ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1528/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1528/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1528/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1528 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1528/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Σ. του Ε., 2) Ε. Π. του Π. και 3) Π. Π. του Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Βρέλλο.

Της αναιρεσίβλητης: τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ" και το διακριτικό τίτλο "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ", που εδρεύει στη Λευκωσία της Κύπρου, και είναι νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα, νόμιμα εκπροσωπουμένης. Εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Φερφέλη, η οποία ανακάλεσε την από 21-02-2025 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 08-06-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 218/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 95/2021 του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17-02-2022 αίτησή τους και με τους από 23-10-2023 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 95/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, το οποίο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, κατά της υπ' αριθ. 218/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων και αφού εξαφάνισε την απόφαση αυτή, ακολούθως απέρριψε την από 8-6-2015 αγωγή των αναιρεσειόντων, κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της αναιρεσίβλητης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553. 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ. ) και συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Παραδεκτά επίσης ασκήθηκαν και οι από 23-10-2023 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στην γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 23-10-2023 και επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 24-10-2023 (βλ. την ...-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Μ. Γ.), δηλαδή 30 πλήρεις ημέρες πριν την ημερομηνία συζήτησης της αίτησης αναίρεσης στις 24-2-2025, αφού αφορά στα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης, που πλήττονται και με την αναίρεση (άρθρο 569 Κ. Πολ. Δ.). Επομένως η αναίρεση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει να εξετασθούν για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 Κ. Πολ. Δ.).

Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια (γενεσιουργό λόγο ευθύνης), επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα, ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, και μπορεί η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική, ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων. Η παράλειψη ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει, είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστης, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ 149/2024, ΑΠ 2061/2022, ΑΠ 1185/2021, ΑΠ 342/2021).

Είναι δυνατό μια ζημιογόνα ενέργεια, πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται μία σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία. Τούτο συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή καθ` εαυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό καθήκον, που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κανένας υπαίτια ζημία σε άλλον ((ΑΠ 149/2024, ΑΠ 2061/2022, ΑΠ 459/2021, ΑΠ 342/2021). Ειδικότερες μορφές της υποχρέωσης πρόνοιας, ασφάλειας και προστασίας των αγαθών των άλλων, η οποία θεμελιώνει το στοιχείο του παράνομου, κατά τα ανωτέρω, αποτελούν και οι υποχρεώσεις διαφώτισης/ενημέρωσης και συμβουλευτικής καθοδήγησης/προειδοποίησης του πελάτη εκ μέρους της Τράπεζας, οι οποίες στηρίζονται στη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ Τράπεζας - πελάτη. Η εκ μέρους της Τράπεζας παράλειψη εκπλήρωσης των ως άνω υποχρεώσεων θεμελιώνει αδικοπρακτική της ευθύνη, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις αυτής (ευθύνης), ήτοι η υπαιτιότητα και η επέλευση ζημίας αιτιωδώς συνδεόμενη με την παράνομη συμπεριφορά της Τράπεζας, με την έννοια ότι η παράβαση των απορρεουσών από την καλή πίστη, υποχρεώσεων της Τράπεζας αποτελεί όρο, κατ' αντικειμενική πρόγνωση, πρόσφορο να οδηγήσει στο αποτέλεσμα της ζημίας. Με την έννοια αυτή, οι συγκεκριμένες συναλλακτικές υποχρεώσεις παραβιάζονται, μεταξύ άλλων, και στις περιπτώσεις που παραλείπεται η παροχή όσων πληροφοριών είναι απαραίτητες στον συγκεκριμένο αποδέκτη των επενδυτικών υπηρεσιών, προκειμένου αυτός, να είναι σε θέση να αντιληφθεί την μορφή της προτεινόμενης σε αυτόν τοποθέτησης των κεφαλαίων του και κυρίως να κατανοήσει όσους κινδύνους συνδέονται με τη ζημιογόνο για τον ίδιο εξέλιξη αυτής, ώστε, έχοντας ενημερωθεί σχετικώς, να αξιολογήσει ακολούθως ιδίως τις επιβλαβείς συνέπειες της συγκεκριμένης επενδυτικής επιλογής και ο ίδιος να αποφασίσει εάν θα την επιχειρήσει, παρέχοντας την σχετική εντολή στην αντισυμβαλλόμενη αυτού Τράπεζα(ΑΠ 2061/2022). Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν ή πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστερών. Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε κυριαρχικώς, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα τής κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο τής ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Αντιθέτως, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ή δεν υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (Ολ ΑΠ 2/2019, ΑΠ 149/2024, ΑΠ 2061/2022, ΑΠ 354/2022, ΑΠ 1182/2021). Από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 147-149 ΑΚ και 386 ΠΚ, προκύπτει ότι γενεσιουργό λόγο υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο, προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον, την εσφαλμένη αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενομένη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε (ΑΠ 149/2024, ΑΠ 2061/2022, ΑΠ 342/2021, ΑΠ 914/2021).

Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 386 ΠΚ, ερμηνευομένης ενόψει και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικα, δόλος συντρέχει όχι μόνον όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση της ζημίας αυτής, αλλά και όταν την γνωρίζει ως ενδεχόμενη και αποδέχεται τη δυνατότητα πρόκλησης της ίδιας ζημίας είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του.

Κατά την έννοια του άρθρου 147 ΑΚ, απάτη αποτελεί κάθε συμπεριφορά από πρόθεση που τείνει να παραγάγει, ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση με σκοπό να οδηγηθεί κάποιος σε δήλωση βούλησης, συνίσταται δε η απατηλή συμπεριφορά είτε σε παράσταση ανύπαρκτων γεγονότων ως υπαρκτών, κατά παράβαση του καθήκοντος αλήθειας, είτε στην απόκρυψη ή αποσιώπηση η ατελή ανακοίνωση υπαρκτών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη σ` αυτόν που τα αγνοούσε επιβαλλόταν από το καθήκον διαφώτισής του με βάση την καλή πίστη ή την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ αυτού και εκείνου προς τον οποίο απηύθυνε τη δήλωσή του. Σε κάθε περίπτωση δεν ενδιαφέρει το είδος της πλάνης που δημιουργήθηκε από την απάτη, δηλαδή αν αυτή είναι ή δεν είναι συγγνωστή, ουσιώδης ή επουσιώδης, καθώς και αν αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά αίτια της βούλησης, αρκεί η πλάνη να υφίσταται κατά το χρόνο που δηλώνεται η βούληση (ΑΠ 149/2024, ΑΠ 832/2022, ΑΠ 914/2021,ΑΠ 1269/2017).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλο σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Η εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως προϋποθέτει: α) σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει όταν, στο πλαίσιο υφιστάμενης μεταξύ δύο προσώπων (φυσικών ή νομικών) δικαιοπρακτικής ή οποιασδήποτε άλλης βιοτικής σχέσης, διαρκούς ή ευκαιριακής, το ένα από τα πρόσωπα αυτά (προστήσας) αναθέτει στο άλλο (προστηθέντα), με ή χωρίς αμοιβή, την εκτέλεση ορισμένης υπηρεσίας, υλικής ή νομικής φύσης, η οποία αποβλέπει στη διεκπεραίωση υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών, κοινωνικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου και κατά τη οποία ο δεύτερος υπόκειται στον έλεγχο ή έστω στις γενικές οδηγίες και εντολές ή μόνο στην επίβλεψη του πρώτου.
Συνεπώς, για να υπάρχει σχέση πρόστησης, αρκεί να υπάρχει εξάρτηση, έστω και χαλαρή, ανάμεσα στον προστήσαντα και στον προστηθέντα, ώστε ο πρώτος να μπορεί να δίνει στον δεύτερο εντολές ή οδηγίες και να τον ελέγχει ή επιβλέπει κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του ανέθεσε (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 2030/2022, ΑΠ 1100/2022, ΑΠ 47/2020, Α.Π. 797/2014).

Πάντως, όταν η εκτέλεση μιας υπηρεσίας έχει ανατεθεί σε πρόσωπα με εξειδικευμένες επιστημονικές ή τεχνικές γνώσεις, ο άνω έλεγχος δεν είναι απαραίτητο να εκτείνεται στον τρόπο εκτελέσεως της υπηρεσίας, αλλά μπορεί και αρκεί να αφορά στην παροχή οδηγιών, έστω και γενικού περιεχομένου, ως προς το ανωτέρω ζήτημα, β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 Α.Κ. και γ) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας, που του έχει ανατεθεί ή επ` ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 127/2023, ΑΠ 221/2022). Η νομική σχέση που συνδέει τον προστήσαντα με τον προστηθέντα είναι αδιάφορη και αρκεί το γεγονός, ότι ο τελευταίος, όταν αδικοπρακτούσε, τελούσε υπό τις οδηγίες και εντολές του προστήσαντος, ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων του, χωρίς να είναι απαραίτητη και η διαρκής επίβλεψή του, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση πάντως ότι ο προστηθείς ενεργούσε προς διεκπεραίωση υποθέσεως και γενικά προς εξυπηρέτηση συμφερόντων του προστήσαντος (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 290/2011).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ,που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.

Συνεπώς ο λόγος αυτός προϋποθέτει την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και όχι την απόρριψη ισχυρισμού ως μη νόμιμου, αόριστου, απαράδεκτου ή για οποιοδήποτε άλλο τυπικό λόγο (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 988/2021). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ,είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων ,που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Κρήτης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία(ήδη αναιρεσίβλητη), που εδρεύει στη Λευκωσία της Κύπρου και είναι νομίμως εγκατεστημένη στην Ελλάδα, διατηρούσε κατά τον κατωτέρω, αναφερόμενο στο σκεπτικό, κρίσιμο χρόνο, σημαντικό αριθμό υποκαταστημάτων στην Ελλάδα, μεταξύ άλλων και στην πόλη των Χανίων, διενεργώντας ευρύ φάσμα τραπεζικών και εν γένει χρηματοοικονομικών εργασιών. Με σκοπό την ενίσχυση της κεφαλαιακής επάρκειας της εκκαλούσας, το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής, με την από 25.2.2009 ανακοίνωσή του γνωστοποίησε ότι αποφάσισε να προτείνει στη Γενική Συνέλευσή της την έκδοση ενός νέου επενδυτικού προϊόντος, των "Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου" ("Μ.Α.Κ."), μέχρι του ποσού των 645.000.000 €. Πράγματι, στις 30.4.2009 η εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία, με ανακοίνωσή της προς το επενδυτικό κοινό, γνωστοποίησε ότι η Κεντρική Τράπεζα Κύπρου ενέκρινε το από 30.4.2009 Ενημερωτικό Δελτίο με τον τίτλο "ΔΗΜΟΣΙΑ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΓΙΑ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗ ΣΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΑΞΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΜΕΧΡΙ 645.3227.822 ΜΕΤΑΤΡΕΨΙΜΩΝ ΑΞΙΟΓΡΑΦΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗΣ ΑΞΙΑΣ 1,00 € ΤΟ ΚΑΘΕΝΑ". Όσον αφορά τους βασικούς όρους έκδοσης του εν λόγω επενδυτικού προϊόντος στο Τμήμα I (Περιληπτικό Σημείωμα) του ως άνω Ενημερωτικού Δελτίου αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακολούθα:...(Ακολουθεί η αναλυτική παράθεση των όρων έκδοσης των Μ.Α.Κ. σύμφωνα με τους κυριότερους των οποίων αυτά είναι αξιόγραφα αορίστου διάρκειας χωρίς ημερομηνία λήξης, η Τράπεζα δεν έχει καμία υποχρέωση εξαγοράς ή αγοράς τους σε οποιοδήποτε χρονικό διάστημα, αυτά αποδίδουν σταθερό ετήσιο επιτόκιο 5,50% για τις πρώτες δέκα Περιόδους Τόκου μέχρι τις 30 Ιουνίου 2014 και μετέπειτα κυμαινόμενο επιτόκιο ίσο με το εκάστοτε Euribor 6 μηνών που θα ισχύει στην αρχή κάθε Περιόδου Τόκου πλέον 3,00% αλλά η Τράπεζα μπορεί κατά τη διακριτική της ευχέρεια να ακυρώσει οποιαδήποτε πληρωμή τόκου, αποτελούν άμεσες, μη εξασφαλισμένες και ελάσσονος διαβάθμισης (subordinated) υποχρεώσεις της Τράπεζας και κατατάσσονται σε ίση μοίρα (rank pari passu) μεταξύ τους, δύνανται κατ' επιλογή του κατόχου τους να μετατραπούν σε συνήθεις μετοχές της Τράπεζας, μπορούν, κατ' επιλογή της Τράπεζας, να εξαγοραστούν στο σύνολό τους, στην ονομαστική τους αξία μαζί με οποιουσδήποτε δεδουλευμένους τόκους στις 30 Ιουνίου 2014 ή σε οποιαδήποτε ημερομηνία πληρωμής τόκου, που έπεται, υπόκεινται σε σειρά κινδύνων, που αναφέρονται στο Ενημερωτικό Δελτίο, και οι δυνητικοί επενδυτές θα πρέπει να εξετάσουν προσεκτικά τους κινδύνους αυτούς πριν επενδύσουν στα Μ.Α.Κ.) Ακολούθως, με σκοπό την περαιτέρω ενίσχυση και διατήρηση σε υψηλά επίπεδα της κεφαλαιακής επάρκειας της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής, με την από 28.2.2011 ανακοίνωσή του, γνωστοποίησε ότι αποφάσισε να προτείνει στη Γενική Συνέλευση αυτής, την έκδοση ενός νέου επενδυτικού προϊόντος, των "Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου" (εφεξής χάριν συντομίας Μ.Α.Ε.Κ.), μέχρι του ποσού του 1.342.000.000 €. Πράγματι, στις 6.4.2011, η εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία με ανακοίνωσή της προς το επενδυτικό κοινό γνωστοποίησε ότι η Κεντρική Τράπεζα Κύπρου ενέκρινε το από 5.4.2011 Ενημερωτικό Δελτίο "ΔΗΜΟΣΙΑ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΓΙΑ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗ ΣΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΑΞΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΜΕΧΡΙ 1.342.422.297 ΜΕΤΑΤΡΕΨΙΜΩΝ ΑΞΙΟΓΡΑΦΩΝ ΕΝΙΣΧΥΜΕΝΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗΣ ΑΞΙΑΣ € 1,00 ΤΟ ΚΑΘΕΝΑ". Όσον αφορά τους βασικούς όρους έκδοσης του ως άνω επενδυτικού προϊόντος, στο Τμήμα I (Περιληπτικό Σημείωμα) του ως άνω Ενημερωτικού Δελτίου αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακολούθα: "Προσφερόμενες αξίες: Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου αορίστου διάρκειας. Ύψος έκδοσης: Μέχρι € 1.342.422.297. Ονομαστική αξία: € 1,00 (στο άρτιο). Τιμή έκδοσης: Στο άρτιο σε αξίες του € 1. Τρόπος καταβολής αντιπαροχής: Οι Δικαιούχοι αλλά και οι λοιποί αιτητές δύνανται να εγγραφούν στην έκδοση των Μ.Α.Ε.Κ. καταβάλλοντας το αντίστοιχο ποσό της απαιτούμενης αντιπαροχής είτε σε μετρητά είτε με την καταβολή για ανταλλαγή άλλων υφισταμένων αξιών της Τράπεζας αντίστοιχης ονομαστικής αξίας και συγκεκριμένα (ί) Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/18, (ii) Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου και (iii Αξιογράφων Κεφαλαίου 12/2007 ("Επιλέξιμες για Ανταλλαγή Αξίες"). Καθεστώς εξασφάλισης και Προτεραιότητα Κατάταξης: Τα Μ.Α.Ε.Κ αποτελούν άμεσες, μη εξασφαλισμένες, ελάσσονος διαβάθμισης (subordinated) υποχρεώσεις της Τράπεζας και κατατάσσονται σε ίση μοίρα (rank pari passu) μεταξύ τους. Οι αξιώσεις των κατόχων Μ.Α.Ε.Κ. σε περίπτωση διάλυσης όπου η Τράπεζα παραμένει φερέγγυα (solvent) θα περιορίζονται στην ονομαστική αξία των Μ.Α.Ε.Κ. και των δεδουλευμένων τόκων, αλλά μη συμπεριλαμβανομένων οποιωνδήποτε ακυρωθέντων τόκων. Σε περίπτωση οποιασδήποτε πληρωμής που δεν καταβάλλεται σε σχέση με τα Μ.Α.Ε.Κ., η Τράπεζα δεν θα θεωρείται ότι περιήλθε σε γεγονός αθέτησης υποχρέωσης και οι κάτοχοι των Μ.Α.Ε.Κ. δεν θα έχουν δικαίωμα υποβολής αίτησης για εκκαθάριση ή διάλυση της Τράπεζας. Διάρκεια: Τα Μ.Α.Ε.Κ. είναι αξίες αόριστης διάρκειας χωρίς ημερομηνία λήξης. Επιτόκιο σε Ευρώ: Τα Μ.Α.Ε.Κ. θα φέρουν σταθερό ετήσιο επιτόκιο 6,50% για τις πρώτες δέκα Περιόδους Τόκου μέχρι τις 30 Ιουνίου 2016 και μετέπειτα κυμαινόμενο επιτόκιο ίσο με το εκάστοτε Euribor 6 μηνών που θα ισχύει στην αρχή κάθε Περιόδου Τόκου πλέον 3,00%. Επιτόκιο σε Δολάριο: Τα Μ.Α.Ε.Κ. θα φέρουν σταθερό ετήσιο επιτόκιο 6,00% για τις πρώτες δέκα Περιόδους Τόκου μέχρι τις 30 Ιουνίου 2016 και μετέπειτα κυμαινόμενο επιτόκιο ίσο με το εκάστοτε Libor 6 μηνών που θα ισχύει στην αρχή κάθε Περιόδου Τόκου πλέον 3,00%. Πληρωμή Τόκου: Ο τόκος είναι πληρωτέος σε εξαμηνιαία βάση στο τέλος κάθε περιόδου Πληρωμής Τόκου σύμφωνα με τους Όρους έκδοσης των Μ.Α.Ε.Κ.. Ως ημερομηνίες Πληρωμής Τόκων ορίζονται η 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους. Η Πρώτη Πληρωμή Τόκου θα είναι στις 31 Δεκεμβρίου 2011 και θα καλύπτει την περίοδο από την Ημερομηνία Έκδοσης μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2011. Κάθε Μετατρέψιμο Αξιόγραφο Ενισχυμένου Κεφαλαίου θα παύει να φέρει τόκο από την ημερομηνία εξαγοράς/αγοράς/μετατροπής. Δικαίωμα Μετατροπής: Τα Μ.Α.Ε.Κ. δύνανται, κατ' επιλογή του κατόχου τους, να μετατραπούν σε Συνήθεις Μετοχές της Τράπεζας κατά τις Περιόδους Μετατροπής στην Τιμή Μετατροπής. Τιμή Μετατροπής: € 3,30 ανά συνήθη μετοχή της Τράπεζας ονομαστικής αξίας € 1,00 (και θα υπόκειται στις συνήθεις αναπροσαρμογές για εταιρικές πράξεις). Εξαγορά (Redemption): Τα Μ.Α.Ε.Κ. μπορούν, κατ' επιλογή της Τράπεζας, να εξαγοραστούν στο σύνολό τους, στην ονομαστική τους αξία μαζί με οποιουσδήποτε δεδουλευμένους τόκους στις 30 Ιουνίου 2016 ή σε οποιαδήποτε ημερομηνία πληρωμής τόκου που έπεται, κατόπιν έγκρισης της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και υπό την προϋπόθεση ότι θα αντικατασταθούν με Πρωτοβάθμιο Κεφάλαιο ίσης ή ψηλότερης διαβάθμισης. Προαιρετική Επιλογή Ακύρωσης Πληρωμής Τόκων: Η Τράπεζα μπορεί κατά την κρίση της καθ' οιονδήποτε χρόνο, λαμβάνοντας υπόψη τη φερεγγυότητα καθώς και την οικονομική της κατάσταση, να επιλέξει να ακυρώσει την Πληρωμή Τόκου σε μη σωρευτική βάση στα πλαίσια των "Περιορισμών Μερίσματος και Κεφαλαίου" που αναφέρονται πιο κάτω. Οποιαδήποτε ακυρωθείσα πληρωμή τόκου δεν θα οφείλεται και δεν θα καθίσταται πληρωτέα από την Τράπεζα. Σε περίπτωση Ακύρωσης Πληρωμής Τόκου, η Τράπεζα δεν θα θεωρείται ότι περιήλθε σε γεγονός αθέτησης υποχρέωσης και οι κάτοχοι των Μ.Α.Ε.Κ. δεν θα έχουν δικαίωμα υποβολής αίτησης για εκκαθάριση ή πτώχευση της Τράπεζας. Υποχρεωτική Ακύρωση Πληρωμής Τόκων: Σε περίπτωση που η Τράπεζα δεν τηρεί τις ελάχιστες απαιτήσεις της φερεγγυότητας όπως ορίζονται από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και δεν διαθέτει τα απαιτούμενα Διανεμητέα Στοιχεία τότε η Τράπεζα υποχρεωτικά θα ακυρώσει την πληρωμή Τόκων στα Μ.Α.Ε.Κ.. Η Κεντρική Τράπεζα δυνατόν να απαιτήσει, κατά τη διακριτική της ευχέρεια, την ακύρωση Πληρωμής Τόκων, στη βάση αξιολόγησης της φερεγγυότητας και της οικονομικής κατάστασης της Τράπεζας τα επόμενα τρία χρόνια. Διανεμητέα Στοιχεία κατά την οποιαδήποτε Ημερομηνία Πληρωμής Τόκου σημαίνει, το καθαρό κέρδος του Συγκροτήματος για το έτος που προηγείται τέτοιας Ημερομηνίας Πληρωμής Τόκου μαζί με οποιαδήποτε καθαρά κέρδη και Αδιανέμητα Κέρδη (retained earnings) που μεταφέρονται από προηγούμενα έτη και οποιεσδήποτε καθαρές μεταφορές από οποιουσδήποτε λογαριασμούς αποθεματικών σε κάθε περίπτωση οι οποίοι είναι διαθέσιμοι για διανομή στους μετόχους της Τράπεζας. Συνεπακόλουθοι Περιορισμοί Μερίσματος και Κεφαλαίου: Αν η Τράπεζα ακυρώσει την πληρωμή τόκων για οποιονδήποτε λόγο, στα πλαίσια της Προαιρετικής Επιλογής Ακύρωσης Πληρωμής Τόκων ή της Υποχρεωτικής Ακύρωσης Πληρωμής Τόκων όπως περιγράφεται πιο πάνω, τότε δεν θα επιτρέπεται η πληρωμή μερίσματος ή οποιαδήποτε άλλη καταβολή (και εξαγορά ή αγορά) πάνω στις συνήθεις μετοχές ή σε άλλες αξίες της Τράπεζας που θα λογίζονται ως πρωτοβάθμιο κεφάλαιο από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, εκτός και εάν και μέχρις ότου η Τράπεζα προβεί στην επόμενη Πληρωμή Τόκου και με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που προβλέπονται στο Τμήμα II Μέρος Β Όρος 5 (γ). Υποχρεωτική Μετατροπή: Σε περίπτωση που επισυμβεί οποιοδήποτε Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου ή Γεγονός Βιωσιμότητας, τα Μ.Α.Ε.Κ. υποχρεωτικά θα μετατρέπονται σε Συνήθεις Μετοχές, στην Τιμή Υποχρεωτικής Μετατροπής ως ο σχετικός ορισμός πιο κάτω. Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου (Contingency Event): Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου θα θεωρείται ότι έχει επισυμβεί όταν η Τράπεζα δώσει σχετική ειδοποίηση είτε (i) ότι πριν από την ημερομηνία εφαρμογής της Βασιλείας III ως αυτή θα υιοθετηθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση το ύψος των Βασικών Πρωτοβαθμίων Κεφαλαίων της Core Tier I Ratio είναι χαμηλότερο του 5%, ή κατά ή μετά την ημερομηνία εφαρμογής της Βασιλείας III ως αυτή θα υιοθετηθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση το ύψος των Κοινών Πρωτοβαθμίων Κεφαλαίων - Common Equity Tier I Ratio είναι χαμηλότερο από το ελάχιστο ποσοστό που θα καθοριστεί, ή (ii) όταν η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου καθορίσει ότι η Τράπεζα βρίσκεται σε μη συμμόρφωση, με τα απαιτούμενα κανονιστικά όρια του Δείκτη Κεφαλαιακής Επάρκειας ως καθορίζονται στους σχετικούς Εφαρμοστέους Τραπεζικούς Κανονισμούς. Σε κάθε περίπτωση θα πραγματοποιηθεί η Υποχρεωτική Μετατροπή των Μ.Α.Ε.Κ. σε Συνήθεις Μετοχές συνεπεία του Γεγονότος Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου. Η Τράπεζα, κατά την αξιολόγηση της φερεγγυότητας καθώς και της οικονομικής της θέσης μπορεί να κρίνει, σε συνεννόηση με την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, ή η Κεντρική Τράπεζα μπορεί να απαιτήσει, κατά τη διακριτική της ευχέρεια, ότι πιθανόν η Τράπεζα να παύσει στο άμεσο μέλλον να ικανοποιεί τα ελάχιστα αποδεκτά όρια του δείκτη Βασικών Πρωτοβαθμίων Κεφαλαίων, του δείκτη Κοινών Πρωτοβαθμίων Κεφαλαίων ή του Δείκτη Κεφαλαιακής Επάρκειας, ανάλογα με την περίπτωση, και για αυτό το λόγο θα θεωρηθεί ότι Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου έχει επισυμβεί. Γεγονός Βιωσιμότητας (Viability Event): Γεγονός Βιωσιμότητας ορίζεται οποτεδήποτε (i) η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου κρίνει ότι η υποχρεωτική μετατροπή των Μ.Α.Ε.Κ. και άλλων αξιών, που με βάση τους όρους τους δυνατόν να μετατραπούν σε συνήθεις μετοχές σε Γεγονός Βιωσιμότητας, είναι αναγκαία για βελτίωση της κεφαλαιακής επάρκειας της Τράπεζας και θα συμβάλει στη διατήρηση της φερεγγυότητας της Τράπεζας και/ή (i) η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου κρίνει ότι η Τράπεζα θα χρειαστεί έκτακτη κρατική βοήθεια για (α) τη διατήρηση της φερεγγυότητάς της ή (β) αποφυγή του ενδεχομένου πτώχευσης της ή (γ) δεν είναι σε θέση να αποπληρώσει σημαντικό μέρος των υποχρεώσεών της ή (iii) σε άλλες παρόμοιες καταστάσεις. Τιμή Υποχρεωτικής Μετατροπής: Τα Μ.Α.Ε.Κ. θα μετατραπούν υποχρεωτικά σε τέτοιο αριθμό Συνήθων Μετοχών που θα καθορίζεται διαιρώντας την ονομαστική αξία των Μ.Α.Ε.Κ. με το ψηλότερο της Κατώτατης Τιμής (Floor Price) και της ισχύουσας Τιμής Υποχρεωτικής Μετατροπής κατά τη σχετική Ημερομηνία Υποχρεωτικής Μετατροπής. Τιμή Υποχρεωτικής Μετατροπής σε οποιαδήποτε στιγμή σε Συνήθεις Μετοχές της Εταιρίας είναι εισηγμένες προς διαπραγμάτευση σε αναγνωρισμένο χρηματιστήριο ορίζεται το χαμηλότερο από (i) την ανώτατη τιμή των € 3,30 (και οποιεσδήποτε μετέπειτα τυχόν συνήθεις αναπροσαρμογές για εταιρικές πράξεις), και (ii) το 80% της μεσοσταθμικής τιμής διαπραγμάτευσης της μετοχής των πέντε εργάσιμων ημερών που προηγούνται της Ειδοποίησης για Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου ή Γεγονός Βιωσιμότητας. Κατώτατη Τιμή (Floor Price) ορίζεται η ονομαστική αξία ανά Συνήθη Μετοχή (που κατά την ημερομηνία έκδοσης είναι € 1). Παράγοντες κινδύνου: Η δυνατότητα της Τράπεζας να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της ως πηγάζουν από τα Μ.Α.Ε.Κ. υπόκειται σε σειρά κινδύνων. Οι Παράγοντες κινδύνου περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, κίνδυνους ρευστότητας, κίνδυνους αγοράς, ως επίσης και πιστωτικούς, λειτουργικούς, ρυθμιστικούς και νομικούς κινδύνους. Επιπρόσθετα, υπάρχουν κίνδυνοι οι οποίοι είναι ουσιώδεις στην αξιολόγηση των κινδύνων σε σχέση με τα Μ.Α.Ε.Κ.. Οι κίνδυνοι αυτοί περιλαμβάνουν, αλλά δεν περιορίζονται, το γεγονός ότι τα Μ.Α.Ε.Κ. δυνατόν να μην είναι κατάλληλη επένδυση για όλους τους επενδυτές καθώς και συγκεκριμένοι κίνδυνοι που αφορούν τους όρους έκδοσής τους, περιλαμβανομένων της υποχρεωτικής μετατροπής σε μετοχές έπειτα από Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου και Γεγονός Βιωσιμότητας αλλά και άλλους κινδύνους αγοράς, ως περιγράφονται με μεγαλύτερη λεπτομέρεια στο Τμήμα II, Μέρος Α του παρόντος Ενημερωτικού Δελτίου. Προορισμός Προϊόντος Έκδοσης: Το καθαρό προϊόν από την έκδοση των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου θα ενισχύσει την Τράπεζα με επιπρόσθετο πρωτοβάθμιο κεφάλαιο βοηθώντας στη διατήρηση ισχυρών και ανταγωνιστικών δεικτών κεφαλαιακής επάρκειας. Εισαγωγή και Διαπραγμάτευση: Τα Μ.Α.Ε.Κ. θα εισαχθούν και θα διαπραγματεύονται στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και στο Χρηματιστήριο Αθηνών, εφόσον ληφθούν οι σχετικές εγκρίσεις από τις αρμόδιες αρχές". Στο Μέρος Α' του Τμήματος II του εν λόγω Ενημερωτικού Δελτίου αναφέρεται σχετικά με τους κινδύνους της επένδυσης ότι "Η επένδυση στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου και σε μετοχές της Τράπεζας Κύπρου υπόκειται σε μια σειρά κινδύνων. Μαζί με τις λοιπές πληροφορίες που περιέχονται η ενσωματώνονται μέσω παραπομπής στο παρόν Ενημερωτικό Δελτίο, οι δυνητικοί επενδυτές θα πρέπει να εξετάσουν προσεκτικά τους κινδύνους που περιγράφονται στο παρόν Ενημερωτικό Δελτίο, πριν επενδύσουν στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου που περιλαμβάνουν την επιλογή ή/και υποχρεωτική μετατροπή τους σε μετοχές και ως εκ τούτου σε μετοχές της Εταιρίας. Εάν επέλθει οποιοδήποτε από τα γεγονότα που περιγράφονται παρακάτω, το Συγκρότημα, η χρηματοοικονομική θέση του ή τα αποτελέσματα της λειτουργίας του ενδέχεται να επηρεαστούν δυσμενώς και ουσιωδώς και, ανάλογα, μπορεί να σημειωθεί πτώση στην αξία και την τιμή πώλησης των μετοχών της Εταιρίας, οδηγώντας σε απώλεια του συνόλου ή μέρους οποιοσδήποτε επένδυσης σε αυτές. Επιπρόσθετα, οι κίνδυνοι και οι αβεβαιότητες που περιγράφονται παρακάτω μπορεί να μην είναι οι μόνοι που ενδεχομένως να αντιμετωπίσει το Συγκρότημα. Πρόσθετοι κίνδυνοι και αβεβαιότητες που επί του παρόντος δεν είναι γνωστοί ή που δεν θεωρούνται ουσιώδεις, μπορεί να επιδράσουν δυσμενώς τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του Συγκροτήματος". Ακολούθως περιγράφονται οι, σχετιζόμενοι με τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του Συγκροτήματος της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, κίνδυνοι (κίνδυνος από τις επικρατούσες στην Κύπρο και στο εξωτερικό οικονομικές συνθήκες, κίνδυνος από τις διακυμάνσεις της αγοράς, κίνδυνος επιτοκίων, κίνδυνος από τις μεταβολές στις τρέχουσες τιμές μετοχών και άλλων αξιών, συναλλαγματικός κίνδυνος, κίνδυνος σχετικώς με τους δανειζομένους και την πιστωτική ικανότητα των αντισυμβαλλομένων της Τράπεζας, κίνδυνος μεταβολών των συνθηκών της αγοράς, με συνέπεια αρνητικές αναπροσαρμογές στην εύλογη αξία των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων του Συγκροτήματος, κίνδυνος ρευστότητας, κίνδυνος μη ικανοποιητικής κεφαλαιακής επάρκειας, για κάλυψη των ελάχιστων εποπτικών απαιτήσεων, εποπτικός κίνδυνος, κίνδυνος αστοχίας ή αποτυχίας των εσωτερικών διαδικασιών και λειτουργιών του Συγκροτήματος, κίνδυνος σχετιζόμενος με τις δραστηριότητες του Συγκροτήματος στην Ελλάδα, κίνδυνος σχετιζόμενος με τις δραστηριότητες του Συγκροτήματος στη Ρωσία, κίνδυνος σχετικός με τις πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις στην Κύπρο, κίνδυνος μεταβολής του σχετικού ρυθμιστικού ή νομικού πλαισίου, νομικός κίνδυνος, φορολογικός κίνδυνος, κίνδυνος εκθέσεως σε ιδιαιτέρως ανταγωνιστικό περιβάλλον, κίνδυνος απώλειας ανωτέρων διευθυντικών στελεχών και άλλου προσωπικού, ασφαλιστικός κίνδυνος, κίνδυνος διακοπής ή παραβιάσεως των συστημάτων πληροφορικής του Συγκροτήματος, κίνδυνος γενέσεως προσθέτων υποχρεώσεων, για ωφελήματα αφυπηρετήσεως προσωπικού). Περαιτέρω, όσον αφορά στους κινδύνους, οι οποίοι σχετίζονται με την εν λόγω έκδοση Μ.Α.Ε.Κ., ρητώς αναφέρεται (υπό τον τίτλο "Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου αποτελούν μια νέα μορφή επένδυσης και δυνατόν να μην είναι κατάλληλα για όλους τους επενδυτές") ότι "Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου αποτελούν μια νέα μορφή επένδυσης και δυνατόν να μην είναι κατάλληλα για όλους τους επενδυτές. Κατά συνέπεια, μια επένδυση στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου και τις μετοχές της Τράπεζας (στις οποίες είναι μετατρέψιμα) εμπεριέχει αυξανόμενους και εσωτερικούς κινδύνους. Κάθε πιθανός επενδυτής στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου πρέπει να καθορίσει την καταλληλότητα μιας τέτοιας επένδυσης λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις του. Συγκεκριμένα κάθε πιθανός επενδυτής πρέπει: i. να κατέχει τις κατάλληλες γνώσεις έτσι ώστε να είναι σε θέση να αξιολογήσει τα οφέλη και τους κινδύνους μιας επένδυσης στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου όπως και των πληροφοριών που περιλαμβάνονται ή ενσωματώνονται στο παρόν Ενημερωτικό Δελτίο, ii. να έχει πρόσβαση, τις κατάλληλες γνώσεις και τα κατάλληλα αναλυτικά εργαλεία έτσι ώστε να είναι σε θέση να αξιολογήσει, στα πλαίσια της δικής του οικονομικής κατάστασης, μια πιθανή επένδυση στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου και τον αντίκτυπο στο γενικό του επενδυτικό χαρτοφυλάκιο που δυνατό να έχει η επένδυσή του στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου, iii. να έχει ικανοποιητικούς οικονομικούς πόρους και ρευστότητα για να αναλάβει τους κινδύνους επένδυσης στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου συμπεριλαμβανομένων των κινδύνων σε περίπτωση που το νόμισμα για την αποπληρωμή του κεφαλαίου ή των τόκων είναι διαφορετικό από το νόμισμα του επενδυτή, iν. να κατανοήσει με λεπτομέρεια τους όρους έκδοσης των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου και ιδιαίτερα αλλά όχι μόνο τους όρους που αφορούν την Ακύρωση Τόκου, την Αναγκαστική Μετατροπή σε μετοχές, το Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου και το Γεγονός Βιωσιμότητας και να κατανοεί τη λειτουργία των σχετικών με την έκδοση κεφαλαιαγορών όπως και την πιθανότητα να υπάρξει Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου και Γεγονός Βιωσιμότητας, ν. να αναγνωρίσει ότι υπάρχει περίπτωση να μην καταφέρει να πωλήσει ή να μεταφέρει τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου για σημαντικό χρονικό διάστημα ή και καθόλου, νi. να είναι σε θέση να αξιολογήσει (είτε μόνος είτε με τη βοήθεια ενός οικονομικού συμβούλου) τα πιθανά σενάρια όσον αφορά την οικονομία, το επιτόκιο και άλλους παράγοντες που μπορούν να έχουν επιπτώσεις στην επένδυσή του, τη μετατροπή των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου σε μετοχές, και τη δυνατότητά του να αναλάβει τους κινδύνους που απορρέουν. Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου είναι νέα χρηματοοικονομικά μέσα. Ένας πιθανός επενδυτής δεν πρέπει να επενδύσει στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου, εκτός αν κατέχει την γνώση και την εμπειρία(είτε από μόνος του είτε με έναν οικονομικό σύμβουλο) να αξιολογήσει την απόδοση των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου στις μεταβαλλόμενες συνθήκες αγοράς, τα αποτελέσματα που θα προκόψουν από την πιθανότητα μετατροπής τους, την αξία τους και την επίδραση που αυτή η επένδυση θα έχει στο γενικό τους επενδυτικό χαρτοφυλάκιο. Πριν από τη λήψη μιας απόφασης για επένδυση, οι πιθανοί επενδυτές πρέπει να εξετάσουν προσεκτικά, λαμβάνοντας υπόψη τις οικονομικές περιστάσεις και τους στόχους της επένδυσής τους και όλες τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στο παρόν ενημερωτικό δελτίο". Στο Μέρος Α' του Τμήματος II του εν λόγω Ενημερωτικού Δελτίου μεταξύ άλλων αναφέρεται επίσης: α) (υπό τον γενικό τίτλο "Οι Κάτοχοι είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένοι στον κίνδυνο διακύμανσης στην αξία των μετοχών της Τράπεζας") ότι "Σε περίπτωση πραγματοποίησης Γεγονότος Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου ή Γεγονότος Βιωσιμότητας τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου θα μετατραπούν υποχρεωτικά σε μετοχές... ", β) (υπό τον γενικό τίτλο "Προαιρετική Επιλογή και Υποχρεωτική Ακύρωση Πληρωμής Τόκων σε μη συσσωρευτική βάση") ότι "Η Τράπεζα μπορεί κατά την κρίση της να ακυρώσει οποιαδήποτε πληρωμή τόκου υπό τους περιορισμούς που περιγράφονται Μέρος Β, Όρο 5 "Συνεπακόλουθοι Περιορισμοί Μερίσματος και Κεφαλαίου". Πριν από την ημερομηνία οποιοσδήποτε Πληρωμής Τόκου, η Τράπεζα, κατά την κρίση της, αν διαπιστώσει ότι δεν τηρεί την σχετική Κεφαλαιακή Επάρκεια, όπως αυτή ορίζεται από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, ή ότι η πληρωμή Τόκου θα έχει ως αποτέλεσμα η Τράπεζα να παύσει να ικανοποιεί την προαναφερόμενη Κεφαλαιακή Επάρκεια, τότε η Τράπεζα έχει τη δυνατότητα να ακυρώσει την πληρωμή τέτοιων Τόκων σε μη σωρευτική βάση, στα πλαίσια όμως των "Συνεπακόλουθων Περιορισμών Μερίσματος και Κεφαλαίου" ως περιγράφεται στο Τμήμα II, Μέρος Β/ΙΙ στον Όρο 5.

Περαιτέρω, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου δύναται, και στη βάση αξιολόγησης της οικονομικής κατάστασης και της φερεγγυότητας της Τράπεζας για τα επόμενα τρία χρόνια, να απαιτήσει την ακύρωση πληρωμής τόκου ή κεφαλαίου. Η πληρωμή τόκων προς τους κατόχους Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου θα γίνεται πάντοτε σε μετρητά", γ) (υπό τον τίτλο "Αξίες Αόριστης Διάρκειας χωρίς οποιαδήποτε νομική ημερομηνία λήξης") ότι "Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου είναι αξίες αόριστης διάρκειας χωρίς ημερομηνία λήξης και γι' αυτό το λόγο οι επενδυτές θα λάβουν το κεφάλαιο επένδυσής τους μόνο στην περίπτωση που η Τράπεζα επιλέξει να τα εξαγοράσει με την προηγούμενη έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου", δ) (υπό το γενικό τίτλο "Η Τράπεζα έχει το δικαίωμα αλλά όχι την υποχρέωση εξαγοράς [Redemption] και Αγοράς των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου") ότι "Η Τράπεζα δεν έχει καμία υποχρέωση εξαγοράς ή αγοράς των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου σε οποιοδήποτε χρονικό διάστημα και οι Κάτοχοι δεν έχουν οποιοδήποτε δικαίωμα απαίτησης της εξαγοράς ή αγοράς από την Τράπεζα. Η Τράπεζα όμως έχει την επιλογή με την προηγούμενη έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, να εξαγοράσει ολόκληρο το ποσό των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου στην ονομαστική τους αξία μαζί με οποιουσδήποτε δεδουλευμένους τόκους στις 30 Ιουνίου 2016, ή σε οποιαδήποτε Ημερομηνία Πληρωμής Τόκου που έπεται και υπό την προϋπόθεση ότι θα αντικατασταθούν με Πρωτοβάθμιο Κεφάλαιο.. ", ε) (υπό τον γενικό τίτλο "Καθεστώς Εξασφάλισης και Προτεραιότητα Κατάταξης σε περίπτωση διάλυσης") ότι "... εάν η Τράπεζα τελεί υπό διάλυση ή εκκαθάριση, ο εκκαθαριστής θα ικανοποιήσει πρώτα όλες τις αξιώσεις των καταθετών ή άλλων πιστωτών των οποίων οι αξιώσεις δεν είναι ελάσσονος προτεραιότητας ως προς τις αξιώσεις των καταθετών και πιστωτών των οποίων οι αξιώσεις είναι ελάσσονος προτεραιότητας (subordinated) πλην εκείνων των οποίων οι αξιώσεις είναι ίσης προτεραιότητας (rank pari passu) με τις αξιώσεις των κατόχων Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου. Σε περίπτωση που η Τράπεζα δεν έχει ικανοποιητικά περιουσιακά στοιχεία για τον πλήρη διακανονισμό των αξιώσεων που δεν είναι ελάσσονος προτεραιότητας, τότε οι αξιώσεις των Κατόχων των Μετατρέψιμων Αξιογράφων" Ενισχυμένου Κεφαλαίου δύνανται να χάσουν το σύνολο ή μέρος της επένδυσής τους. Επιπλέον, εάν τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου μετατραπούν σε Συνήθεις Μετοχές μετά από την πραγματοποίηση Γεγονότος Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου ή Γεγονότος Βιωσιμότητας, κάθε Κάτοχος θα υποστεί περαιτέρω μείωση της προτεραιότητας των δικαιωμάτων και αξιώσεών του λόγω της μετατροπής της επένδυσής του σε Συνήθεις Μετοχές και υπάρχει κίνδυνος οι μέτοχοι να χάσουν μέρος ή ολόκληρη την επένδυσή τους" και στ) (υπό τον τίτλο "Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου κατατάσσονται ως Πρωτοβάθμιο Κεφάλαιο [Tier 1 capital]") ότι "Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου κατατάσσονται ως πρωτοβάθμιο Κεφάλαιο (Tier I capital) και πιθανοί επενδυτές θα πρέπει να εξετάσουν προσεκτικά τα χαρακτηριστικά τους που αφορούν μεταξύ άλλων και την προτεραιότητα κατάταξης, το καθεστώς εξασφάλισής τους και την αόριστη διάρκειά τους". Στο ίδιο Τμήμα του εν λόγω Ενημερωτικού Δελτίου επισημαίνεται (υπό τον γενικό τίτλο "ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΚΑΤΟΧΟΥΣ ΜΕΤΑΤΡΕΨΙΜΩΝ ΧΡΕΟΓΡΑΦΩΝ 2013/18, ΜΕΤΑΤΡΕΨΙΜΩΝ ΑΞΙΟΓΡΑΦΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΚΑΙ ΑΞΙΟΓΡΑΦΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΣΕΙΡΑ Γ (12/2007) ΠΟΥ ΔΥΝΑΤΟΝ ΝΑ ΕΠΙΛΕΞΟΥΝ ΤΗΝ ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΣΕ ΜΕΤΑΤΡΕΨΙΜΑ ΑΞΙΟΓΡΑΦΑ ΕΝΙΣΧΥΜΕΝΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ") ότι "Οι κάτοχοι των Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/2018, Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου και Αξιογράφων Κεφαλαίου 12/2007 της Τράπεζας, πριν τη λήψη οποιοσδήποτε απόφασης για συμμετοχή στην έκδοση των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου μέσω της πιθανής ανταλλαγής των Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/2018, Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου και Αξιογράφων Κεφαλαίου 12/2007 της Τράπεζας που ήδη κατέχουν θα πρέπει να μελετήσουν προσεκτικά, λαμβάνοντας υπόψη τη δική τους οικονομική κατάσταση, τους επενδυτικούς στόχους και ορίζοντες και τις πληροφορίες που περιέχονται στο παρόν Ενημερωτικό Δελτίο και ιδιαίτερα τους κινδύνους που περιγράφονται πιο κάτω και αφορούν τη νέα έκδοση και το ενδεχόμενο ανταλλαγής. Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου παρουσιάζουν ουσιαστικές διαφορές από τα Μετατρέψιμα Χρεόγραφα 2013/2018, τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου και τα Αξιόγραφα Κεφαλαίου 12/2007. Τα Μετατρέψιμα Χρεόγραφα 2013/2018 (τα οποία κατατάσσονται ως δευτεροβάθμιο κεφάλαιο (Tier 2 capital) της Τράπεζας) έχουν ουσιαστικές διαφορές από τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου (τα οποία κατατάσσονται ως πρωτοβάθμιο κεφάλαιο (Tier 1 capital) της Τράπεζας). Οι Κάτοχοι Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/2018, Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου και Αξιογράφων Κεφαλαίου 12/2007 θα πρέπει να εξετάσουν τις διαφορές μεταξύ των Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2103/2018, Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου και Αξιογράφων Κεφαλαίου 12/2007 και των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου, οι οποίες περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, την προτεραιότητα κατάταξης και το καθεστώς εξασφάλισής τους, τη διάρκειά τους, το επιτόκιο, την εξαγορά και τη δυνατότητα μετατροπής σε μετοχές της Τράπεζας εφόσον υφίσταται καθώς και της υποχρεωτικής μετατροπής σε συνήθεις μετοχές σε περίπτωση που επισυμβεί Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου ή Γεγονός Βιωσιμότητας. Οι πλήρεις όροι των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου παρουσιάζονται στο Μέρος Β του παρόντος Ενημερωτικού Δελτίου.. ", ότι (υπό τον τίτλο "Αβεβαιότητα ως προς τη ρευστότητα κατά τη διαπραγμάτευση των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου") "Η Τράπεζα δεν σκοπεύει να υποβάλει αίτηση για εισαγωγή προς διαπραγμάτευση των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου σε οποιαδήποτε ρυθμισμένη αγορά εκτός από την αγορά του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου και του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών. Τα νέα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου είναι τίτλοι για τους οποίους δεν υπάρχουν συναλλαγές σε καμία αγορά και δεν μπορεί να υπάρξει καμία διαβεβαίωση μελλοντικής ρευστότητας στις αγορές που αναμένεται να εισαχθούν", ως και (υπό τον τίτλο "Οι κάτοχοι των Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/18, Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου και Αξιογράφων Κεφαλαίου 12/2007 οφείλουν να συμβουλευθούν τους οικονομικούς, φορολογικούς και νομικούς τους συμβούλους") ότι "Οι κάτοχοι των Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/2018, Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου και Αξιογράφων Κεφαλαίου 12/2007 οφείλουν να συμβουλευθούν τους οικονομικούς, φορολογικούς και νομικούς τους συμβούλους σχετικά με την καταλληλότητα τυχόν ανταλλαγής ή μη της επένδυσής τους και των τυχόν συνεπειών στη φορολογική τους θέση και τις λογιστικές ή οικονομικές συνέπειες τυχόν επένδυσης στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου. Η σχετική αναλογία ανταλλαγής (στη βάση της ονομαστικής τους αξίας) μπορεί κατά την εισαγωγή των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου στα δύο χρηματιστήρια να μην απεικονίζει την τιμή και σχετική σχέση στην τιμή διαπραγμάτευσης των αντίστοιχων κινητών αξιών". Τέλος δε, αναφορικά με παράγοντες κινδύνου σχετιζομένους με τις μετοχές, ρητώς αναφέρεται ότι τα Χρηματιστήρια Αξιών Αθηνών και Κύπρου έχουν χαμηλή ρευστότητα και παρουσιάζουν εντονότερες διακυμάνσεις από άλλα χρηματιστήρια της Ευρώπης και των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, με συνέπεια τη δημιουργία σοβαρού ενδεχομένου δυσμενούς επηρεασμού της τιμής της μετοχής της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι(ήδη αναιρεσείοντες), οι οποίοι είναι συγγενείς (καθόσον οι δύο πρώτοι εξ αυτών είναι σύζυγοι και ο τρίτος τέκνο τους), συναλλάσσονταν με την εκκαλούσα ήδη από το έτος 2002, διατηρώντας στην τελευταία κοινό λογαριασμό ταμιευτηρίου τουλάχιστον μέχρι και το έτος 2009, τις δε συναλλαγές πραγματοποιούσε συνήθως η πρώτη εφεσίβλητη, εκπροσωπώντας και τους υπόλοιπους. Εκτός από τον λογαριασμό ταμιευτηρίου που αναφέρθηκε, στον οποίο τοποθετούσαν τις οικονομίες τους, οι εφεσίβλητοι επένδυαν σημαντικά χρηματικά ποσά σε διάφορα τραπεζικά, προϊόντα. Ειδικότερα, από το έτος 2003 πραγματοποιούσαν επενδύσεις στο σύνθετο επενδυτικό πρόγραμμα της εκκαλούσας με τον τίτλο "Sky Limit", τις οποίες ανανέωναν (στις 25-2-2003 επένδυσαν ποσό 65.187 €, στις 30-3-2007 επένδυσαν ποσό 69.326,75 €, ενώ στις 31-3-2008 εισέπραξαν ποσό 64.952,99 € από την λήξη του προγράμματος, το οποίο συνίστατο σε μια συνδυαστική τοποθέτηση κεφαλαίων ποσοστού 50% σε προθεσμιακές καταθέσεις 3μηνης, 6μηνης ή 12μηνης διάρκειας και επενδύσεις κεφαλαίων ποσοστού 50% σε αμοιβαία κεφάλαια). Στις 18-2-2004 και στις 19-2-2004 οι δύο πρώτοι εφεσίβλητοι συνήψαν με την εκκαλούσα Σύμβαση Συνεργασίας για την Διενέργεια Χρηματιστηριακών Συναλλαγών στο Χρηματιστήριο Αξιών, σύμφωνα με τους όρους 3, 4 και 5 της οποίας η εκκαλούσα τράπεζα θα παρείχε μόνο την (κύρια) επενδυτική υπηρεσία της λήψης και διαβίβασης εντολής και εκτέλεσης εντολών για λογαριασμό των εφεσίβλητων και (επικουρικά) την παρεπόμενη επενδυτική υπηρεσία φύλαξης των τίτλων (θεματοφυλακή) από την εκκαλούσα, όχι όμως και την επενδυτική υπηρεσία της παροχής επενδυτικής συμβουλής, για την οποία απαιτούνταν διαφορετική σύμβαση ή ειδική πρόσθετη πράξη. Με βάση την σύμβαση αυτή, στις 26-2-2004 οι εφεσίβλητοι επένδυσαν διαδοχικά το ποσό των 30.000 € σε αγορά μετοχών Ε.Τ.Α. (οι οποίες, όπως και οι υπόλοιπες μετοχές, διέθεταν μεταβαλλόμενη χρηματιστηριακή αξία, δεν απέδιδαν τόκο, δεν είχαν εγγύηση κεφαλαίου, αλλά το επενδυμένο κεφάλαιο ή μέρος αυτού μπορούσε να εισπραχθεί με την ρευστοποίησή τους). Κατά το έτος 2003 οι εφεσίβλητοι επένδυσαν το ποσό των 35.000 € περίπου σε αγορά Ομολογιακού Αμοιβαίου Κεφαλαίου της Τράπεζας Κύπρου με τον τίτλο "Κύπρου Ελληνική Ομολογιακό" ή "Euro Bond Premium", από την ρευστοποίηση του οποίου στις 16-6-2006 έλαβαν το ποσό των 34.767,45 €. Επίσης, κατά το έτος 2006 οι εφεσίβλητοι επένδυσαν το ποσό των 35.000 € περίπου σε αγορά ομολόγων Ε.Τ.Β.Α. μέσω της χρηματιστηριακής εταιρίας της Τράπεζας Πειραιώς, ενώ κατά το έτος 2007 επένδυσαν το ποσό των 5.500 € σε αγορά μετοχικών αμοιβαίων κεφαλαίων της UBS με τίτλο "UBS CENTRAL EUROPE" (τα οποία, όπως και τα υπόλοιπα αμοιβαία κεφάλαια, δεν έχουν εγγυημένες αποδόσεις, παρουσιάζουν διακυμάνσεις και ενέχουν ορισμένο διαβαθμισμένο επενδυτικό κίνδυνο, ο οποίος εξαρτάται άμεσα από την διακύμανση των τιμών και αξιών στα οποία επενδύονται τα χρήματα των μεριδούχων, ο δε επενδυτής μετέχει στα κέρδη και τις ζημίες του αμοιβαίου κεφαλαίου σε ποσοστό ανάλογο με αυτό που έχει τοποθετήσει), από τη ρευστοποίηση των οποίων στις 20-4-2011 εισέπραξαν το ποσό των 5.895,51 €. Ακολούθως, οι εφεσίβλητοι, έχοντας πληροφορηθεί την έκδοση του προαναφερόμενου νέου τραπεζικού προϊόντος της εφεσίβλητης "Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου" ("Μ.Α.Κ.") μέσω της διαφημιστικής εκστρατείας που επιμελήθηκε αυτή, κυρίως με δημοσιεύσεις στον τύπο, επισκέφθηκαν το κατάστημά της στα Χανιά κατά τις αρχές του μήνα Μαΐου του έτους 2009 και έλαβαν πληροφόρηση σχετικά με αυτό κυρίως από την αρμόδια, εντεταλμένη προς τούτο υπάλληλό της, Ε. Μ., με την οποία η πρώτη εφεσίβλητη είχε επαφές επανειλημμένως. Επειδή το εν λόγω προϊόν ήταν ελκυστικό και κρίθηκε συμφέρον, οι εφεσίβλητοι αποφάσισαν να επενδύσουν σε αυτό. Συγκεκριμένα, ο τρίτος εφεσίβλητος, που δεν διατηρούσε ακόμα επενδυτική μερίδα, στις 25-5-2009 υπέγραψε και ο ίδιος Σύμβαση Συνεργασίας για την Διενέργεια Χρηματιστηριακών Συναλλαγών στο Χρηματιστήριο Αξιών, με τους όρους που ήδη είχαν υπογράψει και οι γονείς του κατά το έτος 2004, όπως εκτέθηκε, καθώς και Αίτηση Δημιουργίας Μερίδας, Λογαριασμού Αξιών και Εξουσιοδότησης Χρήσης. Επίσης και η πρώτη εφεσίβλητη υπέγραψε Αίτηση Δημιουργίας Μερίδας, Λογαριασμού Αξιών και Εξουσιοδότησης Χρήσης για το άνοιγμα κοινής επενδυτικής μερίδας των εφεσίβλητων. Πριν από την επένδυσή τους στα Μ.Α.Κ. οι εφεσίβλητοι έλαβαν από την εκκαλούσα και μελέτησαν το Έντυπο Προσυμβατικής Ενημέρωσης με τίτλο "Αγορές Χρηματοπιστωτικών Μέσων και Άλλες Διατάξεις" (Ενημερωτικό πακέτο 29- 10-2007), που περιλάμβανε λεπτομερώς μεταξύ άλλων (α) την παρουσίαση των εν γένει κινδύνων που υπάρχουν στις επενδύσεις και (β) περιγραφή των διάφορων επενδυτικών προϊόντων και τους συνεχόμενους με κάθε ένα εξ αυτών κινδύνους. Η δε πρώτη εφεσίβλητη στις 4-6-2009 υπέγραψε την Ανέκκλητη Αίτηση Εγγραφής στα Μ.Α.Κ., αιτούμενη την αγορά 130.000 εξ αυτών με ονομαστική αξία 1 € το καθένα, που θα απαιτούσε την καταβολή αντίστοιχου ποσού 130.000 €, με την οποία βεβαίωσε αφενός μεν ότι είχε λάβει γνώση του από 30-4-2009 ενημερωτικού δελτίου που είχε εκδοθεί, με τους όρους και τους παράγοντες κινδύνου που αναγράφονταν σε αυτό, καθώς και ότι δεν είχε παρασχεθεί επενδυτική συμβουλή για την αγορά των Μ.Α.Κ., ήτοι βεβαίωσε ότι "Βεβαιώνω/ουμε ότι έχω/ουμε τη γνώση και τις ικανότητες να προβώ/ούμε στην αξιολόγηση της επένδυσής μου/μας στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου και δηλώνω/ουμε ότι αποδέχομαι/αστε τους Όρους Έκδοσης όπως περιέχονται στο Ενημερωτικό Δελτίο ημερομηνίας 30 Απριλίου 2009. Επίσης δηλώνω/ουμε ότι δεν μου/μας έχει παρασχεθεί οποιαδήποτε συμβουλή ή παρότρυνση από την Τράπεζα Κύπρου ή από οποιονδήποτε υπάλληλό της για τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου της παρούσας έκδοσης", ενώ στις 5-6- 2009 οι εφεσίβλητοι υπέγραψαν από κοινού Σύμβαση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών με την εκκαλούσα τράπεζα για την Κοινή Επενδυτική τους Μερίδα, που είχε και πάλι ως αντικείμενο μόνο την επενδυτική υπηρεσία της λήψης και διαβίβασης εντολών για την διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών (αγοράς - πώλησης επενδυτικών προϊόντων) και όχι την παροχή επενδυτικής συμβουλής, η οποία ρητά εξαιρέθηκε. Τελικά, η αίτηση των εφεσίβλητων έγινε εν μέρει δεκτή με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να αποκτήσουν 106.936 Μ.Α.Κ. (με χρέωση αντίστοιχου ποσού 106.936 € στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό ταμιευτηρίου που διατηρούσαν στην εκκαλούσα), καθόσον οι ίδιοι δεν δικαιούνταν να λάβουν περισσότερα με βάση τα δικαιώματα προτεραιότητας που είχαν ασκήσει οι μέτοχοι της εκκαλούσας και οι κάτοχοι προηγούμενων επενδυτικών της προϊόντων, που είχαν δικαίωμα προτεραιότητας στην έκδοση των M.A.K. Αφότου πραγματοποίησαν την ανωτέρω επένδυση στα Μ.Α.Κ οι εφεσίβλητοι λάμβαναν ανά εξάμηνο (τέλος Ιουνίου και τέλος Δεκεμβρίου κάθε έτους) αναλύσεις (statements) από την εκκαλούσα με την αποτίμηση του χαρτοφυλακίου της Επενδυτικής τους Μερίδας σε Μ.Α.Κ., με τον τρόπο δε αυτό πληροφορήθηκαν ήδη στις 31-12-2009, δια της παραλαβής του οικείου πρώτου statement, ότι το επενδυμένο κεφάλαιό τους στα 106.936 Μ.Α.Κ. είχε αυξηθεί, αποτιμώμενο στις 111.732,40 € και στις 30-6-2010, με την παραλαβή του δεύτερου statement, ότι το επενδυμένο κεφάλαιό τους είχε απομειωθεί, αποτιμώμενο στις 101.599,20 €. Στη συνέχεια, οι εφεσίβλητοι, έχοντας πληροφορηθεί την έκδοση του προαναφερόμενου επόμενου νέου τραπεζικού προϊόντος της εφεσίβλητης "Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου" ("Μ.Α.Ε.Κ.") μέσω της διαφημιστικής εκστρατείας που επιμελήθηκε αυτή, κυρίως με δημοσιεύσεις στον τύπο και με την αποστολή στην οικία τους της από 20-4-2011 επιστολής της εκκαλούσας (που περιείχε όλους τους όρους των Μ.Α.Ε.Κ., την Αίτηση Εγγραφής τους στην έκδοση των Μ.Α.Ε.Κ., επί της οποίας υπήρχαν προτυπωμένα τα στοιχεία τους, το ποσό για το οποίο είχαν προτεραιότητα στην έκδοση και την δυνατότητα να μετατρέψουν τα Μ.Α.Κ. που κατείχαν σε Μ.Α.Ε.Κ. με ονομαστική αξία μετατροπής το 1 €, δηλαδή στην ονομαστική τιμή έκδοσης των Μ.Α.Ε.Κ.), επισκέφθηκαν το κατάστημά της στα Χανιά, κατά τις αρχές του μήνα Μαίου του έτους 2011 και έλαβαν πληροφόρηση σχετικά με αυτό κυρίως από την ίδια ως άνω υπάλληλο της εκκαλούσας Ε. Μ.

Επειδή δε το εν λόγω προϊόν είχε υψηλότερη απόδοση σε σχέση με το προηγούμενο που κατείχαν (ιδίως όσον αφορά το επιτόκιο), κρίθηκε επωφελέστερη επιλογή και οι εφεσίβλητοι αποφάσισαν να επενδύσουν σε αυτό. Έτσι, η πρώτη εφεσίβλητη, αφού είχε παραλάβει από την ανωτέρω υπάλληλο και μελετήσει το από 5-4-2011 Ενημερωτικό Δελτίο των Μ.Α.Ε.Κ., στις 6-5-2011 κατέθεσε Αίτηση για την επένδυση στα Μ.Α.Ε.Κ. (χωρίς την καταβολή μετρητών αλλά με την μετατροπή των Μ.Α.Κ. σε Μ.Α.Ε.Κ. αξίας 106.936 €) και στις 13-5-2011 κατέθεσε - Αίτηση για την επένδυση επιπλέον ποσού 20.000 € στα Μ.Α.Ε.Κ. (δια της καταβολής μετρητών), ενώ στις 17-5- 2011 υπέγραψε την Αίτηση Εγγραφής για την επένδυση επιπλέον ποσού 20.000 € στα Μ.Α.Ε.Κ. Επίσης, στις 25-5-2011 η πρώτη εφεσίβλητη προσήλθε στο υποκατάστημα της εκκαλούσας με τους υπόλοιπους εφεσίβλητους προκειμένου να τους καταστήσει συνδικαιούχους της επένδυσής της σε Μ.Α.Ε.Κ., οπότε όλοι τους υπέγραψαν το έγγραφο με τίτλο "ΑΙΤΗΣΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΚΟΙΝΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗΣ ΜΕΡΙΔΑΣ ΣΤΟ Σ.Α.Τ.". Στις σχετικές δε Αιτήσεις Εγγραφής που υπέγραψαν οι εφεσίβλητοι για την συμμετοχή τους στην έκδοση των Μ.Α.Ε.Κ., κάθε ένας από αυτούς βεβαιώνει ότι "Βεβαιώνω/ουμε ότι έχω/ουμε τη γνώση και τις ικανότητες να προβούμε στην αξιολόγηση της επένδυσης μου/μας σε Μ.Α.Ε.Κ. και δηλώνω/ουμε ότι αποδεχόμαστε τους Όρους Έκδοσης και αναγνωρίζω/ουμε του Παράγοντες Κινδύνου που περιέχονται στο Ενημερωτικό Δελτίο ημερομηνίας 5 Απριλίου 2011. Επίσης δηλώνω/ουμε ότι δεν μου/μας έχει παρασχεθεί οποιαδήποτε συμβουλή ή παρότρυνση από την Τράπεζα Κύπρου ή από οποιονδήποτε αξιωματούχο, υπάλληλο ή εκπρόσωπο αυτής αναφορικά με τα Μ.Α.Ε.Κ. της παρούσας έκδοσης και/ή την απόφασή μου/μας για υποβολή της παρούσας Αίτησης για Εγγραφή". Έτσι, οι εφεσίβλητοι απέκτησαν 126.936 Μ.Α.Ε.Κ. αξίας 1 € εκάστου, συνέχιζαν δε να λαμβάνουν statements αποτίμησης της αξίας των Μ.Α.Ε.Κ. που κατείχαν, τόσο στην ατομική επενδυτική μερίδα της πρώτης εφεσίβλητης, όσο και στην κοινή μερίδα των εφεσίβλητων, με τον τρόπο δε αυτό πληροφορήθηκαν στις 30-6- 2011, δια της παραλαβής του οικείου πρώτου statement, ότι το επενδυμένο κεφάλαιό τους στα 20.000 Μ.Α.Ε.Κ. είχε απομειωθεί, αποτιμώμενο στις 17.736,80 €. Οι εφεσίβλητοι συνέχισαν να εισπράττουν τόκους μέχρι και το έτος 2011, ενώ συνέχισαν να λαμβάνουν statements μέχρι και τις 31-12-2012.

Περαιτέρω, η επιδείνωση των οικονομικών μεγεθών της Ελληνικής Δημοκρατίας, ιδίως μετά το έτος 2009 και η συνεπεία αυτής υποβάθμιση των Ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου (εφεξής χάριν συντομίας Ο.Ε.Δ.) και εντεύθεν, της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας, επηρέασε δυσμενώς τη θέση και της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας. Η συνεχής επιδείνωση των μεγεθών της ελληνικής οικονομίας επέφερε, εν τέλει, καίριο πλήγμα στη κεφαλαιακή επάρκεια της εκκαλούσας, η οποία προέβη σε επαναταξινόμηση του χαρτοφυλακίου της. Στο πλαίσιο αυτό, κατά τον μήνα Φεβρουάριο του έτους 2012, η εκκαλούσα αποφάσισε να προβεί σε αύξηση μετοχικού της κεφαλαίου, για την αντιμετώπιση των προβλημάτων της κεφαλαιακής της επάρκειας, την οποία ανακοίνωσε στο κοινό στις 8.2.2012 εκδόθηκε δε σχετικά το από 12.1.2012 Ενημερωτικό Δελτίο. Στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου είχαν δικαίωμα προτίμησης να αγοράσουν μετοχές είτε όσοι ήταν ήδη μέτοχοι της Τράπεζας, είτε όσοι είχαν Μετατρέψιμα Ομόλογα της τελευταίας (όπως τα Μ.Α.Ε.Κ.), τα οποία και θα μπορούσαν να μετατρέψουν σε μετοχές της Τράπεζας. Συγκεκριμένα, θα μετατρέπονταν τα Μ.Α.Ε.Κ. σε Υ.Μ.Ο. (Υποχρεωτικά Μετατρέψιμα Ομόλογα). Τα ως άνω Υ.Μ.Ο., σύμφωνα με το σχετικό ενημερωτικό δελτίο της εκκαλούσας, είχαν διάρκεια από τις 20-3-2012 έως 27-3-2012, οπότε θα μετατρέπονταν σε συνήθεις μετοχές της, ενώ μετά την έκδοση των τελευταίων προβλεπόταν η έκδοση και παραχώρηση χαριστικών μετοχών, σε αναλογία μίας νέας χαριστικής πλήρως πληρωμένης συνήθους μετοχής για κάθε τρεις νέες συνήθεις μετοχές που θα προέκυπταν από τη μετατροπή των Υ.Μ.Ο. Οι νέες και οι χαριστικές αυτές μετοχές θα κατατάσσονταν σε ίση μοίρα με τις εκδομένες πλήρως πληρωθείσες μετοχές της εκκαλούσας και θα συμμετείχαν σε οποιαδήποτε καταβολή μερίσματος με ημερομηνία αρχείου που έπεται της ημερομηνίας έκδοσης των νέων μετοχών, μετά δε την έγκριση των αρμοδίων αρχών, θα ήταν διαπραγματεύσιμες στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και στο Χρηματιστήριο Αθηνών. Εάν κάποιος, που διέθετε Μ.Α.Ε.Κ. δεν επιθυμούσε την μετατροπή τους σε μετοχές της Τράπεζας, θα μπορούσε, εναλλακτικώς, είτε να ασκήσει τα δικαιώματα προτίμησης, που είχε θεμελιώσει εξ αυτών, καταβάλλοντας κάποιο ποσό τοις μετρητοίς, προκειμένου να αποκτήσει μετοχές της Τράπεζας με προνομιακούς όρους, είτε να πωλήσει, μέσω του Χρηματιστηρίου, τα εν λόγω δικαιώματα εκ των Μ.Α.Ε.Κ. του, τα οποία μπορούσε να αγοράσει κάποιος τρίτος μέσω του Χρηματιστηρίου, ώστε αυτός, με τη σειρά του, να αγοράσει μετοχές της Τράπεζας. Οι εφεσίβλητοι δεν αποδέχθηκαν την προσφορά που αναφέρθηκε και διατήρησαν τα Μ.Α.Ε.Κ. που ήδη κατείχαν. Ωστόσο, το κεφαλαιακό έλλειμμα της εκκαλούσας, που παρουσιάσθηκε στα τέλη του έτους 2011 και οδήγησε στην αμέσως ανωτέρω αναφερθείσα ανάγκη αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της, δεν καλύφθηκε με τα μέτρα που έλαβε. Για τον λόγο αυτό, στις 15.6.2012 αποφάσισε, αναφορικά με τα Μ.Α.Κ. και τα Μ.Α.Ε.Κ., την ενεργοποίηση του προαναφερόμενου όρου περί υποχρεωτικής ακύρωσης πληρωμής τόκου, για την περίοδο από 31.12.2011 έως 29.6.2012, το ίδιο δε έπραξε στις 18.12.2012 και για την περίοδο από 30.6.2012 έως 30.12.2012. Όπως εκτέθηκε, στο πλαίσιο της αντιμετώπισης της πιο σοβαρής οικονομικής κρίσης της Ελλάδας στην πρόσφατη ιστορία της, με τη διόγκωση του δημοσίου χρέους σε πολύ υψηλά επίπεδα και τον αποκλεισμό της Χώρας από τις διεθνείς αγορές, λήφθηκαν ρυθμίσεις, αντλούμενες από τη διεθνή πρακτική, που σκοπούσαν στη διασφάλιση μιας ομοιόμορφης και αποτελεσματικής αναδιάταξης του ελληνικού χρέους σε βιώσιμα επίπεδα με τη συμμετοχή των ιδιωτών, σύμφωνα με την απόφαση της Συνόδου των Κρατών Μελών της Ευρωζώνης της 26-10-2011 και δη το λεγόμενο PSI (Private Sector Involvement) την εθελοντική συμμετοχή δηλαδή του ιδιωτικού τομέα στην αναδιάρθρωση του χρέους. Μέσω αυτής της διαδικασίας, οι ιδιώτες πιστωτές - κάτοχοι ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου δέχονταν να επιμηκυνθεί η ημερομηνία λήξης των ληξιπρόθεσμων ομολόγων και να αντικατασταθούν με νέα ομόλογα μεγαλύτερης διάρκειας και μικρότερης ονομαστικής αξίας από τα παλαιά. Έτσι, δυνάμει του ν. 4050/2012, κατά το μήνα Μάρτιο του 2012, επήλθε το αναφερόμενο υποχρεωτικό "κούρεμα" των Ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, με το οποίο οι κάτοχοι αυτών υπέστησαν βίαιη απώλεια μεγάλου μέρους του κεφαλαίου που είχαν τοποθετήσει στα εν λόγω ομόλογα (πλην νομίμως, όπως κρίθηκε με τις αποφάσεις της Ολ.ΣτΕ 1116 και 1117/2014), μεταξύ δε αυτών, ήταν και η εκκαλούσα. Ειδικότερα η τελευταία, η οποία ήταν σε μεγάλο βαθμό εκτεθειμένη σε Ο.Ε.Δ., υπέστη σοβαρό οικονομικό πλήγμα και έτσι πρωτίστως έπαυσε να καταβάλει τους συμβατικά οφειλόμενους τόκους των Μ.Α.Ε.Κ., όπως προαναφέρθηκε, καθώς τη χρονική εκείνη περίοδο το κεφαλαιακό της έλλειμμα ανέρχονταν στα 730 εκατομμύρια ευρώ περίπου. Στη συνέχεια, στη δίνη μιας διαρκώς εξελισσόμενης και επιδεινούμενης οικονομικής κατάστασης στην Ευρωζώνη, κυρίως όμως λόγω των οικονομικών συνθηκών στην Ελλάδα και της αστάθειας των διεθνών χρηματαγορών με την υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της Κυπριακής οικονομίας από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης, η Κυπριακή Κυβέρνηση αιτήθηκε την ένταξη της χώρας της στον Ευρωπαϊκό μηχανισμό στήριξης και την παροχή χρηματοοικονομικής βοήθειας από την Τρόικα, μέρος της οποίας θα προορίζονταν, μεταξύ άλλων, για την κεφαλαιακή στήριξη της εκκαλούσας. Στις 25-03-2013 οι Υπουργοί Οικονομικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο κατέληξαν σε σχέδιο, με βάση το οποίο περιορίζονταν ("κουρεύονταν") κατά 40% οι καταθέσεις των κυπριακών τραπεζών που υπερέβαιναν το ποσό των 100.000 € και συγχωνεύονταν οι Τράπεζες Κύπρου και Λαϊκή, με τη μεταβίβαση των στοιχείων του ενεργητικού και ορισμένων στοιχείων του παθητικού της Λαϊκής Τράπεζας στην εκκαλούσα Τράπεζα. Να σημειωθεί ότι οι ελληνικές Τράπεζες ανακεφαλαιοποιήθηκαν χωρίς να πληγούν οι απλές καταθέσεις, σε αντίθεση με την Κύπρο, όπου υπήρξε "κούρεμα" (bail in) και στις απλές καταθέσεις. Επιπλέον, να σημειωθεί ότι η Κυπριακή Κυβέρνηση παραχώρησε στη Λαϊκή Τράπεζα κυβερνητική εγγύηση ύψους 1 δισεκατομμυρίου ευρώ με αποτέλεσμα με την ενδεχόμενη κατάρρευση της Λαϊκής να δημιουργείται άμεσος κίνδυνος πτώχευσης του κράτους, εφόσον οι κυβερνητικές εγγυήσεις καθίσταντο αμέσως πληρωτέες στους κατόχους τους. Ενδεχόμενη αδυναμία του κράτους να πληρώσει τις υποχρεώσεις του, θα είχε αλυσιδωτές επιδράσεις στις υποχρεώσεις του κράτους έναντι των κατόχων κρατικών ομολόγων. Έτσι στην Κύπρο, προκειμένου να υπάρξει εξυγίανση του διογκωμένου τραπεζικού συστήματος, με τον ψηφισθέντα στις 22-03-2013 Νόμο του 2013 (Ν. 17(1) /2013) της Κυπριακής Δημοκρατίας περί εξυγίανσης των πιστωτικών ιδρυμάτων και το υπ' αριθμ. .../2013 Διάταγμα της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, που σκοπό είχε την αποκατάσταση της κεφαλαιακής επάρκειας της εναγομένης δια του μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα, τέθηκε αυτή σε καθεστώς εξυγίανσης για το χρονικό διάστημα από τις 25-03-2013 έως τις 30-7-2013 κατά το οποίο και εξυγιάνθηκε και αναδιαρθρώθηκε μέσω σειράς Διαταγμάτων που εκδόθηκαν από την Κεντρική Τράπεζα Κύπρου, υπό την ιδιότητά της ως Αρχής Εξυγίανσης, η οποία ενεργούσε κατόπιν κοινής απόφασης με τον Υπουργό των Οικονομικών της Κυπριακής Δημοκρατίας. Πλέον ειδικότερα, τα ανωτέρω αποτέλεσαν μέρος της συμφωνίας μεταξύ Τρόικας και Κυπριακής Κυβέρνησης, η δε εκκαλούσα ανακεφαλαιοποιήθηκε με ίδια μέσα (bail in), ήτοι με τη συνεισφορά καταθετών, με την πώληση εργασιών (δανείων, ακινήτων και καταθέσεων) των καταστημάτων της στην Ελλάδα και δη στην Τράπεζα Πειραιώς και δυνάμει των υπ' αριθμ. ...-2013 και ...-2013 Διαταγμάτων (Κανονιστικές Διοικητικές Πράξεις) του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, υπό την ιδιότητα της τελευταίας ως Αρχής Εξυγιάνσεως, κατά τους ορισμούς των άρθρων 5 (1), 5 (7), 5 (12) (α), 7 (1) και 12 του "Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων" Νόμου του 2013: 1) με τη μετατροπή των Μ.Α.Ε.Κ. αρχικά σε μετοχές της εκκαλούσας Δ' τάξης, ονομαστικής αξίας εκάστης ενός (1) ευρώ, που μειώθηκε στη συνέχεια σε 0,01 ευρώ (ένα λεπτό του ευρώ) για τη διαγραφή των συσσωρευμένων ζημιών της Τράπεζας και κατόπιν σε συνήθεις μετοχές ονομαστικής αξίας εκάστης 0,01 € που ενοποιήθηκαν και μετατράπηκαν σε μία συνήθη μετοχή της ονομαστικής αξίας ενός (1) ευρώ, ανά κάθε σύνολο 100 τέτοιων μετοχών της, και 2) με τη μείωση της ονομαστικής αξίας εκάστης των συνήθων μετοχών της από το ένα (1) ευρώ σε 0,01 €. Οι μη ενοποιημένες μετοχές (δηλαδή αριθμός μετοχών ελάσσων των 100) ακυρώθηκαν και το ποσόν της ονομαστικής αξίας των ακυρωθέντων μετοχών χρησιμοποιήθηκε για τη διαγραφή των συσσωρευμένων ζημιών της εκκαλούσας, εφεξής δε όλες οι μετοχές αποτελούσαν ενιαία τάξη, παρέχουσες δικαίωμα ψήφου και απόληψης μερίσματος στους μετόχους. Με την ολοκλήρωση της διαδικασίας αυτής στις 30-7-2013 η εκκαλούσα εξήλθε, όπως αναφέρθηκε, μετά από απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου από το καθεστώς εξυγίανσης, καθόσον διαθέτει πλέον κεφαλαιακή επάρκεια. Έτσι, με την εφαρμογή του ως άνω νόμου της εξυγίανσης της εκκαλούσας και, ειδικότερα, με την εφαρμογή του τελευταίου μέτρου, η ονομαστική αξία των 126.936 μετοχών που κατείχαν πλέον υποχρεωτικά οι εφεσίβλητοι στις 30-7-2013 (με την μετατροπή των Μ.Α.Ε.Κ, πρώην αξίας 1 € εκάστου), μειώθηκε στο ποσό των 0,01 € για κάθε μετοχή, στη συνέχεια δε, κάθε εκατό (100) μετοχές από αυτές ενοποιήθηκαν σε μία συνήθη μετοχή αξίας ενός (1) ευρώ εκάστη, έτσι ώστε στις 30-7-2013 οι εφεσίβλητοι κατείχαν πλέον μόνο 1.269 μετοχές συνολικής ονομαστικής αξίας 1.269 €, ενώ στο τέλος οι αξία αυτών μηδενίστηκε (βλ. τις από 8-8-2013 και 31-10-2013 επιστολές της εκκαλούσας προς την πρώτη εφεσίβλητη). Ενόψει των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι είχαν την ικανότητα και την δυνατότητα να αντιληφθούν την πραγματική φύση των τραπεζικών προϊόντων της εναγόμενης - εκκαλούσας (Μ.Α.Κ. και Μ.Α.Ε.Κ.) που προμηθεύτηκαν. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι οι εφεσίβλητοι (εκ των οποίων η πρώτη ήταν απόφοιτος Λυκείου και εργαζόταν ως καθαρίστρια σε ξενοδοχεία, ο δεύτερος ήταν απόφοιτος Γυμνασίου και εργαζόταν ως δημόσιος υπάλληλος και ο τρίτος ήταν απόφοιτος Λυκείου που ήδη υπηρετεί στην ΕΛ.ΑΣ.) ήταν έμπειροι επενδυτές, απόλυτα εξοικειωμένοι με τις σχετικές έννοιες και διαδικασίες, αλλά και με τους σχετικούς κινδύνους των χρηματιστηριακών προϊόντων, τα αντίθετα δε, υποστηριζόμενα με την αγωγή τους, περί αγνοίας τους περί τα χρηματοοικονομικά και εν γένει με τα προϊόντα που εισάγονται στο Χρηματιστήριο, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Η επενδυτική τους εμπειρία, ανεξάρτητα από τις γραμματικές τους γνώσεις, τους καθιστούσε ικανούς να κατανοήσουν πλήρως τη διαφορά μεταξύ ενός επενδυτικού χρηματιστηριακού προϊόντος και μίας προθεσμιακής κατάθεσης, δεδομένου ότι στο παρελθόν, όπως εκτέθηκε, πέραν των λογαριασμών καταθέσεων που διατηρούσαν (ταμιευτηρίου και προθεσμιακούς) είχαν αποκτήσει διάφορα τραπεζικά προϊόντα και συνδυασμούς αυτών (μετοχές, ομόλογα, αμοιβαία κεφάλαια), λαμβάνοντας επενδυτικές υπηρεσίες από τραπεζικές εταιρίες. Είχαν θέσει δε την υπογραφή τους, στις αντίστοιχες αιτήσεις τους για την απόκτηση Μ.Α.Κ. και Μ.Α.Ε.Κ., στις οποίες αναγραφόταν ρητώς και κατανοητώς ο επενδυτικός (χρηματιστηριακός) χαρακτήρας των αντίστοιχων προϊόντων, επιπλέον δε, περιεχόταν και το προεκτεθέν προτυπωμένο κείμενο, με το οποίο αυτοί οι ίδιοι βεβαίωναν ότι είχαν λάβει γνώση και είχαν κατανοήσει πλήρως το περιεχόμενο των αντίστοιχων Ενημερωτικών Δελτίων που είχε εκδώσει η εκκαλούσα (και στο οποίο, ρητώς και αναλυτικώς, εκτίθεντο οι κίνδυνοι των εκάστοτε επενδυτικών προϊόντων), επιπλέον δε και ότι για τις επενδύσεις τους αυτές δεν είχαν λάβει οποιαδήποτε επενδυτική συμβουλή από την εκκαλούσα. Όπως αναφέρθηκε, οι εφεσίβλητοι είχαν λάβει γνώση όλων των σχετικών ενημερωτικών δελτίων της εκκαλούσας, η δε αγορά των Μ.Α.Κ. και Μ.Α.Ε.Κ. ήταν αποτέλεσμα ελεύθερης επιλογής τους, χωρίς να τους έχει παρουσιαστεί ως επενδυτική συμβουλή. Τέτοια επενδυτική συμβουλή, άλλωστε, δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα, ούτε εγγράφως, ούτε ατύπως. Η απλή ενημέρωση ή, έστω, προτροπή από την ανωτέρω υπάλληλο της εκκαλούσας δεν κρίνεται, εν προκειμένω, ότι ταυτίζεται με "επενδυτική συμβουλή". Άλλωστε, ο επενδυτικός χαρακτήρας των Μ.Α.Ε.Κ. (και των Μ.Α.Κ., πριν από αυτά), προέκυπτε ήδη από το περιληπτικό σημείωμα του από 5-4-2011 "Ενημερωτικού Δελτίου για τη δημόσια προσφορά και Εισαγωγή για Διαπραγμάτευση στο ΧΑΚ και στο ΧΑΑ", όπου εκεί αναφερόταν ρητώς ότι τα Μ.Α.Ε.Κ. ήταν επενδυτικά προϊόντα αορίστου διάρκειας. Την ίδια εξάλλου περιγραφή έφεραν και τα Μ.Α.Κ., στο από 30-4-2009 Ενημερωτικό Δελτίο της εκκαλούσας. Με αυτά τα δεδομένα, αφού δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε επενδυτική συμβουλή προς τους ενάγοντες, δεν τυγχάνουν εφαρμογής και οι διατάξεις του ν. 3606/2007.

Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι οι εφεσίβλητοι εξαπατήθηκαν ή παραπλανήθηκαν ή ότι παραπληροφορήθηκαν με οποιονδήποτε τρόπο από τους προστηθέντες υπάλληλους της εκκαλούσας, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα με την αγωγή, τα οποία είναι απορριπτέα, ως κατ' ουσίαν αβάσιμα. Προέκυψε δε, ότι οι προστηθέντες υπάλληλοι της εκκαλούσας πράγματι προέτρεψαν τους εφεσίβλητους να προμηθευτούν Μ.Α.Κ. (και Μ.Α.Ε.Κ. στη συνέχεια), πλην όμως, δεν προέκυψε ότι τους παραπλάνησαν ως προς τη φύση αυτών ως σύνθετων επενδυτικών προϊόντων, την οποία, άλλωστε, οι εφεσίβλητοι ήδη γνώριζαν, από την μελέτη των προαναφερόμενων εγγράφων που είχαν προμηθευτεί. Ειδικότερα, κατά το επίδικο χρονικό σημείο η εκκαλούσα είχε διττή ιδιότητα, καθόσον λειτουργούσε αφενός μεν ως εκδότρια των ανωτέρω προϊόντων, αφετέρου δε, ως παρέχουσα επενδυτικές υπηρεσίες και όχι συμβουλές, όπως αβάσιμα διατείνονται οι εφεσίβλητοι, τούτο δε, εξάλλου, εκτίθεται σαφώς και στις συμβάσεις επενδυτικών υπηρεσιών που υπέγραψαν οι τελευταίοι κατά τα προεκτεθέντα, ενώ σε αυτές τις συμβάσεις δεν γίνεται λόγος για επενδυτικές συμβουλές (αντίθετα, ρητώς γίνεται μνεία του ότι ουδεμία επενδυτική συμβουλή παρασχέθηκε), οι δε υπάλληλοι της εκκαλούσας παρείχαν, ως ώφειλαν, ενημέρωση σχετικά με τα προϊόντα που κυκλοφορούσαν, ώστε οι ενάγοντες να έχουν την ευχέρεια να συγκρίνουν και να αποφασίσουν αβίαστα εάν και που θέλουν να επενδύσουν, ακολουθώντας, δε, τις εσωτερικές οδηγίες της εκκαλούσας, εξέθεταν τα χαρακτηριστικά των επενδυτικών αυτών προϊόντων στους πελάτες, μεταξύ των οποίων και στους εφεσίβλητους, επιλύοντας βασικές απορίες τους. Οι δε εφεσίβλητοι, που δεν ήταν αδαείς στις συναλλαγές τους, όπως οι ίδιοι αβάσιμα ισχυρίζονται, είχαν πλήρη γνώση ότι τα Μ.Α.Κ. και Μ.Α.Ε.Κ. δεν συνιστούσαν προθεσμιακή κατάθεση αλλά ήταν αορίστου διάρκειας και χωρίς προστασία του αρχικού κεφαλαίου, όμως, παρείχαν μεγαλύτερη απόδοση, για τον λόγο αυτό άλλωστε και τα επέλεξαν, όντας σε θέση να αξιολογήσουν τους εκτιθέμενους, στις επιστολές και στα ενημερωτικά δελτία, κινδύνους των προϊόντων αυτών.

Εξάλλου, τα Μ.Α.Ε.Κ., όπως και τα Μ.Α.Κ., που κατείχαν προηγουμένως οι ενάγοντες, ήταν διαθέσιμα μέσω του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών και του Χρηματιστηρίου της Κύπρου και είχαν όσες επισφάλειες μπορεί να έχει μία επένδυση μέσω Χρηματιστηρίου, γεγονός το οποίο οι ενάγοντες γνώριζαν. Άλλωστε, από την ίδια την κίνηση και τις ενημερώσεις (statements) που λάμβαναν τακτικά οι εφεσίβλητοι από την εκκαλούσα αναφορικά με την πορεία των επενδύσεών τους, προκύπτει με σαφήνεια ότι επρόκειτο για συναλλαγές σε ομόλογα ατελεύτητης διάρκειας και όχι για αιτήσεις προθεσμιακής κατάθεσης, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι ενάγοντες. Η κατά τα άνω δε περιγραφή τους ως "αόριστης διάρκειας", ενισχύει την κρίση του Δικαστηρίου ότι η επένδυση των εναγόντων στα επίδικα τραπεζικά προϊόντα δεν θα μπορούσε να εκληφθεί ως προϊόν παρεμφερές με προθεσμιακή κατάθεση, ακόμη και από τον πλέον αδαή, περί των οικονομικών πολλώ δε μάλλον από τους εφεσίβλητους, που δεν ήταν άπειροι στις τραπεζικές συναλλαγές ή στερούμενοι γνώσεων, αλλά αντιθέτως, είχαν μεγάλης συναλλακτική και τραπεζική εμπειρία, όπως εκτέθηκε. Πρέπει να σημειωθεί ότι παρά την οικονομική κρίση στην Ελλάδα από το έτος 2010, τα Μ.Α.Ε.Κ. εκδόθηκαν μετά από έγκριση των αρμοδίων εποπτικών Αρχών, καθώς και ότι οι εφεσίβλητοι, με βάση τις διαδικασίες που ξεκίνησε η εκκαλούσα, δεν προέβησαν σε οποιαδήποτε ενέργεια ανταλλαγής αυτών με Υ.Μ.Ο., παρά την πτωτική τάση που παρουσίαζε η μετοχή της εκκαλούσας, γεγονός το οποίο εύκολα μπορούσε να διαγνωστεί από τα ενημερωτικά σημειώματα (statements) που τους απέστειλε η εκκαλούσα, αλλά και από την κίνηση του Χρηματιστηρίου, προσιτή στον καθένα μέσω του διαδικτύου, χωρίς να απαιτείται να έχει εξειδικευμένες γνώσεις.

Εξάλλου οι εφεσίβλητοι, ιδίως από τις 15-6-2012 και μετά, οπότε ακυρώθηκε η καταβολή τόκων για τα Μ.Α.Ε.Κ. από την εκκαλούσα, ήταν διαρκώς ενήμεροι για την απομείωση του επενδυμένου κεφαλαίου τους, γεγονός που επίσης δεν συνάδει με την υποτιθέμενη εντύπωση που είχαν σχηματίσει, ότι είχαν τοποθετήσει τα χρήματά τους σε τραπεζικό προϊόν που ομοίαζε με προθεσμιακή κατάθεση. Με αυτή την υποτιθέμενη εντύπωση δεν συνάδει ούτε η κατά τα άνω αναφερόμενη στο περιληπτικό σημείωμα του από 5-4-2011 Ενημερωτικού Δελτίου αόριστη διάρκεια των Μ.Α.Ε.Κ., δεδομένου ότι οι προθεσμιακές καταθέσεις έχουν συγκεκριμένη διάρκεια, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας. Προέκυψε δε, ότι η απόφαση των εφεσίβλητων να μην ανταλλάξουν τα προϊόντα τους σε Υ.Μ.Ο., υπαγορεύθηκε από την επιθυμία τους να μην απωλέσουν το κεφάλαιό τους που είχε επενδυθεί σε Μ.Α.Ε.Κ., αλλά και από την προσδοκία ότι η εκδότρια Τράπεζα θα ήταν σε θέση τελικά να καταβάλει την αξία τους, ενόψει και της από 30-6-2012 ενίσχυσης που αυτή έλαβε και της άντλησης από το Ευρωσύστημα (E.L.A.), 1.000.000.000 ευρώ, ως την 15-3- 2012. Επομένως, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι εφεσίβλητοι επέλεξαν την επένδυση στα επίδικα Μ.Α.Κ. και Μ.Α.Ε.Κ. επειδή ήταν απολύτως συμβατά με το επενδυτικό τους προφίλ, καθοριστικό δε στοιχείο στην εν λόγω απόφασή τους, που ήταν αποτέλεσμα της ελεύθερης επιλογής τους, ήταν η επιθυμία τους για επίτευξη του μέγιστου δυνατού κέρδους, μέσω της απόδοσης τόκων υψηλότερων σε σύγκριση με τους τόκους που απέδιδαν τα απλά καταθετικά προϊόντα και ιδίως οι προθεσμιακές καταθέσεις, και όχι οι προτροπές των προστηθέντων υπαλλήλων της εκκαλούσας, όπως οι εφεσίβλητοι αβάσιμα υποστηρίζουν, οι οποίοι ήταν πλήρως ενημερωμένοι κατά την κτήση των Μ.Α.Κ. και Μ.Α.Ε.Κ. σχετικά με τα χαρακτηριστικά τους και τη διαφορά τους από τις προθεσμιακές καταθέσεις, ενώ δεν αποκρύφτηκαν από αυτούς οι κίνδυνοι που εγκυμονούσε η συγκεκριμένη επένδυση, ήτοι ο κίνδυνος απώλειας κεφαλαίου, σε περίπτωση τροπής των Μ.Α.Ε.Κ. σε απλές μετοχές της εναγομένης, ούτε όμως οι υπάλληλοι της τελευταίας τους διαβεβαίωσαν ότι τα επενδυόμενα χρήματά τους θα ήταν ασφαλή και η επένδυσή τους στα επίδικα τραπεζικά προϊόντα θα ήταν διασφαλισμένη, ενώ δεν προέκυψε και ότι οι προστηθέντες υπάλληλοι της εκκαλούσας, πέραν της παρουσίασης των επίδικων προϊόντων, υπήρξαν πιεστικοί ως προς την πραγματοποίηση της συγκεκριμένης επένδυσης και απέκρυψαν, σκοπίμως, σημαντικές πληροφορίες, σχετικά με τους κινδύνους της, τους οποίους οι ίδιοι γνώριζαν. Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι οι εφεσίβλητοι ενημερώθηκαν επαρκώς από τους υπάλληλους της εκκαλούσας, σχετικά με το είδος, τις αποδόσεις και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των Μ.Α.Κ. και Μ.Α.Ε.Κ., σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2251/1994. Επομένως, αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα δεν παρέβη, στο πλαίσιο της συναλλακτικής της δραστηριότητας, τη γενική υποχρέωση πρόνοιας και ασφάλειας έναντι των πελατών της - εφεσίβλητων, όπως αυτή απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 του ΑΚ.

Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι η συμπεριφορά αυτής και των προστηθέντων υπαλλήλων της ανταποκρινόταν στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, ήτοι στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας, στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών προς τους εφεσίβλητους, οι οποίοι εμπίπτουν στην έννοια του καταναλωτή και υπάγονται στην προστασία του ν. 2251/1994, καθόσον αυτοί δεν υπερβαίνουν το πρότυπο του μέσου αποταμιευτή, ενόψει του ότι τα επενδυμένα από αυτούς ως άνω ποσά, δεν ήταν υπερβολικά υψηλά, ούτε αποδείχθηκε αποκλειστική ενασχόληση αυτών με προϊόντα και συναλλαγές υψηλής οικονομικής αξίας. Εφόσον δεν αποδείχθηκε παράβαση εκ μέρους της εκκαλούσας των υποχρεώσεων επιμέλειας έναντι των εφεσίβλητων σχετικά με την πληροφόρησή τους, ούτε υπαιτιότητα αυτής για την απώλεια του κεφαλαίου των τελευταίων, δεν γεννάται ευθύνη της ούτε κατά τις κοινές περί αδικοπραξίας διατάξεις (άρθρα 297, 298, 914 ΑΚ), ούτε κατά τις διατάξεις περί προστασίας του καταναλωτή του ν. 2251/1994, ούτε κατά τις διατάξεις περί ενδοσυμβατικής ευθύνης.

Περαιτέρω, με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, συνάγεται ότι ανεξαρτήτως της συνδρομής των υπόλοιπων προϋποθέσεων της καταγόμενης σε κρίση αδικοπραξίας, σε κάθε περίπτωση δεν συντρέχει η απαιτούμενη πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του ως άνω ζημιογόνου γεγονότος και της επελθούσας ζημίας, με βάση όσα αναλύθηκαν στη μείζονα σκέψη της απόφασης. Και τούτο διότι στην αιτιώδη διαδρομή μεταξύ των ανωτέρω μεσολάβησε διακοπτικό του αιτιώδους συνδέσμου τους γεγονός και δη η ακύρωση των Μ.Α.Ε.Κ., που κατείχαν οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι, κατόπιν μετατροπής τους σε συνήθεις μετοχές της εναγόμενης - εκκαλούσας. Ειδικότερα, ακόμη και αν υποτεθεί ότι έλαβε χώρα η επικαλούμενη από τους εφεσίβλητους αδικοπρακτική συμπεριφορά της εκκαλούσας, αυτή δεν συνδέεται αιτιωδώς με την επελθούσα ζημία, την οποία αναμφισβήτητα υπέστησαν οι εφεσίβλητοι με την απομείωση της συνολικής αξίας των μετοχών τους (ύστερα από την υποχρεωτική μετατροπή των Μ.Α.Ε.Κ.), δεδομένου ότι μόνη η αγορά των Μ.Α.Ε.Κ. και η επένδυση του κεφαλαίου τους σε αυτά ουδεμία ζημία θα επέφερε αντικειμενικά, ήτοι κατά την αντίληψη του μέσου συνετού ανθρώπου, στους εφεσίβλητους και δεν ήταν αυτή γεγονός ικανό και πρόσφορο με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, κατά τον χρόνο που επένδυσαν σε αυτά (μήνα Μάιο του έτους 2011) να τους ζημιώσει, εφόσον ο κίνδυνος από την φερεγγυότητα της εκκαλούσας ως εκδότριας των ομολόγων αυτών ήταν κατά το χρόνο εκείνο σχεδόν μηδενικός και, σε κάθε περίπτωση, ο συνήθης περιορισμένος επενδυτικός κίνδυνος κάθε επενδυτικού προϊόντος, ο οποίος ήταν γνωστός στους εφεσίβλητους, όπως εκτέθηκε. Η ζημία δηλαδή αυτή δεν ταυτίζεται με την επένδυση, ούτε οφείλεται σε αθέτηση συμβατικής υποχρέωσης της Τράπεζας ή αδικοπρακτικής συμπεριφοράς αυτής, αλλά προκλήθηκε από το έκτακτο και αντικειμενικό, απρόβλεπτο από τους προστηθέντες της εκκαλούσας, ακόμη και με μέτρα άκρας σύνεσης και επιμέλειας, γεγονός της με νομοθετική παρέμβαση (το νόμο 17(Ι)/2013) της Κυπριακής Δημοκρατίας περί εξυγίανσης των πιστωτικών ιδρυμάτων) αναγκαστικής θέσης της σε καθεστώς εξυγίανσης και της έκδοσης των υπ' αριθμ. ...-2013 και ...-2013 Διαταγμάτων (ΚανονιστικέςΔιοικητικές Πράξεις) του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, δυνάμει των οποίων, κατά τα προλεχθέντα, απομειώθηκε ολοσχερώς η αξία των μετοχών της εκκαλούσας, η εν λόγω δε παρέμβαση της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου οφείλεται σε εξίσου απρόβλεπτα και εξαιρετικά γεγονότα, ήτοι στην κατάρρευση του κυπριακού τραπεζικού συστήματος, το "κούρεμα" των Ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου, την απόφαση του Eurogroup της 15-3-2013 για επιβολή του "bail in", το οποίο δεν προβλεπόταν από την κυπριακή έννομη τάξη και εφαρμόσθηκε για πρώτη φορά στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η αναφορά πλήθους παραγόντων κινδύνου στα ενημερωτικά δελτία της έκδοσης των Μ.Α.Ε.Κ. (και των Μ.Α.Κ. προηγουμένως) αποτελούσε απλώς αφηρημένη δυνατότητα επέλευσης αυτών και όχι πιθανότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, έτσι ώστε δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι τελεί σε πρόσφορη αιτιότητα με την επέλευση τη ζημίας των εφεσίβλητων. Ακόμη επικουρικότερα, όμως, ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι η αγορά και επένδυση στα Μ.Α.Κ. και Μ.Α.Ε.Κ. αποτελεί αφ' εαυτής πρόσφορο αιτιώδη όρο της επελθούσας ζημίας, μεταξύ αυτού του αρχικού πρόσφορου αιτίου και του αποτελέσματος (της ζημίας των εφεσίβλητων) παρεμβλήθηκε άλλο γεγονός, το οποίο διέκοψε τον αιτιώδη σύνδεσμο, ήταν δε αυτό η έκδοση των προαναφερόμενων Διαταγμάτων της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, δυνάμει των οποίων τα Μ.Α.Ε.Κ. μετατράπηκαν υποχρεωτικώς σε μετοχές της εκκαλούσας, οι δε μετοχές της μειώθηκαν προς την ονομαστική τους αξία από ένα (1) ευρώ εκάστη σε 0,01 ευρώ, γεγονός το οποίο ήταν εξαιρετικό και απρόβλεπτο, διότι κατά τον χρόνο της κτήσης των Μ.Α.Κ. και Μ.Α.Ε.Κ. από τους εφεσίβλητους (Ιούνιος 2009 και Μάιος 2011 αντίστοιχα), αλλά έστω και αργότερα κατά την ως άνω προσφερόμενη ανταλλαγή με τα Υ.Μ.Ο., δεν μπορούσε αντικειμενικά να προβλεφθεί (η) ανωτέρω νομοθετική παρέμβαση σε επενδυτικό προϊόν και η πρωτοφανής σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης διάσωση της εκκαλούσας με ίδια μέσα (bail in).

Συνεπώς, με τη μεσολάβηση αυτού του γεγονότος, το αρχικό αίτιο, η αγορά, δηλαδή, και επένδυση στα Μ.Α.Κ. και Μ.Α.Ε.Κ. δεν πρόλαβε να παραγάγει το ζημιογόνο αποτέλεσμα εις βάρος των εφεσίβλητων ...Οι παραπάνω κρίσεις δεν αναιρούνται από τις παρακάτω αναφερόμενες αποφάσεις ήτοι: 1)...Ενόψει των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε, αφενός μεν ότι η ζημία των εναγόντων κι ήδη εφεσίβλητων οφειλόταν σε αδικοπρακτική συμπεριφορά των προστηθέντων- υπαλλήλων της εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, αφετέρου δε, ότι δεν υπήρξε διακοπή του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας, εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις".

Σύμφωνα με το άρθρο 249 εδ. α' ΚΠολΔ, "Αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται εν όλω ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν μπορεί να προσβληθεί". Από τη διατύπωση και το σκοπό της διάταξης αυτής, η οποία έχει θεσπισθεί προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, συνάγεται ότι η εφαρμογή της δεν είναι εκ προοιμίου ασυμβίβαστη με την αναιρετική δίκη. Διότι, παρά τη μη ειδική αναφορά της στο άρθρο 573 § 1 ΚΠολΔ, όπου γίνεται ενδεικτική μνεία μιας σειράς από διατάξεις του γενικού μέρους του ΚΠολΔ, που μπορούν να έχουν εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, δεν αποκλείεται, σε συγκεκριμένη περίπτωση, η διακριτική ευχέρεια, που παρέχεται από το άρθρο 249 ΚΠολΔ, να εξασφαλίζει την προσφορότερη λύση για την εξυπηρέτηση του ως άνω σκοπού. Αυτό συμβαίνει, προεχόντως, όταν κάποιο σοβαρό, νομικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από το οικείο αναιρετικό τμήμα, έχει παραπεμφθεί ήδη κατά το άρθρο 563 § 2β ΚΠολΔ στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, όπου και εκκρεμεί, είτε διότι εμφανίζει γενικότερο ενδιαφέρον είτε διότι τούτο είναι αναγκαίο για την ενότητα της νομολογίας (ΑΠ 1625/2023, ΑΠ 347/2021, ΑΠ 452/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, από το περιεχόμενο της ανωτέρω απόφασης σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο, για την παραδοχή της έφεσης της αναιρεσίβλητης και την εν συνεχεία απόρριψη της αγωγής των ααναιρεσειόντων ως προς αυτήν, περιέλαβε στο σκεπτικό του τρείς επάλληλες αιτιολογίες, καθεμία των οποίων στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό και συγκεκεριμένα δέχθηκε α) κυρίως ότι "εφόσον δεν αποδείχθηκε παράβαση εκ μέρους της εκκαλούσας των υποχρεώσεων επιμέλειας έναντι των εφεσίβλητων σχετικά με την πληροφόρησή τους, ούτε υπαιτιότητα αυτής για την απώλεια του κεφαλαίου των τελευταίων, δεν γεννάται ευθύνη της ούτε κατά τις κοινές περί αδικοπραξίας διατάξεις (άρθρα 297, 298, 914 ΑΚ), ούτε κατά τις διατάξεις περί προστασίας του καταναλωτή του ν. 2251/1994, ούτε κατά τις διατάξεις περί ενδοσυμβατικής ευθύνης", β) επικουρικά ότι "σε κάθε περίπτωση δεν συντρέχει η απαιτούμενη πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του ως άνω ζημιογόνου γεγονότος και της επελθούσας ζημίας" γιατί "ακόμη και αν υποτεθεί ότι έλαβε χώρα η επικαλούμενη από τους εφεσίβλητους αδικοπρακτική συμπεριφορά της εκκαλούσας, αυτή δεν συνδέεται αιτιωδώς με την επελθούσα ζημία" και γ) επικουρικότερα ότι "ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι η αγορά και επένδυση στα Μ.Α.Κ. και Μ.Α.Ε.Κ. αποτελεί αφ' εαυτής πρόσφορο αιτιώδη όρο της επελθούσας ζημίας, μεταξύ αυτού του αρχικού πρόσφορου αιτίου και του αποτελέσματος (της ζημίας των εφεσίβλητων) παρεμβλήθηκε άλλο γεγονός, το οποίο διέκοψε τον αιτιώδη σύνδεσμο, ήταν δε αυτό η έκδοση των προαναφερόμενων Διαταγμάτων της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, δυνάμει των οποίων τα Μ.Α.Ε.Κ. μετατράπηκαν υποχρεωτικώς σε μετοχές της εκκαλούσας, οι δε μετοχές της μειώθηκαν προς την ονομαστική τους αξία από ένα (1) ευρώ εκάστη σε 0,01 ευρώ, γεγονός το οποίο ήταν εξαιρετικό και απρόβλεπτο". Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης και τον δεύτερο πρόσθετο λόγο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην απόφαση, ως προς τις ανωτέρω επικουρική και επικουρικότερη αιτιολογίες της απόφασης, τις από το άρθρο 559 παρ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παράβασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914, 297, 298, 330, 288 και 281 ΑΚ. Το Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου με την υπ' αριθ. 1133/2025 απόφασή του, ληφθείσα με πλειοψηφία μίας ψήφου (3 έναντι 2), αποφαινόμενο για τα ίδια ανωτέρω ζητήματα επί αιτήσεως αναιρέσεως της Τράπεζας Κύπρου, η οποία στρέφεται κατά φυσικών προσώπων, που είχαν αγοράσει από αυτήν τα ίδια ανωτέρω ομόλογα (Μ.Α.Ε.Κ.) και των οποίων είχαν γίνει δεκτές οι σχετικές αγωγές, έκρινε, α) όσον αφορά την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου, ως όρου της αδικοπραξίας, ήτοι σχετικά με το αν οι πράξεις ή οι παραλείψεις των προστηθέντων από την αναιρεσείουσα τράπεζα υπαλλήλων της ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανές και μπορούσαν αντικειμενικά να επιφέρουν κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, το συγκεκριμένο επιζήμιο αποτέλεσμα και β) όσον αφορά το εάν ο αιτιώδης αυτός σύνδεσμος πράγματι διακόπηκε από γεγονός εξωτερικό και όλως απρόβλεπτο ότι : "Το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε ότι η ζημιογόνος συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων της ήδη αναιρεσείουσας τράπεζας, συνισταμένη στην πλημμελή ενημέρωση των ήδη αναιρεσίβλητων ως προς τους επενδυτικούς κινδύνους, του οποίους αυτοί αναλάμβαναν, συνάπτοντας, κατά το μήνα Μάιο του έτους 2011, τις ένδικες επενδυτικές συμβάσεις, υπήρξε αναγκαίος όρος και συνδέεται αμέσως, κατά πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια, με την ένδικη ζημία των ήδη αναιρεσιβλήτων (εναγόντων), συνισταμένη, όπως από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, στην απώλεια του συνόλου σχεδόν της αξίας των επενδύσεών τους, συνεπεία υποχρεωτικής μετατροπής των επίμαχων μετατρέψιμων χρεογράφων (Μ.Α.Ε.Κ), αρχικά σε μετοχές της αναιρεσείουσας τράπεζας, ονομαστικής αξίας ισόποσης με αυτά και στη συνέχεια σε μετοχές της ονομαστικής αξίας ισουμένης με το ένα εκατοστό της αρχικής, που επιβλήθηκε, κατά τον Ιούλιο του 2013, στην ήδη αναιρεσείουσα τράπεζα, για την εξυγίανση και διάσωσή της, δυνάμει νόμου της Κυπριακής Δημοκρατίας και Διαταγμάτων της Κεντρικής της Τράπεζας, κατόπιν σχετικής Οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Τούτο δε διότι η προαναφερθείσα συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων της ήδη αναιρεσείουσας τράπεζας και η, κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, επελθούσα, ως συνέπεια αυτής (συμπεριφοράς), ως άνω ένδικη ζημία των ήδη αναιρεσιβλήτων (εναγόντων) δεν συνδέονται μεταξύ τους αμέσως κατά πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια. Συγκεκριμένα, η εν λόγω συμπεριφορά, εκδηλωθείσα κατά το Μάιο του έτους 2011, δεν ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή ούτε μπορούσε, αντικειμενικά και κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το συγκεκριμένο επιζήμιο αποτέλεσμα, χωρίς τη μεσολάβηση κατά τον Ιούλιο του 2013 της αναφερόμενης νομοθετικής παρέμβασης της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Κεντρικής της Τράπεζας. Τα τελευταία αποτελούν περιστατικά κείμενα εκτός της συνηθισμένης και κανονικής πορείας των πραγμάτων, ως γεγονότα εντελώς έκτακτα, εξαιρετικά, χωρίς ανάλογο προηγούμενο μέχρι τότε στην κυπριακή έννομη τάξη και ως εκ τούτου μη δυνάμενα να προβλεφθούν κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο της σύναψης των ένδικων επενδυτικών συμβάσεων (έτος 2011), από το μέσο, λογικό, ευσυνείδητο και επιμελή άνθρωπο. Με βάση τα παραπάνω είναι σαφές ότι καθοριστικής σημασίας στην παρούσα περίπτωση είναι το κριτήριο της προβλεψιμότητας της ως άνω ζημίας από τον προαναφερόμενο άνθρωπο με βάση τα δεδομένα που είχε υπόψη του κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης (αντικειμενική εκ των προτέρων πρόγνωση) και όχι εκ των υστέρων με βάση στοιχεία που εμφανίζονται μετά την επέλευση της ζημίας, όπως έγινε δεκτό από την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την ύπαρξη πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας. Επομένως, το Εφετείο με την προαναφερθείσα κρίση του παραβίασε ευθέως τους ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου κανόνες, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ως εκ τούτου είναι βάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του". Στη συνέχεια δε απεφάνθη ότι η απόφαση για το βάσιμο του πρώτου λόγου κατά το οικείο σκέλος του της από 20.4.2021 ένδικης ενώπιόν του αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πρέπει να παραπεμφθεί στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 563 στοιχ. β' ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 27 παρ. 2 εδ β' του Ν. 4938/2022 και να αναβληθεί η συζήτηση των λοιπών λόγων της ενώπιόν του κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ως προς τους οποίους το Τμήμα επιφυλάχθηκε.

Επειδή εν προκειμένω, πέραν της ανωτέρω απόφασης, έχουν εκδοθεί αντίθετες μεταξύ τους αποφάσεις του Αρείου Πάγου αναφορικά με τα θεμελιώδους σημασίας ζητήματα της ύπαρξης ή μη πρόσφορης αιτιώδους συναφείας μεταξύ των πράξεων ή παραλείψεων των προστηθέντων από την αναιρεσείουσα τράπεζα υπαλλήλων της και της επελθούσας ζημίας των ιδιωτών επενδυτών καθώς και της διακοπής ή μη του αιτιώδους συνδέσμου από τη μεσολάβηση κατά τον Ιούλιο του 2013 της προαναφερόμενης νομοθετικής παρέμβασης της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Κεντρικής της Τράπεζας (ΑΠ 149/2024, ΑΠ 16/2024, ΑΠ 2061/2022,ΑΠ 1083/2022, ΑΠ 1183/2021-αντιθ. πλειοψ.ΑΠ 1512/2021, ΑΠ 1136/2020, ΑΠ 813/2019), ζητήματα για τα οποία πλέον καλείται να αποφανθεί η Πλήρης Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, κρίνεται ότι θα πρέπει, για την ενότητα της νομολογίας και προς αποφυγή περαιτέρω εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, να εφαρμοστεί η διάταξη του άρθ. 249 ΚΠολΔ, όσον αφορά τον τρίτο λόγο αναίρεσης και τον δεύτερο πρόσθετο λόγο και να αναβληθεί η πρόοδος της παρούσας δίκης για το λόγο αυτόν, μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, προς την οποία η τυχόν παραπομπή και της υπόθεσης αυτής θα επιβράδυνε ακόμη περισσότερο την εκδίκασή της. Περαιτέρω, θα πρέπει να αναβληθεί η συζήτηση και των λοιπών λόγων αναίρεσης (πρώτου, δεύτερου και πρώτου πρόσθετου), οι οποίοι πλήττουν την κύρια αιτιολογία της απόφασης, αφού η εξέταση τους συνέχεται άμεσα με την κρίση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, δεδομένου ότι η εξέταση τους θα καταστεί αλυσιτελής, εάν η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου αποφανθεί όπως αποφάσισε η πλειοψηφία στην ανωτέρω 1133/2025 απόφαση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-Αναβάλλει την έρευνα των λόγων της αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής, εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, στην οποία έχει παραπεμφθεί όμοια υπόθεση με την υπ'αριθ. 1133/2025 απόφαση του Α1 Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου, σχετικά με τα, στο σκεπτικό της παρούσας αναφερθέντα, κρίσιμα για την ενότητα της νομολογίας ζητήματα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Σεπτεμβρίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή