ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1532/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1532/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1532/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1532 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1532/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα EUROBANK ERGASIAS A.E." (πρώην επωνυμία "Τράπεζα EFG EUROBANK ERGASIAS A.E") που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φωτεινή Χατζηχηδίρογλου, η οποία δήλωσε πως η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank A.E." παρίσταται ως καθολική διάδοχος της ως άνω αναιρεσείουσας, λόγω διασπάσεως με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητάς της και σύσταση της "Τράπεζα Eurobank A.E." ως ειδικής διαδόχου της εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "ANAPTYXI APC LIMITED", και εκπροσωπείται από την ίδια.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Μ. του Π., κατοίκου ..., 2) Δ., χήρας Π. Μ., το γένος Θ. Κ., κατοίκου ομοίως και 3) Φ. Μ. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-07-2010 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2616/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 1854/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-04-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ, "αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί."

Στην προκειμένη περίπτωση, από τις ..., ... και ...-2022 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Π. Ρ. προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 11-12-2023, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον πρώτο, τη δεύτερη και την τρίτη αναιρεσίβλητη, αντίστοιχα. Κατά την ανωτέρω δικάσιμο η συζήτηση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, κατά την οποία η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων κατ' άρθρο 226 § 4 εδ. δ' ΚΠολΔ. Εφόσον, συνεπώς, οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους.
Με την ανακοπή από το άρθρο 632 § 1 ΚΠολΔ, ο ανακόπτων οφειλέτης μπορεί να επικαλεστεί ως λόγους ακύρωσης της εις βάρος του διαταγής πληρωμής, είτε την έλλειψη των διαδικαστικών (τυπικών) προϋποθέσεων που απαιτούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 623 επ. ΚΠολΔ, για την έκδοση διαταγής πληρωμής, είτε ενστάσεις κατά της απαίτησης, ήτοι τη βασιμότητα ή το ύψος αυτής (Α.Π. 631/2020, Α.Π. 1443/2017). Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, με τη συνδρομή ή μη των οποίων μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής, είναι αφενός η ύπαρξη χρηματικής απαίτησης του αιτούντος από ορισμένη έννομη σχέση και αφετέρου η απαίτηση αυτή, καθώς και το ποσόν της, να αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο. Εάν η απαίτηση ή το ποσόν αυτής δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ο δικαστής οφείλει, κατ' άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, και εάν παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, τότε αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη, κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ (Α.Π. 92/2024, Α.Π. 1133/2022, Α.Π. 149/2022). Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής για τον λόγο αυτό απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξάρτητα από την ύπαρξη και τη δυνατότητα απόδειξης της απαίτησης με άλλα αποδεικτικά μέσα (Ολ.Α.Π. 10/1997, Α.Π. 1166/2020, Α.Π. 674/2020).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 του ν. 3816/2010 "Ρύθμιση επιχειρηματικών και επαγγελματικών οφειλών προς τα πιστωτικά ιδρύματα κ.λπ.", "Αποπληρωμή ενήμερων οφειλών. 1. Φυσικά ή νομικά πρόσωπα, τα οποία έχουν συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα συμβάσεις δανείων για επιχειρηματικούς, επαγγελματικούς ή αγροτικούς σκοπούς, δικαιούνται να ζητήσουν από αυτά και να επιτύχουν για οφειλές που δεν έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες, εφόσον διαθέτουν φορολογική και ασφαλιστική ενημερότητα και συντρέχουν οι προϋποθέσεις των επόμενων παραγράφων, να εφαρμοστούν ένα από τα ακόλουθα μέτρα: α) περίοδος χάριτος ενός έτους, χωρίς καταβολή τόκων και κεφαλαίου, με αντίστοιχη παράταση της συμβατικής διάρκειας του δανείου και κεφαλαιοποίηση των τόκων στη λήξη της περιόδου χάριτος, εφόσον η σύμβαση δανείου δεν έχει διανύσει μέχρι την 15.4.2010 το ένα τρίτο της προβλεπόμενης συμβατικής διάρκειας, β) αναστολή επί διετία της χρεολυτικής αποπληρωμής του άληκτου κεφαλαίου με αντίστοιχη παράταση της συμβατικής διάρκειας του δανείου και καταβολή των τόκων στη διάρκεια της αναστολής σύμφωνα με την περιοδικότητα του εκτοκισμού που προβλέπεται στη σύμβαση, και γ) παράταση της συμβατικής διάρκειας του δανείου κατά τρία έτη. 2. ... 3. ... 4. Αιτήσεις για την υπαγωγή στις διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων υποβάλλονται μέχρι τις 15.4.2010. Στην αίτηση επισυνάπτονται τα έγγραφα που αποδεικνύουν τη συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής που απαιτούνται. Η ασφαλιστική και φορολογική ενημερότητα δύναται να προσκομιστεί μέχρι την 30.7.2010. 5. Αν καταγγελθούν από το πιστωτικό ίδρυμα συμβάσεις ανοικτού ή αλληλόχρεου λογαριασμού που αναφέρονται στην παράγραφο 1 μετά την πάροδο δύο μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου και μέχρι τις 30 Ιουνίου 2011, ο οφειλέτης δικαιούται να αποπληρώσει το κατάλοιπο του λογαριασμού σε πέντε έτη με ισόποσες μηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις, καταβάλλοντος κατά το πρώτο έτος μόνο τόκους. Για τον υπολογισμό των τόκων ισχύει το συμβατικό επιτόκιο οφειλής, το οποίο θα εφαρμοζόταν αν η σύμβαση δεν είχε καταγγελθεί. Το δικαίωμα του οφειλέτη για ρύθμιση της οφειλής ασκείται μέσα σε έναν μήνα από την κοινοποίηση σε αυτόν της καταγγελίας. Η προθεσμία δεν αρχίζει αν δεν ενημερωθεί ο οφειλέτης για το δικαίωμα του. Το συνολικό ποσό που ρυθμίζεται κατά τους όρους της παραγράφου αυτής δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τα όρια που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3. 6. ... 7. ... 8. ... 9. ...". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι δυνατότητα υπαγωγής στις ευνοϊκές ρυθμίσεις του ν. 3816/2010 έχουν και οι οφειλέτες, των οποίων οι συμβάσεις ανοικτού ή αλληλόχρεου λογαριασμού, που εξυπηρετούν επιχειρηματικούς, επαγγελματικούς ή αγροτικούς σκοπούς, καταγγέλθηκαν μετά την πάροδο δύο μηνών από τη δημοσίευση του νόμου, δηλαδή μετά την 27-3-2010, και μέχρι την 30-6-2011, υποβάλλοντας αίτηση στο πιστωτικό ίδρυμα εντός προθεσμίας ενός μηνός από την κοινοποίηση της καταγγελίας, η οποία (προθεσμία) δεν αρχίζει αν ο οφειλέτης δεν ενημερωθεί για το δικαίωμά του, οπότε ο οφειλέτης δικαιούται να αποπληρώσει το κατάλοιπο του λογαριασμού σε πέντε έτη με ισόποσες μηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις, καταβάλλοντας κατά το πρώτο έτος μόνο τόκους. Η μηνιαία προθεσμία από την κοινοποίηση της καταγγελίας, και η άσκηση εκ μέρους του οφειλέτη σύμβασης ανοικτού ή αλληλόχρεου λογαριασμού του δικαιώματος, που του παρέχει η παράγραφος 5 της ανωτέρω διάταξης, με την υποβολή στο πιστωτικό ίδρυμα αίτησης για ρύθμιση της οφειλής του με αποπληρωμή του καταλοίπου σε πέντε έτη με ισόποσες μηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις, δεν θίγει τη βεβαιότητα της απαίτησης του πιστωτικού ιδρύματος, καθόσον η ρύθμιση δεν προσθέτει σε αυτήν αίρεση ή προθεσμία και δεν καθιστά το περιεχόμενό της εκκρεμές ή αμφίβολο, αφού το ύψος της οφειλής καθορίζεται επακριβώς από τις ως άνω διατάξεις, ούτε καθιστά αυτήν ανεκκαθάριστη, αφού το ύψος της προκύπτει με αριθμητικές πράξεις από αυτόν και μόνο τον εκτελεστό τίτλο, δηλαδή με την εν λόγω ρύθμιση δεν επήλθε επέμβαση του νομοθέτη στις διατάξεις των άρθρων 915 και 916 του ΚΠολΔ, ούτε κηρύχθηκαν άκυροι εκτελεστοί τίτλοι, αλλά η επέμβασή του περιορίστηκε μόνο στην παροχή δικαιώματος στον οφειλέτη για ρύθμιση της οφειλής του, η οποία (ρύθμιση) ολοκληρώνεται και επιφέρει έννομες συνέπειες με την αποδοχή της αίτησης από το πιστωτικό ίδρυμα, μετά από έλεγχο της συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων, και τον επακριβή καθορισμό του ύψους των τοκοχρεολυτικών δόσεων και του χρόνου καταβολής τους.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 27/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 8/2018, Ολ.Α.Π. 7/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη 1854/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Με την .../2010 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι αναιρεσίβλητοι υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στην εταιρία με την επωνυμία "Anaptyxi APC Limited", ως εκδοχέα της απαίτησης της τράπεζας Eurobank-Ergasias, το ποσό των 48.404,32 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων, ο πρώτος (αναιρεσίβλητος) ως πρωτοφειλέτης και οι δεύτερη και τρίτη ως εγγυήτριες σύμβασης παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, που είχε συναφθεί με την ανωτέρω τράπεζα. Κατά της διαταγής αυτής οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν την από 14-7-2010 ανακοπή τους κατά της ανωτέρω εταιρίας, η οποία έγινε δεκτή με την 2616/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ακυρώθηκε η διαταγή πληρωμής. Η αναιρεσείουσα, εκδοχέας της απαίτησης της καθ' ης η ανακοπή, άσκησε έφεση κατά της απόφασης αυτής, η οποία απορρίφθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη 1854/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών με την ακόλουθη, κρίσιμη για τον αναιρετικό έλεγχο αιτιολογία: "Η καθής η ανακοπή είναι εδρεύουσα στο Λονδίνο εταιρεία με σκοπό την απόκτηση επιχειρηματικών απαιτήσεων για την τιτλοποίησή τους σύμφωνα με το Ν. 3156/2003 και στο πλαίσιο της δραστηριότητάς της αυτής απέκτησε από την εδρεύουσα στην Αθήνα εκκαλούσα τράπεζα τις απαιτήσεις που προέρχονται από την υπ' αριθμ. ....2007 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό που καταρτίστηκε στη Σαλαμίνα με πιστοδότρια-δανείστρια την ανωτέρω τράπεζα, πιστούχο-πρωτοφειλέτη τον πρώτο των ανακοπτόντων και υπέρ του τελευταίου εγγυητές τους λοιπούς ανακόπτοντες. Η ως άνω σύμβαση πίστωσης εξυπηρετήθηκε με τη τήρηση αλληλοχρέου λογαριασμού, αποσκοπούσε δε στην κάλυψη των αναγκών της ατομικής εμπορικής επιχείρησης που διατηρούσε ο πρώτος των ανακοπτόντων στη Σαλαμίνα. Η καθής η ανακοπή ως νόμιμη εκδοχέας της απαίτησης, κοινοποίησε στις 11.06.2010 στους ανακόπτοντες την από 25.05.2010 επιστολή της με την οποία κατήγγειλε τη σύμβαση πίστωσης και προέβαινε στο κλείσιμο του σχετικώς τηρηθέντος αλληλοχρέου λογαριασμού της ως άνω πίστωσης ... Στην ίδια ως άνω επιστολή ενημέρωνε τους ανακόπτοντες, ότι σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 του Ν. 3816/2010 είχαν το δικαίωμα να ζητήσουν εντός ενός μηνός από τη λήψη αυτής της καταγγελίας την υπαγωγή σε ρύθμιση της οφειλής τους σύμφωνα με τις διακρίσεις και τους όρους που αναφέρονται στο άρθρο 2 του ιδίου νόμου. ... Στη συνέχεια, στις 17.06.2010 η καθής κατέθεσε αίτηση με την οποία εκδόθηκε στις 18.06.2010 η υπ' αριθμ. .../2010 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας υποχρεώθηκαν οι ανακόπτοντες να καταβάλουν στην καθής δυνάμει της ως άνω σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού 48.404,32 ευρώ με το νόμιμο τόκο καθώς και τα δικαστικά έξοδα, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό της. Ενωρίτερα, στις 16.06.2010 ... ο πρώτος ανακόπτων πιστούχος είχε ήδη υποβάλει στην πιστοδότρια τράπεζα EUROBANK στην οποία είχε ανατεθεί κατά τις διατάξεις του Ν. 3156/2003 η είσπραξη και η ενγένει διαχείριση της μεταβιβασθείσας απαίτησης, έγγραφη αίτηση με την οποία αφού εξηγούσε την πρόσκαιρη ταμειακή του δυσχέρεια ζητούσε διακανονισμό της οφειλής του. Eπίσης, όπως αποδείχθηκε, με την από 12.08.2010 αίτησή του προς την ανωτέρω τράπεζα ζητούσε εκ νέου διακανονισμό της οφειλής του από την ως άνω σύμβαση πίστωσης. Πλην όμως ... η καθής η ανακοπή αιτούμενη την έκδοση διαταγής πληρωμής πριν την πάροδο της μηνιαίας προθεσμίας του άρθρου 2 παρ. 5 του Ν. 3816/2010 παρέβη την ως άνω διάταξη με αποτέλεσμα η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής να εκδοθεί με βάση απαίτηση, η οποία κατά το χρόνο έκδοσής της δεν ήταν εισέτι ληξιπρόθεσμη και απαιτητή. ... Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, εσφαλμένα εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής και πρέπει ... να ακυρωθεί λόγω μη συνδρομής της νόμιμης αυτής προϋποθέσεως για την έκδοση διαταγής πληρωμής." Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο, ότι δηλαδή η απαίτηση της καθ' ης η ανακοπή από καταγγελθείσα σύμβαση αλληλόχρεου (ανοικτού), κατά το χρόνο της υποβολής της αίτησης και της έκδοσης της διαταγής πληρωμής δεν ήταν ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, επειδή δεν είχε παρέλθει η μηνιαία προθεσμία από την κοινοποίηση της καταγγελίας για την υποβολή αίτησης για ρύθμιση της οφειλής κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 § 5 του ν. 3816/2010, και ότι συνεπώς ο σχετικός λόγος της ανακοπής των αναιρεσίβλητων είναι βάσιμος, και απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 2 § 5 του ν. 3816/2010, αφού τόσο η διαδρομή της μηνιαίας προθεσμίας από την καταγγελία, όσο και η άσκηση του δικαιώματος του οφειλέτη για ρύθμιση της οφειλής με την υποβολή της σχετικής αίτησης, δεν θίγουν τη βεβαιότητα της απαίτησης του πιστωτικού ιδρύματος και δεν καθιστούν αυτήν μη ληξιπρόθεσμη, αφού η ρύθμιση της οφειλής πραγματοποιείται και επιφέρει τις συνέπειές της με την αποδοχή της αίτησης του οφειλέτη από το πιστωτικό ίδρυμα και τον καθορισμό του ύψους των τοκοχρεολυτικών δόσεων και του χρόνου καταβολής τους, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη. Επομένως είναι βάσιμος ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την ανωτέρω αιτίαση, και η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καταλαμβάνει ολόκληρη την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατόπιν αυτού παρέλκει η έρευνα των υπόλοιπων αναιρετικών λόγων και πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλον δικαστή, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 580 § 3 ΚΠολΔ. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 § 1, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1854/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλον δικαστή.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Σεπτεμβρίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή