ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1524/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1524/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1524/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1524 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1524/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή και Βαρβάρα Πάπαρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Π. Σ. του Π., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Κυριάκου Ροζάκη και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Α. χήρας Ν. Μ., το γένος Π. Σ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Αικατερίνης Κουρή και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/10/2015 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1303/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4349/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/8/2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 4249/2022 τελεσίδικη απόφαση του δικάσαντος ως εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την υπ' αριθ. 1303/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει η από 1.10.2015 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).

Ο από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, για τα οποία, αν παρά το νόμο λήφθηκαν ή δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύεται ο από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.5 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 786/2021), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού οι τελευταίοι αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 469/1984, ΑΠ 786/2021), ούτε τέλος τα επιχειρήματα και συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών. Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 786/2021). Τέλος, για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο αυτοτελής ισχυρισμός, ήτοι τα συγκροτούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά, όπως προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας, και να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του στο πρωτοβάθμιο και της επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο, όταν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας Και στις δύο δε περιπτώσεις (της παρά το νόμο λήψης ή μη λήψης υπόψη) πρέπει να αναφέρεται ποια ουσιώδη επίδραση ασκούσε στην έκβαση της δίκης ο ισχυρισμός (ΟλΑΠ 25/2003). Αν λείπει έστω και ένα από τα στοιχεία αυτά, ο λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος (ΑΠ 786/2021, ΑΠ 44/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ με την ειδικότερη αιτίαση ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό - αίτημά της για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για την διαπίστωση της κατάστασης και της μισθωτικής αξίας του επικοίνου ακινήτου. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφενός διότι το αίτημα για την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης δεν αποτελεί "πράγμα" με την προεκτεθείσα έννοια του αριθ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ και αφετέρου, διότι υπό την επίκληση της ως άνω πλημμέλειας επιχειρείται η θεμελίωση της αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η οποία όμως δεν συγκαταλέγεται σ' αυτές του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 785, 786, 787, 792§2, 961, 962 και 1113 ΑΚ προκύπτει ότι, σε περίπτωση αποκλειστικής χρήσης του κοινού πράγματος από έναν από τους κοινωνούς, δικαιούνται οι υπόλοιποι, και αν δεν πρόβαλαν αξίωση σύγχρησης, να απαιτήσουν απ' αυτόν, που έκανε αποκλειστική χρήση του κοινού, ανάλογη προς το ποσοστό του δικαιώματός τους μερίδα από το όφελος (καρπούς και γενικότερα ωφελήματα) που αυτός αποκόμισε ή εξοικονόμησε και το οποίο συνίσταται στην αξία της επιπλέον της ιδανικής του μερίδας χρήσης του κοινού (ΑΠ 23/2024, ΑΠ 1121/2017, ΑΠ 2191/2007). Η σχετική αξίωση γεννιέται από μόνο το γεγονός της αποκλειστικής χρήσης του κοινού πράγματος από έναν εκ των κοινωνών, δεν αποκλείεται όμως να ανακύπτει παράλληλα και ευθύνη του ως κακόπιστου νομέα κατά το άρθρο 1098 ΑΚ ή και αδικοπρακτική ευθύνη του κατά τα άρθρα 914 ή και 1099 ΑΚ, αν παράνομα και υπαίτια εμπόδισε τη σύγχρηση του κοινού πράγματος από τους λοιπούς κοινωνούς (ΑΠ 23/2024, ΑΠ 362/2010) ή πολύ περισσότερο αν τους απέβαλε από τη συννομή του κοινού (ΑΠ 23/2024, ΑΠ 1121/2017, ΑΠ 767/2014).

Ειδικότερα, προκειμένου περί αστικού ακινήτου, το όφελος αυτό συνίσταται στην κατά το χρόνο της αποκλειστικής χρήσεως μισθωτική αξία της μερίδας των εκτός χρήσεως κοινωνών, η οποία δεν αποτελεί μίσθωμα, αφού δεν υπάρχει μισθωτική σχέση, αλλά αποδοτέα, ως αποζημίωση, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, ωφέλεια (ΑΠ 23/2024, ΑΠ 802/2017, ΑΠ 187/2015).

Κατά τα λοιπά ο τρόπος που ο κοινωνός χρησιμοποίησε αποκλειστικά για λογαριασμό του το κοινό πράγμα είναι κατ' αρχήν αδιάφορος και μπορεί αυτός να το έχει εκμισθώσει ή να το έχει χρησιδανείσει σε άλλον ή να το έχει ιδιοχρησιμοποιήσει με οποιοδήποτε τρόπο, δηλαδή έστω και διατηρώντας αυτό αδρανές ή προκειμένου για ακίνητο διατηρώντας το κλειστό και ανεκμετάλλευτο, εφόσον με τον τρόπο αυτό αποκλείει στην πράξη τη σύγχρηση των λοιπών κοινωνών και ο ίδιος έχει οποτεδήποτε την ευχέρεια να το εκμεταλλευτεί κατά την κρίση και το συμφέρον του (ΑΠ 23/2024, ΑΠ 276/2016, ΑΠ 767/2014).

Συνεπώς, στη σχετική αγωγή αποζημιώσεως, καθώς και στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας που θα εκδοθεί, αρκεί, για την πληρότητα και το ορισμένο αυτής, να αναφέρεται το κοινό ακίνητο, η επ` αυτού μερίδα του ενάγοντος, ότι ο εναγόμενος έκανε κατά τον επίδικο χρόνο αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου και επίσης, το κατά τον επίδικο χρόνο όφελος του εναγομένου κοινωνού από την αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου, συνιστάμενο στην αξία αυτής, η οποία προκειμένου περί αστικού ακινήτου ταυτίζεται με την μισθωτική αξία του μεριδίου του εκτός χρήσεως κοινωνού, της οποίας, συνεπώς αρκεί η αναφορά (ΑΠ 23/2024, ΑΠ 852/2019, ΑΠ 187/2015, ΑΠ 564/2012, ΑΠ 362/2010, ΑΠ 1761/2008).

Κατά το άρθρο 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ταυτίζεται με το λόγο του άρθρου 559 αριθ. 19 του ίδιου Κώδικα. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια των άνω διατάξεων, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν καθόλου ή δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις. Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε ( ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 2053/2014). Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992). Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 766/2017, ΑΠ 1266/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το δικάσαν ως εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 785, 786, 787, 792, 961, 962 ΑΚ, δεχόμενο με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ότι η ίδια ασκεί αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου. Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το, δικάσαν ως εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε τα ακόλουθα κατά το μέρος που αφορά την αναιρετική διαδικασία : "Στις ...-2003 απεβίωσε στην Αθήνα, ο Ν. Σ. του Π. και της Λ., σύζυγος Ζ. Ζ. και αδελφός των διαδίκων, χωρίς να αφήσει διαθήκη, κατέλειπε δε ως μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, τις ως άνω αδελφές του κατά ποσοστό 1/4 % εξ αδιαιρέτου εκάστη και κατά ποσοστό 2/4 εξ αδιαιρέτου τη σύζυγό του, Ζ. Ζ., επί ενός διαμερίσματος του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου πολυκατοικίας, κείμενου σε οικόπεδο στην Τερψιθέα Γλυφάδας Αττικής, εντός του εγκεκριμένου σχεδίου του συνοικισμού Τερψιθέας του Δήμου Γλυφάδας Αττικής και επί των οδών ... και ..., έκτασης του οικοπέδου 420 τ.μ. Πρόκειται για ένα διαμέρισμα που αποτελείται από ένα λίβινγκ ρουμ., τρεις κοιτώνες, κουζίνα, λουτρό, WC, χωλ, διάδρομο και περιμετρικούς εξώστες, έχει επιφάνεια 117,40 τ.μ., με συμμετοχή επί του οικοπέδου και των κοινόκτητων και κοινόχρηστων χώρων 200/1000. Όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. ...-2008 πιστοποιητικό περί μη αποποίησης της κληρονομιάς και την υπ' αριθμ. .../2003 δήλωση της ενάγουσας - εφεσίβλητης, ενώπιον της Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, την ανωτέρω επαχθείσα σ' αυτές κληρονομιά, αμφότερες, δεν την αποποιήθηκαν, ενώ η ενάγουσα - εφεσίβλητη, προέβη σε αποδοχή αυτής με το ευεργέτημα της απογραφής. Εν συνεχεία η Ζ. Ζ., η οποία και διέμενε στο ανωτέρω διαμέρισμα, απεβίωσε στις 26-5-2011. Όπως προκύπτει μεταξύ τους, δεν υπήρχε συμφωνία για την καθορισμένη χρήση του ακινήτου. Για το λόγο αυτό, τόσο η ενάγουσα, όσο και η εναγόμενη είχαν ασκήσει αγωγή εναντίον της ανωτέρω συζύγου του αδελφού τους, διεκδικώντας αποζημίωση για τη χρήση του κοινού τους ακινήτου, εκδόθηκαν δε η υπ' αριθμό 2511/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η οποία αφορά την ενάγουσα και η υπ' αριθμό. 3843/2008 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών η οποία αφορά την εναγόμενη. Μετά δε το θάνατο της Ζ. Ζ. και καθώς δεν υπήρξε συμφωνία μεταξύ τους, υπήρξαν διαφωνίες ως προς την εκμετάλλευσή του. Ειδικότερα η εναγόμενη, άλλαξε τις κλειδαριές στο ανωτέρω διαμέρισμα και δεν επέτρεψε στην ενάγουσα να εισέλθει, η ίδια δε έχοντας τα κλειδιά και παρεμποδίζοντας την ενάγουσα, ασκούσε και ασκεί πλέον την αποκλειστική χρήση αυτής. ... Τα ανωτέρω στοιχεία συνιστούν χρήση, ως εκ τούτου δεν απαιτείται εκ μέρους της ενάγουσας να αποδείξει επιπρόσθετα στοιχεία, όπως εσφαλμένα ισχυρίζεται η εκκαλούσα. Δεν απαιτούνται επομένως ως στοιχείο του βάσιμου της αγωγής, τα όσα αναφέρει η εκκαλούσα, η οποία όφειλε στα πλαίσια της άρνησης της αγωγής, να επικαλεστεί και να αποδείξει ότι η ίδια δεν είχε καμία σχέση ως προς το ζήτημα των κλειδιών στο ως άνω διαμέρισμα. Η αναφορά της ότι η ίδια δεν διαθέτει κλειδί, αντικρούεται από το γεγονός, ότι η ίδια έχει προβεί στο παρελθόν σε μικρής έκτασης εργασίες συντήρησης στο διαμέρισμα. Κατά συνέπεια και ο σχετικός λόγος έφεσης θα πρέπει να απορριφθεί. Με τον τρίτο λόγο έφεσης, η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη απόφαση έσφαλε ως προς την εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίστηκαν, δεχόμενη ότι η ίδια κάνει χρήση και μάλιστα αποκλειστική του επίδικου διαμερίσματος. Αντίθετα όπως προκύπτει από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα- συζύγου της και διαχειριστή της οικοδομής Φ. Α.: α) το διαμέρισμα δεν το χρησιμοποιεί κανείς και είναι κλειστό από το 2008, που έχει κοπεί το ρεύμα, β) δεν μπορεί να νοικιασθεί γιατί είναι σε άθλια κατάσταση και, επομένως, δεν αποφέρει εισόδημα - ωφέλεια σε οιονδήποτε, γ) η ίδια και η οικογένειά της διαμένουν στον β' όροφο και χρησιμοποιεί και 40 μ. του ισογείου ως αποθήκη και, επομένως, δεν έχουν λόγο να το χρησιμοποιήσουν, δ) έχει συντηρηθεί προ ετών όλη η πολυκατοικία εξωτερικά όπως και οι μετόπες του επίδικου, λόγω επικινδυνότητας για όλο το κτίριο από την υγρασία, χωρίς να χρειαστεί να επέμβει κάποιος εσωτερικά και ε) δεν έχει κλειδιά του επίδικου διαμερίσματος. Τα ανωτέρω αποτελούν επανάληψη των ισχυρισμών που ήδη εκτέθηκαν, ήδη δε όπως αναφέρθηκε εκτενώς, δεν απαιτείται να εξειδικεύεται η χρήση. Στην προκειμένη περίπτωση η εναγόμενη, είναι υποχρεωμένη να αποζημιώσει την ενάγουσα και μόνο αν αποδειχθεί, ότι είναι αυτή που παρεμποδίζει την χρήση της ενάγουσας μη χορηγώντας της κλειδί...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας επικυρώνοντας την πρωτόδικη υπ' αριθμόν 1303/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σε αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες, έτσι, δεν παραβίασε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό πόρισμά της, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές ότι: α) οι διάδικοι είναι συγκοινωνοί του αναλυτικά περιγραφόμενου ακινήτου, ήτοι ενός διαμερίσματος, β) δεν υπήρξε συμφωνία μεταξύ τους για τη χρήση και την εκμετάλλευση του κοινού διαμερίσματος, γ) η αναιρεσείουσα άλλαξε τις κλειδαριές του κοινού διαμερίσματος και έχει η ίδια τα κλειδιά, παρεμποδίζοντας την εκ μέρους της αναιρεσίβλητης χρήση αυτού, ασκώντας η ίδια την αποκλειστική χρήση επί αυτού και δ) η μισθωτική αξία του κοινού διαμερίσματος κατά τα έτη 2011 έως και 2015 ανερχόταν στο ποσό των 380 ευρώ μηνιαίως και η αναιρεσίβλητη δικαιούται ως αποζημίωση χρήσεως το αναλογούν στο δικαίωμα συγκυριότητας της ποσό των 4.560 ευρώ. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Οι λόγοι αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθορίζονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο, αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως όριζε ο νόμος, ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης σε περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, διότι τέτοιος λόγος δεν αναφέρεται στις διατάξεις του άρθρου αυτού.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα υπό την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι εσφαλμένα έκανε δεκτή την αγωγή και δεν την απέρριψε ως απαράδεκτη καθόσον ήταν αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι η παρά το νόμο μη κήρυξη απαραδέκτου, λόγω αοριστίας της αγωγής, που θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 14 του 559 ΚΠολΔ, δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των λόγων αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 560 ΚΠολΔ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 189 αριθ. 1, 191 αριθ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1.8.2022 αίτηση αναίρεσης της Σ. Π. κατά της υπ' αριθμόν 4249/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει εις βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Σεπτεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

<< Επιστροφή