανονισμού, διαβεβαιώνοντας αυτήν ότι το εν λόγο ποσό μπορούσε να το αναλάβει οποτεδήποτε, αν δεν ευδοκιμούσε ο διακανονισμός και έτσι έπεισε την αναιρεσίβλητη να καταθέσει το ποσό των 30.000 ευρώ, το οποίο όμως αντί να κατατεθεί σε ένα προσωρινό λογαριασμό τάξεως, όπως της είχε δηλώσει ο αναιρεσείων, πιστώθηκε σε λογαριασμό με την αιτιολογία "οφειλές Κ.". Ο αναιρεσείων με την προαναφερόμενη ιδιότητά του, ενώ γνώριζε ότι αφότου το ποσό των 30.000 ευρώ κατατίθετο σε λογαριασμό προς μερική εξόφληση των οφειλών του πιστούχου Ι. Κ. δεν θα ήταν δυνατή η περαιτέρω ανάληψή του από την καταθέσασα αυτό αναιρεσίβλητη αν ματαιωνόταν ο διακανονισμός, παραταύτα της παρέστησε ψευδώς το αντίθετο και έτσι την παρέπεισε να καταθέσει το άνω ποσό, το οποίο απώλεσε στην συνέχεια και να υποστεί ισόποση ζημία από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του αναρεσείοντος. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης και ο μοναδικός πρόσθετος λόγος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά, υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 11γ' του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, χωρίς όμως να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά (ΟλΑΠ 23/2008). Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 242/2023, ΑΠ 1208/2019, 779/2019, 222/2008, 774/1996) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή, νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 242/2023, ΑΠ 1874/2008), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο). Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (ΑΠ 242/2023). Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 779/2019).

Δεν απαιτείται, εξάλλου, να γίνεται παράθεση ως προς το ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή καθορισμός της βαρύτητας, που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή της σχέσης και της επιρροής ενός εκάστου αποδεικτικού μέσου στα προς απόδειξη θέματα, ενώ από την αναφορά ορισμένων εξ αυτών, λόγω της ιδιαίτερης σημασίας τους, δεν συνάγεται αναγκαίως ότι τα υπόλοιπα δεν εκτιμήθηκαν. Απαιτείται, όμως, να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι όλα τα νομίμως προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και συνεκτιμήθηκαν για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 242/2023, ΑΠ 500/2019). Για την πληρότητα δε του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 242/2023, ΑΠ 793/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη κρίσιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα προσκόμισε μετ' επικλήσεως ο αναιρεσείων και δη την από 28-3-2014 εξώδικη δήλωση της αναιρεσίβλητης προς την ATE ΑΕ και την Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι από τη βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν νόμιμα μετ' επικλήσεως οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη το ως άνω αποδεικτικό μέσο το οποίο συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ενόψει και της ειδικής μνείας της ως άνω εξώδικης δήλωσης στο 6ο φύλλο της προσβαλλομένης απόφασης.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1592/2018). Για να είναι ορισμένος ο λόγος πρέπει στο αναιρετήριο να αναγράφεται : α) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε κατά λέξη, β) το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο, διαφορετικό από το αληθινό, περιεχόμενο, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο σχετικά με τον ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, ε) ότι στο πόρισμα αυτό κατέληξε στηριζόμενο, όπως προκύπτει από την απόφαση, αποκλειστικά ή κυρίως στο παραμορφωθέν έγγραφο, στ) ότι είχε γίνει νόμιμη επίκληση του εν λόγω εγγράφου με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος ή του αναιρεσιβλήτου στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 867/2019, ΑΠ 1665/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ' αριθμόν Α.Π. 000555/16-4-2014 εγγράφου του τότε εκκαθαριστή της ΑΤΕ. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται τον ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό για την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το ως άνω έγγραφο, το επιζήμιο γι' αυτόν αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο σχετικά με τον ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό και ότι στο πόρισμα αυτό κατέληξε στηριζόμενο αποκλειστικά ή κυρίως στο παραμορφωθέν έγγραφο. Σε κάθε περίπτωση ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα συνεκτιμώντας με τις λοιπές αποδείξεις το ως άνω έγγραφο, χωρίς να στηριχθεί αποκλειστικά ή κυρίως σ' αυτό. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Διάταξη για επιβολή δικαστικών εξόδων δεν θα περιληφθεί, ελλείψει σχετικού αιτήματος της απούσας αναιρεσίβλητης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 16-9-2022 αίτηση αναίρεσης και τον από 13-12-2023 πρόσθετο λόγο αυτής.

Απορρίπτει την από 16.9.2022 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμόν 154/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου και τον από 13-12-2023 πρόσθετο λόγο αυτής.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Σεπτεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

<< Επιστροφή