ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1529/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1529/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1529/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1529 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1529/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, και ειδικά στην προκειμένη περίπτωση από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Πλοίων Πειραιώς, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την Όλγα Παπαχρήστου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ Α.Ε." (Ε.Τ.Β.Α. Α.Ε) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από την καθολική διάδοχο αυτής, τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Φούλης Ευαγγελίδου-Τσικρικά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις: 1) από 05-02-1996 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης, και 2) την από 23-02-1996 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2023/1998 του ίδιου Δικαστηρίου και 624/2002 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-12-2002 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Αποστολάκης, ανέγνωσε την έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία, Αρεοπαγίτη Κυριάκου Μπαμπαλίδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη και των δύο λόγων της κρινόμενης αίτησης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 205 ΚΙΝΔ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο της σύνταξης του προσβαλλόμενου πίνακα κατάταξης (18-1-1996), "είναι προνομιούχοι επί του πλοίου και του ναύλου κατά την κατωτέρω τάξιν μόνον αι ακόλουθοι απαιτήσεις: α) τα δικαστικά έξοδα τα γενόμενα προς το κοινόν συμφέρον των δανειστών, τα βαρύνοντα το πλοίον τέλη και δικαιώματα, οι συναφείς προς την ναυσιπλοΐαν φόροι, ως και τα από του κατάπλου του πλοίου εις τον τελευταίο λιμένα έξοδα φυλάξεως και συντηρήσεως, β) αι εκ της συμβάσεως εργασίας πηγάζουσαι απαιτήσεις του πλοιάρχου και του πληρώματος, ως και τα εκ της ναυτολογήσεως αυτών δικαιώματα του Ναυτικού Απομαχικού Ταμείου, γ) τα έξοδα και αι αμοιβαί λόγω επιθαλασσίου αρωγής διασώσεως και ναυαγιαιρέσεως, δ) αι λόγω συγκρούσεως ή προσκρούσεως πλοίων οφειλόμενες αποζημιώσεις εις τα πλοία, τους επιβάτες και τα φορτία. Τα προνόμια προηγούνται της υποθήκης". Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 195 ΚΙΝΔ, "τίτλος προς απόκτησιν υποθήκης επί πλοίου είναι μόνον η ιδιωτική βούλησις. Υποθήκη συνιστάται και επί του ναυπηγουμένου πλοίου εφ` όσον τούτο είναι νηολογημένον." Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 1012 §§ 1 και 4, 974, 975, 976 και 977 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο πλειστηριασμός του πλοίου που κατασχέθηκε γίνεται ενώπιον συμβολαιογράφου της περιφέρειας του λιμανιού, όπου βρίσκεται το πλοίο κατά την κατάσχεση. Αν το πλειστηρίασμα που επιτεύχθηκε δεν αρκεί για την ικανοποίηση εκείνου υπέρ του οποίου έγινε η εκτέλεση και των αναγγελθέντων δανειστών, ο συμβολαιογράφος συντάσσει πίνακα κατάταξης των δανειστών. Κατατάσσονται κατά πρώτο λόγο οι απαιτήσεις που απολαμβάνουν οποιουδήποτε ειδικού ναυτικού προνομίου, που προβλέπεται από το άρθρο 205 ΚΙΝΔ, ακολούθως οι απαιτήσεις, που ασφαλίζονται με απλή υποθήκη κατ' άρθρο 195 ΚΙΝΔ ή προτιμώμενη υποθήκη του ν. 3899/1958, και μετά την πλήρη ικανοποίηση των απαιτήσεων αυτών κατατάσσονται στο πλειστηρίασμα, που τυχόν απομένει, οι απαιτήσεις που είναι εξοπλισμένες με γενικά και ειδικά προνόμια κατά τα άρθρα 975 και 976 ΚΠολΔ, τελευταίοι δε κατατάσσονται οι εγχειρόγραφοι δανειστές. Δηλαδή, τα γενικά και ειδικά προνόμια των διατάξεων του ΚΠολΔ δεν στερούνται σημασίας στην κατάταξη επί πλειστηριασμού πλοίου, αλλά εφαρμόζονται, μετά την κατάταξη των ναυτικών προνομίων και της ναυτικής υποθήκης, επί του υπολοίπου, έτσι ώστε, μετά την κατάταξη των απαιτήσεων που αναγγέλθηκαν και απολαμβάνουν οποιουδήποτε ναυτικού προνομίου ή ασφαλίζονται με απλή ή προτιμώμενη υποθήκη, το περίσσευμα από το πλειστηρίασμα να διανέμεται μεταξύ των υπολοίπων αναγγελθέντων δανειστών κατά το σύστημα του ΚΠολΔ (Α.Π. 86/2021, Α.Π. 152/2020, Α.Π. 511/2014, Α.Π. 681/2004).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 205 ΚΙΝΔ προκύπτει ότι τα ναυτικά προνόμια υφίστανται μόνον επί πλοίου με την έννοια του άρθρου 1 του ΚΙΝΔ, και όχι αυτών που έχουν καθαρή χωρητικότητα κάτω των δέκα κόρων και των μη προωρισμένων να κινούνται αυτοδυνάμως στη θάλασσα πλωτών ναυπηγημάτων, επί των οποίων (πλωτών ναυπηγημάτων) εφαρμόζονται οι περί γενικών και ειδικών προνομίων διατάξεις του ΚΠολΔ ή άλλου νόμου. Στην περίπτωση της μετασκευής, εφόσον η προσωρινή αδυναμία του πλοίου προς θαλασσοπλοΐα δεν επάγεται απώλεια της ιδιότητας αυτού ως πλοίου, αυτό μπορεί να είναι αντικείμενο ναυτικών προνομίων όσο διαρκεί η προσωρινή ανικανότητα προς πλεύση. Αντιθέτως, η οριστική αδυναμία του πλοίου προς ναυσιπλοΐα στερεί από αυτό την ιδιότητα του πλοίου και καθιστά αδύνατη τη γένεση ναυτικών προνομίων επ' αυτού. Η συνδρομή της μιας ή της άλλης από τις δύο αυτές περιπτώσεις, της προσωρινής, δηλαδή, ή οριστικής απώλειας της ιδιότητας του σκάφους ως πλοίου, εξαρτάται τόσο από τη φύση και την έκταση των σχετικών για τη μετασκευή εργασιών, όσο και από τον χρόνο που θα απαιτηθεί για την ολοκλήρωσή τους, στοιχεία από τα οποία θα κριθεί αν το υπό μετατροπή σκάφος, κατά το χρόνο του πλειστηριασμού, αποτελούσε ολοκληρωμένη οικονομική μονάδα, που είχε αποκτήσει την ατομικότητα που το προσδιορίζει και του επιτρέπει την αυτοδύναμη λειτουργία του και την εξυπηρέτηση του σκοπού του, που είναι η ναυτική αποστολή του (Α.Π. 897/2006, Α.Π. 757/2001).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 27/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 8/2018, Ολ.Α.Π. 7/2006).

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.Α.Π. 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π. 18/08, Ολ.Α.Π. 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 50/2020, Α.Π. 1075/2019, Α.Π. 708/2017, Α.Π. 667/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 10-12-2002 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 624/2002 οριστική απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Με την από 5-2-1996 ανακοπή της, η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσίβλητη Ε.Τ.Β.Α. ζήτησε να μεταρρυθμιστεί ο ...-1996 πίνακας κατάταξης δανειστών του συμβολαιογράφου Αμαρουσίου Κ. Γ., που συντάχθηκε μετά τον πλειστηριασμό πλοίου υπό κατασκευή, προκειμένου να αποβληθούν οι εννέα πρώτοι καθ' ων Ο.Λ.Π., Γ. Σ., Α. Μ., Ι. Μ., Ν. Ν., Κ. Β., Η. Φ., Σ. Σ. και Α. Μ., μη διάδικοι στην παρούσα αναιρετική δίκη (δέκατος καθ' ου της ανακοπής ήταν ο συμβολαιογράφος, που συνέταξε τον πίνακα κατάταξης), και να καταταγεί η ίδια στο ποσό, που ελευθερώνεται, για απαίτησή της, ασφαλιζόμενη με ναυτική υποθήκη. Επίσης, η Τράπεζα Κρήτης (μη διάδικος στην αναιρετική δίκη) με την από 21-2-1996 ανακοπή της ζήτησε την αποβολή των ανωτέρω εννέα καθ' ων από τον πίνακα και την κατάταξή της για εγχειρόγραφη απαίτησή της, και το ανακόπτον και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 23-2-1996 ανακοπή του ζήτησε την αποβολή των ίδιων ως άνω καθ' ων και την κατάταξή του για απαίτησή του, για την οποία αναγγέλθηκε στην εκτέλεση διά του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Πλοίων Πειραιώς. Οι ανακοπές συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε η 2023/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία απέρριψε τις ανακοπές της Τράπεζας Κρήτης και του Δημοσίου, δέχτηκε την ανακοπή της Ε.Τ.Β.Α., μόνο καθόσον αυτή στρεφόταν κατά των εννέα πρώτων καθ' ων, απέβαλε αυτούς από την κατάταξη και κατέταξε στη θέση τους την ανακόπτουσα για το ποσό των 198.996.018 δραχμών (583.994,18 ευρώ).

Κατά της πρωτόδικης απόφασης άσκησαν εφέσεις ο πρώτος καθ' ου Ο.Λ.Π. και το αναιρεσείον Δημόσιο, οι οποίες απορρίφθηκαν με την προσβαλλόμενη 624/2002 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς με την ακόλουθη, κρίσιμη για τον αναιρετικό έλεγχο αιτιολογία:

"Με επίσπευση του Σ. Μ. του Χ. εκπλειστηριάστηκε στις 8-11-1995 στο Πέραμα Αττικής ένα υπό κατασκευή ημιτελές κρουαζιερόπλοιο με τον τίτλο "ΣΗ ΒΕΝΤΣΟΥΡ", πρώην "ΤΑΫΓΕΤΟΣ", 6.000 κοχ, αριθμού νηολογήσεως 6557 και με διεθνές διακριτικό σήμα SWSF, που φέρεται στα νηολόγια να έχει μήκος ολικό 88,65 μέτρα, μήκος καθαρό 79,30 μέτρα, πλάτος 14,80 μ. και βάθος 5,31 μ., κόρους ολικής χωρητικότητας 2.300 περίπου και κόρους καθαρής χωρητικότητας 1.200 περίπου. ... Το υπό κατασκευή κρουαζιερόπλοιο ανήκε στην οφειλέτρια εταιρία "ΑΤΛΑΝΤΙΚΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ Α.Ε" και είχε κατασχεθεί δυνάμει της ...-1995 εκθέσεως αναγκαστικής κατασχέσεως του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Δ. Π. και είχε εκτεθεί σε δημόσιο πλειστηριασμό με την ...-95 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού του επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου συμβ/φου Αμαρουσίου Κ. Γ., το οποίο και κατακυρώθηκε στη Γ. συζ. Σ. Μ. αντί του ποσού των 201.232.000 δρχ. Μετά τη διενέργεια του πλειστηριασμού ανήγγειλαν τις απαιτήσεις τους εκτός των άλλων δανειστών, και οι ανακόπτοντες για τα εξής ποσά: α) η ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΡΗΤΗΣ Α.Ε. για 1) 498.588,9 δολλ. ΗΠΑ και 2.844.736 δρχ., μείον ποσό 49.904.500 δρχ. και 2) 300.000 δολλ. ΗΠΑ και 2.345.656 δρχ., ποσά τα οποία της επιδικάσθηκαν με τις .../90 και .../90 διαταγές πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και αφορούσαν απαιτήσεις της προερχόμενες από συμβάσεις πιστώσεως ανοικτού λογαριασμού που είχε συνάψει με την οφειλέτρια εταιρία, β) το Ελληνικό Δημόσιο για το ποσό του 1.014.000.000 δρχ. που προερχόταν από αδιάθετα υπόλοιπα χρέους παρελθόντων ετών και συγκεκριμένα από επιδότηση που είχε χορηγηθεί στην οφειλέτρια-καθ' ης η εκτέλεση για τη μετασκευή του εκπλειστηριασθέντος σκάφους και γ) η "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ Α.Ε" για ποσό 4.956.274.414 δρχ., το οποίο προερχόταν από δάνειο που χορήγησε στην οφειλέτρια εταιρία και το οποίο είχε εξασφαλίσει με δύο προτιμώμενες υποθήκες ποσού 65.000.000 δρχ. και 1.688.000.000 δρχ. αντίστοιχα. Ο προαναφερόμενος συμβολαιογράφος συνέταξε τον ...-1996 πίνακα κατατάξεως δανειστών, σύμφωνα με τον οποίο μετά την αφαίρεση των εξόδων εκτελέσεως, που ανήλθαν σε 2.235.982 δρχ., επί του υπολοίπου ποσού των 198.996.018 δρχ. κατέταξε προνομιακά, κατά το άρθρο 205 του ΚΙΝΔ τις απαιτήσεις των ακόλουθων δανειστών: 1) τον Οργανισμό Λιμένος Πειραιώς ΟΛΠ για το ποσό των 181.635.961 δρχ., που προερχόταν από δικαιώματα χρήσεως χώρου παραβολής, πλευρίσεως και παροχής λοιπών υπηρεσιών. 2) Τον Γ. Σ. για το ποσό των 4.673.425 δρχ. 3) Τον Α. Μ. για το ποσό των 444.457 δρχ. 4) Τον Ι. Μ. για το ποσό των 461.875 δρχ. 5) Τον Ν. Ν. για το ποσό των 193.634 δρχ. 6) Τον Κ. Β. για το ποσό των 240.003 δρχ. 7) Τον Η. Φ. για το ποσό των 233.054 δρχ. 8) Τον Σ. Σ. για το ποσό των 6.730.611 δρχ. και 9) τον Α. Μ. για το ποσό των 4.382.998 δρχ. Οι απαιτήσεις των παραπάνω υπ' αρίθ. 2 έως και 9 φυσικών προσώπων προέρχονταν από παροχή εργασίας τους, ως πλοιάρχου ο 8ος και φυλάκων του πλοίου οι λοιποί. ... Οι απαιτήσεις των ως άνω φυσικών προσώπων κρίθηκαν από το συμβολαιογράφο ότι απολαύουν του προνομίου του άρθρου 205 του ΚΙΝΔ γιατί αφορούσαν έξοδα φύλαξης και συντήρησης του πλοίου. Επειδή το επιτευχθέν πλειστηρίασμα δεν επαρκούσε για την πλήρη ικανοποίηση των καταταγέντων δανειστών, αυτοί κατετάγησαν συμμέτρως για τα πιο πάνω ποσά. ενώ οι απαιτήσεις των λοιπών δανειστών, μεταξύ των οποίων και εκείνες των ανακοπτόντων δεν κατετάγησαν γιατί δεν υπάγονταν σε καμία από τις περιπτώσεις του άρθρου 205 του ΚΙΝΔ. Όμως, αποδείχθηκε ότι το εκπλειστηριασθέν πλοίο δεν ήταν πλοίο με την έννοια που απαιτεί ο νόμος, αφού αυτό δεν ήταν ικανό προς ναυσιπλοΐα, δεδομένου ότι βρισκόταν υπό μετασκευή για μεγάλο χρονικό διάστημα, ήτοι για δέκα (10) χρόνια περίπου, σε επισκευαστική βάση της περιοχής Περάματος αρχικά και στη συνέχεια εκείνης του Ικονίου. Οι μετασκευές, που είχαν αρχίσει πριν επιβληθεί σ? αυτό στις 4-7-1990 η πρώτη αναγκαστική κατάσχεση, γίνονταν επί του "πλοίου" προκειμένου να μετατραπεί αυτό σε κρουαζιερόπλοιο πολυτελείας και ήταν ευρύτατες, δεδομένου ότι είχε γίνει επέμβαση και στο σκελετό του, αφού το ολικό μήκος του θα έφτανε τα 135,10 μ. (από 88,65 μ. που ήταν) και το πλάτος του τα 17 μ. (από τα 14,80 μ. που ήταν). Με τα δεδομένα αυτά, το ναυπηγούμενο πλοίο, που ανασκευάζονταν σχεδόν εξαρχής και δεν είχε ακόμη αποπερατωθεί πλήρως και συνεπώς στερούνταν πλοϊμότητας, δεν ενέπιπτε στη νομοθετική αλλά ούτε και στην τεχνική και επιστημονική έννοια του πλοίου (ΑΠ 757/2001 αδημ.).
Συνεπώς, το εκπλειστηριασθέν πλοίο, αφού δεν αποτελούσε ακόμη ολοκληρωμένη οικονομική μονάδα που επιτρέπει τη λειτουργία του και την εξυπηρέτηση του σκοπού του που είναι η θαλασσοπλοΐα, δεν έφερε τα στοιχεία του άρθρου 1 παρ. 1 του ΚΙΝΔ, ώστε να θεωρείται πλοίο με την έννοια που απαιτεί ο νόμος. Η θέση αυτή δεν ανατρέπεται ούτε και από την από 22-9-1994 βεβαίωση του Ελληνικού Νηογνώμονα που επικαλείται και προσκομίζει ο ΟΛΠ, αφού με τη βεβαίωση αυτή διαπιστώνεται απλώς ότι η στεγανότητα, αντοχή και η ασφάλεια του σκάφους είναι ικανοποιητική μόνον όμως, όσον αφορά τον παροπλισμό του και όχι βέβαια την ικανότητα του προς ναυσιπλοΐα. Το γεγονός δε ότι το ανακατασκευαζόμενο "πλοίο" έφερε όνομα, διεθνές σήμα και ήταν νηολογημένο, δεν οδηγεί στο αντίθετο συμπέρασμα, αφού, παρεκτός του ότι τα στοιχεία αυτά προϋπήρχαν της ανακατασκευής του, και τα ναυπηγούμενα πλοία από την πρώτη ημέρα της ναυπήγησής τους νηολογούνται και φέρουν διεθνές διακριτικό σήμα. Εφόσον, λοιπόν, το εκπλειστηριασθέν σκάφος δεν ήταν πλοίο κατά την έννοια του νόμου, δεν έχουν εφαρμογή επ' αυτού τα προνόμια του άρθρου 205 του ΚΙΝΔ και κατά συνέπεια εσφαλμένα ο επί του πλειστηριασμού πιο πάνω υπάλληλος συμβολαιογράφος Αμαρουσίου κατέταξε στον προσβαλλόμενο πίνακα την απαίτηση του ΟΛΠ. Ενώ στη θέση αυτού, όπως και στη θέση των λοιπών δανειστών, μεταξύ των οποίων και του Ελληνικού Δημοσίου, του οποίου η προαναφερθείσα απαίτηση κατατάσσεται στην πέμπτη σειρά του άρθρου 975 του Κ.Πολ.Δ., έπρεπε να καταταγεί η Ελληνική Τράπεζα Βιομηχανικής Αναπτύξεως (ΕΤΒΑ Α.Ε.), της οποίας η απαίτηση προηγείτο, αφού, όπως προαναφέρθηκε, και αποδεικνύεται και από όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από αυτήν έγγραφα (βλ. ειδικότερα τα .../86, .../88 και .../89 συμβόλαια της συμβ/φου Αθηνών Α. Δ. Ο.-Ζ.) αυτή ήταν ασφαλισμένη εμπραγμάτως με προτιμώμενες ναυτικές υποθήκες στο ναυπηγούμενο πλοίο, που είχαν παρασχεθεί ακριβώς σε ασφάλεια χρηματοδότησής της για την ναυπήγησή του, οι οποίες και εξαντλούσαν το πλειστηρίασμα. Κατ' ακολουθία, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση κατέληξε, έστω και με πιο απλή αιτιολογία, στο αυτό συμπέρασμα, αποβάλλοντας από τον προσβαλλόμενο πίνακα κατατάξεως τον εκκαλούντα ΟΛΠ, όπως και τους λοιπούς καθ’ ων δανειστές και στη συνέχεια απέρριψε τις ανακοπές της εφεσίβλητης Τράπεζας Κρήτης και του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων, ούτε ως προς την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που έχουν προσκομιστεί και συνεπώς όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι εκκαλούντες με τους συναφείς λόγους των κρινόμενων εφέσεών τους και ειδικότερα ότι το Ελληνικό Δημόσιο έπρεπε να καταταγεί στο 1/3 του καθαρού πλειστηριάσματος (ήτοι για το ποσό των 66.332.006 δρχ.), κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, ενόψει του ότι η διαίρεση του πλειστηριάσματος σε 1/3 και 2/3 δεν χωρεί, καθόσον το Δημόσιο δεν συντρέχει με κοινούς ενυπόθηκους δανειστές, αλλά με υποθήκες του Ναυτικού Δικαίου, στις οποίες, όπως προεκτέθηκε, επιφυλάσσεται από τον ΚΙΝΔ άλλη μεταχείριση και το άρθρο 61 του ΚΕΔΕ δεν τυγχάνει εφαρμογής, διότι δεν εισέρχεται εντός του πεδίου του Ναυτικού Δικαίου ...¨.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο, ότι δηλαδή η εξοπλισμένη με γενικό προνόμιο απαίτηση του αναιρεσείοντος Δημοσίου υποχωρεί έναντι του προνομίου της ασφαλιζόμενης με προτιμώμενη ναυτική υποθήκη απαίτησης της αναιρεσίβλητης και συνεπώς δεν πρέπει να γίνει χωρισμός του πλειστηριάσματος σε 1/3 και 2/3 και να καταταγεί αυτό στο 1/3, και απέρριψε την έφεση του Δημοσίου, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 και 205 ΚΙΝΔ, 61 § 1 ΚΕΔΕ και 975 ΚΠολΔ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, και δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σε αυτήν χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή μη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού, κατά τις ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές του, το ναυπηγούμενο σκάφος βρισκόταν υπό μετασκευή για να μετατραπεί σε κρουαζιερόπλοιο πολυτελείας για το μεγάλο χρονικό διάστημα των 10 ετών περίπου σε δύο ναυτικές επισκευαστικές βάσεις, η μετασκευή του ήταν ευρύτατη, περιλαμβάνοντας και επεμβάσεις στο σκελετό του, δηλαδή αυτό ανακατασκευαζόταν σχεδόν εξαρχής, δεν είχε αποπερατωθεί και στερείτο πλοϊμότητας, επομένως, ενόψει της φύσης και της έκτασης των μετασκευών και του απαιτούμενου χρόνου των εργασιών, κατά το χρονικό σημείο του πλειστηριασμού δεν αποτελούσε ολοκληρωμένη και εξατομικευμένη οικονομική μονάδα, με δυνατότητα αυτοδύναμης λειτουργίας και εξυπηρέτησης της ναυτικής αποστολής του, δηλαδή δεν ήταν πλοίο με την έννοια του άρθρου 1 § 1 ΚΙΝΔ, γεγονός που είχε μεν ως συνέπεια τη μη εφαρμογή στην κατάταξη των ναυτικών προνομίων του άρθρου 205 ΚΙΝΔ, όχι όμως και τη μη προτίμηση του προνομίου της ναυτικής υποθήκης έναντι των κοινών προνομίων του ΚΠολΔ, αφού τα τελευταία εφαρμόζονται μετά την κατάταξη των ναυτικών προνομίων ή της ναυτικής υποθήκης, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη. Εφόσον δε, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το υπό μετασκευή σκάφος ήταν νηολογημένο και συνεπώς δεκτικό ναυτικής υποθήκης, απλής ή προτιμώμενης, κατ' άρθρο 195 § 2 ΚΙΝΔ, και η απαίτηση της αναιρεσίβλητης ασφαλιζόταν με προτιμώμενη ναυτική υποθήκη, ορθώς και χωρίς αντιφάσεις στην αιτιολογία του έκρινε το Εφετείο ότι η απαίτηση αυτή έπρεπε να προτιμηθεί στην κατάταξη έναντι της εξοπλισμένης με προνόμιο από τα άρθρα 975 ΚΠολΔ και 61 ΚΕΔΕ απαίτησης του αναιρεσείοντος Δημοσίου. Επομένως είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον προβάλλει πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τις ανωτέρω αιτιάσεις.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 979 ΚΠολΔ, οι λόγοι της ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης μπορεί να ανάγονται είτε στο ουσιαστικό δίκαιο, εφόσον αναφέρονται στις απαιτήσεις των αναγγελθέντων δανειστών, είτε στο δικονομικό δίκαιο, εφόσον αφορούν τη διαδικασία της κατάταξης από την αναγγελία και μέχρι τη σύνταξη του πίνακα. Από την παράγραφο 2 του ως άνω άρθρου προκύπτει ότι, αν ο λόγος ανακοπής συνίσταται σε απλή αμφισβήτηση και άρνηση από τον ανακόπτοντα της απαίτησης του καθ' ου που έχει καταταγεί ή του προνομίου της, αρκεί και μόνον η άρνηση αυτή για το ορισμένο του λόγου της ανακοπής, δεδομένου ότι ο καθ' ου η ανακοπή βαρύνεται με την επίκληση και την απόδειξη των παραγωγικών της απαίτησής του ή του προνομίου της πραγματικών γεγονότων.

Στην περίπτωση αυτή, ο καθ' ου η ανακοπή βαρύνεται και οφείλει κατά την πρώτη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση να επικαλεστεί κατά τρόπο ορισμένο και να αποδείξει την ύπαρξη, το περιεχόμενο και το μέγεθος της απαίτησής του, για την οποία έχει καταταγεί, καθώς και τον προνομιακό χαρακτήρα της. Αν ο καθ' ου η ανακοπή δεν ανταποκριθεί στο βάρος αυτό και δεν επικαλεστεί και αποδείξει τα παραγωγικά περιστατικά της απαίτησης και του προνομίου του, η ανακοπή γίνεται δεκτή (Α.Π. 1585/2022, Α.Π. 602/2022, Α.Π. 1001/2019).

Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τον νόμο, έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως (Ολ.Α.Π. 25/2003, Α.Π. 1001/2020), όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι (που εξομοιώνονται με τους μη προταθέντες, A.Π. 899/2019), αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ.Α.Π. 2/1989, Α.Π. 1121/2022, Α.Π. 512/2022), ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων (Ολ.Α.Π. 3/1997) ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολ.Α.Π. 14/2004, Α.Π. 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπ' όψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στο δικόγραφο της αγωγής, εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της ιστορικής της βάσης (Α.Π. 862/2020), ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά. Πράγμα, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης αποτελεί και ο λόγος εφέσεως, με τον οποίο εκφέρεται παράπονο σχετικό με αυτοτελή ισχυρισμό και όχι με ισχυρισμό αρνητικό της αγωγής (Ολ.Α.Π. 3/2008, Α.Π. 674/2020, Α.Π. 1431/2017). Δεν αποτελούν πράγματα, όμως, υπό την ως άνω έννοια, τα νομικά επιχειρήματα που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους σε σχέση με νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους, που αναφέρονται στην ορθή ερμηνεία του νόμου, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολ.Α.Π. 3/1997, ΑΠ 189/2023, ΑΠ 2070/2022, Α.Π. 1692/2017).

Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποιά αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι' αυτά (Α.Π. 1027/2019, Α.Π. 1349/2018, Α.Π. 886/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναιρέσεως προβάλλει πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης από τους αρ. 8 περ. β', και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη την αμφισβήτηση της απαίτησης και του προνομίου της αναιρεσίβλητης, που αυτό προέβαλε με την έφεσή του, και ότι θεώρησε την απαίτησή της υπαρκτή χωρίς απόδειξη. Ο λόγος είναι αβάσιμος, α) ως προς το πρώτο σκέλος του, επειδή η αμφισβήτηση με τον πρώτο λόγο της από 30-12-2000 έφεσης του αναιρεσείοντος του προνομίου της αναιρεσίβλητης (όχι όμως και της απαίτησής της, όπως αυτό αναφέρει), στην προκειμένη περίπτωση, κατά την οποία το αναιρεσείον δεν προέβαλε αυτήν με λόγο της από 23-2-1996 ανακοπής του, όπως προκύπτει από το παραδεκτώς επισκοπούμενο δικόγραφό της (ούτε άλλωστε είχε τη δικονομική δυνατότητα να το πράξει, αφού ο υπάλληλος του πλειστηριασμού δεν είχε κατατάξει την αναιρεσίβλητη και συνεπώς το ανακόπτον δεν μπορούσε να στραφεί εναντίον της και να ζητήσει την αποβολή της), συνιστά άρνηση της συνεκδικασθείσας από 5-2-1996 ανακοπής της αναιρεσίβλητης και συνεπώς δεν αποτελεί πράγμα με την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και β) ως προς το δεύτερο σκέλος του, επειδή, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε ότι η απαίτηση και το προνόμιο της αναιρεσίβλητης αποδεικνύονται από όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από αυτήν έγγραφα, μεταξύ των οποίων τα .../86, .../88 και .../89 συμβόλαια της συμβολαιογράφου Αθηνών Α.-Δ. Ο.-Ζ., επομένως δεν δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται υπέρ της αναιρεσίβλητης, που δεν κατέθεσε προτάσεις και παραστάθηκε στο ακροατήριο με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της κατ' άρθρο 242 § 2 ΚΠολΔ, ελλείψει σχετικού αιτήματός της. Το αναιρεσείον Δημόσιο νομίμως δεν κατέθεσε παράβολο, λόγω της ατέλειας που συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 30 του ν.δ. 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" και 19 § 1 του κ.δ. από 26-6/10-7-1944 "περί κώδικος νόμων περί δικών του Δημοσίου", και συνεπώς η απόφαση δεν διαλαμβάνει διάταξη περί αυτού.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-12-2002 αίτηση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 624/2002 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Σεπτεμβρίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή