ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1527/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1527/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1527/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1527 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1527/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ (Λ.Τ.Δ.)" και διακριτικό τίτλο "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ", που εδρεύει στη Λευκωσία Κύπρου, είναι νομίμως εγκατεστημένη στην Ελλάδα διά του Υποκαταστήματος της επί της Λ. Αλεξάνδρας και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Φερφέλη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Σ. Ι. του Σ., κατοίκου ..., 2. Β. Ε. του Α., κατοίκου ..., 3. Γ. Ν. του Χ., κατοίκου ..., 4. Γ. Γ. του Α., κατοίκου ..., 5. Γ. Π. του Σ., συζύγου του Γ. Γ., κατοίκου ..., 6. Δ. Γ. του Δ., κατοίκου ..., 7. Θ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 8. Ι. Δ. του Ι., κατοίκου ..., 9. Ι. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 10. Κ. Χ. του Ι., κατοίκου ..., 11. Κ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 12. Κ. Κ. του Α., κατοίκου ..., ενεργούσας ατομικώς και υπό την ιδιότητά της ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του πατρός της Κ. Α., 13. Κ. Γ. του Α., κατοίκου ..., ως ασκούντος από κοινού με τη σύζυγο του, Γ. Ε., τη γονική μέριμνα της ανήλικης κόρης τους, Α. Κ., εξ αδιαθέτου κληρονόμου του παππού της Κ. Α. (λόγω αποποίησης κατιόντος), 14. Γ. Ε. του Φ., κατοίκου ..., ως ασκούντος από κοινού με το σύζυγο της, Κ. Γ., τη γονική μέριμνα της ανήλικης κόρης τους, Α. Κ., εξ αδιαθέτου κληρονόμου του παππού της Κ. Α. (λόγω αποποίησης κατιόντος), 15. Κ. Δ. του Σ., κατοίκου ..., 16. Κ. Π. του Κ., κατοίκου ..., 17. Κ. Κ. του Β., υιού της Κ. Π., κατοίκου ..., 18. Κ. Ι. του Β., υιού της Κ. Π., κατοίκου ..., 19. Ρ. Π. του Κ., κατοίκου ..., 20. Μ. Σ. του Α., κατοίκου ..., 21. Μ. Α. του Γ., κατοίκου ..., 22. Ν. Α. του Κ., κατοίκου ..., περιοχή Δοκίμι, 23. Ν. Κ. του Γ., συζύγου του Ν. Α., κατοίκου ..., περιοχή Δοκίμι, 24. Π. Α. του Α., κατοίκου ..., 25. Π. Μ. του Ε., κατοίκου ..., 26. Π. Α. του Β., κατοίκου ..., 27. Π. Ε. του Π., συζύγου του Π. Α., κατοίκου ..., 28. Π. Β. του Κ., κατοίκου ..., 29. Π. Π. του Γ., κατοίκου ..., 30. Ρ. Λ. του Δ., κατοίκου ..., 31. Ρ. Π. του Π., κατοίκου ..., 32. Ρ. Χ. του Π., κατοίκου ..., 33. Σ. Β. του Δ., κατοίκου ..., 34. Σ. Γ. του Δ., κατοίκου ..., 35. Σ. Ι. του Π., κατοίκου ..., 36. Σ. Θ. του Σ., κατοίκου ..., 37. Σ. Ι. του Β., κατοίκου ..., 38. Σ. Α. του Α., κατοίκου ..., 39. Σ. Θ. του Κ., κατοίκου ..., 40. Μ. Χ. του Β., συζύγου του Σ. Θ., κατοίκου ..., 41. Τ. Φ. του Α., κατοίκου ..., 42. Χ. Θ. του Ν., κατοίκου ..., 43. Χ. Σ. του Θ., θυγατέρα του Χ. Θ., κατοίκου ..., 44. Χ. Π. του Θ., θυγατέρα του Χ. Θ., κατοίκου ..., 45. Χ. Ν. του Θ., θυγατέρας του Χ. Θ., κατοίκου ..., οδός ... και 46. Γ. Β. του Κ., κατοίκου ... Οι 9ος, 30ος και 42ος αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, ενώ άπαντες οι λοιποί αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσιά δικηγόρο τους Ευαγγελία Καούρη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-12-2016 και με γενικό αριθμό κατάθεσης 509966/2016 αγωγή, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3840/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 3255/2020 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-5-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποίος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη, και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί(ΑΠ 1762/2022, ΑΠ 1182/2021).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 142 παρ. 1 και 4 και 143 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αντίκλητος, το πρόσωπο, δηλαδή, που ορίζει ο διάδικος για την παραλαβή αντ` αυτού δικαστικών ή εξωδίκων εγγράφων, που του απευθύνονται και αφορούν μια ή περισσότερες ή όλες τις υποθέσεις του, μπορεί να διοριστεί α) είτε με δήλωση ενώπιον της γραμματείας του πρωτοδικείου της κατοικίας του δηλούντος, β) είτε με ρήτρα σε σύμβαση, που καλύπτει την επίδοση όλων των διαδικαστικών πράξεων, που έχουν σχέση με τη σύμβαση και γ) είτε με το διορισμό πληρεξουσίου δικηγόρου, κατ` άρθρο 96 ΚΠολΔ, οπότε αυτός είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος του διαδίκου για όλες τις επιδόσεις, που αναφέρονται στη δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης (ΑΠ 1287/2022).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 438 και 104 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι από τη μνεία που γίνεται στο προεισαγωγικό τμήμα της δικαστικής απόφασης, ότι για κάποιον από τους διαδίκους παρέστη ο αναφερόμενος σ` αυτή πληρεξούσιος δικηγόρος, υπάρχει πλήρης απόδειξη για το διορισμό αυτού, κατά το άρθρο 96 ΚΠολΔ, ως δικαστικού πληρεξουσίου του διαδίκου, δεδομένου ότι, η συνδρομή του στοιχείου της δικαστικής πληρεξουσιότητας, είναι γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου 104 ΚΠολΔ (ΑΠ 1287/2022, 1305/2020).

Επομένως, από τις ανωτέρω διατάξεις, σαφώς συνάγεται ότι, η επίδοση του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, μπορεί να γίνει και στον παραστάντα στο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, πληρεξούσιο δικηγόρο του απόντος αναιρεσίβλητου, ο οποίος είναι αντίκλητος αυτού εκ του νόμου(ΑΠ 1287/2022, ΑΠ 474/2022). Στην κρινόμενη υπόθεση, από την προσκομιζομένη από την αναιρεσείουσα υπ. αριθ. ...-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Μ. Α., αποδεικνύεται ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 10-5-2022 ένδικης αίτησης αναίρεσης, με πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Α-2 τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκαση αυτής, πράξη του Προέδρου του Α-2 Τμήματος περί ορισμού α) της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας δικασίμου προς συζήτηση της αίτησης και β) προθεσμίας κοινοποίησης αυτής εξήντα (60) ημέρες πριν την δικάσιμο, και κλήση για συζήτηση, επιδόθηκε με επιμέλεια της αναιρεσείουσας στον δικηγόρο Αθηνών Μιχαήλ Μαρκουλάκο, ο οποίος είναι αντίκλητος των αναιρεσιβλήτων, όπως προαναφέρθηκε, αφού είναι ο πληρεξούσιος δικηγόρος που εκπροσώπησε αυτούς κατά την συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο, μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Κατά την συζήτηση της υπόθεσης όμως στην ανωτέρω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, οι ένατος, τριακοστός και τεσσαρακοστός δεύτερος των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίστηκαν και γι' αυτό, αφού κλήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, θα πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία τους, δικάζοντας σαν να ήταν παρόντες και αυτοί.
Αναίρεση επιτρέπεται, κατά το άρθρο 559 αρ. 4 ΚΠολΔ, και αν το δικαστήριο της ουσίας έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων. Το πλαίσιο της δικαιοδοσίας των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων, ήτοι της εξουσίας της Πολιτείας προς άσκηση της δικαστικής λειτουργίας καθορίζεται από τα άρθρα 94 παρ. 2,3 και 4 του Συντάγματος και 1, 3, 12 επ., 22 επ. του ΚΠολΔ. Στην εξουσία αυτή της Πολιτείας, όπως οριοθετείται από το νόμο, υπάγονται όλες οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου.

Συνεπώς, το αντικείμενο της δίκης στα πολιτικά δικαστήρια είναι μόνο έννομες σχέσεις ιδιωτικού δικαίου, δηλαδή αμφισβητήσεις ή έριδες των διαδίκων περί την ύπαρξη, την έκταση, το περιεχόμενο ή τα υποκείμενα βιοτικής σχέσης προς άλλο πρόσωπο ή πράγμα. Υπέρβαση της δικαιοδοσίας αυτής υπάρχει, στις περιπτώσεις, που τακτικό πολιτικό δικαστήριο επιλήφθηκε υπόθεσης, μολονότι η συγκεκριμένη υπόθεση, κατά το νόμο, ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαιοδοτικού οργάνου (ποινικού ή διοικητικού) ή των διοικητικών αρχών ή στη διεθνή δικαιοδοσία αλλοδαπού δικαστηρίου ή είχε υπαχθεί εγκύρως στη διαιτησία ή συνέτρεχε προνόμιο ετεροδικίας (ΑΠ 2061/2022, ΑΠ 1183/2021, ΑΠ 473/2021, ΑΠ 366/2020).

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης, πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο της ουσίας, να έχει προταθεί νομίμως ενώπιον αυτού και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της πρότασης αυτής, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο. Και στις περιπτώσεις όμως αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει, τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί, στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 2061/2022, ΑΠ 966/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο, κατά το πρώτο σκέλος, λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ. 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι αυτή εκδόθηκε επί θέματος που υπερβαίνει τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, γιατί το Εφετείο έκρινε περί των δεικτών κεφαλαιακής επάρκειας, που καθορίζουν τη φερεγγυότητά της αναιρεσείουσας τράπεζας, ζήτημα για το οποίο όμως μόνες αρμόδιες να αποφανθούν είναι οι Διοικητικές Αρχές που την εποπτεύουν και δη η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Κεντρικών Τραπεζών, η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών και η Τράπεζα της Ελλάδος. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι στο δικόγραφο της αναίρεσης δεν αναφέρεται ότι η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε τα πραγματικά περιστατικά προς θεμελίωση της ως άνω αιτίασης στο δικαστήριο ουσίας.

Σε κάθε περίπτωση, ο ανωτέρω λόγος είναι και αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο δεν υπερέβη τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, καθώς το αντικείμενο της παρούσας δίκης, όπως θα αναφερθεί στην συνέχεια της απόφασης, είναι η αποζημίωση των αναιρεσίβλητων από την αναιρεσείουσα Τράπεζα, λόγω αντισυμβατικής, παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της τελευταίας και των προστηθέντων υπαλλήλων της, αντικείμενο που υπάγεται αποκλειστικά στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων, τα οποία, σε κάθε περίπτωση, έχουν δικαιοδοσία να αποφανθούν, έστω και παρεμπιπτόντως, επί κάθε θέματος, ακόμα και διοικητικής φύσης, το οποίο αποτελεί πρόκριμα και είναι αναγκαίο για την επίλυση της ιδιωτικής διαφοράς, που φέρεται ενώπιον τους. Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια (γενεσιουργό λόγο ευθύνης), επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα, ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, και μπορεί η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική, ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων. Η παράλειψη ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει, είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστης, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ 149/2024, ΑΠ 2061/2022, ΑΠ 1185/2021, ΑΠ 342/2021). Είναι δυνατό μια ζημιογόνα ενέργεια, πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται μία σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία. Τούτο συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή καθ` εαυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό καθήκον, που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κανένας υπαίτια ζημία σε άλλον ((ΑΠ 149/2024, ΑΠ 2061/2022, ΑΠ 459/2021, ΑΠ 342/2021). Ειδικότερες μορφές της υποχρέωσης πρόνοιας, ασφάλειας και προστασίας των αγαθών των άλλων, η οποία θεμελιώνει το στοιχείο του παράνομου, κατά τα ανωτέρω, αποτελούν οι υποχρεώσεις διαφώτισης/ενημέρωσης και συμβουλευτικής καθοδήγησης/προειδοποίησης του πελάτη εκ μέρους της Τράπεζας, οι οποίες στηρίζονται στη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ Τράπεζας - πελάτη. Η εκ μέρους της Τράπεζας παράλειψη εκπλήρωσης των ως άνω υποχρεώσεων θεμελιώνει αδικοπρακτική της ευθύνη, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις αυτής (ευθύνης), ήτοι η υπαιτιότητα και η επέλευση ζημίας αιτιωδώς συνδεόμενη με την παράνομη συμπεριφορά της Τράπεζας, με την έννοια ότι η παράβαση των απορρεουσών από την καλή πίστη, υποχρεώσεων της Τράπεζας αποτελεί όρο, κατ' αντικειμενική πρόγνωση, πρόσφορο να οδηγήσει στο αποτέλεσμα της ζημίας. Με την έννοια αυτή, οι συγκεκριμένες συναλλακτικές υποχρεώσεις παραβιάζονται, μεταξύ άλλων, και στις περιπτώσεις που παραλείπεται η παροχή όσων πληροφοριών είναι απαραίτητες στον συγκεκριμένο αποδέκτη των επενδυτικών υπηρεσιών, προκειμένου αυτός, να είναι σε θέση να αντιληφθεί την μορφή της προτεινόμενης σε αυτόν τοποθέτησης των κεφαλαίων του και κυρίως να κατανοήσει όσους κινδύνους συνδέονται με τη ζημιογόνο για τον ίδιο εξέλιξη αυτής, ώστε, έχοντας ενημερωθεί σχετικώς, να αξιολογήσει ακολούθως ιδίως τις επιβλαβείς συνέπειες της συγκεκριμένης επενδυτικής επιλογής και ο ίδιος να αποφασίσει εάν θα την επιχειρήσει, παρέχοντας την σχετική εντολή στην αντισυμβαλλόμενη αυτού Τράπεζα (ΑΠ 2061/2022). Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν ή πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστερών. Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε κυριαρχικώς, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα τής κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο τής ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Αντιθέτως, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ή δεν υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (Ολ ΑΠ 2/2019, ΑΠ 149/2024, ΑΠ 2061/2022, ΑΠ 354/2022, ΑΠ 1182/2021). Από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 147-149 ΑΚ και 386 ΠΚ, προκύπτει ότι γενεσιουργό λόγο υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο, προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον, την εσφαλμένη αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενομένη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε (ΑΠ 149/2024, ΑΠ 2061/2022, ΑΠ 342/2021, ΑΠ 914/2021). Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 386 ΠΚ, ερμηνευομένης ενόψει και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικα, δόλος συντρέχει όχι μόνον όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση της ζημίας αυτής, αλλά και όταν την γνωρίζει ως ενδεχόμενη και αποδέχεται τη δυνατότητα πρόκλησης της ίδιας ζημίας είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του. Κατά την έννοια του άρθρου 147 ΑΚ, απάτη αποτελεί κάθε συμπεριφορά από πρόθεση που τείνει να παραγάγει, ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση με σκοπό να οδηγηθεί κάποιος σε δήλωση βούλησης, συνίσταται δε η απατηλή συμπεριφορά είτε σε παράσταση ανύπαρκτων γεγονότων ως υπαρκτών, κατά παράβαση του καθήκοντος αλήθειας, είτε στην απόκρυψη ή αποσιώπηση η ατελή ανακοίνωση υπαρκτών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη σ` αυτόν που τα αγνοούσε επιβαλλόταν από το καθήκον διαφώτισής του με βάση την καλή πίστη ή την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ αυτού και εκείνου προς τον οποίο απηύθυνε τη δήλωσή του.

Σε κάθε περίπτωση δεν ενδιαφέρει το είδος της πλάνης που δημιουργήθηκε από την απάτη, δηλαδή αν αυτή είναι ή δεν είναι συγγνωστή, ουσιώδης ή επουσιώδης, καθώς και αν αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά αίτια της βούλησης, αρκεί η πλάνη να υφίσταται κατά το χρόνο που δηλώνεται η βούληση (ΑΠ 149/2024, ΑΠ 832/2022, ΑΠ 914/2021,ΑΠ 1269/2017).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλο σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Η εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως προϋποθέτει: α) σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει όταν, στο πλαίσιο υφιστάμενης μεταξύ δύο προσώπων (φυσικών ή νομικών) δικαιοπρακτικής ή οποιασδήποτε άλλης βιοτικής σχέσης, διαρκούς ή ευκαιριακής, το ένα από τα πρόσωπα αυτά (προστήσας) αναθέτει στο άλλο (προστηθέντα), με ή χωρίς αμοιβή, την εκτέλεση ορισμένης υπηρεσίας, υλικής ή νομικής φύσης, η οποία αποβλέπει στη διεκπεραίωση υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών, κοινωνικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου και κατά τη οποία ο δεύτερος υπόκειται στον έλεγχο ή έστω στις γενικές οδηγίες και εντολές ή μόνο στην επίβλεψη του πρώτου.

Συνεπώς, για να υπάρχει σχέση πρόστησης, αρκεί να υπάρχει εξάρτηση, έστω και χαλαρή, ανάμεσα στον προστήσαντα και στον προστηθέντα, ώστε ο πρώτος να μπορεί να δίνει στον δεύτερο εντολές ή οδηγίες και να τον ελέγχει ή επιβλέπει κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του ανέθεσε (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 2030/2022, ΑΠ 1100/2022, ΑΠ 47/2020, Α.Π. 797/2014).

Πάντως, όταν η εκτέλεση μιας υπηρεσίας έχει ανατεθεί σε πρόσωπα με εξειδικευμένες επιστημονικές ή τεχνικές γνώσεις, ο άνω έλεγχος δεν είναι απαραίτητο να εκτείνεται στον τρόπο εκτελέσεως της υπηρεσίας, αλλά μπορεί και αρκεί να αφορά στην παροχή οδηγιών, έστω και γενικού περιεχομένου, ως προς το ανωτέρω ζήτημα, β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 Α.Κ. και γ) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας, που του έχει ανατεθεί ή επ` ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 127/2023, ΑΠ 221/2022). Η νομική σχέση που συνδέει τον προστήσαντα με τον προστηθέντα είναι αδιάφορη και αρκεί το γεγονός, ότι ο τελευταίος, όταν αδικοπρακτούσε, τελούσε υπό τις οδηγίες και εντολές του προστήσαντος, ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων του, χωρίς να είναι απαραίτητη και η διαρκής επίβλεψή του, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση πάντως ότι ο προστηθείς ενεργούσε προς διεκπεραίωση υποθέσεως και γενικά προς εξυπηρέτηση συμφερόντων του προστήσαντος (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 290/2011).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Η εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ (Λ.Τ.Δ.)" (ήδη αναιρεσείουσα), εδρεύει στην Κύπρο (Λευκωσία), είναι νομίμως εγκατεστημένη στην Ελλάδα και διατηρούσε το έτος 2010 ικανό αριθμό καταστημάτων στην ελληνική επικράτεια. Με σκοπό την ενίσχυση και διατήρηση σε υψηλά επίπεδα της κεφαλαιακής επάρκειάς της, το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής, με την από 28.2.2011 ανακοίνωσή του, γνωστοποίησε ότι αποφάσισε να προτείνει στη Γενική Συνέλευση των μετόχων την έκδοση ενός νέου επενδυτικού προϊόντος, των "Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου" (Μ.Α.Ε.Κ.), μέχρι του ποσού του ενός δισεκατομμυρίου τριακοσίων σαράντα δύο εκατομμυρίων ΕΥΡΩ (1.342.000.000 ευρώ). Στις 6.4.2011 η εκκαλούσα, με ανακοίνωσή της προς το επενδυτικό κοινό, γνωστοποίησε ότι η Κεντρική Τράπεζα Κύπρου ενέκρινε το από 5.4.2011 Ενημερωτικό Δελτίο "ΔΗΜΟΣΙΑ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΓΙΑ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗ ΣΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΑΞΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΜΕΧΡΙ 1.342.422.297 ΜΕΤΑΤΡΕΨΙΜΩΝ ΑΞΙΟΓΡΑΦΩΝ ΕΝΙΣΧΥΜΕΝΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗΣ ΑΞΙΑΣ ευρώ 1,00 ΤΟ ΚΑΘΕΝΑ". Τα Μ.Α.Ε.Κ. εκδόθηκαν στις 18.5.2011, μετά από έγκριση της έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων της εκκαλούσας της 23.3.2011. Στους βασικούς όρους έκδοσης του παραπάνω επενδυτικού προϊόντος, στο Τμήμα I (Περιληπτικό Σημείωμα) του προαναφερόμενου Ενημερωτικού Δελτίου, αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "Προσφερόμενες αξίες: Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου αορίστου διάρκειας. Ύψος έκδοσης: Μέχρι ευρώ 1.342.422.297. Ονομαστική αξία: ευρώ 1,00 (στο άρτιο). Τιμή έκδοσης: Στο άρτιο σε αξίες του ευρώ 1... Τρόπος καταβολής αντιπαροχής: Οι Δικαιούχοι αλλά και οι λοιποί αιτητές δύνανται να εγγραφούν στην έκδοση των ΜΑΕΚ καταβάλλοντας το αντίστοιχο ποσό της απαιτούμενης αντιπαροχής είτε σε μετρητά είτε με την καταβολή για ανταλλαγή άλλων υφισταμένων αξιών της Τράπεζας αντίστοιχης ονομαστικής αξίας και συγκεκριμένα (ί) Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/18, (ii) Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου και (iii) Αξιογράφων Κεφαλαίου 12/2007 ("Επιλέξιμες για Ανταλλαγή Αξίες"). Τα Μετατρέψιμα Χρεόγραφα 2013/18, τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου και τα Αξιόγραφα Κεφαλαίου 12/2007 (Επιλέξιμες για 'Ανταλλαγή Αξίες) που θα καταβληθούν ως αντιπαροχή και θα γίνουν αποδεκτά για εγγραφή στην έκδοση των ΜΑΕΚ της Τράπεζας, θα ακυρωθούν και η Τράπεζα θα παύσει να έχει οποιεσδήποτε υποχρεώσεις σχετικά με αυτά. Η Τράπεζα θα καταβάλει τους δεδουλευμένους τόκους των Επιλέξιμων για Ανταλλαγή Αξιών, οι οποίες θα γίνουν δεκτές για ανταλλαγή στην έκδοση των ΜΑΕΚ. Καθεστώς εξασφάλισης και Προτεραιότητα Κατάταξης: Τα ΜΑΕΚ αποτελούν άμεσες, μη εξασφαλισμένες, ελάσσονος διαβάθμισης (subordinated) υποχρεώσεις της Τράπεζας και κατατάσσονται σε ίση μοίρα (rank pari passu) μεταξύ τους. Τα δικαιώματα και οι αξιώσεις των κατόχων των ΜΑΕΚ της παρούσας έκδοσης: - είναι ελάσσονος προτεραιότητας (subordinated) προς τις αξιώσεις των πιστωτών της Τράπεζας που είναι: καταθέτες ή άλλοι πιστωτές των οποίων οι αξιώσεις δεν είναι ελάσσονος προτεραιότητας ως προς τις αξιώσεις των καταθετών, πιστωτές των οποίων οι αξιώσεις είναι ελάσσονος προτεραιότητας (subordinated) πλην εκείνων των οποίων οι αξιώσεις είναι ή εκφράζονται να είναι ίσης προτεραιότητας (rank pari passu) με τις αξιώσεις των κατόχων ΜΑΕΚ, κάτοχοι χρεογράφων της Τράπεζας των οποίων οι αξιώσεις είναι ελάσσονος προτεραιότητας (subordinated) - είναι ίσης προτεραιότητας προς τις αξιώσεις άλλων εκδόσεων χαμηλότερης ελάσσονος προτεραιότητας, που πληρούν τα κριτήρια για περίληψη στο πρωτοβάθμιο κεφάλαιο της Τράπεζας που περιλαμβάνουν, αλλά δεν περιορίζονται, στα Αξιόγραφα Κεφαλαίου και στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου - έχουν προτεραιότητα έναντι των μετόχων της Τράπεζας. Οι αξιώσεις των κατόχων ΜΑΕΚ σε περίπτωση διάλυσης, όπου η Τράπεζα παραμένει φερέγγυα (solvent) θα περιορίζονται στην ονομαστική αξία των ΜΑΕΚ και των δεδουλευμένων τόκων, αλλά μη συμπεριλαμβανομένων οποιωνδήποτε ακυρωθέντων τόκων. Σε περίπτωση οποιοσδήποτε πληρωμής που δεν καταβάλλεται σε σχέση με τα ΜΑΕΚ, η Τράπεζα δεν θα θεωρείται ότι περιήλθε σε γεγονός αθέτησης υποχρέωσης και οι κάτοχοι των ΜΑΕΚ δεν θα έχουν δικαίωμα υποβολής αίτησης για εκκαθάριση ή διάλυση της Τράπεζας. Διάρκεια: Τα ΜΑΕΚ είναι αξίες αόριστης διάρκειας χωρίς ημερομηνία λήξης (βλέπε Εξαγορά" πιο κάτω). Επιτόκιο σε Ευρώ (ευρώ): Τα ΜΑΕΚ θα φέρουν σταθερό ετήσιο επιτόκιο 6,50% για τις πρώτες δέκα Περιόδους Τόκου μέχρι τις 30 Ιουνίου 2016 και μετέπειτα κυμαινόμενο επιτόκιο ίσο με το εκάστοτε Euribor 6 μηνών, που θα ισχύει στην αρχή κάθε Περιόδου Τόκου πλέον 3,00%. Επιτόκιο σε Δολάριο ($): Τα ΜΑΕΚ θα φέρουν σταθερό ετήσιο επιτόκιο 6,00% για τις πρώτες δέκα Περιόδους Τόκου μέχρι τις 30 Ιουνίου 2016 και μετέπειτα κυμαινόμενο επιτόκιο ίσο με το εκάστοτε Libor 6 μηνών που θα ισχύει στην αρχή κάθε Περιόδου Τόκου πλέον 3,00%. Πληρωμή Τόκου: Ο τόκος είναι πληρωτέος σε εξαμηνιαία βάση τέλος κάθε περιόδου Πληρωμής Τόκου σύμφωνα με τους Όρους έκδοσης των ΜΑΕΚ. Ως ημερομηνίες Πληρωμής Τόκων ορίζονται η 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους. Η Πρώτη Πληρωμή Τόκου θα είναι στις 31 Δεκεμβρίου 2011 και θα καλύπτει την περίοδο από την Ημερομηνία Έκδοσης μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2011. Κάθε Μετατρέψιμο Αξιόγραφο Ενισχυμένου Κεφαλαίου θα παύει να φέρει τόκο από την ημερομηνία εξαγοράς/αγοράς/μετατροπής. Δικαίωμα Μετατροπής: Τα ΜΑΕΚ δύνανται, κατ' επιλογή του κατόχου τους, να μετατραπούν σε Συνήθεις Μετοχές της Τράπεζας κατά τις Περιόδους Μετατροπής στην Τιμή Μετατροπής. Τιμή Μετατροπής: ευρώ 3,30 ανά συνήθη μετοχή της Τράπεζας ονομαστικής αξίας ευρώ 1,00 (και θα υπόκειται στις συνήθεις αναπροσαρμογές για εταιρικές πράξεις)... Περίοδοι Μετατροπής: 1-15 Μαρτίου, 15-31 Μαΐου, 1-15 Σεπτεμβρίου και 15 - 30 Νοεμβρίου κάθε χρόνου με την πρώτη Περίοδο Μετατροπής να αρχίζει την Πρώτη Ημερομηνία Μετατροπής και την τελευταία Περίοδο Μετατροπής να τελειώνει την Τελευταία Ημερομηνία Μετατροπής. Πρώτη Ημερομηνία Μετατροπής: 1 Σεπτεμβρίου 2011. Τελευταία Ημερομηνία Μετατροπής: 31 Μαΐου 2016. Εξαγορά (Redemption): Τα ΜΑΕΚ μπορούν, κατ' επιλογή της Τράπεζας, να εξαγοραστούν στο σύνολό τους, στην ονομαστική τους αξία μαζί με οποιουσδήποτε δεδουλευμένους τόκους στις 30 Ιουνίου 2016 ή σε οποιαδήποτε ημερομηνία πληρωμής τόκου που έπεται, κατόπιν έγκρισης της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και υπό την προϋπόθεση ότι θα αντικατασταθούν με Πρωτοβάθμιο Κεφάλαιο ίσης ή ψηλότερης διαβάθμισης ... Προαιρετική Επιλογή Ακύρωσης Πληρωμής Τόκων: Η Τράπεζα μπορεί κατά την κρίση της καθ' οιονδήποτε χρόνο, λαμβάνοντας υπόψη τη φερεγγυότητα καθώς και την οικονομική της κατάσταση, να επιλέξει να ακυρώσει την Πληρωμή Τόκου σε μη σωρευτική βάση στα πλαίσια των Περιορισμών Μερίσματος και Κεφαλαίου, που αναφέρονται πιο κάτω. Οποιαδήποτε ακυρωθείσα πληρωμή τόκου δεν θα οφείλεται και δεν θα καθίσταται πληρωτέα από την Τράπεζα. Σε περίπτωση Ακύρωσης Πληρωμής Τόκου, η Τράπεζα δεν θα θεωρείται ότι περιήλθε σε γεγονός αθέτησης υποχρέωσης και οι κάτοχοι των ΜΑΕΚ δεν θα έχουν δικαίωμα υποβολής αίτησης για εκκαθάριση ή πτώχευση της Τράπεζας. Υποχρεωτική Ακύρωση Πληρωμής Τόκων: Σε περίπτωση που η Τράπεζα δεν τηρεί τις ελάχιστες απαιτήσεις της φερεγγυότητας, όπως ορίζονται από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ή δεν διαθέτει τα απαιτούμενα Διανεμητέα Στοιχεία, τότε η Τράπεζα υποχρεωτικά θα ακυρώσει την Πληρωμή Τόκων στα ΜΑΕΚ. Η Κεντρική Τράπεζα δυνατόν να απαιτήσει, κατά τη διακριτική της ευχέρεια, την ακύρωση Πληρωμής Τόκων, στη βάση αξιολόγησης της φερεγγυότητας και της οικονομικής κατάστασης της Τράπεζας τα επόμενα τρία χρόνια. Διανεμητέα Στοιχεία κατά την οποιαδήποτε Ημερομηνία Πληρωμής Τόκου σημαίνει, το καθαρό κέρδος του Συγκροτήματος για το έτος που προηγείται τέτοιας Ημερομηνίας Πληρωμής Τόκου μαζί με οποιαδήποτε καθαρά κέρδη και Αδιανέμητα Κέρδη (retained earnings), που μεταφέρονται από προηγούμενα έτη και οποιεσδήποτε καθαρές μεταφορές από οποιουσδήποτε λογαριασμούς αποθεματικών σε κάθε περίπτωση οι οποίοι είναι διαθέσιμοι για διανομή στους μετόχους της Τράπεζας. Συνεπακόλουθοι Περιορισμοί Μερίσματος και Κεφαλαίου: Αν η Τράπεζα ακυρώσει την πληρωμή τόκων για οποιονδήποτε λόγο, στα πλαίσια της Προαιρετικής Επιλογής Ακύρωσης Πληρωμής Τόκων ή της Υποχρεωτικής Ακύρωσης Πληρωμής Τόκων όπως περιγράφεται πιο πάνω, τότε δεν θα επιτρέπεται η πληρωμή μερίσματος ή οποιαδήποτε άλλη καταβολή (και εξαγορά ή αγορά) πάνω στις συνήθεις μετοχές ή σε άλλες αξίες της Τράπεζας που θα λογίζονται ως πρωτοβάθμιο κεφάλαιο από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, εκτός και εάν και μέχρις ότου η Τράπεζα προβεί στην επόμενη Πληρωμή Τόκου και με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που προβλέπονται στο Τμήμα II Μέρος Β Όρος 5 (γ). Υποχρεωτική Μετατροπή: Σε περίπτωση που επισυμβεί οποιοδήποτε Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου ή Γεγονός Βιωσιμότητας, τα ΜΑΕΚ υποχρεωτικά θα μετατρέπονται σε Συνήθεις Μετοχές, στην Τιμή Υποχρεωτικής Μετατροπής ως ο σχετικός ορισμός πιο κάτω. Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου (Contingency Event): Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου θα θεωρείται ότι έχει επισυμβεί όταν η Τράπεζα δώσει σχετική ειδοποίηση είτε (ί) ότι πριν από την ημερομηνία εφαρμογής της Βασιλείας III, ως αυτή θα υιοθετηθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση, το ύψος των Βασικών Πρωτοβαθμίων Κεφαλαίων της Core Tier I Ratio είναι χαμηλότερο τον 5%, ή κατά ή μετά την ημερομηνία εφαρμογής της Βασιλείας III ,ως αυτή θα υιοθετηθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση, το ύψος των Κοινών Πρωτοβαθμίων Κεφαλαίων - Common Equity Tier I Ratio είναι χαμηλότερο από το ελάχιστο ποσοστό που θα καθοριστεί, ή (ii) όταν η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου καθορίσει ότι η Τράπεζα βρίσκεται σε μη συμμόρφωση με τα απαιτούμενα κανονιστικά όρια του Δείκτη Κεφαλαιακής Επάρκειας ως καθορίζονται στους σχετικούς Εφαρμοστέους Τραπεζικούς Κανονισμούς. Σε κάθε περίπτωση θα πραγματοποιηθεί η Υποχρεωτική Μετατροπή των ΜΑΕΚ σε Συνήθεις Μετοχές συνεπεία του Γεγονότος Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου. Η Τράπεζα, κατά την αξιολόγηση της φερεγγυότητας καθώς και της οικονομικής της θέσης, μπορεί να κρίνει, σε συνεννόηση με την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, ή η Κεντρική Τράπεζα μπορεί να απαιτήσει, κατά τη διακριτική της ευχέρεια, ότι πιθανόν η Τράπεζα να παύσει στο άμεσο μέλλον να ικανοποιεί τα ελάχιστα αποδεκτά όρια του δείκτη Βασικών Πρωτοβαθμίων Κεφαλαίων, του δείκτη Κοινών Πρωτοβαθμίων Κεφαλαίων ή του Δείκτη Κεφαλαιακής Επάρκειας, ανάλογα με την περίπτωση, και για αυτό το λόγο θα θεωρηθεί ότι Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου έχει επισυμβεί. Γεγονός Βιωσιμότητας (Viability Event): Γεγονός Βιωσιμότητας ορίζεται οποτεδήποτε (i) η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου κρίνει ότι η υποχρεωτική μετατροπή των ΜΑΕΚ και άλλων αξιών, που με βάση τους όρους τους δυνατόν να μετατραπούν σε συνήθεις μετοχές σε Γεγονός Βιωσιμότητας, είναι αναγκαία για βελτίωση της κεφαλαιακής επάρκειας της Τράπεζας και θα συμβάλει στη διατήρηση της φερεγγυότητας της Τράπεζας και/ή (ii) η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου κρίνει ότι η Τράπεζα θα χρειαστεί έκτακτη κρατική βοήθεια για (α) τη διατήρηση της φερεγγυότητάς της ή (β) αποφυγή του ενδεχομένου πτώχευσής της ή (γ) δεν είναι σε θέση να αποπληρώσει σημαντικό μέρος των υποχρεώσεών της ή (iii) σε άλλες παρόμοιες καταστάσεις. Τιμή Υποχρεωτικής Μετατροπής: Τα ΜΑΕΚ θα μετατραπούν υποχρεωτικά σε τέτοιο αριθμό Συνήθων Μετοχών που καθορίζεται διαιρώντας την ονομαστική αξία των ΜΑΕΚ με το ψηλότερο Κατώτατης Τιμής (Floor Price) και της ισχύουσας Τιμής Υποχρεωτικής Μετατροπής κατά τη σχετική Ημερομηνία Υποχρεωτικής Μετατροπής. Τιμή Υποχρεωτικής Μετατροπής σε οποιαδήποτε στιγμή σε Συνήθεις Μετοχές της Εταιρίας είναι εισηγμένες προς διαπραγμάτευση σε αναγνωρισμένο χρηματιστήριο ορίζεται το χαμηλότερο από (ί) την ανώτατη τιμή των ευρώ 3,30 (και οποιεσδήποτε μετέπειτα τυχόν συνήθεις αναπροσαρμογές για εταιρικές πράξεις), και(ii ) το 80% της μεσοσταθμικής τιμής διαπραγμάτευσης της μετοχής των πέντε εργάσιμων ημερών που προηγούνται της Ειδοποίησης για Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου ή Γεγονός Βιωσιμότητας. Κατώτατη Τιμή (Floor Price) ορίζεται η ονομαστική αξία ανά Συνήθη Μετοχή (που κατά την ημερομηνία έκδοσης είναι ευρώ 1) ... Παράγοντες Κινδύνου: Η δυνατότητα της Τράπεζας να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της ως πηγάζουν από τα ΜΑΕΚ υπόκειται σε σειρά κινδύνων. Οι Παράγοντες Κινδύνου περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, κίνδυνους ρευστότητας, κίνδυνους αγοράς, ως επίσης και πιστωτικούς, λειτουργικούς, ρυθμιστικούς και νομικούς κινδύνους. Επιπρόσθετα, υπάρχουν κίνδυνοι οι οποίοι είναι ουσιώδεις στην αξιολόγηση των κινδύνων σε σχέση με τα ΜΑΕΚ. Οι κίνδυνοι αυτοί περιλαμβάνουν, αλλά δεν περιορίζονται, το γεγονός ότι τα ΜΑΕΚ δυνατόν να μην είναι κατάλληλη επένδυση για όλους τους επενδυτές καθώς και συγκεκριμένοι κίνδυνοι που αφορούν τους όρους έκδοσής τους, περιλαμβανομένων της υποχρεωτικής μετατροπής σε μετοχές έπειτα από Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου και Γεγονός Βιωσιμότητας αλλά και άλλους κινδύνους αγοράς, ως περιγράφονται με μεγαλύτερη λεπτομέρεια στο Τμήμα II, Μέρος Α του παρόντος Ενημερωτικού Δελτίου. Προορισμός Προϊόντος Έκδοσης: Το καθαρό προϊόν από την έκδοση των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου θα ενισχύσει την Τράπεζα με επιπρόσθετο πρωτοβάθμιο κεφάλαιο βοηθώντας στη διατήρηση ισχυρών και ανταγωνιστικών δεικτών κεφαλαιακής επάρκειας Εισαγωγή και Διαπραγμάτευση: Τα ΜΑΕΚ θα εισαχθούν και θα διαπραγματεύονται στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και στο Χρηματιστήριο Αθηνών, εφόσον ληφθούν οι σχετικές εγκρίσεις από τις αρμόδιες αρχές". Στο Μέρος Α' του Τμήματος II του εν λόγω Ενημερωτικού Δελτίου αναφέρεται σχετικώς με τους κινδύνους της επενδύσεως ότι "Η επένδυση στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου και σε μετοχές της Τράπεζας Κύπρου υπόκειται σε μια σειρά κινδύνων. Μαζί με τις λοιπές πληροφορίες που περιέχονται ή ενσωματώνονται μέσω παραπομπής στο παρόν Ενημερωτικό Δελτίο, οι δυνητικοί επενδυτές θα πρέπει να εξετάσουν προσεκτικά τους κινδύνους που περιγράφονται στο παρόν Ενημερωτικό Δελτίο, πριν επενδύσουν στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου που περιλαμβάνουν την επιλογή ή/και υποχρεωτική μετατροπή τους σε μετοχές και ως εκ τούτου σε μετοχές της Εταιρίας. Εάν επέλθει οποιοδήποτε από τα γεγονότα που περιγράφονται παρακάτω, το Συγκρότημα, η χρηματοοικονομική θέση του ή τα αποτελέσματα της λειτουργίας του ενδέχεται να επηρεαστούν δυσμενώς και ουσιωδώς και, ανάλογα, μπορεί να σημειωθεί πτώση στην αξία και την τιμή πώλησης των μετοχών της Εταιρίας, οδηγώντας σε απώλεια του συνόλου ή μέρους οποιοσδήποτε επένδυσης σε αυτές. Επιπρόσθετα, οι κίνδυνοι και οι αβεβαιότητες που περιγράφονται παρακάτω μπορεί να μην είναι οι μόνοι που ενδεχομένως να αντιμετωπίσει το Συγκρότημα. Πρόσθετοι κίνδυνοι και αβεβαιότητες που επί του παρόντος δεν είναι γνωστοί ή που δεν θεωρούνται ουσιώδεις, μπορεί να επιδράσουν δυσμενώς τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του Συγκροτήματος", ακολούθως περιγράφονται οι σχετιζόμενοι με τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του Συγκροτήματος της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας κίνδυνοι (κίνδυνος από τις επικρατούσες στην Κύπρο και στο εξωτερικό οικονομικές συνθήκες, κίνδυνος από τις διακυμάνσεις της αγοράς, κίνδυνος επιτοκίων, κίνδυνος από τις μεταβολές στις τρέχουσες τιμές μετοχών και άλλων αξιών, συναλλαγματικός κίνδυνος, κίνδυνος σχετικώς με τους δανειζομένους και την πιστωτική ικανότητα των αντισυμβαλλομένων της Τράπεζας, κίνδυνος μεταβολών των συνθηκών της αγοράς με συνέπεια αρνητικές αναπροσαρμογές στην εύλογη αξία των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων του Συγκροτήματος, κίνδυνος ρευστότητας, κίνδυνος μη ικανοποιητικής κεφαλαιακής επάρκειας για κάλυψη των ελάχιστων εποπτικών απαιτήσεων, εποπτικός κίνδυνος, κίνδυνος αστοχίας ή αποτυχίας των εσωτερικών διαδικασιών και λειτουργιών του Συγκροτήματος, κίνδυνος σχετιζόμενος με τις δραστηριότητες του Συγκροτήματος στην Ελλάδα, κίνδυνος σχετιζόμενος με τις δραστηριότητες του Συγκροτήματος στη Ρωσία, κίνδυνος σχετικός με τις πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις στην Κύπρο, κίνδυνος μεταβολής του σχετικού ρυθμιστικού ή νομικού πλαισίου, νομικός κίνδυνος, φορολογικός κίνδυνος, κίνδυνος εκθέσεως σε ιδιαιτέρως ανταγωνιστικό περιβάλλον, κίνδυνος απώλειας ανωτέρων διευθυντικών στελεχών και άλλου προσωπικού, ασφαλιστικός κίνδυνος, κίνδυνος διακοπής ή παραβιάσεως των συστημάτων πληροφορικής του Συγκροτήματος, κίνδυνος γενέσεως προσθέτων υποχρεώσεων για ωφελήματα αφυπηρετήσεως προσωπικού).

Περαιτέρω, καθόσον αφορά στους κινδύνους οι οποίοι σχετίζονται με την εν λόγω έκδοση Μ.Α.Ε.Κ., ρητώς αναφέρεται (υπό τον τίτλο "Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου αποτελούν μια νέα μορφή επένδυσης και δυνατόν να μην είναι κατάλληλα για όλους τους επενδυτές") ότι "Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου αποτελούν μια νέα μορφή επένδυσης και δυνατόν να μην είναι κατάλληλα για όλους τους επενδυτές. Κατά συνέπεια, μια επένδυση στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου και τις μετοχές της Τράπεζας (στις οποίες είναι μετατρέψιμα) εμπεριέχει αυξανόμενους και εσωτερικούς κινδύνους. Κάθε πιθανός επενδυτής στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου πρέπει να καθορίσει την καταλληλότητα μιας τέτοιας επένδυσης λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις του. Συγκεκριμένα κάθε πιθανός επενδυτής πρέπει: ί. να κατέχει τις κατάλληλες γνώσεις έτσι ώστε να είναι σε θέση να αξιολογήσει τα οφέλη και τους κινδύνους μιας επένδυσης στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου, όπως και των πληροφοριών που περιλαμβάνονται ή ενσωματώνονται στο παρόν Ενημερωτικό Δελτίο, ii. να έχει πρόσβαση, τις κατάλληλες γνώσεις και τα κατάλληλα αναλυτικά εργαλεία έτσι ώστε να είναι σε θέση να αξιολογήσει, στα πλαίσια της δικής του οικονομικής κατάστασης, μια πιθανή επένδυση στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου και τον αντίκτυπο στο γενικό του επενδυτικό χαρτοφυλάκιο που δυνατό να έχει η επένδυσή του στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου, iii. να έχει ικανοποιητικούς οικονομικούς πόρους και ρευστότητα για να αναλάβει τους κινδύνους επένδυσης στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου συμπεριλαμβανομένων των κινδύνων σε περίπτωση που το νόμισμα για την αποπληρωμή του κεφαλαίου ή των τόκων είναι διαφορετικό από το νόμισμα του επενδυτή, iν. να κατανοήσει με λεπτομέρεια τους όρους έκδοσης των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου και ιδιαίτερα αλλά όχι μόνο τους όρους που αφορούν την ακύρωση σχετικών με την έκδοση κεφαλαιαγορών όπως και την πιθανότητα να υπάρξει Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου και Γεγονός Βιωσιμότητας, ν. να αναγνωρίσει ότι υπάρχει περίπτωση να μην καταφέρει να πωλήσει ή να μεταφέρει τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου για σημαντικό χρονικό διάστημα ή και καθόλου, νi. να είναι σε θέση να αξιολογήσει (είτε μόνος είτε με τη βοήθεια ενός οικονομικού συμβούλου) τα πιθανά σενάρια όσον αφορά την οικονομία, το επιτόκιο και άλλους παράγοντες που μπορούν να έχουν επιπτώσεις στην επένδυσή του, τη μετατροπή των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου σε μετοχές, και τη δυνατότητά του να αναλάβει τους κινδύνους που απορρέουν. Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου είναι νέα χρηματοοικονομικά μέσα. Ένας πιθανός επενδυτής δεν πρέπει να επενδύσει στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου εκτός αν κατέχει τη γνώση και την εμπειρία (είτε από μόνος του είτε με έναν οικονομικό σύμβουλο) για να αξιολογήσει την απόδοση των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου στις μεταβαλλόμενες συνθήκες αγοράς, τα αποτελέσματα που θα προκόψουν από την πιθανότητα μετατροπής τους, την αξία τους και την επίδραση που αυτή η επένδυση θα έχει στο γενικό τους επενδυτικό χαρτοφυλάκιο. Πριν από τη λήψη μιας απόφασης για επένδυση, οι πιθανοί επενδυτές πρέπει να εξετάσουν προσεκτικά, λαμβάνοντας υπόψη τις οικονομικές περιστάσεις και τους στόχους της επένδυσής τους και όλες τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στο παρόν ενημερωτικό δελτίο". Στο Μέρος Α του Τμήματος II του εν λόγω Ενημερωτικού Δελτίου μεταξύ άλλων αναφέρεται επίσης: α) (υπό τον γενικό τίτλο "Οι Κάτοχοι είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένοι στον κίνδυνο διακύμανσης στην αξία των μετοχών της Τράπεζας") ότι "Σε περίπτωση πραγματοποίησης Γεγονότος Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου ή Γεγονότος Βιωσιμότητας τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου θα μετατραπούν υποχρεωτικά σε μετοχές ...", β) (υπό τον γενικό τίτλο "Προαιρετική Επιλογή και Υποχρεωτική Ακύρωση Πληρωμής Τόκων σε μη συσσωρευτική βάση") ότι "Η Τράπεζα μπορεί κατά την κρίση της να ακυρώσει οποιαδήποτε πληρωμή τόκου υπό τους περιορισμούς που περιγράφονται Μέρος Β, Όρο 5 "Συνεπακόλουθοι Περιορισμοί Μερίσματος και Κεφαλαίου". Πριν από την ημερομηνία οποιοσδήποτε Πληρωμής Τόκου, η Τράπεζα, κατά την κρίση της, αν διαπιστώσει ότι δεν τηρεί την σχετική Κεφαλαιακή Επάρκεια, όπως αυτή ορίζεται από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, ή ότι η Πληρωμή Τόκου θα έχει ως αποτέλεσμα η Τράπεζα να παύσει να ικανοποιεί την προαναφερόμενη Κεφαλαιακή Επάρκεια, τότε η Τράπεζα έχει τη δυνατότητα να ακυρώσει την Πληρωμή τέτοιων Τόκων σε μη σωρευτική βάση, στα πλαίσια όμως των Συνεπακόλουθων Περιορισμών Μερίσματος και Κεφαλαίου ως περιγράφεται στο Τμήμα II, Μέρος Β/
ΙΙ στον Όρο 5.

Περαιτέρω, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου δύναται, και στη βάση αξιολόγησης της οικονομικής κατάστασης και της φερεγγυότητας της Τράπεζας για τα επόμενα τρία χρόνια, να απαιτήσει την ακύρωση πληρωμής τόκου ή κεφαλαίου. Η πληρωμή τόκων προς τους κατόχους Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου θα γίνεται πάντοτε σε μετρητά", γ) (υπό τον τίτλο "Αξίες Αόριστης Διάρκειας χωρίς οποιαδήποτε νομική ημερομηνία λήξης") ότι "Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου είναι αξίες αόριστης διάρκειας χωρίς ημερομηνία λήξης και γι' αυτό το λόγο οι επενδυτές θα λάβουν το κεφάλαιο επένδυσής τους μόνο στην περίπτωση που η Τράπεζα επιλέξει να τα εξαγοράσει με την προηγούμενη έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου", δ) (υπό το γενικό τίτλο "Η Τράπεζα έχει το δικαίωμα αλλά όχι την υποχρέωση εξαγοράς [Redemption] και Αγοράς των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου") ότι "Η Τράπεζα δεν έχει καμία υποχρέωση εξαγοράς ή αγοράς των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου σε οποιοδήποτε χρονικό διάστημα και οι Κάτοχοι δεν έχουν οποιοδήποτε δικαίωμα απαίτησης της εξαγοράς ή αγοράς από την Τράπεζα. Η Τράπεζα όμως έχει την επιλογή με την προηγούμενη έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, να εξαγοράσει ολόκληρο το ποσό των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου στην ονομαστική τους αξία μαζί με οποιουσδήποτε δεδουλευμένους τόκους στις 30 Ιουνίου 2016, ή σε οποιαδήποτε Ημερομηνία Πληρωμής Τόκου που έπεται και υπό την προϋπόθεση ότι θα αντικατασταθούν με Πρωτοβάθμιο Κεφάλαιο ...", ε) (υπό τον γενικό τίτλο "Καθεστώς Εξασφάλισης και Προτεραιότητα Κατάταξης σε περίπτωση διάλυσης") ότι "... εάν η Τράπεζα τελεί υπό διάλυση ή εκκαθάριση, ο εκκαθαριστής θα ικανοποιήσει πρώτα όλες τις αξιώσεις των καταθετών ή άλλων πιστωτών των οποίων οι αξιώσεις δεν είναι ελάσσονος προτεραιότητας, ως προς τις αξιώσεις των καταθετών και πιστωτών των οποίων οι αξιώσεις είναι ελάσσονος προτεραιότητας (subordinated) πλην εκείνων των οποίων οι αξιώσεις είναι ίσης προτεραιότητας (rank pari passu) με τις αξιώσεις των κατόχων Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου. Σε περίπτωση που η Τράπεζα δεν έχει ικανοποιητικά περιουσιακά στοιχεία για τον πλήρη διακανονισμό των αξιώσεων που δεν είναι ελάσσονος προτεραιότητας, τότε οι αξιώσεις των Κατόχων των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου δύνανται να χάσουν το σύνολο ή μέρος της επένδυσής τους. Επιπλέον, εάν τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου μετατραπούν σε Συνήθεις Μετοχές μετά από την πραγματοποίηση Γεγονότος Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου ή Γεγονότος Βιωσιμότητας, κάθε Κάτοχος θα υποστεί περαιτέρω μείωση της προτεραιότητας των δικαιωμάτων και αξιώσεών του λόγω της μετατροπής της επένδυσής του σε Συνήθεις Μετοχές και υπάρχει κίνδυνος οι μέτοχοι να χάσουν μέρος ή ολόκληρη την επένδυσή τους" και στ) (υπό τον τίτλο "Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου κατατάσσονται ως Πρωτοβάθμιο Κεφάλαιο [Tier 1 capital]") ότι "Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου κατατάσσονται ως πρωτοβάθμιο Κεφάλαιο (Tier 1 capital) και πιθανοί επενδυτές θα πρέπει να εξετάσουν προσεκτικά τα χαρακτηριστικά τους που αφορούν μεταξύ άλλων και την προτεραιότητα κατάταξης, το καθεστώς εξασφάλισής τους και την αόριστη διάρκειά τους"...Οι πλήρεις όροι των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου παρουσιάζονται στο Μέρος Β του παρόντος Ενημερωτικού Δελτίου ..." (υπό τον τίτλο "Αβεβαιότητα ως προς τη ρευστότητα κατά τη διαπραγμάτευση των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου") ότι "Η Τράπεζα δεν σκοπεύει να υποβάλει αίτηση για εισαγωγή προς διαπραγμάτευση των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου σε οποιαδήποτε ρυθμισμένη αγορά εκτός από την αγορά του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου και του Χρηματιστηρίου Αξιών. Τα νέα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου είναι τίτλοι για τους οποίους δεν υπάρχουν συναλλαγές σε καμία αγορά και δεν μπορεί να υπάρξει καμία διαβεβαίωση μελλοντικής ρευστότητας στις αγορές που αναμένεται να εισαχθούν", ως και (υπό τον τίτλο "Οι κάτοχοι των Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/18, Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου και Αξιογράφων Κεφαλαίου 12/2007 οφείλουν να συμβουλευθούν τους οικονομικούς, φορολογικούς και νομικούς τους συμβούλους") ότι "Οι κάτοχοι των Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/2018, Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου και Αξιόγραφων Κεφαλαίου 12/2007 οφείλουν να συμβουλευθούν τους οικονομικούς, φορολογικούς και νομικούς τους συμβούλους σχετικά με την καταλληλότητα τυχόν ανταλλαγής ή μη της επένδυσής τους και των τυχόν συνεπειών στη φορολογική τους θέση και τις λογιστικές ή οικονομικές συνέπειες τυχόν επένδυσης στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου. Η σχετική αναλογία ανταλλαγής (στη βάση της ονομαστικής τους αξίας) μπορεί κατά την εισαγωγή των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου στα δύο χρηματιστήρια να μην απεικονίζει την τιμή και σχετική σχέση στην τιμή διαπραγμάτευσης των αντίστοιχων κινητών αξιών", τέλος δε, αναφορικώς με παράγοντες κινδύνου σχετιζομένους με τις μετοχές, ρητώς αναφέρεται ότι τα Χρηματιστήρια Αξιών Αθηνών και Κύπρου έχουν χαμηλή ρευστότητα και παρουσιάζουν εντονότερες διακυμάνσεις από άλλα χρηματιστήρια της Ευρώπης και των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, με συνέπεια τη δημιουργία σοβαρού ενδεχομένου δυσμενούς επηρεασμού της τιμής της μετοχής της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας. Περαιτέρω, η επιδείνωση των οικονομικών μεγεθών της Ελληνικής Δημοκρατίας ιδίως μετά το έτος 2009 και η συνεπακόλουθη υποβάθμιση των Ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου (Ο.Ε.Δ.) και της πιστοληπτικής ικανότητας της Χώρας, επηρέασε δυσμενώς τη θέση της εκκαλούσας, η οποία, παρά το γεγονός ότι τελούσε σε γνώση της ραγδαίας επιδείνωσης των στοιχείων της ελληνικής οικονομίας, αύξησε, κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ του μήνα Δεκεμβρίου του έτους 2009 και του μήνα Απριλίου του έτους 2010, την έκθεσή της σε Ο.Ε.Δ. μέχρι το ποσό των δύο δισεκατομμυρίων τετρακοσίων εκατομμυρίων (2.400.000.000) ευρώ, ενώ τα ίδια κεφάλαια αυτής ανέρχονταν σε δύο δισεκατομμύρια πεντακόσια εκατομμύρια (2.500.000.000) ευρώ, με συνέπεια η συγκέντρωση πραγματικού κινδύνου για την εκκαλούσα να ανέρχεται σε ποσοστό 80%, ενώ εκείνη δεν έλαβε και μέτρα περιορισμού του κινδύνου αυτού [είτε με πώληση Ο.Ε.Δ. είτε με αγορά Συμβολαίων Ανταλλαγής Πιστωτικής Αθετήσεως - Credit Default Swaps (CDS)]. Η συνεχής επιδείνωση των μεγεθών της ελληνικής οικονομίας επέφερε τελικώς καίριο πλήγμα στη κεφαλαιακή επάρκεια της (εκτεθειμένης σε υπερβολικό βαθμό σε Ο.Ε.Δ.) εκκαλούσας, δεδομένου ότι οι επενδύσεις της τελευταίας σε Ο.Ε.Δ. την 31.3.2010 είχαν λογιστική αξία 2.000.000.000 ευρώ, η τελική δε ζημία στα ίδια κεφάλαια αυτής από τη συγκεκριμένη αιτία (απομείωση αξίας Ο.Ε.Δ.) ανήλθε κατά το τέλος του έτους 2010 (31.12.2010) στο ποσόν των 529.513.000 ευρώ. Ωστόσο, η εκκαλούσα απέφυγε να αποτυπώσει λογιστικώς τις ζημίες της από την απομείωση της αξίας των Ο.Ε.Δ. στις ετήσιες οικονομικές της καταστάσεις (αφού τούτο θα είχε ευθεία επίπτωση στην κεφαλαιακή της επάρκεια και στον Δείκτη Tier Core 1), αποκρύπτοντας σκοπίμως την πραγματική οικονομική της κατάσταση, αλλά αντιθέτως προέβη σε επαναταξινόμηση του χαρτοφυλακίου της, περαιτέρω δε επιχείρησε την προώθηση προς το επενδυτικό κοινό, μέσω του δικτύου των καταστημάτων της στην Ελλάδα και στην Κύπρο, σύνθετων επενδυτικών προϊόντων (προεχόντως των Μ.Α.Ε.Κ.), τα οποία έφεραν τα παραπάνω περιγραφόμενα χαρακτηριστικά, με προφανή σκοπό την απορρόφηση του μείζονος μέρους των απωλειών αυτών, σε άγνοια και με παραπλάνηση των υποψηφίων επενδυτών ως προς την πραγματική οικονομική της κατάσταση και το βαθμό ασφαλείας της επένδυσής τους, όπως εκτίθεται παρακάτω. Στο πλαίσιο αυτό, η εκκαλούσα, στις 15.6.2012, αποφάσισε ως προς τα Μ.Α.Ε.Κ. [καθώς και ως προς τα μετατρέψιμα αξιόγραφα κεφαλαίου (Μ.Α.Κ.) που είχαν εκδοθεί παλαιότερα, εντός του έτους 2009], την ενεργοποίηση του όρου περί υποχρεωτικής ακύρωσης πληρωμής τόκου για την περίοδο από 31.12.2011 έως 29.6.2012, το ίδιο δε έπραξε στις 18.12.2012 και για την περίοδο από 30.6.2012 έως 30.12.2012. Στις 30.6.2012 η εκκαλούσα παρουσίασε έλλειμμα (οφειλόμενο κατά μεγάλο μέρος στο ελληνικό πρόγραμμα "PSI" αναφορικώς με τα Ο.Ε.Δ.) και συμφώνησε με τους πιστωτές της τη χρηματοδότηση αυτής με το ποσόν των δέκα δισεκατομμυρίων (10.000.000.000) ευρώ, ενώ στις 15.3.2012 είχε ήδη αντλήσει από το Ευρωσύστημα (E.L.A.) το ποσόν του ενός δισεκατομμυρίου (1.000.000.000) ευρώ. Ωστόσο, στις 15.3.2013, το Συμβούλιο των Υπουργών Οικονομικών της Ευρωζώνης (Eurogroup) αποφάσισε τη μη χρηματοδότηση της ανακεφαλαιποίησης των δύο μεγάλων κυπριακών τραπεζών, ήτοι της εκκαλούσας και της Λαϊκής Τράπεζας, με την αυτή δε απόφαση του Eurogroup μεταβιβάσθηκε στην εκκαλούσα η υποχρέωση της Λαϊκής Τράπεζας προς τον E.L.A., ύψους εννέα εκατομμυρίων (9.000.000) ευρώ. Στις 26.3.2013 η εκκαλούσα τέθηκε υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, δυνάμει του "Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου (17) 2013", στα πρότυπα της "Πρότασης Οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου του 2012 για την εξυγίανση των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων" και βάσει της "Οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου αριθμ. 2001/24/ΕΚ της 4ης Απριλίου 2001 "Για την εξυγίανση και την εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων" και του "Περί Τραπεζικών Εργασιών (Τροποποιητικού) (Αρ. 2) Νόμου του 2004", με τον οποίο ενσωματώθηκε στην κυπριακή έννομη τάξη η παραπάνω Οδηγία και επιβλήθηκε το πρώτον η διάσωση των τραπεζικών ιδρυμάτων με ίδια μέσα (bail - in), δηλαδή με "κούρεμα" καταθέσεων και μετοχοποίηση ομολόγων. Τελικώς, με τα υπ' αριθ. 103/29.3.2013 και 278/30.7.2013 Διατάγματα (Κανονιστικές Διοικητικές Πράξεις) του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, υπό την ιδιότητα της τελευταίας ως Αρχής Εξυγίανσης κατά τους ορισμούς των άρθρων 5(1), 5(7), 5(12)(α), 7(1) και 12 του "Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων" Νόμου του 2013, τα Μ.Α.Ε.Κ. μετετράπησαν σε Μετοχές Δ' Τάξης με τιμή μετατροπής ένα (1) ευρώ, δηλαδή στην ονομαστική τους αξία, και με ονομαστική αξία κάθε μετοχής στο ένα (1) ευρώ για κάθε ευρώ των παραπάνω χρεών της εκκαλούσας. Στη συνέχεια επήλθε μείωση της ονομαστικής αξίας των Μετοχών Δ' Τάξης από 1 ευρώ σε 0,01 ευρώ για κάθε μετοχή, με σκοπό διαγραφής των συσσωρευμένων ζημιών της εκκαλούσας. Κάθε εκατό (100) μετατραπείσες σε συνήθεις μετοχές αξίας 0,01 ευρώ για κάθε μετοχή, οι οποίες ήταν εγγεγραμμένες στον ίδιο μέτοχο, ενώθηκαν σε μια (νέα) συνήθη μετοχή, αξίας ενός (1) ευρώ της καθεμίας. Οι μη ενοποιημένες μετοχές (λ.χ. αριθμός μετοχών ελάσσων των 100) ακυρώθηκαν και το ποσό της ονομαστικής αξίας των ακυρωθεισών μετοχών χρησιμοποιήθηκε για τη διαγραφή των συσσωρευμένων ζημιών της εκκαλούσας, έκτοτε δε όλες οι μετοχές αποτελούσαν ενιαία τάξη, παρέχουσες δικαίωμα ψήφου και απόληψης μερίσματος στους μετόχους. Στις 4.1.2017 η εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία εξέδωσε ανακοίνωση με τίτλο "Αναστολή διαπραγμάτευσης των Υφιστάμενων Μετοχών της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρίας Λτδ", με την οποία γνωστοποίησε στο επενδυτικό κοινό ότι η (εντασσομένη στο σχέδιο εξυγίανσής της) αναστολή της διαπραγμάτευσης της μετοχής της στα Χρηματιστήρια Αξιών Αθηνών και Κύπρου θα αρχίσει από 10.1.2017, καθώς και ότι η διαπραγμάτευση των νέων μετοχών της θα άρχιζε, υπό την αίρεση της λήψης των σχετικών εγκρίσεων, στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και στο L.S.E. (όχι στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών) από 19.1.2017. Στο πλαίσιο αυτό η συναλλακτική σχέση των διαδίκων μερών διαμορφώθηκε ως εξής: α) Ο 1ος εφεσίβλητος (1ος ενάγων)(ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος), Ι. Σ., είχε συνεργασία με την εκκαλούσα από το έτος 2010 και ειδικότερα με το κατάστημα αυτής επί της οδού ... στον Πειραιά, διατηρούσε δε τα χρήματά του κυρίως σε καταθέσεις προθεσμιακές. Στις 16.5.2011 ο εφεσίβλητος, που είχε δεχθεί τις προηγούμενες ημέρες σχετικό τηλεφώνημα από τον υπάλληλο του παραπάνω καταστήματος Π. Σ., μετέβη στον εν λόγω κατάστημα και ο προαναφερόμενος υπάλληλος, καθώς και ο διευθυντής Η. Μ., συμβούλευσαν τον εφεσίβλητο να επενδύσει σε Μ.Α.Ε.Κ.. Πράγματι την ίδια ημέρα ο εφεσίβλητος υπέγραψε τη σχετική αίτηση εγγραφής στα Μ.Α.Ε.Κ. για το ποσό των 40.000 ευρώ, το οποίο προήλθε εν μέρει από προθεσμιακή κατάθεσή του (που έληξε πρόωρα χωρίς ποινή) και κατά το υπόλοιπο από κατάθεση ταμιευτηρίου. Ο 1ος εφεσίβλητος, ηλικίας τότε (2011) 48 ετών και συνταξιούχος (πρώην υπαξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού), δεν είχε χρηματοοικονομικές γνώσεις και η επενδυτική εμπειρία του περιοριζόταν σε περιστασιακές αγοραπωλησίες μετοχών στο χρηματιστήριο, β)...(ακολουθεί η κατά τον ίδιο ανωτέρω τρόπο παράθεση του τρόπου με τον οποίο και οι λοιποί αναιρεσίβλητοι επένδυσαν σε ΜΑΕΚ τα χρήματά τους, που ήταν κατατεθειμένα στην αναιρεσείουσα σε προθεσμιακές καταθέσεις και καταθέσεις ταμιευτηρίου). Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις: I. Η πρωτοβουλία προσέγγισης των εφεσιβλήτων - πελατών της εκκαλούσας, με σκοπό την προσέλκυσή τους και την πρόκληση σε αυτούς της απόφασης να επενδύσουν στα προαναφερόμενα επενδυτικά προϊόντα (Μ.Α.Ε.Κ.), ανήκε αποκλειστικώς στην εκκαλούσα, οι αρμόδιοι υπάλληλοι της οποίας, στο πλαίσιο λεπτομερούς σχετικού σχεδιασμού και ενεργούντες επί τη βάσει ρητών οδηγιών από τις κεντρικές υπηρεσίες αυτής, επικοινωνούσαν είτε τηλεφωνικώς είτε δια ζώσης κατά την προσέλευση των εφεσιβλήτων στα παραπάνω καταστήματα, προκειμένου να ενημερώσουν και τελικώς να προτείνουν σε αυτούς την επένδυση των σε χρήμα κεφαλαίων τους (μέχρι τότε διαθεσίμων είτε σε απλούς καταθετικούς λογαριασμούς είτε, κυρίως, σε προθεσμιακούς λογαριασμούς). Το γεγονός ότι υπήρξε οργανωμένη και βάσει σχεδίου προσέγγιση, εκ μέρους της εκκαλούσας, πελατών αυτής με σκοπό τη μαζική προώθηση των παραπάνω επενδυτικών προϊόντων, αποδεικνύεται από σειρά προσκομιζομένων από τους διαδίκους εσωτερικών εγγράφων της εκκαλούσας προς τα στελέχη της σχετικώς με τα Μ.Α.Ε.Κ., όπως...II. Οι κατά περίπτωση αρμόδιοι τραπεζικοί υπάλληλοι δεν έθεσαν υπόψη των εφεσιβλήτων (το) από 5.4.2011 Ενημερωτικό Δελτίο, ούτε γνωστοποίησαν σε αυτούς εάν και πού αυτό είναι διαθέσιμο, αλλά φρόντισαν να εξασφαλίσουν την υπογραφή των εφεσιβλήτων στις προαναφερόμενες αιτήσεις συμμετοχής των επίμαχων επενδυτικών προϊόντων, στις οποίες περιλαμβάνεται η τυπική - αλλά όχι ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα - παραδοχή ότι έλαβαν υπόψη το περιεχόμενο και τους όρους των εν λόγω προϊόντων και επιπλέον τους κατανόησαν πλήρως. Ακόμα όμως και αν ήθελε υποτεθεί ότι οι εφεσίβλητοι έλαβαν στην κατοχή τους και ανάγνωσαν το εν λόγω Ενημερωτικό Δελτίο ή πληροφορήθηκαν καθ' οιονδήποτε τρόπο το περιεχόμενό του, πάλι δεν θα ήταν σε θέση να κατανοήσουν τη λειτουργία των Μ.Α.Ε.Κ., δεδομένου ότι Ενημερωτικό Δελτίο, έκτασης διακοσίων σελίδων, ήταν πυκνογραμμένο, σε δυσνόητη τεχνική γλώσσα, με σύνθετους νομικούς και χρηματοοικονομικούς όρους, μη κατανοητούς από τον στερούμενο ειδικών γνώσεων μέσο μη επαγγελματία αποταμιευτή ή επενδυτή, όπως ήταν και οι εφεσίβλητοι, που επεδίωκαν πρωτίστως την ασφαλή τοποθέτηση των χρημάτων τους, με τη λήψη ενός ικανοποιητικού επιτοκίου και γι' αυτό επέλεγαν κυρίως τις προθεσμιακές καταθέσεις. III. Οι κατά περίπτωση αρμόδιοι τραπεζικοί υπάλληλοι απέκρυψαν (αποσιώπησαν) από τους εφεσιβλήτους την πραγματική φύση και λειτουργία των επίδικων επενδυτικών προϊόντων, ήτοι ότι επρόκειτο για μη εξασφαλισμένες και ελάσσονος προτεραιότητας (subordinated) απαιτήσεις, ως και ότι συνιστούσαν υβριδικά (hybrid) και μετατρέψιμα (convertible) σε μετοχές παράγωγα χρηματοοικονομικά προϊόντα (financial derivatives), με σκοπό την ενίσχυση της κεφαλαιακής επάρκειας της εκκαλούσας και δη του πρωτοβαθμίου κεφαλαίου της (Tier 1), σύνθετα στη σύλληψη και τη λειτουργία τους, συνδεόμενα με πλήθος γενικών και ειδικών κινδύνων όχι μόνο για τους τόκους αλλά και για το ίδιο το επενδυόμενο κεφάλαιο, όπως παραπάνω έχει εκτεθεί, αόριστης διάρκειας ("άληκτα" ή "αιώνια" - perpetual bonds), με την έννοια ότι ο επενδυτής δεν είχε αξίωση κατά της εκδότριας Τράπεζας να αναζητήσει το κεφάλαιό του σε συγκεκριμένο χρονικό σημείο ή οποτεδήποτε, αλλά μόνο δυνατότητα να διαθέσει αυτά στη δευτερογενή (χρηματιστηριακή) αγορά υπό τις επικρατούσες σε δεδομένη χρονική στιγμή συνθήκες διαπραγμάτευσης, ιδίως δε οι παραπάνω τραπεζικοί υπάλληλοι απέκρυψαν και δεν επισήμαναν στους εφεσιβλήτους τους ιδιαιτέρως δυσμενείς όρους της μονομερούς, κατά την κρίση της εκκαλούσας, ακύρωσης πληρωμής τόκων και της μονομερούς και αναγκαστικής μετατροπής των παραπάνω επενδυτικών προϊόντων σε μετοχές της, δεδομένου ότι τα εν λόγω επενδυτικά προϊόντα σχεδιάσθηκαν ως "μέσα απορρόφησης ζημιών" ώστε να απορροφήσουν τις ιδιαιτέρως αυξημένες ζημίες της εκκαλούσας λόγω της υπερβολικής έκθεσής της σε Ο.Ε.Δ., το ενδεχόμενο πρόκλησης των οποίων (ζημιών) ήταν ορατό και αναμφιβόλως γνωστό στα στελέχη της εκκαλούσας ήδη κατά το χρόνο σχεδιασμού των Μ.Α.Ε.Κ.

IV. Οι κατά περίπτωση αρμόδιοι τραπεζικοί υπάλληλοι προέβησαν σε (άμεση ή έμμεση) σύγκριση των επίδικων επενδυτικών προϊόντων με τις κοινές προθεσμιακές καταθέσεις (με τη λειτουργία των οποίων ήσαν εξοικειωμένοι οι εφεσίβλητοι), υπερτονίζοντας και προβάλλοντας τα πλεονεκτήματα αυτών σε σχέση με τις εν λόγω καταθέσεις (αυξημένο και ιδιαιτέρως ελκυστικό επιτόκιο 6,5%) και διαβεβαιώνοντας τους εφεσιβλήτους ότι το κεφάλαιό τους ήταν ασφαλές και εγγυημένο (επικαλούμενοι το διεθνές κύρος και την ευρωστία της εκκαλούσας) και ότι θα επιστρεφόταν σε αυτούς μετά από πέντε έτη, ήτοι στις 30.6.2016. Το γεγονός ότι - κατά την προσέγγιση των πελατών της εκκαλούσας με σκοπό την προώθηση των εν λόγω επενδυτικών προϊόντων - σημαντικό επιχείρημα αποτελούσε η προβολή των πλεονεκτημάτων αυτών σε σχέση με την απλή προθεσμιακή κατάθεση, αποδεικνύεται και από το προοριζόμενο "αυστηρώς για εσωτερική χρήση" έγγραφο της εκκαλούσας αναφορικώς με τα Μ.Α.Ε.Κ. με τον τίτλο "ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ", όπου αναφέρεται επί λέξει (υπό τον τίτλο "ΜΑΕΚ Vs κατάθεση ?") ότι "Τα ΜΑΕΚ θα φέρουν τόκο 6,50% (για τα πρώτα 5 χρόνια) μια απόδοση που είναι ψηλότερη από την κατάθεση ...", χωρίς όμως να γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στους σχετικούς κινδύνους του προϊόντος. Ενόψει των παραπάνω αποδεικνύεται ότι η εκκαλούσα με την ιδιότητα της παρέχουσας επενδυτικές υπηρεσίες εντασσόμενες στον κύκλο της συνήθους εμπορικής της δραστηριότητας, σαφώς παρέσχε, με τους παραπάνω προστηθέντες υπαλλήλους της, επενδυτική υπηρεσία-συμβουλή (υπό τη μορφή της σύστασης) στους πελάτες της εφεσιβλήτους, οι οποίοι έφεραν την ιδιότητα του καταναλωτή των παρεχόμενων επενδυτικών υπηρεσιών ως τελικοί αποδέκτες αυτών και δεν υπερέβαιναν το πρότυπο του μέσου αποταμιευτή-μη "επαγγελματία" επενδυτή.

Επιπλέον οι παραπάνω τραπεζικοί υπάλληλοι δεν διενήργησαν τον επιβαλλόμενο στη συγκεκριμένη περίπτωση από τις διατάξεις του ν. 3606/2007 έλεγχο καταλληλότητας και συμβατότητας των εφεσιβλήτων αναφορικώς με τις συγκεκριμένες επενδύσεις, δεδομένου, μάλιστα, ότι γνώριζαν το συντηρητικό επενδυτικό προφίλ (profile) των τελευταίων, αλλά και το γεγονός ότι - κατά τα ρητώς αναφερόμενα στο προαναφερόμενο Ενημερωτικό Δελτίο - τα εν λόγω επενδυτικά προϊόντα δεν ήσαν κατάλληλα για όλους τους επενδυτές. Είναι, λοιπόν, σαφές ότι η εκκαλούσα εκμεταλλεύθηκε με κακοπιστία την πληροφοριακή ασυμμετρία μεταξύ αυτής και των εφεσιβλήτων, με μοναδικό , σκοπό να τους προωθήσει επενδυτικά προϊόντα ιδιαιτέρως πολύπλοκα και ριψοκίνδυνα, επιφυλάσσοντας στην ίδια υπέρμετρα και υπερβολικά εξουσιαστικά δικαιώματα (ιδίως υποχρεωτικής ακύρωσης πληρωμής τόκων και υποχρεωτικής μετατροπής σε μετοχές, ανυπαρξία υποχρέωσης επιστροφής του κεφαλαίου), είναι δε ομοίως προφανές ότι εάν οι εφεσίβλητοι - που ήταν συντηρητικοί αποταμιευτές και επενδυτές και ενεργούσαν με γνώμονα την εξασφάλιση του κεφαλαίου τους - γνώριζαν εξαρχής το σύνολο των πραγματικών δεδομένων της επένδυσής τους, η οποία τελικώς ήταν απολύτως συνυφασμένη με την κεφαλαιακή επάρκεια, την ευρωστία, την τιμή της μετοχής της εκκαλούσα και τις εν γένει διεθνείς και εσωτερικές χρηματοοικονομικές και πολιτικές συνθήκες, αναμφιβόλως δεν θα προέβαιναν στις συγκεκριμένες επενδυτικές επιλογές.

Περαιτέρω, το γεγονός ότι η εκκαλούσα τήρησε τις διατάξεις του ν. 3401/2005 "Ενημερωτικό Δελτίο προσφοράς κινητών αξιών και εισαγωγής τους για διαπραγμάτευση", του κυπριακού Νόμου περί Εταιριών και της σχετικής ευρωπαϊκής νομοθεσίας (Οδηγία 2003/71/ΕΚ και Κανονισμός 809/2004), για τη δημόσια προσφορά κινητών αξιών, στερείται εννόμου επιρροής στην υπό κρίση περίπτωση, διότι δεν επάγεται, άνευ άλλου τινός, τον αποκλεισμό της εφαρμογής του ν. 3606/2007, ο οποίος ενσωμάτωσε στο εσωτερικό δίκαιο την Οδηγία MiFID. Και τούτο διότι ναι μεν δεν εμπίπτει κατ' αρχήν στο ρυθμιστικό πεδίο του τελευταίου (ν. 3606/2007) η πρωτογενής διάθεση χρηματοοικονομικών προϊόντων (δηλαδή η απευθείας διάθεση αυτών από τον εκδότη στον επενδυτή, όπως συνέβη με τα επίδικα επενδυτικά προϊόντα) αλλά μόνο η διάθεση στη δευτερογενή (χρηματιστηριακή) αγορά, πλην όμως οι ρυθμίσεις του συγκεκριμένου νόμου ενεργοποιούνται και εφαρμόζονται και στην περίπτωση αυτή, εφόσον διαπιστώθηκε, κατά τα προεκτιθέμενα, η εν τοις πράγμασιν παροχή επενδυτικής υπηρεσίας, υπό τη μορφή της επενδυτικής συμβουλής, από τους αρμόδιους προς διάθεση των εν λόγω επενδυτικών προϊόντων υπαλλήλους των κατά τόπους καταστημάτων της εκκαλούσας προς τους εφεσιβλήτους, Επομένως, ο πρώτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι στην προκειμένη περίπτωση εφαρμόζεται αποκλειστικώς η παραπάνω ειδική νομοθεσία περί δημόσιας προσφοράς κινητών αξιών και όχι ο ν. 3606/2007, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Το γεγονός, εξάλλου, ότι η εκκαλούσα παρέσχε επενδυτική υπηρεσία υπό τη μορφή της επενδυτικής συμβουλής (παροχή σύστασης) αποδεικνύεται και από: α)... Εξάλλου, με την από 28.4.2014 απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, επιβλήθηκαν στην εκκαλούσα, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα διοικητικά πρόστιμα: α) Πρόστιμο 70.000 ευρώ επειδή στην ανακοίνωση στις 23.5.2011 των οικονομικών αποτελεσμάτων της για το τρίμηνο που έληξε στις 31.3.2011, η εκκαλούσα έδωσε παραπλανητικές ενδείξεις σχετικά με τους τίτλους αυτής και συγκεκριμένα δεν ανακοίνωσε (στη συνοδευτική ανάλυση αποτελεσμάτων) ότι οι επενδύσεις σε Ο.Ε.Δ. στις 31.3.2011 είχαν λογιστική αξία 2 δις ευρώ (σύνολο ιδίων κεφαλαίων 2.8 δις ευρώ στις 31.3.2011), τα οποία (Ο.Ε.Δ.) από τις 7-3-2011 αξιολογούντο από τον οίκο αξιολόγησης Moody's σε Β1, από τις 9-5-2011αξιολογούντο από τον οίκο αξιολόγησης Standard & Poor's σε Β και από τις 20.5.2011 αξιολογούντο από τον οίκο Fitch σε Β+, δηλαδή από όλους τους παραπάνω οίκους αξιολογούντο τα Ο.Ε.Δ. σε μη επενδυτική βαθμίδα- "σκουπίδια" (highly speculative), β) Πρόστιμο 140.000 ευρώ, αφενός για παραπλανητικές ενδείξεις στη συνοδευτική ανάλυση αποτελεσμάτων σχετικά με την επένδυση της εκκαλούσας σε Ο.Ε.Δ. (80.000 ευρώ) και αφετέρου για παραπλανητικές ενδείξεις στην ετήσια έκθεση περί εταιρικής διακυβέρνησης 2010 σχετικά με την εφαρμογή του κώδικα εταιρικής διακυβέρνησης (60.000 ευρώ). Η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η εκκαλούσα δεν είχε συμπεριλάβει τις παραπάνω πληροφορίες (για τις επενδύσεις στα Ο.Ε.Δ.) και στο από 5.4.2011 ενημερωτικό δελτίο ("Δημόσια προσφορά και εισαγωγή για διαπραγμάτευση στο χρηματιστήριο αξιών Κύπρου και Χρηματιστήριο Αθηνών 1.342.422.297 Μετατρέψιμων αξιόγραφων ενισχυμένου κεφαλαίου"), πλην όμως δεν επέβαλε αυτοτελές πρόστιμο στην εκκαλούσα επειδή για τα ίδια γεγονότα είχε επιβάλει στην εκκαλούσα το προαναφερόμενο πρόστιμο των 140.000 ευρώ. Επέβαλε όμως η Επιτροπή στην εκκαλούσα: γ) επιπλέον πρόστιμο 80.000 ευρώ επειδή δεν επέδειξε, κατά τη σύνταξη του εν λόγω Ενημερωτικού Δελτίου, την προσήκουσα επιμέλεια και ιδίως ως προς την ακρίβεια, πληρότητα, σαφήνεια και επικαιρότητα του περιεχομένου του, ως όφειλε για την ορθή, πλήρη και αντικειμενική πληροφόρηση των επενδυτών...Κατόπιν αυτών, η περιγραφόμενη παραπάνω αντισυμβατική, παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εκκαλούσας (μέσω των προστηθέντων από εκείνη υπαλλήλων που ενεργούσαν κατόπιν εντολών και οδηγιών της ίδιας), συνιστά - σύμφωνα με τις διατάξεις του ελληνικού δικαίου, το οποίο είναι εφαρμοστέο ως προς όλες τις παρακάτω συρρέουσες βάσεις ευθύνης της εκκαλούσας και το οποίο άλλωστε επέλεξαν και επικαλούνται αμφότερες οι διάδικες πλευρές [Κανονισμός 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 2008 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Ρώμη I), άρθρ. 3 παρ. 1, 6 παρ. 1 και Κανονισμός 864/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2007, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές (Ρώμη II), άρθρ. 4 παρ. 1, 14 παρ. 1] - παράβαση των ακόλουθων διατάξεων: α) των άρθρ. 3 παρ. 1 και 2, 4 παρ. 1ε' και 25 παρ. ν. 3606/2007, σε συνδ. με τις διατάξεις των άρθρ. 4, 8, 12, 13, 14 της υπ' αριθ. ...-2007 Απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και των άρθρ. 281,288,334,361 ΑΚ, β) του άρθρ. 8 ν. 2251/1994 περί ευθύνης αυτής ως παρέχουσας τραπεζικές-επενδυτικές υπηρεσίες, διότι η εκκαλούσα παραβίασε στοιχειώδεις συναλλακτικές υποχρεώσεις της, επιβαλλόμενες από την αρχή της καλής πίστης, και δεν κατέβαλε κάθε δυνατή επιμέλεια κατά την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης, διαφώτισης και παροχής κατάλληλης συμβουλής στους αντισυμβαλλομένους της επενδυτές-καταναλωτές της παρεχομένης επενδυτικής υπηρεσίας και γ) των διατάξεων περί αδικοπρακτικής ευθύνης των άρθρ. 914, 922, 932 ΑΚ, σε συνδ. με άρθρ. 147, 149 εδ. β', 297, 298, 299 του ίδιου Κώδικα. Με τη συγκεκριμένη δε συμπεριφορά της η εκκαλούσα προκάλεσε περιουσιακή ζημία στους εφεσιβλήτους, συνιστάμενη στο ποσό του κεφαλαίου που καθένας δαπάνησε για την αγορά των Μ.Α.Ε.Κ. (μείον του ποσού που, κατά τα παραπάνω, ορισμένοι εφεσίβλητοι εισέπραξαν από τη μερική μετατροπή των Μ.Α.Ε.Κ. σε μετοχές της εκκαλούσας και την πώληση των μετοχών αυτών στη συνέχεια ή την πώληση καθεαυτών των Μ.Α.Ε.Κ.), καθώς και ηθική βλάβη εξαιτίας της στενοχώριας και της ψυχικής ταλαιπωρίας που καθένας των εφεσιβλήτων υπέστη από την απώλεια του κεφαλαίου του. Ειδικότερα η περιουσιακή ζημία των εφεσιβλήτων ανέρχεται για τον 1° στο ποσό των 40.000 ευρώ...(ακολουθεί η παράθεση της ζημίας κάθε αναιρεσιβλήτου).Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο έκρινε παρομοίως ως προς την ευθύνη της εκκαλούσας απέναντι στους εφεσιβλήτους- έστω και ελλιπή αιτιολογία η οποία συμπληρώνεται με αυτή της παρούσας απόφασης (άρθρ. 534 ΑΚ) - δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και οι σχετικοί δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και ένατος λόγος της έφεσης, με τους οποίους η εκκαλούσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Σημειώνεται ότι η εκκαλούσα δεν προσβάλλει με ειδικό λόγο έφεσης το ύψος της επιδικασθείσας σε καθέναν των εφεσιβλήτων χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και συνεπώς, μετά την απόρριψη του ένατου λόγου της έφεσης, περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του σχετικού άρθρ. 932 ΑΚ, το παρόν Δικαστήριο δεν θα ασχοληθεί περαιτέρω με το συγκεκριμένο κεφάλαιο της εκκαλούμενης απόφασης...Με τον έκτο λόγο της έφεσης, η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε δεχόμενο αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ του προβαλλομένου ως ζημιογόνου γεγονότος και της επελθούσας ζημίας των εφεσιβλήτων, αφού δεν υπήρξε τέτοιος αιτιώδης σύνδεσμος και σε κάθε περίπτωση (ακόμα και αν τυχόν υπήρξε) αυτός διεκόπη. Ειδικότερα, η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι, μετά τη θέση αυτής υπό καθεστώς ειδικής εξυγίανσης στις 26.3.2013, η μετατροπή των Μ.Α.Ε.Κ. σε μετοχές αυτής - ονομαστικής αξίας αρχικά ισόποσης με αυτά και στη συνέχεια σε μετοχές ονομαστικής αξίας ίσης με το ένα εκατοστό της αρχικής - έλαβε χώρα σε εκτέλεση των διατάξεων του συγκεκριμένου νόμου και των συνακόλουθων Διαταγμάτων της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου (η οποία οριζόταν ως Αρχή Εξυγίανσης) και ότι, συνεπώς η όποια περιουσιακή ζημία των εφεσιβλήτων δεν οφείλεται στην αγορά των εν λόγω επενδυτικών προϊόντων αλλά σε επιγενόμενα (το Μάρτιο του 2013) γεγονότα ανωτέρας βίας, μη δυνάμενα να προβλεφθούν εκ των προτέρων και μάλιστα μη συνδεόμενα με δικές της ενέργειες ή παραλείψεις (ήτοι στην ψήφιση του ως άνω Νόμου της Κυπριακής Δημοκρατίας και στην έκδοση των προαναφερομένων Διαταγμάτων της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου).

Επιπλέον, ειδικώς ως προς τους 4°, 5η, 15°, 22°, 23° και 28° των εφεσιβλήτων, η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι υπάρχει διακοπή του αιτιώδους συνδέσμου και επειδή αυτοί οικειοθελώς είχαν μετατρέψει, ήδη από το Φεβρουάριο-Μάρτιο του 2012, τα Μ.Α.Ε.Κ. που κατείχαν ή μέρος αυτών, με μετοχές της ίδιας. Επί του συγκεκριμένου λόγου της έφεσης πρέπει να εκτεθούν τα ακόλουθα: Όπως έχει αναφερθεί και παραπάνω, ο νόμιμος λόγος ευθύνης της εκκαλούσας απέναντι στους εφεσιβλήτους συνίσταται, (σωρευτικώς) στην παράβαση των σιωπηρώς καταρτισθεισών μεταξύ εκείνης και των εφεσιβλήτων συμβάσεων παροχής επενδυτικών συμβουλών, στην παράβαση των υποχρεώσεών της από το νόμο περί προστασίας των καταναλωτών και στην αδικοπραξία.

Περαιτέρω, η ζημία των εφεσιβλήτων δεν προέκυψε από καθεαυτή τη μετατροπή των Μ.Α.Ε.Κ. σε μετοχές το έτος 2013, αλλά στο γεγονός ότι το έτος 2011, κατά το χρόνο κτήσης των Μ.Α.Ε.Κ., τα κεφάλαια των εφεσιβλήτων εξήλθαν από την περιουσία αυτών χωρίς να εισέλθει στην περιουσία τους ισοδύναμο μέγεθος, ποιοτικώς και ποσοτικώς, το οποίο οι εφεσίβλητοι προσδοκούσαν και για το οποίο είχαν πεισθεί από την εκκαλούσα (δηλαδή επενδυτικό προϊόν με τα χαρακτηριστικά προθεσμιακής κατάθεσης). Αντιθέτως, στην περιουσία των εφεσιβλήτων εισήλθε κάτι άλλο, το οποίο δεν επιθυμούσαν, δηλαδή σύνθετα χρηματοοικονομικά προϊόντα, ιδιαιτέρως επισφαλή, μη παρέχοντα δικαίωμα επιστροφής του κεφαλαίου, τα οποία, μάλιστα, δεν ήταν και ισάξια των χρημάτων που οι εφεσίβλητοι είχαν διαθέσει για την απόκτησή τους, αφού, λόγω της κακής οικονομικής κατάστασης της εκκαλούσας ήδη κατά το χρόνο έκδοσης των Μ.Α.Ε.Κ., η πραγματική αξία αυτών δεν ήταν αντίστοιχη με την ονομαστική αξία τους αλλά κατά πολύ υπολειπόμενη, μετά δε και την υποχρεωτική ακύρωση, εκ μέρους της εκκαλούσας, της καταβολής των τόκων των Μ.Α.Ε.Κ. το έτος 2012, η πραγματική αξία αυτών κατέστη ουσιαστικώς μηδενική. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές αφενός ως προς το νόμιμο λόγο ευθύνης της εκκαλούσας και αφετέρου ως προς τη ζημία των εφεσιβλήτων, συνάγεται περαιτέρω ότι η έρευνα για τη θεμελίωση αιτιώδους συνδέσμου δεν αφορά στο ζήτημα αν η επένδυση στα Μ.Α.Ε.Κ. ήταν πρόσφορη ή όχι να επιφέρει ζημία στην περιουσία των εφεσιβλήτων αλλά στο κατά πόσον ο νόμιμος λόγος ευθύνης της εκκαλούσας ήταν πρόσφορος να επιφέρει τη ζημία των εφεσιβλήτων όπως αυτή ορίζεται παραπάνω και πράγματι ήταν πρόσφορος, αφού αν η εκκαλούσα είχε παράσχει, ως όφειλε, τη δέουσα πλήρη ενημέρωση και διαφώτιση στους εφεσιβλήτους ως προς τη φύση, τη λειτουργία και κυρίως, τους κινδύνους της επένδυσης στα συγκεκριμένα προϊόντα και δεν τους δημιουργούσε με παραπλανητικές δηλώσεις πλανημένη εντύπωση για τη φύση τους, οι εφεσίβλητοι, κατά τους κανόνες της λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεν θα είχαν επενδύσει στα προϊόντα αυτά και θα είχε αποφευχθεί η ζημία τους...Σημειώνεται ότι τα αμέσως παραπάνω ισχύουν και ως προς τους 4ο, 5η, 15ο, 22ο, 23οκ και 28ο των εφεσιβλήτων, χωρίς να ασκεί επιρροή το γεγονός ότι εκείνοι, το Μάρτιο του 2012 προέβησαν σε μετατροπή των Μ.Α.Ε.Κ., που κατείχαν με μετοχές της εκκαλούσας, πέραν του ότι η εν λόγω μετατροπή έγινε μετά από συμβουλή των υπαλλήλων της εκκαλούσας ότι αυτός ήταν ο μοναδικός τρόπος για να διασώσουν οι εν λόγω εφεσίβλητοι το επενδυμένο μέχρι τότε σε Μ.Α.Ε.Κ. κεφάλαιό τους (το οποίο, βεβαίως, δεν διασώθηκε, τουλάχιστον κατά το μέγιστο μέρος του, ούτε με τον τρόπο αυτόν). Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι, ακόμα και αν υποτεθεί ότι η ζημία (όλων) των εφεσιβλήτων επήλθε το έτος 2013, με την έκδοση του παραπάνω Νόμου της Κυπριακής Δημοκρατίας και των Διαταγμάτων της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, τούτο δεν συνιστούσε για την εκκαλούσα τυχαίο και απρόβλεπτο γεγονός - ώστε να αποκλείει ή να διακόπτει τον αιτιώδη σύνδεσμο όπως η ίδια υποστηρίζει - αλλά αποτελούσε λογική και αναμενόμενη κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, συνέπεια της κεφαλαιακής ανεπάρκειας της εκκαλούσας, την οποία η ίδια είχε δημιουργήσει και συντηρήσει με την επιχειρηματική στρατηγική της, κατά τα εκτιθέμενα παραπάνω στο σκεπτικό...Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο έκρινε παρομοίως ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου - έστω και με ελλιπή αιτιολογία η οποία συμπληρώνεται με αυτή της παρούσας απόφασης (άρθρ. 534 ΑΚ) - δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και ο κρινόμενος (έκτος) λόγος της έφεσης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος...". Ακολούθως με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο και με πρόσθετες παραδοχές, με τις οποίες απέρριψε τις ενστάσεις συνυπαιτιότητας των αναιρεσιβλήτων και συνυπολογισσμού στην ζημία τους του κέρδους, που αποκόμισαν από την αγορά των ΜΑΕΚ, συμπληρώνοντας παραδεκτά την αιτιολογία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την εκκαλουμένη απόφαση, που είχε κάνει εν μέρει κατ` ουσίαν δεκτή ως προς αυτήν την από 2-12-2016 αγωγή των αναιρεσιβλήτων και είχε υποχρεώσει την αναιρεσείουσα να καταβάλει νομιμοτόκως, ως αποζημίωση και εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, τα αναφερόμενα στην απόφαση αυτή ποσά για κάθε αναιρεσίβλητο.

Σύμφωνα με το άρθρο 249 εδ. α' ΚΠολΔ, "Αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται εν όλω ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν μπορεί να προσβληθεί". Από τη διατύπωση και το σκοπό της διάταξης αυτής, η οποία έχει θεσπισθεί προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, συνάγεται ότι η εφαρμογή της δεν είναι εκ προοιμίου ασυμβίβαστη με την αναιρετική δίκη. Διότι, παρά τη μη ειδική αναφορά της στο άρθρο 573 § 1 ΚΠολΔ, όπου γίνεται ενδεικτική μνεία μιας σειράς από διατάξεις του γενικού μέρους του ΚΠολΔ, που μπορούν να έχουν εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, δεν αποκλείεται, σε συγκεκριμένη περίπτωση, η διακριτική ευχέρεια, που παρέχεται από το άρθρο 249 ΚΠολΔ, να εξασφαλίζει την προσφορότερη λύση για την εξυπηρέτηση του ως άνω σκοπού. Αυτό συμβαίνει, προεχόντως, όταν κάποιο σοβαρό, νομικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από το οικείο αναιρετικό τμήμα, έχει παραπεμφθεί ήδη στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, όπου και εκκρεμεί, είτε διότι εμφανίζει γενικότερο ενδιαφέρον είτε διότι τούτο είναι αναγκαίο για την ενότητα της νομολογίας (άρθ. 563 § 2β ΚΠολΔ ,ΑΠ 1625/2023, ΑΠ 347/2021, ΑΠ 452/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο αυτού σκέλος, η αναιρεσείουσα, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα και κατά παραβίαση των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914, 932, 297, 298 και 342 ΑΚ, δέχθηκε ότι ή ίδια η επένδυση είναι η ζημία των αναιρεσιβλήτων, γιατί εισήλθε στην περιουσία τους άλλο πράγμα από αυτό, που επιθυμούσαν και ότι δεν υπήρξε διακοπή του αιτιώδους συνδέσμου λόγω της μεσολάβησης της ψήφισης του ειδικού νόμου στις 22.3.2013 και των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθέντων Διαταγμάτων της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου για τη θέση της αναιρεσείουσας σε εξυγίανση με ίδια μέσα, δυνάμει των οποίων τα ως άνω Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου(ΜΑΕΚ) αορίστου διάρκειας μετατράπηκαν υποχρεωτικά σε μετοχές Δ' τάξεως και στη συνέχεια σε συνήθεις μετοχές της τράπεζας, με ονομαστική αξία εκάστης 0,01 ευρώ, καθόσον το Εφετείο, για το ζημιογόνο γεγονός, τη ζημία των ως άνω αναιρεσίβλητων και τη μεταξύ αυτών σύνδεση, εσφαλμένα δέχθηκε ότι το επελθόν αποτέλεσμα της ζημίας δεν επηρεάστηκε ως προς την επέλευσή του από τον ως άνω, μεταγενέστερο, ειδικό νόμο της 22.3.2013 "περί Εξυγίανσης Τραπεζικών και Άλλων Ιδρυμάτων" και τα κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθέντα Διατάγματα του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, τα οποία αποτελούν γεγονότα αδιάφορα για το κρίσιμο ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας, ως μεταγενέστερα του χρόνου επέλευσης της ζημίας. Το Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου με την υπ'αριθ. 1133/2025 απόφασή του, ληφθείσα με πλειοψηφία μίας ψήφου (3 έναντι 2), επί όμοιας αιτήσεως αναιρέσεως της Τράπεζας Κύπρου, η οποία στρέφεται κατά φυσικών προσώπων, που είχαν αγοράσει από αυτήν τα ίδια ανωτέρω ομόλογα (Μ.Α.Ε.Κ.), έκρινε, όσον αφορά την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου, ως όρου της αδικοπραξίας, ήτοι σχετικά με το αν οι πράξεις ή οι παραλείψεις των προστηθέντων από την αναιρεσείουσα τράπεζα υπαλλήλων της ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανές και μπορούσαν αντικειμενικά να επιφέρουν κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, το συγκεκριμένο επιζήμιο αποτέλεσμα και εάν ο αιτιώδης αυτός σύνδεσμος πράγματι διακόπηκε από γεγονός εξωτερικό και όλως απρόβλεπτο ότι : "Το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε ότι η ζημιογόνος συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων της ήδη αναιρεσείουσας τράπεζας, συνισταμένη στην πλημμελή ενημέρωση των ήδη αναιρεσίβλητων ως προς τους επενδυτικούς κινδύνους, του οποίους αυτοί αναλάμβαναν, συνάπτοντας, κατά το μήνα Μάιο του έτους 2011, τις ένδικες επενδυτικές συμβάσεις, υπήρξε αναγκαίος όρος και συνδέεται αμέσως, κατά πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια, με την ένδικη ζημία των ήδη αναιρεσιβλήτων (εναγόντων), συνισταμένη, όπως από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, στην απώλεια του συνόλου σχεδόν της αξίας των επενδύσεών τους, συνεπεία υποχρεωτικής μετατροπής των επίμαχων μετατρέψιμων χρεογράφων (Μ.Α.Ε.Κ), αρχικά σε μετοχές της αναιρεσείουσας τράπεζας, ονομαστικής αξίας ισόποσης με αυτά και στη συνέχεια σε μετοχές της ονομαστικής αξίας ισουμένης με το ένα εκατοστό της αρχικής, που επιβλήθηκε, κατά τον Ιούλιο του 2013, στην ήδη αναιρεσείουσα τράπεζα, για την εξυγίανση και διάσωσή της, δυνάμει νόμου της Κυπριακής Δημοκρατίας και Διαταγμάτων της Κεντρικής της Τράπεζας, κατόπιν σχετικής Οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Τούτο δε διότι η προαναφερθείσα συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων της ήδη αναιρεσείουσας τράπεζας και η, κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, επελθούσα, ως συνέπεια αυτής (συμπεριφοράς), ως άνω ένδικη ζημία των ήδη αναιρεσιβλήτων (εναγόντων) δεν συνδέονται μεταξύ τους αμέσως κατά πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια. Συγκεκριμένα, η εν λόγω συμπεριφορά, εκδηλωθείσα κατά το Μάιο του έτους 2011, δεν ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή ούτε μπορούσε, αντικειμενικά και κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το συγκεκριμένο επιζήμιο αποτέλεσμα, χωρίς τη μεσολάβηση κατά τον Ιούλιο του 2013 της αναφερόμενης νομοθετικής παρέμβασης της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Κεντρικής της Τράπεζας. Τα τελευταία αποτελούν περιστατικά κείμενα εκτός της συνηθισμένης και κανονικής πορείας των πραγμάτων, ως γεγονότα εντελώς έκτακτα, εξαιρετικά, χωρίς ανάλογο προηγούμενο μέχρι τότε στην κυπριακή έννομη τάξη και ως εκ τούτου μη δυνάμενα να προβλεφθούν κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο της σύναψης των ένδικων επενδυτικών συμβάσεων (έτος 2011), από το μέσο, λογικό, ευσυνείδητο και επιμελή άνθρωπο. Με βάση τα παραπάνω είναι σαφές ότι καθοριστικής σημασίας στην παρούσα περίπτωση είναι το κριτήριο της προβλεψιμότητας της ως άνω ζημίας από τον προαναφερόμενο άνθρωπο με βάση τα δεδομένα που είχε υπόψη του κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης (αντικειμενική εκ των προτέρων πρόγνωση) και όχι εκ των υστέρων με βάση στοιχεία που εμφανίζονται μετά την επέλευση της ζημίας, όπως έγινε δεκτό από την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την ύπαρξη πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας. Επομένως, το Εφετείο με την προαναφερθείσα κρίση του παραβίασε ευθέως τους ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου κανόνες, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ως εκ τούτου είναι βάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του". Στη συνέχεια δε απεφάνθη ότι η απόφαση για το βάσιμο του πρώτου λόγου κατά το οικείο σκέλος του της από 20.4.2021 ένδικης ενώπιόν του αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πρέπει να παραπεμφθεί στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 563 στοιχ. β' ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 27 παρ. 2 εδ β' του Ν. 4938/2022 και να αναβληθεί η συζήτηση των λοιπών λόγων της ενώπιόν του κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ως προς τους οποίους το Τμήμα επιφυλάχθηκε. Επειδή εν προκειμένω, πέραν της ανωτέρω απόφασης, έχουν εκδοθεί αντίθετες μεταξύ τους αποφάσεις του Αρείου Πάγου αναφορικά με τα θεμελιώδους σημασίας ζητήματα της ύπαρξης ή μη πρόσφορης αιτιώδους συναφείας μεταξύ των πράξεων ή παραλείψεων των προστηθέντων από την αναιρεσείουσα τράπεζα υπαλλήλων της και της επελθούσας ζημίας των ιδιωτών επενδυτών καθώς και της διακοπής ή μη του αιτιώδους συνδέσμου από τη μεσολάβηση κατά τον Ιούλιο του 2013 της προαναφερόμενης νομοθετικής παρέμβασης της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Κεντρικής της Τράπεζας (ΑΠ 149/2024, ΑΠ 16/2024, ΑΠ 2061/2022,ΑΠ 1083/2022, ΑΠ 1183/2021-αντιθ. πλειοψ.ΑΠ 1512/2021, ΑΠ 1136/2020, ΑΠ 813/2019), ζητήματα για τα οποία πλέον καλείται να αποφανθεί η Πλήρης Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, κρίνεται ότι θα πρέπει, για την ενότητα της νομολογίας και προς αποφυγή περαιτέρω εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, να εφαρμοστεί η διάταξη του άρθ. 249 ΚΠολΔ, όσον αφορά τον πρώτο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο αυτού σκέλος και να αναβληθεί η πρόοδος της παρούσας δίκης για το λόγο αυτόν, μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, προς την οποία η τυχόν παραπομπή και της υπόθεσης αυτής θα επιβράδυνε ακόμη περισσότερο την εκδίκασή της.

Περαιτέρω, θα πρέπει να αναβληθεί η συζήτηση και των λοιπών λόγων αναίρεσης (1ου κατά το δεύτερο σκέλος, 2ου , κατά τα λοιπά , πλην του πρώτου, σκέλη, 3ου και 4ου ) , αφού αυτοί συνέχονται άμεσα με την κρίση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου σχετικά με την ύπαρξη ή όχι αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του ζημιογόνου γεγονός και της επελθούσας ζημίας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-Απορρίπτει τον δεύτερο κατά το πρώτο σκέλος λόγο της από 10-5-2022 αίτησης της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία ΛΙΜΙΤΕΔ", για την αναίρεση της υπ'αριθ. 3255/2020 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

-Αναβάλλει την έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης, εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, στην οποία έχει παραπεμφθεί όμοια υπόθεση με την υπ'αριθ. 1133/2025 απόφαση του Α1 Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου, σχετικά με τα, στο σκεπτικό της παρούσας αναφερθέντα, κρίσιμα για την ενότητα της νομολογίας ζητήματα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Σεπτεμβρίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή