ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1531/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1531/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1531/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1531 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1531/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2 ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "HP ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΕΚΤΥΠΩΣΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΠΙΚΩΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΩΝ ΕΛΛΑΣ ΕΠΕ" και τον διακριτικό τίτλο "HP ΕΛΛΑΣ", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής, και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σιγανίδη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) μη κερδοσκοπικού αστικού Συνεταιρισμού Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΕΡΓΩΝ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) μη κερδοσκοπικού αστικού Συνεταιρισμού Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΕΡΓΩΝ ΤΩΝ ΕΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΤΕΧΝΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΦΑΡΜΟΓΩΝ ΤΟΥΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) μη κερδοσκοπικού αστικού Συνεταιρισμού Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΦΩΤΟΓΡΑΦΩΝ "ΦΟΙΒΟΣ"", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) μη κερδοσκοπικού αστικού Συνεταιρισμού Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΘΕΑΤΡΙΚΟΥ ΡΕΠΕΡΤΟΡΙΟΥ - "ΘΕΣΠΙΣ" Συν.Π.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι πρώτος, δεύτερος και τέταρτος, εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Ανδρέα Ζάννο και Εμμανουήλ Γεωργακάκη. Ο τρίτος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σεραφείμ Τσούκο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-11-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3487/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 1487/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-11-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. O πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας εταιρείας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων συνεταιρισμών την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 18 § 1 του ν. 2121/1993 "περί πνευματικής ιδιοκτησίας, συγγενικών δικαιωμάτων και πολιτιστικών θεμάτων", όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, δηλαδή μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 37 § 1 ν. 4540/2018, "Αναπαραγωγή για ιδιωτική χρήση. 1. Με την επιφύλαξη των επόμενων παραγράφων επιτρέπεται, χωρίς την άδεια του δημιουργού και χωρίς αμοιβή, η αναπαραγωγή ενός έργου που έχει νομίμως δημοσιευθεί, εφόσον η αναπαραγωγή γίνεται για ιδιωτική χρήση εκείνου που την κάνει. Δεν αποτελεί ιδιωτική χρήση, η χρήση στο πλαίσιο μιας επιχείρησης ή μιας υπηρεσίας ή ενός οργανισμού." Επίσης, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, "3. Εάν για την ελεύθερη αναπαραγωγή του έργου για ιδιωτική χρήση χρησιμοποιούνται τεχνικά μέσα, όπως συσκευές εγγραφής ήχου ή εικόνας ή ήχου και εικόνας, μαγνητικές ταινίες ή άλλοι υλικοί φορείς πρόσφοροι για την αναπαραγωγή ήχου ή εικόνας ή ήχου και εικόνας, στα οποία συμπεριλαμβάνονται οι υλικοί φορείς ψηφιακής αντιγραφής, ιδίως CD-RW, CD-R, DVD και άλλα αποθηκευτικά μέσα χωρητικότητας άνω των 4GB, ηλεκτρονικοί υπολογιστές, φορητές ηλεκτρονικές συσκευές -ταμπλέτες (tablets), έξυπνα κινητά τηλέφωνα (smartphones), συσκευές ή εξαρτήματα ανεξάρτητα εάν λειτουργούν σε συνάρτηση ή μη με ηλεκτρονικούς υπολογιστές και χρησιμοποιούνται για την ψηφιακή αντιγραφή, μετεγγραφή ή με άλλο τρόπο αναπαραγωγή, φωτοτυπικές συσκευές και χαρτί κατάλληλο για φωτοτυπίες, σαρωτές και εκτυπωτές, οφείλεται εύλογη αμοιβή στον δημιουργό του έργου και στους κατά την παρούσα διάταξη δικαιούχους συγγενικών δικαιωμάτων, με εξαίρεση τα προς εξαγωγή είδη. Η εύλογη αμοιβή καθορίζεται ως εξής: α) Η αμοιβή για τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, τις φορητές ηλεκτρονικές συσκευές - ταμπλέτες (tablets), και τα έξυπνα κινητά τηλέφωνα (smartphones) ορίζεται σε 2% της αξίας τους. Η αμοιβή κατανέμεται στους πνευματικούς δημιουργούς, στους ερμηνευτές ή εκτελεστές καλλιτέχνες, στους παραγωγούς γραμμένων μαγνητικών ταινιών ή άλλων γραμμένων υλικών φορέων ήχου ή εικόνας ή ήχου και εικόνας και στους εκδότες εντύπων. Η κατανομή των ποσοστών της εύλογης αμοιβής επί των τεχνικών μέσων του προηγούμενου εδαφίου στους οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης της κάθε κατηγορίας ή υποκατηγορίας δικαιούχων, καθώς και ο τρόπος είσπραξης και καταβολής καθορίζονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 9. β) Η αμοιβή για τις συσκευές εγγραφής ήχου ή εικόνας ή ήχου και εικόνας, μαγνητικές ταινίες ή άλλους υλικούς φορείς πρόσφορους για την αναπαραγωγή ήχου ή εικόνας ή ήχου και εικόνας, τους υλικούς φορείς ψηφιακής αντιγραφής και τα άλλα αποθηκευτικά μέσα χωρητικότητας άνω των 4GB, όπως επίσης η αμοιβή για συσκευές ή εξαρτήματα ανεξάρτητα εάν λειτουργούν σε συνάρτηση ή μη με ηλεκτρονικούς υπολογιστές και χρησιμοποιούνται για την ψηφιακή αντιγραφή, μετεγγραφή ή με άλλο τρόπο αναπαραγωγή ορίζεται σε 6% της αξίας. Η αμοιβή για τους υλικούς φορείς ψηφιακής αντιγραφής και για τα άλλα αποθηκευτικά μέσα, καθώς και για τις συσκευές ή εξαρτήματα ανεξάρτητα εάν λειτουργούν σε συνάρτηση ή μη με ηλεκτρονικούς υπολογιστές και χρησιμοποιούνται για την ψηφιακή αντιγραφή, μετεγγραφή ή με άλλο τρόπο αναπαραγωγή, κατανέμεται στους οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης που εκπροσωπούν τους δικαιούχους των πνευματικών και συγγενικών δικαιωμάτων με τη διαδικασία που προβλέπεται στην παράγραφο 9. Η αμοιβή για τις συσκευές εγγραφής ήχου ή εικόνας ή ήχου και εικόνας, μαγνητικές ταινίες ή άλλους υλικούς φορείς πρόσφορους για την αναπαραγωγή ήχου ή εικόνας ή ήχου και εικόνας κατανέμεται κατά 55% στους πνευματικούς δημιουργούς, 25% στους ερμηνευτές ή εκτελεστές καλλιτέχνες και 20% στους παραγωγούς γραμμένων μαγνητικών ταινιών ή άλλων γραμμένων υλικών φορέων ήχου ή εικόνας ή ήχου και εικόνας. γ) Η αμοιβή για τις φωτοτυπικές συσκευές, τους σαρωτές, τους εκτυπωτές και για χαρτί κατάλληλο για φωτοτυπίες ορίζεται σε 4% της αξίας τους. Η αμοιβή κατανέμεται εξ ημισείας μεταξύ των πνευματικών δημιουργών και των εκδοτών εντύπων. Στην έννοια των φωτοτυπικών συσκευών συμπεριλαμβάνεται και κάθε πολυμηχάνημα, το οποίο έχει τη δυνατότητα φωτοαντιγραφικής αναπαραγωγής. Σε κάθε περίπτωση από τις ανωτέρω ο υπολογισμός της αξίας γίνεται κατά την εισαγωγή ή τη διάθεση από το εργοστάσιο. Η αμοιβή καταβάλλεται από τους εισαγωγείς ή από τους παραγωγούς των αντικειμένων αυτών, αναγράφεται στο τιμολόγιο και εισπράττεται από οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης που λειτουργούν με έγκριση του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού και καλύπτουν εν όλω ή εν μέρει την ενδιαφερόμενη κατηγορία των δικαιούχων." Το ανωτέρω άρθρο καθιερώνει περιορισμό του περιουσιακού δικαιώματος της πνευματικής ιδιοκτησίας, αφού, σύμφωνα με την πρώτη παράγραφο αυτού, επιτρέπεται η αναπαραγωγή ενός πνευματικού έργου εφόσον γίνεται για ιδιωτική χρήση. Επειδή όμως με τις σύγχρονες μεθόδους μπορεί να γίνεται μαζική αναπαραγωγή των έργων, την οποία δεν μπορούν να ελέγξουν οι δημιουργοί, θεσμοθετείται με την παράγραφο 3 του ανωτέρω άρθρου η καταβολή σε αυτούς, ως αποζημιωτικό αντιστάθμισμα για την ελεύθερη ιδιωτική αναπαραγωγή, εύλογης αμοιβής, η οποία υπολογίζεται επί της αξίας των αντικειμένων που είναι πρόσφορα για την αναπαραγωγή των έργων, και καταβάλλεται από τα αναφερόμενα στην παράγραφο αυτή πρόσωπα (παραγωγούς, εισαγωγείς, εμπόρους) στους οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης που το κατανέμουν σύμφωνα με τους ορισμούς του νόμου. Έτσι, ενώ ουσιαστικά υπόχρεοι της καταβολής της αποζημίωσης είναι τα φυσικά πρόσωπα, τα οποία δικαιούνται να προβούν στην αναπαραγωγή για ιδιωτική χρήση χωρίς την άδεια του δημιουργού και, συνακόλουθα, προκαλούν τη ζημία στους δικαιούχους, τελικά η υποχρέωση καταβολής της εύλογης αμοιβής για την ιδιωτική αναπαραγωγή βαρύνει τα πρόσωπα που προβαίνουν στη διάθεση του εξοπλισμού και παρέχουν έτσι τα τεχνικά μέσα της αναπαραγωγής στους τελικούς χρήστες. Με την παράγραφο 1 εδ. α' του άρθρου 18 του ν. 2121/1993 δεν ορίζεται σε τη συνίσταται η ιδιωτική χρήση για την οποία δεν απαιτείται η άδεια του δημιουργού και ως αντιστάθμισμα αυτής καθιερώνεται η εύλογη αμοιβή που προβλέπεται στην παράγραφο 3 του ίδιου νόμου, ενώ παράλληλα με την παράγραφο 1 εδ. β' του αυτού νόμου ορίζεται ότι δεν συνιστά ιδιωτική χρήση η χρήση στο πλαίσιο μιας επιχείρησης ή μιας υπηρεσίας ή ενός οργανισμού, βάσει της οποίας εισάγεται εξαίρεση της εύλογης αμοιβής που ορίζεται στην άνω διάταξη. Ενόψει των ανωτέρω, και δεδομένου ότι δεν προσδιορίζεται πότε υπάρχει ιδιωτική χρήση, και λαμβανομένης υπόψη της παραπάνω εξαιρέσεως, γίνεται δεκτό ότι, κατά την έννοια των άνω διατάξεων, η υποχρέωση καταβολής της αμοιβής δεν συνδέεται με συντελεσμένη αναπαραγωγή έργων, αλλά απλώς αρκεί το πρόσφορο των αντικειμένων για αναπαραγωγή, ενώ τα αντικείμενα που θεωρούνται πρόσφορα για την πραγματοποίηση ιδιωτικής αναπαραγωγής απαριθμούνται στο νόμο.

Έτσι, η δυνατότητα χρησιμοποίησης των αντικειμένων αυτών για ιδιωτική αναπαραγωγή αρκεί, κατ' αρχήν, για την επιβολή της εύλογης αμοιβής. Άλλωστε, η αποσύνδεση της καταβολής της αμοιβής από συγκεκριμένη αναπαραγωγή επιβεβαιώνεται από το ότι ο νομοθέτης καθόρισε το ύψος της σε πάγιο ποσοστό, διαφορετικό για κάθε κατηγορία αντικειμένων, ανάλογα με την πιθανότητα χρησιμοποίησής τους για ιδιωτική αναπαραγωγή, και δεν καθόρισε το ύψος αυτής κατά περίπτωση και σύμφωνα με συγκεκριμένα κριτήρια. Μάλιστα, ο υπολογισμός της γίνεται κατά την εισαγωγή ή τη διάθεση των αντικειμένων από το εργοστάσιο, έτσι ώστε οι οφειλέτες της εύλογης αμοιβής περιορίζονται στους εισαγωγείς και τους παραγωγούς των παραπάνω αντικειμένων. Ρητά, όμως, το άρθρο 18 του ν. 2121/1993 προβλέπει ότι δεν αποτελεί ιδιωτική χρήση, η χρήση που γίνεται στο πλαίσιο μιας επιχείρησης ή μιας υπηρεσίας ή ενός οργανισμού και, κατά συνέπεια, η εν λόγω χρήση δεν μπορεί να επιβαρυνθεί με την προαναφερόμενη ειδική αποζημίωση ιδιωτικής αναπαραγωγής, αφού στην περίπτωση αυτή απαιτείται άδεια του δημιουργού.

Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 5 § 2 εδ. β' της Οδηγίας 2001/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου "για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας", προβλέπεται ότι τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν εξαιρέσεις ή περιορισμούς από το δικαίωμα αναπαραγωγής των πνευματικών δημιουργών σε ορισμένες περιπτώσεις, στις οποίες εντάσσονται και οι αναπαραγωγές σε οποιοδήποτε μέσο που πραγματοποιούνται από φυσικό πρόσωπο για ιδιωτική χρήση και για μη άμεσους ή έμμεσους σκοπούς, υπό τον όρο ότι οι δικαιούχοι λαμβάνουν δίκαιη αποζημίωση που συνεκτιμά την εφαρμογή ή όχι των τεχνολογικών μέτρων του άρθρου 6 στο συγκεκριμένο έργο ή άλλο υλικό. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δ.Ε.Ε., ερμηνευτική του ως άνω άρθρου 5 § 2β' της Οδηγίας 2001/29/ΕΚ (αποφάσεις της 8-9-2022, C-263/21 Ametic, σκέψη 39, της 22-9-2016, C-110/15 Microsoft κ.λπ., σκέψεις 34 έως 36, της 9-6-2016, C-470/14 EGEDA κ.λπ., σκέψεις 29 έως 31, της 5-3-2015, C-463-12 Copydan Bandkopi, σκέψεις 45 έως 47, της 11-7-2013, C-521/11 Amazon.com κ.λπ., σκέψη 28, και της 21-10-2010, C-467/08 Padawan SL, σκέψη 53), 1) ο όρος "δίκαιη αποζημίωση" της ανωτέρω διάταξης αποτελεί αυτοτελή έννοια του κοινοτικού δικαίου, η οποία πρέπει να ερμηνεύεται ομοιόμορφα και να εφαρμόζεται από κάθε κράτος μέλος, το οποίο και θα καθορίζει ως προς το έδαφός του τα καταλληλότερα κριτήρια για να εξασφαλισθεί η εφαρμογή της εντός των ορίων που χαράσσει το κοινοτικό δίκαιο και ιδίως η ως άνω οδηγία, 2) ο όρος "δίκαιη αποζημίωση" πρέπει να νοείται ως παροχή προς τον δικαιούχο, η οποία συνιστά, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων της επιτρεπόμενης ιδιωτικής αντιγραφής, εύλογη αμοιβή για τη χρήση του προστατευόμενου έργου του ή άλλου προστατευόμενου αντικειμένου του, οφείλουν δε τα κράτη μέλη, ανεξαρτήτως του συστήματος που χρησιμοποιούν για τον καθορισμό της δίκαιης αποζημίωσης, να τηρούν τη δέουσα ισορροπία μεταξύ αφενός των κατόχων των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας που θίγονται από την εξαίρεση περί ιδιωτικής αντιγραφής, ως δικαιούχων της εν λόγω αποζημιώσεως, και αφετέρου των υποχρεούμενων αμέσως ή εμμέσως σε καταβολή της, 3) εφόσον το κράτος μέλος επιλέξει σύστημα επιβολής τελών προς αντιστάθμιση της ιδιωτικής αντιγραφής επί εξοπλισμού, συσκευών και υποθεμάτων ψηφιακής αναπαραγωγής, τα τέλη αυτά πρέπει να συνδέονται απαραιτήτως με την εικαζόμενη χρήση του εξοπλισμού και των υποθεμάτων αυτών για πράξεις αναπαραγωγής που εμπίπτουν στην εξαίρεση περί ιδιωτικής αντιγραφής, με αποτέλεσμα η επιβολή της επιβάρυνσης να δικαιολογείται μόνο στις περιπτώσεις, στις οποίες εικάζεται ότι ο εξοπλισμός, οι συσκευές και τα υποθέματα ψηφιακής αναπαραγωγής χρησιμοποιούνται για ιδιωτική αντιγραφή, 4) η άνευ διακρίσεως επιβολή τελών ιδιωτικής αντιγραφής σε όλους τους τύπους εξοπλισμού, συσκευών και υποθεμάτων ψηφιακής αναπαραγωγής, ακόμη και στην περίπτωση αγοράς τους από μη φυσικά πρόσωπα για σκοπούς προδήλως ξένους προς την ιδιωτική αντιγραφή, δεν ανταποκρίνεται στην έννοια της δίκαιης αποζημίωσης κατά την έννοια του άρθρου 5 παράγραφος 2, στοιχείο β' της Οδηγίας 2001/29, και 5) εθνικό σύστημα, το οποίο επιβάλλει τέλη προς αντιστάθμιση της ιδιωτικής αντιγραφής σε όλον αδιακρίτως τον εξοπλισμό, τις συσκευές και τα υποθέματα, δεν συμβιβάζεται με την ανωτέρω διάταξη της Οδηγίας στο μέτρο που δεν υφίσταται πλέον εύλογος σύνδεσμος μεταξύ της δίκαιης αποζημίωσης και του περιορισμού του δικαιώματος ιδιωτικής αντιγραφής που τη δικαιολογεί, διότι δεν μπορεί να εικάζεται ότι ο εξοπλισμός, οι συσκευές και τα υποθέματα αυτά χρησιμοποιούνται για ιδιωτική αντιγραφή. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι α) υφίσταται αμάχητο τεκμήριο υπέρ των δικαιούχων περί του ότι τεχνικά μέσα και συσκευές που διατίθενται σε ιδιώτες χρησιμοποιούνται προς αναπαραγωγή για ιδιωτική χρήση, β) υφίσταται μαχητό τεκμήριο υπέρ των δικαιούχων ότι τεχνικά μέσα και συσκευές που διατίθενται σε επιχειρήσεις και επαγγελματίες επίσης χρησιμοποιούνται άμεσα ή κατόπιν περαιτέρω διάθεσής τους σε μεταγενέστερο χρόνο από τους επιχειρηματίες αυτούς σε ιδιώτες προς αναπαραγωγή για ιδιωτική χρήση και επομένως υπόκεινται στην υποχρέωση εύλογης αμοιβής. Το τεκμήριο, ωστόσο, αυτό μπορεί να ανατραπεί εφόσον ο υπόχρεος (εισαγωγέας ή κατασκευαστής τεχνικών μέσων και συσκευών) αποδείξει ότι τα συγκεκριμένα τεχνικά μέσα και συσκευές που διατίθενται σε επιχειρήσεις χρησιμοποιούνται προδήλως για άλλους σκοπούς από την αναπαραγωγή για ιδιωτική χρήση. Επομένως, η Οδηγία 2001/29 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, όπως ερμηνεύεται από τις ανωτέρω αποφάσεις Δ.Ε.Ε., και οι διατάξεις του άρθρου 18 §§ 1 και 3 του ν. 2121/1993 εναρμονίζονται πλήρως, εφόσον οι διατάξεις αυτές προβλέπουν όχι αδιακρίτως την επιβολή τελών προς αντιστάθμιση της ιδιωτικής αντιγραφής σε όλον τον εξοπλισμό, τις συσκευές και τα υποθέματα, αφού με την παράγραφο 1 εδ. β' του ν. 2121/1993, εξαιρείται της ιδιωτικής χρήσης η χρήση που γίνεται στο πλαίσιο επιχείρησης ή υπηρεσίας ή οργανισμού, ώστε να υφίσταται εύλογος σύνδεσμος μεταξύ της δίκαιης αποζημίωσης και του περιορισμού του δικαιώματος ιδιωτικής αντιγραφής που τη δικαιολογεί.

Συνεπώς, η εύλογη αμοιβή του άρθρου 18 οφείλεται μόνο σε όσα μηχανήματα ή αποθηκευτικά μέσα διατίθενται σε ιδιώτες, ενώ υπάρχει εξαίρεση από το τέλος ιδιωτικής αναπαραγωγής, στην περίπτωση που τα τεχνικά μέσα δεν διατίθενται σε ιδιώτες χρήστες ή προδήλως προορίζονται για χρήσεις άλλες πλην της ιδιωτικής αναπαραγωγής. Όμως, ενόψει του μαχητού αυτού τεκμηρίου, ο εισαγωγέας ή ο παραγωγός που εισάγει ή κατασκευάζει τεχνικά μέσα και συσκευές που είναι πρόσφορα για ιδιωτική αναπαραγωγή είναι κατ` αρχήν υπόχρεος στην καταβολή της εύλογης αμοιβής και της υποβολής της υπεύθυνης δήλωσης του άρθρου 18 § 4 του ν. 2121/1993, μόνο δε αν ο ίδιος επικαλεσθεί και αποδείξει σε μεταγενέστερο χρόνο ότι τα τεχνικά αυτά μέσα και συσκευές χρησιμοποιούνται προδήλως για άλλους σκοπούς από την αναπαραγωγή για ιδιωτική χρήση, διότι διατέθηκαν σε επιχειρήσεις, υπηρεσίες ή οργανισμούς που τα χρησιμοποιούν για επαγγελματική χρήση, περιστατικό που δεν είναι γνωστό ευθύς εξαρχής, μπορεί να απαλλαγεί από την υποχρέωση καταβολής της εύλογης αποζημίωσης, η οποία, εφόσον έχει καταβληθεί, του επιστρέφεται σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904 επ. Α.Κ.). Άλλωστε, τα τεχνικά μέσα και συσκευές που διατίθενται από τους εισαγωγείς ή παραγωγούς σε επιχειρήσεις, οργανισμούς κ.λπ. δεν είναι πρόδηλο ότι χρησιμοποιούνται για άλλους σκοπούς και όχι για ιδιωτική χρήση, αφού οι επιχειρήσεις αυτές, είτε πρόκειται για εταιρίες, είτε για ελεύθερους επαγγελματίες, μπορεί να χρησιμοποιούν αυτά και για ιδιωτική χρήση (Α.Π. 2097/2013).

Στις περιπτώσεις, όμως, που δεν παρουσιάζεται πρακτική δυσχέρεια εξακρίβωσης των τελικών αγοραστών των μηχανημάτων, εξοπλισμού, συσκευών και υποθεμάτων αναπαραγωγής, και της χρήσης, στην οποία αυτοί θα προβούν, δηλαδή όταν τα ανωτέρω τεχνικά μέσα διατίθενται σε μη φυσικά πρόσωπα και για σκοπούς προδήλως ξένους προς την ιδιωτική αντιγραφή, απαλλάσσεται εξαρχής ο εισαγωγέας ή παραγωγός από την υποχρέωση καταβολής εύλογης αμοιβής, η ερμηνεία δε αυτή του άρθρου 18 του ν. 2121/1993 είναι σύμφωνη με την Οδηγία 2001/29. Αντίθετη άποψη, ήτοι ότι οι εισαγωγείς ή παραγωγοί είναι πάντοτε υπόχρεοι στην καταβολή της εύλογης αμοιβής και της υποβολής της υπεύθυνης δήλωσης του άρθρου 18 § 4 του ν. 2121/1993, μόνο δε αν επικαλεσθούν και αποδείξουν σε μεταγενέστερο χρόνο ότι τα τεχνικά αυτά μέσα και συσκευές χρησιμοποιούνται προδήλως για άλλους σκοπούς από την αναπαραγωγή για ιδιωτική χρήση, μπορούν να απαλλαγούν της υποχρέωσης καταβολής της εύλογης αποζημίωσης, η οποία, εφόσον έχει καταβληθεί, τους επιστρέφεται σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, εκτός του ότι θα είχε ως αποτέλεσμα ουσιαστικά την κατάργηση της άνω διάκρισης, θα επιβάρυνε τους εισαγωγείς ή παραγωγούς, μετά από κάθε πώληση, ακόμη και όταν αυτή γίνεται για σκοπούς προδήλως ξένους προς την ιδιωτική αντιγραφή, να ασκούν αγωγή και να αποδεικνύουν το είδος της χρήσης από κάθε αγοραστή, προκειμένου να αναζητήσουν τα αχρεωστήτως καταβληθέντα (Α.Π. 959/2023, Α.Π. 179/2023).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 27/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 8/2018, Ολ.Α.Π. 7/2006).

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.Α.Π. 6/2006). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π. 18/08, Ολ.Α.Π. 15/2006).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 50/2020, Α.Π. 1075/2019, Α.Π. 708/2017, Α.Π. 667/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη 1487/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Με την από 22-11-2018 αίτησή τους, οι αιτούντες και ήδη αναιρεσίβλητοι οργανισμοί συλλογικής διαχείρισης και προστασίας δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας ζήτησαν να υποχρεωθεί η καθ' ης-αναιρεσείουσα εταιρία να υποβάλει την υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 18 § 4 του ν. 2121/1993 για τις φωτοτυπικές συσκευές, σαρωτές, πολυμηχανήματα, εκτυπωτές και αποθηκευτικά μέσα, που εισήγαγε και εμπορεύτηκε κατά τη χρονική περίοδο από 1-7-2017 έως 30-9-2018, με απειλή χρηματικής ποινής. Η αίτηση έγινε δεκτή με την 3487/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής η αναιρεσείουσα άσκησε έφεση, ισχυριζόμενη, μεταξύ άλλων, ότι δεν οφείλει εύλογη αμοιβή, επειδή κατά το επίδικο χρονικό διάστημα πώλησε τα προϊόντα της αποκλειστικά για επαγγελματική χρήση στα νομικά πρόσωπα που ανέφερε ειδικότερα. Η έφεσή της απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη 1487/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών με την ακόλουθη, κρίσιμη για τον αναιρετικό έλεγχο αιτιολογία: "Οι αιτούντες και ήδη εφεσίβλητοι είναι οργανισμοί συλλογικής διαχείρισης και προστασίας πνευματικών δικαιωμάτων που έχουν συσταθεί σύμφωνα με τα άρθρα 54 επ. του ν. 2121/1993 ... Έχουν ως μέλη τους, ο πρώτος εξ αυτών, δημιουργούς των έργων του λόγου και τους εκδότες εντύπων, ο δεύτερος, δημιουργούς έργων εικαστικών τεχνών, ο τρίτος, φωτογράφους και ο τέταρτος θεατρικούς συγγραφείς. Τα μέλη τους ανέθεσαν στους αιτούντες, με καταπιστευτικές μεταβιβάσεις, την διαχείριση του περιουσιακού δικαιώματος της πνευματικής ιδιοκτησίας επί των έργων τους και του συγγενικού τους δικαιώματος, μεταξύ των οποίων και του δικαιώματος της εύλογης αμοιβής (άρθρου 18 παρ. 3 ν. 2121/93), την οποία δικαιούνται για την αναπαραγωγή των έργων τους. Η καθής η αίτηση/εκκαλούσα είναι ανώνυμη εταιρία που έχει ως αντικείμενο την εισαγωγή και εμπορία τεχνικών μέσων που είναι πρόσφορα για φωτοτυπική ή ψηφιακή αναπαραγωγή, μέσα που υπάγονται στο άρθρο 18 παρ. 3 του ως άνω νόμου και συνεπώς, εκ της εμπορικής της δραστηριότητας, είναι κατά μαχητό τεκμήριο, υπόχρεη καταβολής εύλογης αμοιβής επί της αξίας των εισαγομένων αντικειμένων της και υπόχρεη υποβολής προς τους εφεσίβλητους της προβλεπόμενης, από την παράγραφο 4α του άρθρου 18 του ν. 2121/1993, υπεύθυνης δήλωσης. Η καθ'ης υπέβαλε στους αιτούντες για τελευταία φορά την άνω υπεύθυνη δήλωση για το χρονικό διάστημα μέχρι τον Ιούνιο 2017. Έκτοτε δεν τους υπέβαλε υπεύθυνη δήλωση για τα προαναφερόμενα προϊόντα που εισήγαγε και έτσι οι αιτούντες με την από 15-10-2018 εξώδικη πρόσκληση τους, που της επέδωσαν την 18-10-2018, την κάλεσαν να δηλώσει, εντός προθεσμίας ενός (1) μηνός προς τον Οργανισμό Πνευματικής Ιδιοκτησίας (ΟΠΙ), κατά το ν. 1599/1986, τη συνολική αξία όλων των αναφερόμενων στην τελευταία μέσων που έχει εισάγει στην Ελλάδα για το διάστημα από 20-7-2017 μέχρι 30-9-2018. Η καθής η αίτηση, δεν συμμορφώθηκε προς την παραπάνω υποχρέωση της, και εφόσον πέρασε άπρακτη η προθεσμία των 30 ημερών την οποία έταξαν οι αιτούντες με την άνω εξώδικη πρόσκληση τους, οι τελευταίοι κατέθεσαν, ως είχαν δικαίωμα κατά την παράγραφο 5 του άρθρου 18 του ν. 2121/1993, την υπό κρίση αίτηση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την οποία ζητούσαν να υποχρεωθεί η εκκαλούσα να υποβάλει στο ΟΠΙ την εκ μέρους τους ζητούμενη υπεύθυνη δήλωση ... Η καθής η αίτηση ισχυρίζεται ότι δεν προέβη στην υποβολή της υπεύθυνης δήλωσης διότι για το ανωτέρω διάστημα αφενός δεν εισήγαγε κάποια από τα αναφερόμενα στην εξώδικο των αιτούντων προϊόντα (όπως χαρτί κατάλληλο για φωτοτυπίες, φωτοτυπικές συσκευές και αποθηκευτικά μέσα με χωρητικότητα κάτω των 100 Μbytes) ενώ για τα υπόλοιπα προϊόντα που αυτή εισήγαγε, εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 18 του ν. 2121/1993 και δεν είναι υπόχρεη καταβολής εύλογης αμοιβής και επομένως και υπεύθυνης δήλωσης, αφού τα διέθεσε αποκλειστικά σε νομικά πρόσωπα για επαγγελματική χρήση, όπως έχει δεχτεί και η νομολογία του ΔΕΕ ... Προς ενίσχυση του ισχυρισμού της επικαλείται την απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση C-467/08 Padawan SL κατά SGAE ... O ισχυρισμός της αυτός κρίνεται απορριπτέος. Όπως προβλέπει τόσο το ενωσιακό δίκαιο - όπως αυτό ερμηνεύτηκε από την σχετική νομολογία του ΔΕΕ ... - όσο και το εσωτερικό μας δίκαιο στο άρθρο 18 επ. του ν. 2121/1993, η καθής η αίτηση ως εκ του προαναφερόμενου αντικειμένου των εργασιών της, ήτοι την εισαγωγή και εμπορία τεχνικών μέσων που είναι πρόσφορα για φωτοτυπική ή ψηφιακή αναπαραγωγή, είναι υποχρεωμένη κατά μαχητό τεκμήριο, να καταβάλει εύλογη αμοιβή επί της αξίας των εισαγομένων πρόσφορων για αναπαραγωγή των έργων αντικειμένων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 3 του Ν. 2121/1993 και φυσικά να υποβάλει προς τους αιτούντες την σχετική υπεύθυνη δήλωση της παραγράφου 4α του άρθρου 18 του ως άνω νόμου, αφού προς τούτο αρκεί και μόνο α) το αντικειμενικό γεγονός της εισαγωγής αυτών στην ελληνική επικράτεια, πού η καθής η αίτηση εν προκειμένω δεν αρνείται, χωρίς να ενδιαφέρει αρχικά ο σκοπός της και περαιτέρω β) το γεγονός ότι είναι πρόσφορα για την αναπαραγωγή προστατευομένων έργων χωρίς να ενδιαφέρει αν τελικά πραγματοποιήθηκε συγκεκριμένη αναπαραγωγή ή όχι. Τούτο επιβεβαιώνεται και από το ότι μετά την τροποποίηση του άρθρου 18 παρ. 3 του ως άνω νόμου με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 3049/2002 ... έπαυσε πλέον να λαμβάνεται ως βάση υπολογισμού της εύλογης αμοιβής η τιμή χονδρικής ή λιανικής πώλησης των αναφερομένων αντικειμένων και ως τέτοια λαμβάνεται υπόψη η τιμή εισαγωγής ή διάθεσης από το εργοστάσιο, γεγονός που εμμέσως πλην σαφώς αποσυνδέει την οφειλή εύλογης αμοιβής από τον προς ον διατίθεται καταναλωτή και επιβάλλεται αδιακρίτως πλέον σε προηγούμενο στάδιο της εισαγωγής ή παραγωγής. Μόνο το γεγονός της διάθεσης από την καθής η αίτηση ως εισαγωγέα του πρόσφορου προς αναπαραγωγή εξοπλισμού που διέθεσε εξ ολοκλήρου σε νομικά πρόσωπα, δεν αρκεί προκειμένου να χαρακτηριστεί άνευ ετέρου η αναπαραγωγή που γίνεται από τα φυσικά πρόσωπα του νομικού προσώπου, που τα έχουν στην διάθεσή τους, ως επαγγελματικής και όχι ιδιωτικής χρήσης και συνεπώς αυτή να εξαιρεθεί αυτόματα από την υποχρέωση καταβολής της εύλογης αμοιβής και την υποχρέωση υποβολής υπεύθυνης δήλωσης προς τους οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης. Η επικαλούμενη από την καθής η αίτηση ανωτέρω σκέψη της απόφασης του ΔΕΕ δεν έχει την έννοια που της αποδίδει η τελευταία αλλά την έννοια ότι προκειμένου να είναι σύμφωνη προς το άρθρο 5 παρ. 2 της οδηγίας η επιβολή του τέλους ιδιωτικής αντιγραφής σε όλους τους τύπους εξοπλισμού συσκευών και υποθεμάτων ψηφιακής αναπαραγωγής που έχουν αγοραστεί από μη φυσικά πρόσωπα για σκοπούς προδήλως ξένους προς την ιδιωτική αντιγραφή πρέπει να γίνεται βάσει συγκεκριμένων κριτηρίων που να αποδεικνύουν ότι τα μέσα αυτά που αγοράστηκαν για σκοπούς ξένους προς την ιδιωτική αντιγραφή, εν τέλει χρησιμοποιήθηκαν και για σκοπούς ιδιωτικής αντιγραφής καθόσον ήταν πρόσφορα προς ιδιωτική αναπαραγωγή, γεγονός που ισχύει στο εσωτερικό μας δίκαιο καθόσον με την παρ. 1 εδ. β' του άρθρου 18 του ν. 2121/1993, εξαιρείται της "ιδιωτικής χρήσης" η χρήση που γίνεται στο πλαίσιο μιας επιχείρησης ή μιας υπηρεσίας ή ενός οργανισμού, ώστε να υφίσταται εύλογος σύνδεσμος μεταξύ της δίκαιης αποζημιώσεως και του περιορισμού του δικαιώματος ιδιωτικής αντιγραφής που τη δικαιολογεί. Επίσης η καθής η αίτηση προέβαλε τον ισχυρισμό ότι τα προϊόντα που διέθεσε στα νομικά πρόσωπα δεν ήταν πρόσφορα για αναπαραγωγή για ιδιωτική χρήση ούτε από τεχνικής ούτε από οικονομικής άποψης. Ο ισχυρισμός αυτός, ενόψει του πλαισίου του αντικειμένου της δίκης που είναι η υποχρέωση ή όχι της καθής η αίτηση να υποβάλει προς τους αιτούντες την προβλεπόμενη εκ της παραγράφου 4 του άρθρου 18 του ν. 2121/1993 υπεύθυνης δήλωσης, ως υπόχρεης εκ του νόμου κατά μαχητό τεκμήριο καταβολής της εύλογης αμοιβής αλυσιτελώς προβάλλεται αφού αποτελεί αντικείμενο έτερης δίκης και δη εκείνης περί καταβολής της εύλογης αποζημίωσης όπου η καθής η αίτηση θα κληθεί να ανατρέψει, το μαχητό υπέρ των δικαιούχων τεκμήριο, ότι ο εξοπλισμός που διέθεσε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα για το οποίο καλείται να υποβάλει την υπεύθυνη δήλωση διατέθηκε για επαγγελματική και όχι για ιδιωτική χρήση και ότι ο εξοπλισμός της δεν ήταν κατάλληλος για αναπαραγωγή-περιστατικά που δεν είναι γνωστά ευθύς εξ αρχής κατά το στάδιο υποβολής της υπεύθυνης δήλωσης- και έτσι να απαλλαγεί της υποχρέωσης καταβολής της "εύλογης αποζημίωσης" στους αιτούντες, και εάν αυτή την έχει ήδη καταβάλει στους τελευταίους να της επιστραφεί σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρα 904 επ. ΑΚ). ... Σε κάθε δε περίπτωση ουδόλως πιθανολογήθηκε ... ότι το σύνολο των μέσων που εισήγαγε κι εν συνεχεία διέθεσε στην αγορά είναι απρόσφορα για ιδιωτική χρήση, τόσο από τεχνικής άποψης - επειδή έχουν μεγάλο όγκο, είναι βαριά, και καθώς προορίζονται αποκλειστικά για επαγγελματικές εκτυπώσεις έχουν ειδικές προδιαγραφές και εγκατεστημένο ειδικό λογισμικό που επιτρέπει στην εκάστοτε επιχείρηση να ελέγχει και να παρακολουθεί την επαγγελματική ή μη χρήση του μηχανήματος από τους υπαλλήλους του - όσο και οικονομικής αφού το κόστος αναπαραγωγής είναι μεγάλο και ασύμφορο για τον καταναλωτή. Αντίθετα, πιθανολογήθηκε ότι τα μηχανήματα της καθής η αίτηση παρά τον όγκο και την με μεγάλη ταχύτητα αναπαραγωγής που έχουν είναι κατάλληλα να χρησιμοποιηθούν για αναπαραγωγή για ιδιωτική χρήση από τα φυσικά πρόσωπα - υπαλλήλους των επιχειρήσεων προς τις οποίες τα διέθεσε, ενώ οι ειδικές τεχνικές προδιαγραφές προστασίας που έχουν αυτά, αφορούν τον έλεγχο που γίνεται προς ταυτοποίηση του χρήστη και τον αριθμό των σελίδων που τυπώνονται και όχι τον έλεγχο του περιεχομένου της εκτύπωσης που είναι κρίσιμο εν προκειμένω για να χαρακτηριστεί η χρήση της αναπαραγωγής ως ιδιωτικής ή μη ...".

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο, ότι δηλαδή η αναιρεσείουσα δεν εξαιρείται από την υποχρέωση καταβολής εύλογης αμοιβής, και συνεπώς της υποβολής της υπεύθυνης δήλωσης του άρθρου 18 § 4 του ν. 2121/1993, αποκλειστικά και μόνο από το γεγονός ότι η ίδια είναι νομικό πρόσωπο και διέθεσε τον πρόσφορο προς αναπαραγωγή εξοπλισμό εξ ολοκλήρου σε νομικά πρόσωπα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 18 §§ 1 και 3 ν. 2121/1993, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, καθόσον διέλαβε σε αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων σχετικά με το ανωτέρω ζήτημα, αφού μόνη η ιδιότητα του εισαγωγέα ή του αγοραστή ως νομικού προσώπου, όταν στη δεύτερη περίπτωση δεν συντρέχει επιπλέον η προϋπόθεση της χρήσης για σκοπούς προδήλως ξένους προς την ιδιωτική αντιγραφή, δεν αρκεί για να απαλλάξει τον εισαγωγέα από την υποχρέωση της καταβολής εύλογης αμοιβής και της υποβολής της υπεύθυνης δήλωσης του άρθρου 18 § 4 του ν. 2121/1993, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, ούτε έχει νομολογηθεί κάτι αντίθετο από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η δε επικαλούμενη από αυτήν σκέψη 30 της απόφασης Δ.Ε.Ε. της 9-6-2016, C-470/14 (EGEDA), κατά την οποία "... αντιθέτως προς τα φυσικά πρόσωπα, τα οποία εμπίπτουν στην εξαίρεση της ιδιωτικής αντιγραφής, υπό τις προϋποθέσεις της οδηγίας 2001/29, τα νομικά πρόσωπα αποκλείονται, εν πάση περιπτώσει, από το ευεργέτημα της εξαιρέσεως αυτής, οπότε δεν δικαιούνται να δημιουργούν αντίγραφα για ιδιωτική χρήση χωρίς την προηγούμενη άδεια των φορέων των δικαιωμάτων επί των οικείων έργων ή αντικειμένων", δεν αφορά το ανωτέρω ζήτημα, αλλά έχει την έννοια ότι, κατά τη διάταξη του άρθρου 5 § 2 περ. β' της Οδηγίας 2001/29, ο εθνικός νομοθέτης μπορεί να προβλέψει απαλλαγή από το δικαίωμα αναπαραγωγής έργων πνευματικής ιδιοκτησίας μόνο όταν η αναπαραγωγή γίνεται από φυσικά πρόσωπα για ιδιωτική χρήση, υπό τον όρο της καταβολής δίκαιης αποζημίωσης στους δικαιούχους, και όχι όταν αυτή (αναπαραγωγή) γίνεται από νομικά πρόσωπα, το περιεχόμενο δε αυτό αποδίδεται στο εσωτερικό δίκαιο με τη διάταξη του άρθρου 18 § 1 εδ. α' και β' ν. 2121/1993. Είναι αβάσιμος, επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την ανωτέρω αιτίαση.

Περαιτέρω όμως, το Εφετείο, κρίνοντας ότι η αναιρεσείουσα είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στους δικαιούχους εύλογη αμοιβή κατ' άρθρο 18 § 3 ν. 21211/1993 και συνεπώς να υποβάλει την υπεύθυνη δήλωση της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, μόνο από το γεγονός ότι εισάγει τεχνικά μέσα, τα οποία είναι πρόσφορα για φωτοτυπική ή ψηφιακή αναπαραγωγή προστατευόμενων έργων, ανεξαρτήτως του αν τα μέσα αυτά διατέθηκαν εν προκειμένω σε συγκεκριμένους αγοραστές μη φυσικά πρόσωπα για χρήση προδήλως ξένη από την ιδιωτική αντιγραφή, και απορρίπτοντας τον σχετικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας με την αιτιολογία ότι τα περιστατικά αυτά ασκούν επιρροή μόνο στη δίκη περί καταβολής εύλογης αποζημίωσης, κατά την οποία η αναιρεσείουσα θα κληθεί να ανατρέψει το μαχητό τεκμήριο υπέρ των δικαιούχων και να απαλλαγεί από τη σχετική υποχρέωση, άλλως να αναζητήσει την τυχόν καταβληθείσα αποζημίωση με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 18 §§ 1 εδ. α' και β', 3 και 4 του ν. 2121/1993, αφού δέχτηκε ότι η αναιρεσείουσα είναι υποχρεωμένη να υποβάλει στους αναιρεσίβλητους υπεύθυνη δήλωση για την ποσότητα και συνολική αξία των μηχανημάτων, που εισήγαγε, αρκούμενο μόνο στην ιδιότητα αυτής (αναιρεσείουσας) ως εισαγωγέως τεχνικών μέσων πρόσφορων για αναπαραγωγή προστατευόμενων έργων, χωρίς να εξετάσει επιπλέον, όπως όφειλε, αν τα ανωτέρω τεχνικά μέσα διατέθηκαν εν προκειμένω σε μη φυσικά πρόσωπα για σκοπούς προδήλως ξένους προς την ιδιωτική αντιγραφή και, σε καταφατική περίπτωση, να απορρίψει την αίτηση, αφού στην περίπτωση αυτή ο εισαγωγέας απαλλάσσεται εξαρχής από την υποχρέωση καταβολής εύλογης αμοιβής και υποβολής της σχετικής δήλωσης προς τους δικαιούχους, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη.

Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα παραπονείται για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προδιαληφθεισών διατάξεων του άρθρου 18 §§ 1, 3 και 4 του ν. 2121/1993 κατ' άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ με την ανωτέρω αιτίαση, είναι βάσιμος, και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλον δικαστή, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 580 § 3 ΚΠολΔ. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 § 1, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ.

Κατά το άρθρο 267 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πρώην άρθρο 234 Σ.Ε.Κ.), "το δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις: α) επί της ερμηνείας των Συνθηκών, β) επί του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης. Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα, δύναται, αν κρίνει ότι η απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο για να αποφανθεί επ' αυτού. Δικαστήριο κράτους μέλους ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα σε εκκρεμή υπόθεση και του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, οφείλει να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο. ...". Η διαδικασία προδικαστικής παραπομπής του άρθρου αυτού αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο του θεσπιζόμενου από τις Συνθήκες δικαιοδοτικού συστήματος, καθιερώνοντας διάλογο σε επίπεδο δικαιοδοτικών οργάνων μεταξύ του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των δικαστηρίων των κρατών μελών με σκοπό τη διασφάλιση της ενότητας της ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης και διασφαλίζοντας έτσι τη συνοχή, πλήρη αποτελεσματικότητα και αυτονομία του ενωσιακού δικαίου. Εφόσον κατά της απόφασης του εθνικού δικαστηρίου δεν χωρεί κανένα ένδικο μέσο του εσωτερικού δικαίου, το δικαστήριο αυτό υποχρεούται, κατ' αρχήν, όταν ανακύπτει ενώπιόν του ζήτημα ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης, να το παραπέμψει στο Δ.Ε.Ε. δυνάμει του άρθρου 267 Σ.Λ.Ε.Ε., υποχρέωση που αποσκοπεί, μεταξύ άλλων, στην αποτροπή του ενδεχόμενου διαμόρφωσης στα κράτη μέλη εθνικής νομολογίας μη συμβατής με τους κανόνες του δικαίου της Ένωσης. Τα εθνικά δικαστήρια, οι αποφάσεις των οποίων δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα, απαλλάσσονται από την υποχρέωση αυτή μόνο εφόσον διαπιστώσουν ότι το ανακύψαν ζήτημα δεν είναι κρίσιμο ή ότι έχει ήδη ερμηνευτεί από το Δ.Ε.Ε. ή ότι η ορθή ερμηνεία του Δικαίου της Ένωσης παρίσταται τόσο προφανής, ώστε να μην καταλείπει περιθώριο για εύλογη αμφιβολία (απόφαση Δ.Ε.Ε. της 15-10-2024, C-144/23 Kubera, σκέψεις 33 ως 36).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το αναιρετήριο υποβάλλει αίτημα υποβολής προδικαστικού ερωτήματος προς το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης περί του αν, κατά την έννοια του άρθρου 5 § 2 της Οδηγίας 2001/29, υπάρχει υποχρέωση καταβολής εύλογης αμοιβής και υποβολής σχετικής δήλωσης από εισαγωγείς, που πώλησαν επαγγελματικό εξοπλισμό σε νομικά πρόσωπα, οργανισμούς και το Ελληνικό Δημόσιο. Το αίτημα είναι αβάσιμο, δεδομένου ότι η ερμηνεία επί του ζητήματος αυτού της ανωτέρω Οδηγίας έχει ήδη ερμηνευτεί από το Δ.Ε.Ε. με τις προαναφερθείσες αποφάσεις του, κατά τις οποίες ο εισαγωγέας απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής εύλογης αμοιβής μόνο στην περίπτωση, κατά την οποία τα μηχανήματα διατέθηκαν σε μη φυσικά πρόσωπα για σκοπούς προδήλως ξένους προς την ιδιωτική αντιγραφή, και όχι σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία αγοραστής είναι νομικό πρόσωπο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1487/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλον δικαστή.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Και Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Σεπτεμβρίου 2025.

O ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή