ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1534/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1534/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1534/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1534 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1534/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Γ. Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Χ. Μ. του Θ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ν. Σ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης - καθ' ης η κλήση: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και

Της καθ' ης η κλήση: εταιρείας με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και ανέλαβε καθήκοντα διαχειριστή των απαιτήσεων της δεύτερης αναιρεσίβλητης αλλοδαπής ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "GALAXY II FUNDING DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", (ΓΚΑΛΑΞΥ ΙΙ ΦΑΝΤΙΝΓΚ ΝΤΕΖΙΓΚΝΕΙΤΙΝΤ ΑΚΤΙΒΙΤΥ ΚΟΜΠΑΝΥ)", που εδρεύει στο Δουβλίνο της Ιρλανδίας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Τσιαλίκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αριθμό κατάθεσης 4518/2010 ανακοπή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2041/2017 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που κήρυξε εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Στη συνέχεια ασκήθηκαν οι από 26-9-2017 πρόσθετοι λόγοι ανακοπής από την ήδη αναιρεσείουσα, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν με την ως άνω ανακοπή. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9246/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 1421/2021 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Επί της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η με αριθμό 1461/2023 απόφαση του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου με την οποία διατάσσεται την επανάληψη της συζήτησης της αναίρεσης προκειμένου να προσκομισθούν, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, τα αναφερόμενα στο σκεπτικό έγγραφα. Στην συνέχεια η αναιρεσείουσα - καλούσα με την από 28-12-2023 κλήση της ζητεί την επανάληψη της συζήτησης.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν η αναιρεσείουσα και η δεύτερη αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποίος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση.

Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη, και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί(ΑΠ 1762/2022, ΑΠ 1182/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα υπ. αριθ. ...-2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιά Η. Α., αποδεικνύεται ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 17/11/2021 ένδικης αίτησης αναίρεσης, με πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Α-2 τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκαση αυτής, πράξη του Προέδρου του Α-2 Τμήματος περί ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση της αίτησης στην δικάσιμο της 15-5-2023, επιδόθηκε νόμιμα με επιμέλεια της αναιρεσείουσας στην πρώτη αναιρεσίβλητη. Κατά την δικάσιμο αυτή η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε και η αίτηση αναίρεσης συζητήθηκε με απουσία της, κρίθηκε δε ότι αυτή αντιπροσωπεύεται από την δεύτερη αναιρεσίβλητη αλλοδαπή ανώνυμη εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία "GALAXY II FUNDING DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", που παραστάθηκε δια της νέας διαχειρίστριας των απαιτήσεών της, της μονοπρόσωπης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "CEPAL HELLAS Χρηματοικονομικές Υπηρεσίες Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων Από Δάνεια Και Πιστώσεις" και ακολούθως εκδόθηκε η 1461/2023 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης, προκειμένου να προσκομισθούν, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, τα επικαλούμενα από αυτήν και αναφερόμενα στο σκεπτικό της απόφασης έγγραφα, ώστε να προκύψει εάν η προσβαλλόμενη απόφαση είχε καταστεί τελεσίδικη, κατά το χρόνο άσκησης της αναίρεσης. Ακολούθως με την από 28-12-2023 κλήση, την οποία παραδεκτά απευθύνει κατά της "CEPAL HELLAS" ως της νέας διαχειρίστριας της επίδικης απαίτησης της δεύτερης αναιρεσίβλητης, η αναιρεσείουσα επανέφερε προς συζήτηση την αίτηση της και με πράξη του Προέδρου του Α-2 Τμήματος του Αρείου Πάγου ορίστηκε δικάσιμος αυτής η αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης(31-3-2025), κατά την οποία επίσης δεν εμφανίστηκε η πρώτη αναιρεσίβλητη, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από την σειρά της στο πινάκιο και συζητήθηκε. Από την προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα υπ. αριθ. ...-2024 έκθεση επίδοσης του ιδίου ανωτέρω δικαστικού επιμελητή αποδεικνύεται ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ανωτέρω κλήσης προς συζήτηση της αίτησης αναίρεσης στην δικάσιμο της 31-3-2025, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα με επιμέλεια της αναιρεσείουσας στην πρώτη αναιρεσίβλητη και συνεπώς, αφού στην πρώτη αναιρεσίβλητη έχει επιδοθεί νόμιμα και η αίτηση αναίρεσης, θα πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού θεωρηθεί ότι αυτή αντιπροσωπεύεται από την παρασταθείσα δεύτερη αναιρεσίβλητη, με την οποία, όπως θα αναφερθεί στην συνέχεια της απόφασης, την συνδέει δεσμός αναγκαστικής ομοδικίας (άρθρο 76 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1, 577, 309 εδ. 1, 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ένδικου αυτού μέσου, δηλαδή κατά τον χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι δε τελεσίδικη η απόφαση εκείνη, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης.

Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου, δηλαδή η απόφαση που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ ΑΠ 15/2001, ΑΠ 1461/2023, ΑΠ 486/2022), υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε επειδή παρήλθε η κατ` άρθρο 503 παρ.1 ΚΠολΔ δεκαπενθήμερη προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης προς άσκηση αυτής, είτε επειδή ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος, που δικάσθηκε ερήμην, παραιτήθηκε νομίμως από το ασκηθέν ένδικο μέσον ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 553 παρ.1 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, η ύπαρξη ερήμην απόφασης ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ` αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρ. 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση κατ` αυτής αίτησης αναίρεσης, αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ.1 εδ. β` περ. β ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης με αναίρεση απόφασης γίνεται με την προσκόμιση των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με την βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο (ΟλΑΠ 17/2013, ΑΠ 1461/2023, ΑΠ 486/2022, ΑΠ 1104/2020). Αν δεν συνομολογείται ή δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία της προσβαλλόμενης με αναίρεση απόφασης με την προσκόμιση των ως άνω εγγράφων, η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη κατ` αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου(Ολ ΑΠ 15/2001, ΑΠ 1461/2023, ΑΠ 486/2022, ΑΠ 1104/2020).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρ. 553 § 1β` ΚΠολΔ με αυτές των άρθρων 74, 75 § 1 και 2 και 76 § 1 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, σε περίπτωση έκδοσης οριστικής απόφασης, με απόντα έναν ή περισσότερους από τους συνδεόμενους με δεσμό αναγκαστικής ομοδικίας διαδίκους, που έχουν το δικαίωμα, σε κάθε περίπτωση, να ασκήσουν ανακοπή ερημοδικίας, έστω και αν θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύθηκαν στη δίκη από τους παρόντες ομοδίκους τους, η απόφαση προσβάλλεται παραδεκτώς με αναίρεση μόνο όταν καταστεί τελεσίδικη ως προς όλους τους ομοδίκους.

Σε αντίθετη περίπτωση, η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη ως προς όλους και όχι μόνο ως προς αυτόν ως προς τον οποίο δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία (ΟλΑΠ 18/2001, ΑΠ 1461/2023, ΑΠ 486/2022, ΑΠ 1104/2020,ΑΠ 965/2017).

Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής, στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του. Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας. Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαστική ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 1461/2023, ΑΠ 486/2022, ΑΠ 467/2021, ΑΠ 362/2020, ΑΠ 1564/2017). Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου, όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1461/2023, ΑΠ 486/2022, ΑΠ 467/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1260/2019), αφού σημειωθεί ότι, κατά την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των Ν. 4354/2015 και Ν. 3156/2003, οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π.) έχουν την κατ` εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, ανεξάρτητα από το ειδικότερο νομικό πλαίσιο, με βάση το οποίο συντελείται η μεταβίβαση των υπό διαχείριση απαιτήσεων, δηλαδή ακόμη και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισής τους στις εν λόγω εταιρείες συντελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων(ΟλΑΠ 1/2023, ΑΠ 1461/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Με αίτηση της πρώτης αναιρεσίβλητης εκδόθηκε κατά της αναιρεσείουσας και κατά άλλων φυσικών προσώπων, που δεν είναι διάδικοι, η υπ' αρ. .../2010 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία η αναιρεσείουσα και τα φυσικά αυτά πρόσωπα υποχρεώθηκαν να καταβάλλουν στην πρώτη αναιρεσίβλητη, εις ολόκληρον έκαστο, το ποσό των 246.210,87 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, με βάση σύμβαση πίστωσης με ανοικτό- αλληλόχρεο λογαριασμό, την οποία σύναψε η πρώτη αναιρεσίβλητη με τρίτο μη διάδικο φυσικό πρόσωπο, υπέρ του οποίου εγγυήθηκε η αναιρεσείουσα. Κατά της επιδοθείσας σε αυτήν διαταγής πληρωμής η αναιρεσείουσα άσκησε στο ανωτέρω δικαστήριο την από 1/2/2010 ανακοπή της, με την οποία ζήτησε την ακύρωση της διαταγής πληρωμής για τους αναφερόμενους στην ανακοπή λόγους, μετά δε την παραπομπή της ανακοπής με την υπ' αρ. 2041/2017 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, στο καθ' ύλην αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, εκδόθηκε η υπ' αρ. 9246/2018 οριστική απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την ανακοπή και τους ασκηθέντες από την αναιρεσείουσα ενώπιον του πρόσθετους λόγους ανακοπής.

Κατά της απόφασης αυτής η αναιρεσείουσα άσκησε στο Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης την από 5/12/2018 έφεσή της, ενώ στο ίδιο δικαστήριο άσκησε την από 7-12-2020 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της πρώτης αναιρεσίβλητης και κατά της αναιρεσείουσας, για λογαριασμό της αλλοδαπής ειδικού σκοπού ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία"GALAXY II FUNDING DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", με έδρα το Δουβλίνο Ιρλανδίας, η ίδια η καθ' ης η ανακοπή ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", επικαλούμενη ότι αυτή είναι πλέον η διαχειρίστρια της επίδικης απαίτησης και ειδική πληρεξούσια, αντιπρόσωπος και αντίκλητος της αλλοδαπής αυτής εταιρείας ειδικού σκοπού, η οποία είναι ειδική διάδοχος της ιδίας στην επίδικη απαίτηση, δυνάμει σύμβασης μεταβίβασης της απαίτησης στην παρεμβαίνουσα εταιρεία, υπέρ και κατά της οποίας θα ισχύσει το δεδικασμένο από την δίκη κατά το άρθρο 325 ΚΠολΔ και ότι ασκεί την παρέμβαση δυνάμει σύμβασης ανάθεσης της διαχείρισης της απαίτησης στην ίδια, οι οποίες συμβάσεις συνάφθηκαν κατά την διάταξη του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003 και ζήτησε την απόρριψη της έφεσης. Το ανωτέρω δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, αφού συνεκδίκασε την έφεση και την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση ερήμην της εφεσίβλητης-υπερ ής η πρόσθετη παρέμβαση(ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης)δεχόμενο ότι αυτή έχει κλητευθεί νόμιμα να παραστεί, τόσον ως εφεσίβλητη, όσον και ως υπερ ής η πρόσθετη παρέμβαση δέχθηκε τα ακόλουθα ως προς την πρόσθετη παρέμβαση: "Μετά την άσκηση, στις 05-12-2018, της ένδικης έφεσης κατά της εκκαλουμένης, η εφεσίβλητη τράπεζα συνήψε, στις 30-04-2020, με την Αλλοδαπή Εταιρία Ειδικού Σκοπού με την επωνυμία "GALAXY II FUNDING DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", που εδρεύει στο Δουβλίνο Ιρλανδίας, σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης τιτλοποιημένων απαιτήσεών της από χορηγήσεις δανείων και πιστώσεων προς οφειλέτες, των οποίων οι οφειλές είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμες ή είχαν καταγγελθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10§14 του Ν. 3156/2003. Αντίγραφο της άνω σύμβασης καταχωρήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 10§16 του Ν. 3156/2003, στο Δημόσιο Βιβλίο του Ν. 2844/2000, ήτοι στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, με αριθμό πρωτοκόλλου 161/30-04-2020, στον τόμο 11 με αριθμό 109. Στη συνέχεια, η ανωτέρω εταιρεία "GALAXY II FUNDING DESIGNATED ACTIVITY COMPANY" συνήψε με την ήδη παρεμβαίνουσα "ALPHA BANK ΑΕ", στις 30-04-2020, σύμβαση διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 10§§14 και 16 του Ν. 3156/2003, με την οποία ανέθεσε στην ήδη παρεμβαίνουσα τη διαχείριση των εν λόγω τιτλοποιημένων επιχειρηματικών απαιτήσεών της. Η σύμβαση αυτή διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων καταχωρήθηκε στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου ...-2020, στον τόμο 11 με αριθμό 110. Στις εν λόγω τιτλοποιημένες και μεταβιβασθείσες απαιτήσεις περιλαμβάνονται και αυτές που απορρέουν από τη με αριθμό ...-2001 σύμβαση χορήγησης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, που συνήφθη μεταξύ της εφεσίβλητης τράπεζας και του πιστούχου Γ. Σ., όπως αυτό προκύπτει από τα δύο αποσπάσματα του Παραρτήματος της από 30 Απριλίου 2020 Σύμβασης Πώλησης και Μεταβίβασης Επιχειρηματικών Απαιτήσεων, που καταχωρήθηκε νομίμως στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών την 30.04.2020 με αριθμό πρωτοκόλλου ....2020 στον τόμο 11 και αύξοντα αριθμό 109, και συγκεκριμένα στις σελίδες 4432 και 4433 αυτού. Την πιστή τήρηση της αμέσως ανωτέρω πιστωτικής σύμβασης εγγυήθηκε η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, όπως αυτή ομολογεί με την ένδικη ανακοπή και τους πρόσθετους λόγους αυτής, επί των οποίων εκδόθηκε η εκκαλουμένη. Υπό τα δεδομένα αυτά, η άνω παρέμβαση, που έχει σαφώς...χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, είναι παραδεκτή και νόμιμη (άρθρα 80, 81, 83 ΚΠολΔ) και παρεπόμενα νομιμοποιείται η παρεμβαίνουσα προς άσκηση αυτής, κατά της εκκαλούσας και υπέρ της εφεσίβλητης, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 2§4 του Ν. 4354/2015, με αποτέλεσμα μεταξύ της εφεσίβλητης, ως κυρίας διαδίκου, και της άνω προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας...και πρέπει η εφεσίβλητη- υπερ ής η πρόσθετη παρέμβαση να δικαστεί ερήμην και στις δύο υποθέσεις εκπροσωπούμενη από την αυτοτελώς προσθέτως παρεμβάσα εταιρεία...".Ακολούθως, αφού έκανε τυπικά δεκτή την έφεση, την απέρριψε κατ' ουσίαν, επικύρωσε την εκκαλούμενη απόφαση και όρισε σχετικό παράβολο ερημοδικίας, για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας από την εφεσίβλητη. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης η εκκαλούσα-αναιρεσείουσα την οποία στρέφει τόσον κατά της εφεσίβλητης, όσον και κατά της αυτοτελώς υπέρ αυτής παρεμβάσας εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "GALAXY II FUNDING DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", για την οποία, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, παραδεκτώς παρίσταται η μονοπρόσωπη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" ("Cepal Hellas"), που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής επί της ..., με Α.Φ.Μ. ... και αρ. Γ.Ε.ΜΗ ..., νομίμως αδειοδοτηθείσα από την Τράπεζα της Ελλάδος (Απόφαση υπ' αριθ. ....2016 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος) ως εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις δυνάμει των Διατάξεων του Ν. 4354/2015 και της Πράξης ....2017 της Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος, όπως τροποποιήθηκε από την υπ' αριθ. ....2019 Πράξη, η οποία δια της με ημερομηνία 18.06.2021 Σύμβασης Διαχείρισης Επιχειρηματικών Απαιτήσεων, η οποία συνήφθη δυνάμει του άρθρου 10 παρ. 14 και 16 του Ν. 3156/2003 περί Τιτλοποίησης Απαιτήσεων, ανέλαβε καθήκοντα διαχειριστή των απαιτήσεων της ανωτέρω δεύτερης αναιρεσίβλητης αλλοδαπής ανώνυμης εταιρείας ειδικού σκοπού, στις οποίες περιλαμβάνεται και η επίδικη απαίτηση. Οι ήδη αναιρεσίβλητες ανώνυμες εταιρείες, όπως προαναφέρθηκε, συνδέονται με δεσμό αναγκαστικής ομοδικίας, κατ` άρθρο 76 παρ.1 ΚΠολΔ, εφόσον η ισχύς της απόφασης, που θα εκδοθεί εκτείνεται και στις δύο. Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι η δημοσιευθείσα στις 12-8-2021 αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε νόμιμα:1) με επιμέλεια της CEPAL HELLAS στην αναιρεσείουσα με επίδοση στον πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο της Ν. Σ. στις 19-10-2021(βλ. την υπ. αριθ. ...-2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Γ. Μ.) και 2) με επιμέλεια της αναιρεσείουσας στην ερήμην δικασθείσα στο Εφετείο πρώτη αναιρεσίβλητη στις 1-11-2021(βλ. την υπ. αριθ. ...-2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιά Η. Α.), χωρίς η πρώτη αναιρεσίβλητη να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας εντός της νόμιμης προθεσμίας των 15 ημερών(βλ. το 570/18-11-2021 Πιστοποιητικό περί Κατάθεσης Ενδίκων Μέσων του Εφετείου Θεσσαλονίκης), με αποτέλεσμα, με την πάροδο της προθεσμίας αυτής στις 16-11-2021 η απόφαση να καταστεί τελεσίδικη και να αρχίσει η προθεσμία των τριάντα ημερών για την άσκηση αναίρεσης, η οποία συνεπώς ασκήθηκε εμπρόθεσμα στις 17-11-2021. Επομένως, αφού και κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητας στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση, που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα, που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά το νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για μακρό χρονικό διάστημα και πάντως μικρότερο απ` αυτό της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και ευρισκόμενες σε αιτιώδη συνάφεια μεταξύ τους, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει στην ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και έχει διατηρηθεί για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των διαγραφομένων από την ανωτέρω διάταξη ορίων. Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει απλώς δυσμενείς συνέπειες(Ολ ΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 10/2012, ΑΠ 1593/2022, ΑΠ 1248/2018, ΑΠ 909/2017). Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του (ΟλΑΠ 7/2002, ΑΠ 1416/2022, ΑΠ 41/2021, ΑΠ 109/2019). Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του όμως αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (Ολ. ΑΠ 8/2018, ΑΠ 1416/2022, ΑΠ 330/2020, ΑΠ 1352/2011). Η από τη διάταξη αυτή ένσταση του εναγομένου προϋποθέτει την ύπαρξη του αγωγικού δικαιώματος και επομένως ισχυρισμοί αρνητικοί ή καταλυτικοί του δικαιώματος αυτού δεν συνιστούν νόμιμη ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος (ΑΠ 109/2019, ΑΠ 985/2017).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 361 και 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ, 669 του Εμπορικού Νόμου, 47 και 64 έως 67 του ν.δ. της 17- 7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών" προκύπτει ότι η σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό, παρέχει εκ του νόμου τη δυνατότητα στην πιστώτρια να κλείνει οριστικά το λογαριασμό, αν και όποτε το θελήσει, κοινοποιώντας ακολούθως στον πιστούχο επιταγή για την πληρωμή του τυχόν υπέρ εκείνης καταλοίπου του λογαριασμού (ΑΠ 99/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1437/2014).

Συνεπώς, εφόσον ο ίδιος ο νόμος επιτρέπει στα μέρη του αλληλόχρεου λογαριασμού να τον καταγγείλουν μονομερώς και να τον κλείσουν οριστικά οποτεδήποτε, χωρίς οιαδήποτε άλλη προϋπόθεση, δεν είναι άκυρη και η τυχόν όμοια συμφωνία των μερών(ΑΠ 99/2020, ΑΠ 368/2019), η οποία δεν εμπίπτει έτσι στην ακυρότητα του άρθρου 2 παρ. 6, 7 του ν.2251/1994 ακόμη και αν έχει διατυπωθεί με Γενικό Όρο Συναλλαγών (ΓΟΣ), καθόσον δεν μπορεί να είναι άκυρη συμφωνία που επαναλαμβάνει διάταξη νόμων (ΑΠ 99/2020). Όμως, η άσκηση και του δικαιώματος αυτού ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ , για το παραδεκτό της οποίας πρέπει να προβάλλονται σαφώς όλα τα περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση δικαιώματος από το διάδικο, κατά του οποίου ασκείται το δικαίωμα(ΑΠ 239/2025, ΑΠ 99/2020, ΑΠ 1689/2013). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο και τον πρώτο πρόσθετο λόγο ανακοπής, με τον οποίο συμπληρώθηκε ο πρώτος λόγος αυτής, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η έκδοση κατ' αυτής της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής είναι καταχρηστική και πρέπει να ακυρωθεί η διαταγή πληρωμής, προβάλλοντας τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ότι ο Γ. Σ. του Π. διόρισε, με το υπ' αριθ. ...-2000 πληρεξούσιο του Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Β. Ν., τους Α. Χ. και Α. Π., οι οποίο ήταν σύζυγοι, ως ειδικούς πληρεξουσίους, αντιπροσώπους και αντικλήτους του, χορηγώντας σ' αυτούς -μεταξύ άλλων- την εντολή και πληρεξουσιότητα, να ενεργήσουν αντ' αυτού και για λογαριασμό του, μαζί ή ο καθένας χωριστά, προκειμένου να ζητήσουν την έναρξη οποιασδήποτε ατομικής του επιχείρησης και να ενεργήσουν, πέραν της θεώρησης στοιχείων, οποιαδήποτε άλλη πράξη ενώπιον κάθε φορολογικής αρχής, τράπεζας και όποιας υπηρεσίας, με σκοπό τη λειτουργία της επιχείρησης αυτής. Ότι, με τον τρόπο αυτό, αφού είχε συσταθεί προηγουμένως, στις 31-8-1999, ατομική επιχείρηση στο όνομα του Γ. Σ. (που τυγχάνει συγγενής του Α. Π.), με αντικείμενο βιοτεχνία μαγιώ και εσωρούχων και εμπορία αυτών, με έδρα τη Θεσσαλονίκη, κατάφεραν η Α. Χ. και ο Α. Π. να ασκούν εμπορία με παρένθετο πρόσωπο και δη στο όνομα του προσώπου αυτού (Γ. Σ.), προκειμένου να ξεπεράσουν την αδυναμία που είχαν να λειτουργήσουν στο δικό τους όνομα κάποια επιχείρηση, είτε γιατί ενέπιπταν σε σχετική εκ του νόμου απαγόρευση άσκησης εμπορίας, καθώς, σύμφωνα με όσα της είχαν πει, είχαν πτωχεύσει, είτε γιατί δεν επιθυμούσαν να αναλάβουν τον όποιο κίνδυνο από την άσκηση μίας επιχειρηματικής δραστηριότητας. Ότι το συγκεκριμένο σχήμα και η όλη μεθόδευση, τελούσε εξ' αρχής σε πλήρη γνώση της καθ' ης η ανακοπή τράπεζας και ετύγχανε επίσης της πλήρους αναγνώρισης και αποδοχής απ' αυτήν κατά την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης πίστωσης. Ότι αυτό που έλειπε για να λειτουργήσει ακόμη πιο αποτελεσματικά το σχέδιο, ήταν το πρόσωπο ενός εγγυητή, που θα ενδυνάμωνε την πιστοληπτική ικανότητα της επιχείρησης και θα εξασφάλιζε χρηματοδοτήσεις από τις τράπεζες και τον εγγυητή αυτόν βρήκαν οι ως άνω Α. Χ. και Α. Π. στο δικό της πρόσωπο, καθώς με την ιδιότητα της εξωτερικού συμβούλου λογιστή - φοροτεχνικού, που παρακολουθούσε το λογιστήριο της άνω επιχείρησης ήδη από τον Αύγουστο του έτους 1999, ήταν ο άνθρωπος, στο φιλότιμο του οποίου βασίστηκαν αυτοί, εκμεταλλευόμενοι και τη γνωριμία τους, ώστε να δεχθεί να εγγυηθεί υπέρ του Γ. Σ. -ουσιαστικά υπέρ της Α. Χ. και του Α. Π.- προκειμένου να εξασφαλίσουν αυτοί τις όποιες χρηματοδοτήσεις. Ότι πράγματι, στη Θεσσαλονίκη, την 30-10-2001, εγγυήθηκε αυτή προς την καθ' ης-τράπεζα την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ανέλαβε έναντι αυτής ως πρωτοφειλέτης ο Γ. Σ. με την υπ' αριθ. ...-2001 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, για αρχική πίστωση ποσού 88.041,09 ευρώ, το οποίο αυξήθηκε ακολούθως με πρόσθετες πράξεις αύξησης της πίστωσης και κατά τις ημερομηνίες 19-11-2001, 12-4-2002, 6-8-2002, 26-2-2003, 23-5-2003 και 24- 11-2003, με τα ποσά των 58.694,06 ευρώ, 103.264 ευρώ, 80.000 ευρώ, 150.000 ευρώ, 100.000 ευρώ και 220.000 ευρώ, αντιστοίχως, για να καταλήξει τελικά το ύψος της πίστωσης στο ποσό των 800.000 ευρώ, ποσό το οποίο έχει εγγυηθεί προσωπικά η ίδια (ανακόπτουσα). Ότι την άνω εγγύηση παρείχε από την αρχή, υπό τον ρητά συνομολογημένο όρο, ότι η πίστωση που θα χορηγείτο από την εναγόμενη τράπεζα στην επιχείρηση και φυσικά το όποιο φερόμενο κατά καιρούς χρεωστικό υπόλοιπο, θα καλυπτόταν πάντοτε από αξιόγραφα, που θα ενεχυρίαζε η επιχείρηση (ο φερόμενος πιστούχος) στην εναγόμενη. Ότι, την 10-2-2005, η καθ' ης η ανακοπή της κοινοποίησε προς γνώση της, την από 9-2-2005 εξώδικη δήλωση και πρόσκληση, απευθυνόμενη στον Γ. Σ., με την οποία του γνωστοποιούσε τη σφράγιση κάποιων επιταγών, γεγονός που, σε συνδυασμό με το άνοιγμα που δημιουργήθηκε στα καλύμματα των χρηματοδοτήσεών του, λόγω επιστροφής επιταγών και συναλλαγματικών πελατείας του σε ενέχυρο (καθυστερημένα γραμμάτια ύψους 10.003 ευρώ και επιταγές ύψους 13.582 ευρώ), δημιούργησαν πρόβλημα στη συνεργασία του με την εναγόμενη τράπεζα. Με την άνω εξώδικο, προειδοποιώντας η καθ' ης για τη λήψη μέτρων, γνωστοποιούσε ότι η θέση του πιστούχου Γ. Σ. ανερχόταν, την 9-2-2005, στο ποσό των 725.436 ευρώ, ενώ τα καλύμματα με επιταγές και συναλλαγματικές έδιναν ένα ποσό 563.388 ευρώ, με παράλληλη ενίσχυση από την προσωπική της εγγύηση. Ότι είναι προφανής η υπαίτια παράβαση των όρων της σύμβασης από την πλευρά της καθ' ης και η ευθύνη αυτής, να αφήσει άνοιγμα περίπου 170.000 ευρώ μεταξύ της θέσης του πιστούχου και των αξιόγραφων, που είχαν δοθεί προς κάλυψη, ενόψει και του ότι η καθ' ης χορηγούσε χρηματοδότηση αξίας μέχρι ένα ποσοστό μόνο επί των αξιόγραφων που παραδίδονταν σ' αυτήν. Ότι μπορεί η ίδια να ήταν η λογίστρια της επιχείρησης, να τηρούσε τα λογιστικά της βιβλία και να είχε εικόνα της οικονομικής της κατάστασης, πλην όμως είχε την εικόνα που μπορούσε να έχει ως αποδέκτης των χορηγούμενων σε αυτήν στοιχείων και δεν ήταν δυνατό εκ της θέσεως και του ρόλου της να παρακολουθεί την κίνηση του αλληλόχρεου λογαριασμού, ούτε να ελέγχει τα ποσά που εμβάζονταν σ' αυτόν ή αναλαμβάνονταν απ' αυτόν και να έχει λόγο στο πώς θα ξοδεύονταν αυτά (αγορές εμπορευμάτων κλπ), καθώς δεν ήταν συνέταιρος σ' αυτήν και δεν μπορούσε να ελέγχει καθημερινά τα αξιόγραφα που παραδίδονταν στην καθ' ης η ανακοπή. Ότι απευθύνθηκε άμεσα στους πραγματικούς πιστούχους (Α. Χ. και Α. Π.) και ζήτησε εξηγήσεις σχετικά με την άνω εξώδικο δήλωση και από τη συζήτηση μαζί τους διαπίστωσε ότι στα πλαφόν λογαριασμών, που τηρούσε η επιχείρηση στην καθ' ης, είχαν καταχωρηθεί επιταγές που ήταν όμως ευκολίας, γεγονός που είχαν αποκρύψει από την ίδια (ανακόπτουσα) ο φερόμενος πιστούχος Γ. Σ., οι πραγματικοί πιστούχοι Α. Χ. και Α. Π. και η καθ' ης τράπεζα, προκειμένου να διατηρεί αυτή τη βεβαιότητα, ότι στα πλαφόν ήταν πάντα ισολογισμένες οι υποχρεώσεις με τις εισπρακτέες επιταγές και ότι το άνοιγμα της χρηματοδότησης καλυπτόταν από ισχυρές επιταγές, έτσι ώστε να ενισχύει την πίστωση με την παροχή της εγγύησής της, την οποία έδιδε θεωρώντας ότι ήταν εξασφαλισμένη. Ότι, ξεκινώντας άμεσα την προσπάθεια να ανακαλύψει την πραγματική εικόνα της επιχείρησης και την οικονομική κατάσταση αυτής, ενεπλάκη σε μαραθώνιες συζητήσεις με την καθ' ης τράπεζα, η οποία, έχοντας πλήρη γνώση της παράλειψής της να λάβει τα απαιτούμενα -σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη- μέτρα ελέγχου της κίνησης του λογαριασμού και των αξιόγραφων που παραδίδονταν σ' αυτήν προς εισαγωγή στο λογαριασμό, επιδόθηκε σε προφανείς αντιπερισπαστικές κινήσεις, απειλούσε πλέον άμεσα με εγγραφή βαρών στην ακίνητη περιουσία της, ζητούσε απ' αυτήν (ανακόπτουσα) εμπράγματες εξασφαλίσεις και αδιαφορούσε για τις όποιες διαμαρτυρίες της. Ότι καθίσταται προφανής η υπαίτια παράβαση των όρων της σύμβασης από την πλευρά της καθ' ης και η ευθύνη αυτής να αποδεχθεί χωρίς κανέναν απολύτως έλεγχο να εισαχθούν στον λογαριασμό αξιόγραφα, ενώ δεν προέκυπτε καμία σχέση-σύνδεση ανάμεσα στον όποιο οπισθογράφο των αξιόγραφων και τον φερόμενο πιστούχο Γ. Σ. Ότι, μετά ταύτα, αποφάσισε να ελέγξει τα αξιόγραφα σε ενέχυρο, που είχαν παραδοθεί στην εναγόμενη, αλλά κατά το χρονικό διάστημα από 10-2-2005 έως 9-5-2005, τόσο η καθ' ης, όσο και ο φερόμενος πιστούχος, αλλά και οι πραγματικοί πιστούχοι, αρνούνταν να της χορηγήσουν αντίγραφα από τις επιταγές, που είχαν ενεχυριασθεί σε ασφάλεια της απαίτησης της καθ' ης από τη σχετική σύμβαση πίστωσης του φερόμενου πιστούχου, παραπέμποντας αυτήν, η μεν καθ' ης στον πιστούχο, ο δε τελευταίος, μέσω των πραγματικών πιστούχων, στην καθ' ης. Ότι την 24-3-2005 με αίτηση προς τη νομική υπηρεσία της καθ' ης, που είχε το ίδιο περιεχόμενο με την προηγούμενη από 9-3-2005 αίτησή της (παράδοση αντιγράφων των επιταγών που ενεχυριάστηκαν σε ασφάλεια της απαίτησης της καθ' ης) ζήτησε επιπλέον να την ενημερώσει η καθ' ης για το νόμο που δεν επιτρέπει την ικανοποίηση του αιτήματος ενημέρωσής της, πλην όμως δεν έλαβε καμία απάντηση. Ότι οι πραγματικοί πιστούχοι αρνούνταν ακόμη και να της παραδώσουν αντίγραφο από το προαναφερόμενο συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, που έδινε σ' αυτούς το δικαίωμα να ενεργούν τα πάντα για λογαριασμό του φερόμενου πιστούχου, το περιεχόμενο του οποίου δεν είχε χρειαστεί μέχρι τότε να περιέλθει σε γνώση της, καθώς για πρώτη φορά αποφάσισε να ελέγξει τι συνέβαινε. Έτσι, υπερβαίνοντας οι πραγματικοί πιστούχοι (Α. Χ. και Α. Π.) κάθε μέτρο ηθικής τάξης, κακοπιστίας και προκλητικότητας, αρνούνταν να εξασφαλίσουν κάποιο ακίνητο από την πατρική τους περιουσία ή συγγενικού τους προσώπου και να το προσφέρουν για εγγραφή προσημείωσης από την καθ' ης, η οποία απαιτούσε εξασφαλίσεις ώστε να μην προχωρήσει σε μέτρα εκτέλεσης, επειδή θεωρούσαν οι πραγματικοί πιστούχοι ότι είναι προτιμότερο να εγγραφεί βάρος σε δικό της ακίνητο, προς εξασφάλιση δικών τους χρεών. Ότι, μετά τις άνω πιέσεις της, η Α. Χ. υπέγραψε τελικά ως εγγυήτρια, στις 21-02-2005, την προαναφερόμενη από 30-10-2001 σύμβαση πίστωσης και η καθ' ης της κοινοποίησε, στις 7-4-2005, δήλωση προσδιορισμού οφειλής, σύμφωνα με την οποία το ύψος της οφειλής του Γ. Σ. προς την εναγόμενη ανερχόταν στο ποσό των 691.334,28 ευρώ, εντόκως από 16-3-2005. Ότι, στο μεταξύ, κατόπιν δικών της πάλι πιέσεων, οι πραγματικοί πιστούχοι υπέβαλαν στο όνομα του φερόμενου πιστούχου σχετικό από 24-3-2005 αίτημα προς την καθ' ης, ζητώντας να καλύψουν μέχρι 30-11-2006 τα ανοίγματα στα καλύμματα των χρηματοδοτήσεων, αίτημα που αποδέχθηκε την 11-4-2005 με επιστολή της η καθ' ης, με την προϋπόθεση εγγραφής συναινετικών προσημειώσεων επί ακινήτων και σε πλήρη κάλυψη της οφειλής. Ότι με την επιστολή αυτή προειδοποιούσε η καθ' ης ότι σε περίπτωση που τα ενεχυριασμένα αξιόγραφα δεν πληρώνονταν στη λήξη τους, θα εκδίδονταν διαταγές πληρωμής, για όλα δε αυτά δόθηκε προθεσμία αναμονής έως 15-5-2005, πλην όμως οι πραγματικοί πιστούχοι δεν τήρησαν την προθεσμία πληρωμής της δεύτερης δόσης Απριλίου 2005 και ενώ μάλιστα εισέπρατταν χρήματα από πελάτες, χωρίς να δίνουν λογαριασμό για το πού πήγαιναν τα χρήματα αυτά, αντίθετα δε έκαναν αλόγιστα έξοδα σε ταξίδια αναψυχής στο εξωτερικό. Ότι, ενόψει των ανωτέρω, αποφάσισε να στείλει την από 9-5-2005 εξώδικη πρόσκληση- δήλωση προς την Α. Χ. και τον Α. Π., κοινοποιούμενη και στον Γ. Σ., με την οποία εξέφρασε τον προβληματισμό της από νεότερες πληροφορίες της που είχε ότι κάποιες από τις επιταγές που είχαν εισαχθεί στον λογαριασμό είχαν εκδοθεί και οπισθογραφηθεί από ανύπαρκτα πρόσωπα και ανύπαρκτες επιχειρήσεις, όπως επίσης και ότι δολίως και παρανόμως ενεργώντας, μεταβίβασαν σε τρίτο πρόσωπο το υποκατάστημα της επιχείρησης επί της οδού Εγνατίας 35, επιδιώκοντας μέσω της ενέργειας αυτής να ματαιώσουν την ικανοποίηση πιστωτών από περιουσία της επιχείρησης, γεγονός που απέκρυψαν και απ' αυτήν (ανακόπτουσα), χρησιμοποιώντας μάλιστα άλλο λογιστή για να διεκπεραιώσει την μεταβίβαση αυτή και χωρίς καμία ενημέρωση δική της, ήταν δε, τόσο προφανής η δολιότητα, που το πρόσωπο προς το οποίο μεταβίβασαν το υποκατάστημα ήταν υπάλληλος της ίδιας της επιχείρησης, ώστε να ασκούν και πάλι οι πραγματικοί πιστούχοι εμπορία και στο υποκατάστημα αυτό με παρένθετο πρόσωπο. Ότι ζήτησε από την Α. Χ. εντός τριών εργάσιμων ημερών να κάνει μαζί με τον Α. Π. αναδοχή του εμφανιζόμενου ως χρέους της επιχείρησης απέναντι στην καθ' ης, ώστε να καταστούν πρωτοφειλέτες, να εξασφαλίσουν και να προτείνουν στην καθ' ης άλλον εγγυητή, προκειμένου να αντικαταστήσει αυτήν (ανακόπτουσα) και να απαλλαγεί η τελευταία από κάθε υποχρέωση και δέσμευση και να ενεργήσει η Α. Χ. ό,τι απαιτείται, προκειμένου να προσφερθεί το κείμενο στην Καλαμαριά ακίνητο, που αποτελούσε πατρική της περιουσία και φερόταν στην μερίδα του ήδη αποβιώσαντος πατέρα της ώστε να εγγράφει συναινετικά προσημείωση υποθήκης υπέρ της καθ' ης. Ότι επίσης τους δήλωσε ότι δεν επιθυμούσε στο εξής να παρακολουθεί το λογιστήριο της επιχείρησης και κάλεσε αυτούς να προσέλθουν στο γραφείο της, προκειμένου να παραλάβουν το αρχείο των φορολογικών δηλώσεων της επιχείρησης και τα μισθολόγια, καθώς επίσης να της καταβάλουν το ποσό των 6.050 ευρώ που της όφειλαν από υπηρεσίες που τους είχε παράσχει και να της επιστρέφουν το ποσό των 8.000 ευρώ που τους δάνεισε τον Σεπτέμβριο του έτους 2004, προκειμένου να ρυθμίσουν οφειλόμενο ΦΠΑ της επιχείρησης για προηγούμενα έτη. Ότι παράλληλα και με αφορμή την προαναφερόμενη από 11-4-2005 επιστολή της καθ' ης, με την οποία ζητούσε να εγγραφούν συναινετικά προσημειώσεις σε ακίνητα, απευθύνθηκε με σχετική από 18-5-2005 επιστολή της στην καθ' ης και συγκεκριμένα στη Διεύθυνση Καθυστερήσεων, τονίζοντας ότι η Α. Χ., που αποτελεί και την πραγματική πιστούχο, υπερβαίνοντας κάθε μέτρο ηθικής τάξης, κακοπιστίας και προκλητικότητας, αρνούνταν πεισματικά να εξασφαλίσει κάποιο ακίνητο δικό της ή συγγενικού της προσώπου και να το προσφέρει για εγγραφή προσημείωσης από την καθ' ης, επισημαίνοντας ιδιαίτερα την τακτική της Α. Χ. να ισχυρίζεται ότι δεν έχει κανένα ακίνητο και να παραλείπει να αποδεχθεί την κληρονομιά του θανόντος πατέρα της, ώστε να μην εμφανιστεί στη μερίδα της ακίνητη ιδιοκτησία και δη α) σε ποσοστό 3/8 εξ' αδιαιρέτου σε ένα μεγάλο διαμέρισμα στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης, σε οικοδομή επί της οδού ..., εμβαδού 148 τ.μ. μικτών και 136,85 τ.μ. καθαρών και με ποσοστό 25/100 στο οικόπεδο και τα λοιπά κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής, β) στο ένα τρίτο εξ' αδιαιρέτου από το υπόγειο της άνω οικοδομής, εμβαδού 148 τ.μ. και με ποσοστό 15/100 στο οικόπεδο και τα λοιπά κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής και γ) στο δικαίωμα της μελλοντικής καθ' ύψος επέκτασης της οικοδομής (αέρας), με ποσοστό 10/100 εξ' αδιαιρέτου που αναλογεί σ' αυτό το δικαίωμα επί του όλου οικοπέδου και των λοιπών κοινόχρηστων μερών της οικοδομής. Ότι επεσήμανε επίσης προς την καθ' ης, ότι στη μερίδα του Ι. Χ., κληρονομούμενου και πατρός της Α. Χ., φερόταν το όλο ακίνητο βεβαρημένο με προσημειώσεις, ενώ αυτές είχαν στην πραγματικότητα εξοφληθεί και σκόπιμα παραλειπόταν από τους κληρονόμους η άρση-εξάλειψή τους και την πληροφόρησε ότι για τους λόγους αυτούς αναγκάστηκε τελικά να επισπεύσει η ίδια τη σχετική μεταγραφή σε μερίδα της Α. Χ. στο Υποθηκοφυλακείο Καλαμαριάς, προκειμένου να εμφανιστεί η σχετική ιδιοκτησία της και να μπορέσει η καθ' ης να εξασφαλιστεί σε σχέση με τις απαιτήσεις της απέναντι στον φερόμενο πιστούχο εγγράφοντας προσημείωση, συναινετικά ή αναγκαστικά στο ποσοστό της Α. Χ. Ότι ακολούθως η καθ' ης άσκησε κατ' αυτής, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, που της κοινοποιήθηκε στις 26-9-2005, και είχε οριστεί να συζητηθεί 6-10-2005, με την οποία επεδίωξε την αναγκαστική εγγραφή προσημείωσης επί όλων των ακινήτων ιδιοκτησίας της, ήτοι της κατοικίας της στο Πανόραμα Θεσσαλονίκης, του γραφείου της στο κέντρο Θεσσαλονίκης, ενός αγρού της στον Χορτιάτη Θεσσαλονίκης και ποσοστού επί αγρού της στο Πανόραμα Θεσσαλονίκης, με τον ισχυρισμό ότι κινδύνευε η απαίτησή από τη σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού και ότι υπήρχε επείγουσα περίπτωση. Ότι την ίδια ημέρα που κοινοποιήθηκε σε εκείνη η άνω αίτηση (26-9-2005), συζητήθηκε ενώπιον του ίδιου ως άνω δικαστηρίου και αντίστοιχη αίτηση της καθ' ης κατά της Α. Χ., με αίτημα την αναγκαστική εγγραφή προσημείωσης στα ποσοστά της επί του ακινήτου, τη μεταγραφή της αποδοχής των οποίων αυτή (ανακόπτουσα) είχε επισπεύσει, κατά τα ανωτέρω, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 33617/27-10-2005 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, που έκανε δεκτή την αίτηση. Ότι, τρεις ημέρες μετά την κοινοποίηση σε εκείνη της ανωτέρω αίτησης ασφαλιστικών μέτρων που στρεφόταν εναντίον της, ζήτησε (στις 29- 9-2005) από την καθ' ης να της χορηγήσει βεβαίωση-ενημέρωση σχετικά με το ύψος της απαίτησης που διατηρούσε σε βάρος του πρωτοφειλέτη-φερόμενου πιστούχου (Γ. Σ.), βεβαίωση που τελικώς της χορήγησε στις 5-10-2005, από την οποία προέκυπτε ότι το ύψος της οφειλής του Γ. Σ. ανερχόταν στο ποσό των 389.934,33 ευρώ, πλέον τόκων, εξόδων και λοιπών επιβαρύνσεων από 1-10-2005, και αυτό έπραξε η καθ' ης μόνο αφού χρειάστηκε προηγουμένως να κοινοποιήσει σ' αυτήν, στις 4-10-2005, την από 3-10-2005 εξώδικη πρόσκληση - δήλωσή της, καλώντας την να τής παραδώσει σχετική καρτέλα-ενημέρωση, εκ των ανωτέρω δε προκύπτει η κακόπιστη και καταχρηστική σε βάρος της συμπεριφορά της καθ' ης, αφού απαιτούνταν εξώδικα, προκειμένου να ικανοποιήσει αυτή στοιχειώδη και αυτονόητα αιτήματά της. Ότι, τρεις (3) ημέρες πριν εκδοθεί η απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων που στρεφόταν εναντίον της και δη την 4-11-2005, η καθ' ης κάλεσε την ίδια και την Α. Χ., για να τις πληροφορήσει ότι, επειδή είχε τροποποιηθεί η δικονομία, ήταν απαραίτητο να εκδώσει διαταγή πληρωμής, ακόμη και στις περιπτώσεις που είχε εκδοθεί υπέρ αυτής (εναγόμενης) δικαστική απόφαση για εγγραφή αναγκαστικής προσημείωσης και ότι προκειμένου να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής σε βάρος τους τους ζήτησε να συναινέσουν (ανακόπτουσα και Χ.) σε εγγραφή προσημείωσης στα ακίνητά τους. Ότι την 7-11-2005 τής τηλεφώνησε η καθ' ης διά υπαλλήλου της για να την ενημερώσει ότι το δικαστήριο είχε δικαιώσει την ίδια, αφού είχε εκδοθεί η υπ' αριθ. 34631/2005 απόφαση που απέρριψε την αίτηση της καθ' ης, πλην όμως της γνωστοποίησε ότι θα προχωρούσε σε έκδοση διαταγής πληρωμής και εγγραφή προσημείωσης, εφόσον δεν συναινούσε σε εγγραφή προσημείωσης στα ακίνητά της, ενώ στη συνέχεια, στις 15-11-2005, την ενημέρωσε ότι της αρκούσε τελικά να συναινέσει η ανακόπτουσα στην εγγραφή προσημείωσης σε ένα από τα ακίνητά της, ώστε να αποφύγει την έκδοση διαταγής πληρωμής, και συνεπώς ήταν προφανές, ότι με εκβιαστικές μεθόδους και με την απειλή της έκδοσης διαταγής πληρωμής, επεδίωκε η καθ' ης να την σύρει σε συναινετική εγγραφή προσημείωσης, ενάντια μάλιστα στην καλή πίστη, στα χρηστά ήθη αλλά και κάθε κανόνα δικαίου και λογικής, πολύ περισσότερο μάλιστα όταν η καθ' ής γνώριζε καλά την δική της συμμετοχή στην εξέλιξη της υπόθεσης, με σημαντικά λάθη και παραλείψεις της όσον αφορά την τήρηση στοιχειωδών κανόνων επιμέλειας και πρακτικής στα πλαίσια των τραπεζικών συναλλαγών, γεγονός που επεσήμανε προς αυτήν με την από 16-11-2005 εξώδικη πρόσκληση-δήλωσή της, που κοινοποιήθηκε σ' αυτήν την 18-11-2005, στην οποία τονίζει και τα ακόλουθα: α)ότι η άσκηση επιχείρησης από τον Γ. Σ., με αφορμή την λειτουργία της οποίας είχε συνάψει η καθ' ης αλληλόχρεο λογαριασμό μαζί του ήδη από το έτος 2001 και υπέρ της οποίας αυτή (ανακόπτουσα) εγγυήθηκε, γινόταν κατά το φαινόμενο και μόνο, αφού οι όποιες εμπορικές πράξεις αλλά και οι όποιες πράξεις ενεργούνταν γενικά στα πλαίσια λειτουργίας της επιχείρησης, εκτελούνταν από την Α. Χ. και τον Α. Π., δυνάμει του σχετικού υπ' αριθ. .../2000 πληρεξουσίου του Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Β. Ν., που τους είχε χορηγήσει ο Γ. Σ. και είχε παραδοθεί στην καθ' ης, ώστε τελικά, η όποια εμπορία στα πλαίσια της ως άνω επιχείρησης ασκούνταν με παρένθετο πρόσωπο, τον Γ. Σ. κατά το φαινόμενο, πλην όμως από την Α. Χ. και τον Α. Π. στην πραγματικότητα, συναλλασσόταν δε η καθ' ης επί 4 και πλέον χρόνια με την Α. Χ., γνωρίζοντας ότι αυτή είχε πτωχεύσει και ότι η επιχείρηση είναι στην πραγματικότητα δική της και φτάνοντας να χορηγήσει πίστωση ποσού 800.000 ευρώ, σε έναν φερόμενο πιστούχο (Γ. Σ.), ηλικίας μόλις 20 ετών. Και β) ότι για πρώτη φορά τον Φεβρουάριο του 2005 διαπίστωσε πως στο πλαφόν του λογαριασμού που τηρούσε η επιχείρηση στην καθ' ης είχαν καταχωρηθεί επιταγές, που ήταν όμως ευκολίας, γεγονός που είχε αποκρυβεί απ' αυτήν, προκειμένου να διατηρεί αυτή (ανακόπτουσα) τη βεβαιότητα, ότι στα πλαφόν ήταν πάντα ισολογισμένες οι υποχρεώσεις με τις εισπρακτέες επιταγές και ότι το άνοιγμα της χρηματοδότησης καλυπτόταν από ισχυρές επιταγές, έτσι ώστε να ενισχύει την πίστωση με την παροχή της εγγύησής της, θεωρώντας ότι ήταν εξασφαλισμένη, η δε καθ' ης είχε παραβεί την υποχρέωση να ελέγχει όλα τα αξιόγραφα σε ενέχυρο, πριν τα παραλάβει. Ότι η καθ' ης καθόριζε κάθε φορά διαφορετικά πλαίσια χρηματοδότησης, χρηματοδοτώντας στην αρχή το 80% των αξιόγραφων, ακολούθως το 90% αυτών, έφτασε δε να χορηγήσει στην επιχείρηση σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες που είχε την εποχή εκείνη, ανοιχτό ποσό χωρίς ενέχυρο, ύφους 105.000 ευρώ, ακόμη δε και ανοιχτό ποσό 65.000 ευρώ με υπόσχεση κάλυψης. Ότι ουδέποτε την κάλεσε η καθ' ης στη διάρκεια όλων αυτών των ετών για να την ενημερώσει σχετικά με την αλλαγή των όρων, όπως ανωτέρω και κυρίως για την παράβαση του βασικού όρου της συμφωνίας, να καλύπτεται πάντοτε το άνοιγμα της χρηματοδότησης με ισόποσα αξιόγραφα. Ότι η στάση της καθ' ης υπαγορευόταν πάντοτε από το δικό της και μόνο συμφέρον, αλλά κατέληξε παράδοξη, διότι δεν επεδίωξε την έκδοση διαταγής πληρωμής τον Φεβρουάριο του έτους 2005, όταν η απαίτηση της ήταν στο ποσό των 700.000 ευρώ, αλλά απειλούσε την ανακόπτουσα ότι θα εκδώσει διαταγή πληρωμής, το Νοέμβριο του έτους 2005, ενώ το δικαστήριο των ασφαλιστικών μέτρων την είχε δικαιώσει και ενώ είχε εξασφαλίσει ήδη εγγραφή προσημείωσης σε ακίνητα της Α. Χ., επιπλέον δε η απαίτηση είχε μειωθεί στο ποσό των 360.000 ευρώ και για μέρος ποσού από το χρεωστικό αυτό υπόλοιπο υπήρχαν αντίστοιχα καλύμματα σε αξιόγραφα, για δε το υπόλοιπο είχε γίνει ρύθμιση από την Α. Χ., η οποία την περίοδο εκείνη τουλάχιστον τηρείτο κανονικά και τελικά προχώρησε στην έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής το 2010, ενώ η απαίτηση έχει μειωθεί στο ποσό των 246.210,87 ευρώ και ενώ για μέρος του ποσού αυτού υπήρχε αντίστοιχη κάλυψη σε αξιόγραφα, για δε το υπόλοιπο είχε γίνει ρύθμιση. Ότι κάλεσε την καθ' ης με την εξώδικό της αυτή δήλωση (της 16-11-2005): α) να απέχει από οποιαδήποτε πράξη μπορεί να της δημιουργήσει πρόβλημα ή να την στιγματίσει κοινωνικά και επαγγελματικά και να την εκθέσει οικονομικά (έκδοση διαταγής πληρωμής, εγγραφή προσημείωσης, ενημέρωση αρχής τήρησης δυσμενών στοιχείων κλπ), β) ευθύς μόλις μηδενιστεί η απαίτησή της από τον σχετικό λογαριασμό, στον οποίον φερόταν εγγυήτρια, ήτοι με την εξόφληση της ρύθμισης από τον φερόμενο πιστούχο (Γ. Σ.) και την πληρωμή των καλυμμάτων (αξιόγραφων), να την αποσύρει από εγγυήτρια από τη σχετική σύμβαση, δηλώνοντας ρητά ότι παραιτείται από την εγγύησή της -με τον όρο φυσικά ότι θα εξοφληθεί η απαίτησή της μέχρι μηδενισμού οποιουδήποτε υπολοίπου - σε κάθε δε περίπτωση, δήλωσε ότι παραιτείται από την εγγύησή της για κάθε νέα χορήγηση, καλώντας την καθ' ης να μη χορηγήσει στο εξής οποιαδήποτε χρηματοδότηση στον πιστούχο στα πλαίσια του ως άνω λογαριασμού και προειδοποιώντας αυτήν ότι οποιαδήποτε τέτοια χρηματοδότηση χορηγήσει, που θα διατηρεί υπόλοιπο στον λογαριασμό και δεν θα επιτρέπει τον μηδενισμό του ή που θα αυξάνει το υπόλοιπο, αφήνοντας πάντοτε χρεωστικό τέτοιο, δεν την ενέκρινε και θα την απέκρουε ως καταχρηστική από μέρους της. Ότι αποτελεί κατάφωρη παραβίαση των όρων της παρασχεθείσας από εκείνη εγγύησης, αλλά και κάθε κανόνα τραπεζικών συναλλαγών, καλής πίστης και χρηστών ηθών, η -χωρίς τη δική της ενημέρωση και σε περιφρόνηση της ιδιότητάς της (ως εγγυήτριας)- παροχή από την καθ' ης επιπλέον ανοικτού ποσού 105.000 ευρώ στον πιστούχο τα έτη 2003 και 2004, χωρίς ενέχυρο και χωρίς καμία εξασφάλιση, επιπλέον δε ποσού 65.000 ευρώ το έτος 2004 απλά με την υπόσχεση κάλυψης (με υπόσχεση δηλαδή ότι θα προσκομιστούν μελλοντικά αξιόγραφα σε ενέχυρο). Ότι με τον τρόπο αυτό γιγαντώθηκε η πίστωση χωρίς καμία κάλυψη και χωρίς δική της εγγύηση, συναίνεση ή έγκριση, αντίστοιχα δε, γιγαντώθηκε η οφειλή, την οποία κλήθηκε αυτή στη συνέχεια να πληρώσει. Ότι αυτή είχε εγγυηθεί σε ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό με κάλυψη της απαίτησης από αξιόγραφα, και δεν εγγυήθηκε σε ανοικτό δάνειο κίνησης, ούτε σε χρηματοδότηση με υποσχετική. Ότι η καθ' ης της απάντησε στην άνω εξώδικη με την από 26-5-2006 εξώδικη δήλωση και πρόσκληση, που της κοινοποιήθηκε στις 30-5-2006, με την οποία της γνωστοποιούσε ότι το κατάλοιπο του λογαριασμού ανερχόταν στο ποσό των 290.645,61 ευρώ, για το οποίο ευθύνονταν αυτή και η Α. Χ., νομιμοτόκως από 1-4-2006 και την καλούσε να αναλάβει τις ευθύνες της ως εγγυήτρια. Ότι το άνω ποσό διαμορφώθηκε σε 240.010,49 ευρώ, πλέον τόκων και επιβαρύνσεων από 31-12-2006, όπως της γνωστοποίησε η καθ' ης, δυνάμει της από 13-3- 2007 εξώδικης δήλωσης και πρόσκλησής της, που της κοινοποιήθηκε στις 14-3-2007, με την οποία και την καλούσε εντός τριών ημερών να τακτοποιήσει την οφειλή, άλλως την απειλούσε με δικαστικές ενέργειες. Ότι, στις 19-2-2009, ζήτησε και πάλι από την καθ' ης να της χορηγήσει αντίγραφα κίνησης λογαριασμού από αρχές του 2006 για το δάνειο του φερόμενου πιστούχου, καθώς επίσης να της αναφερθούν όσες επιταγές ή γραμμάτια είχαν ενεχυριασθεί στον λογαριασμό αυτό και ήταν σε καθυστέρηση ή πληρώνονταν με δόσεις ή είχε εκδοθεί διαταγή πληρωμής. Ότι η καθ' ης με σχετική απάντησή της, στις 24-2-2009, την κάλεσε να παραλάβει αντίγραφα των κινήσεων, αλλά την πληροφόρησε ότι, όσον αφορά στο αίτημά της για παροχή στοιχείων περί των ενεχυριασμένων που εστάλησαν για δικαστικές ενέργειες, δεν αρκούσε η ιδιότητα αυτής ως εγγυήτρια, για την παροχή των αιτούμενων στοιχείων, λόγω απορρήτου. Ότι η κακόπιστη και αντισυμβατική συμπεριφορά της καθ' ης συνέχισε να εκδηλώνεται ως ταλαιπωρία, άρνηση συνεργασίας και εκβιασμό προς αυτήν, η οποία, παρότι ήταν εγγυήτρια, παρότι η καθ' ης την πίεζε και απαιτούσε την πληρωμή της, δεν ήθελε να της δώσει τα στοιχεία που δικαιολογημένα ζητούσε. Ότι, στις 26-8-2009, απάντησε η καθ' ης σε αίτημα ρύθμισης της οφειλής, που υπέβαλε η Α. Χ., γνωστοποιώντας ότι απαιτούσε την εγγραφή συναινετικά προσημειώσεων σε ακίνητα της τελευταίας αλλά και σε ακίνητα της ιδίας της ανακόπτουσας, ώστε να ρυθμιστεί η οφειλή τους σε ορίζοντα πενταετίας, άλλως θα ξεκινούσε ενέργειες για είσπραξη, πράγμα που έκανε τελικά, όταν, δυνάμει της από 9-11-2009 εξώδικης δήλωσής της, που της κοινοποιήθηκε στις 11-11-2009, η εναγόμενη προσδιόρισε την οφειλή στο ποσό των 246.210, 87 ευρώ, το οποίο και κάλεσε την Α. Χ. και αυτήν, ως εγγυήτριες, καθώς και τον Γ. Σ., ως πιστούχο, να της καταβάλουν, αλληλέγγυα και εις ολόκληρο ο καθένας, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από 14-10-2009. Ότι με νεότερη από 22-12-2009 επιστολή της η καθ' ης γνωστοποίησε στην Α. Χ. την απόφαση της για άμεση εγγραφή προσημειώσεων με την υπάρχουσα διαταγή πληρωμής στα ακίνητα της Α. Χ. και στα ακίνητα της ιδίας, καθώς και η απόφαση να εξυπηρετηθεί από την Α. Χ. η οφειλή με καταβολή σε δόσεις, άλλως απειλούσε η καθ' ης με συνέχιση των δικαστικών ενεργειών για την επιδίκαση των απαιτήσεών της. Ότι ακολούθως η καθ' ης της κοινοποίησε, στις 12-1-2010, αντίγραφο εξ απογράφου με επιταγή προς πληρωμή της με αριθμό .../2010 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εξέδωσε σε βάρος της Α. Χ., του Γ. Σ. και της ίδιας (ανακόπτουσας), επιτάσσοντας να της καταβάλουν το ποσό των 246.210,87 ευρώ για κεφάλαιο, πλέον τόκων και εξόδων και ότι αυτή άσκησε, κατά της καθ' ης και της ως άνω διαταγής πληρωμής, την κρινόμενη με αριθμό κατάθεσης ...-2010 ανακοπή της, ενώ είχε ανακοινωθεί δημοσίως μετά την εκλογή νέας κυβέρνησης τον Οκτώβριο του 2009 πως επίκειται νόμος που θα ρυθμίζει τα χρέη προς τις τράπεζες, επέλεξε δε η καθ' ης να καταγγείλει τη σύμβαση στις 11-11-2009 και να προχωρήσει στην έκδοση διαταγής πληρωμής την 8-1-2010 και σε κοινοποίηση αντιγράφου με επιταγή προς πληρωμή την 12-1-2010, μη αναμένοντας τον νόμο για τη ρύθμιση οφειλών επιχειρήσεων και επαγγελματιών προς τα πιστωτικά ιδρύματα, ο οποίος ψηφίστηκε την 26-1-2010. Ότι η καθ' ης μη σύννομα κατήγγειλε τη σύμβαση και έκλεισε οριστικά τον λογαριασμό καταχρηστικά, χωρίς τη συνδρομή κάποιου συγκεκριμένου λόγου, παραβιάζοντας τη σχέση εμπιστοσύνης που διέπει την τραπεζική έννομη σχέση, προσχηματικά δε επικαλέστηκε, προκειμένου να κλείσει τον λογαριασμό, ότι "ο πιστούχος δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις του". Ότι μία τέτοια καταχρηστική συμπεριφορά της καθ' ης δεν εμπίπτει απλώς στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 281 ΑΚ, αλλά και ευθέως νομοθετικά αποδοκιμάζεται από το άρθρο 2 παρ. 6-7 περιπτώσεις ε', στ' και ιστ'' του Ν 2251/1994, σύμφωνα με τις οποίες αφενός μεν "γενικοί όροι συναλλαγών που έχουν ως αποτέλεσμα την υπέρμετρη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, απαγορεύονται και είναι άκυροι" και αφετέρου ως τέτοιοι καταχρηστικοί όροι, οι οποίοι ex lege κρίνονται άκυροι (δηλ. άνευ καν ανάγκης επίκλησης της 281 ΑΚ) είναι "εκείνοι που επιφυλάσσουν στον προμηθευτή το δικαίωμα να λύσει τη σύμβαση χωρίς ορισμένο ειδικό και σπουδαίο λόγο" ή "να καταγγείλει σύμβαση αόριστης διάρκειας χωρίς εύλογη προθεσμία" ή τέλος, "επιτρέπουν στον προμηθευτή να καταγγείλει τη σύμβαση κατά την κρίση του, αν η ίδια ευχέρεια δεν παρέχεται και στον καταναλωτή" η καταγγελία της, όπως και το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, να είναι άκυρα και ανίσχυρα, χωρίς δυσμενείς συνέπειες για τον πιστούχο και φυσικά και για τον υπέρ αυτού εγγυηθέντα και συνακόλουθα άκυρη είναι και η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής. Ότι τελικά συνοψίζοντας η καθ' ης χρηματοδότησε έναν φερόμενο ως πιστούχο ηλικίας 20 ετών με το ποσό των 800.000 ευρώ, ενώ γνώριζε ότι στερούταν αυτός περιουσίας και ότι άλλος ήταν ο πραγματικός πιστούχος. Επεδίωκε να εγγράψει συναινετικές ή αναγκαστικές προσημειώσεις σε βάρος οποιουδήποτε προσώπου, πλην της πραγματικής πιστούχου. Δεν εξέδωσε διαταγή πληρωμής όταν η οφειλή είχε φτάσει στο ποσό των 700.000 ευρώ και το έκανε όταν η οφειλή ήταν στο ποσό των 246.000 ευρώ, μερικώς καλυμμένη από αξιόγραφα και είχε ρυθμιστεί. Ισχυρίζεται ότι κατήγγειλε τον λογαριασμό επειδή ο πιστούχος δεν εκπλήρωνε τις υποχρεώσεις του, ενώ κι άλλες φορές στο παρελθόν, όταν μάλιστα ήταν μεγαλύτερη η οφειλή, δεχόταν να κάνει ρύθμιση. Δέχθηκε να εισαχθούν στο πλαφόν επιταγές ευκολίας χωρίς να ελέγξει αυτές, με αποτέλεσμα να γιγαντωθεί εδώ και χρόνια το άνοιγμα της οφειλής, επέσπευσε την έκδοση διαταγής πληρωμής πριν ψηφιστεί ο νόμος για τις οφειλές προς πιστωτικά ιδρύματα, είναι δε προφανές, ότι επισπεύδοντας την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής και σε βάρος της ιδίας, απλά κορύφωσε βήμα-βήμα την καταχρηστική σε βάρος της συμπεριφορά, αντίθετα στην καλή πίστη και στα χρηστά ήθη και κατά τρόπο που προφανέστατα υπερβαίνει τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του ασκηθέντος δικαιώματος της. Με το περιεχόμενο αυτό, οι ανωτέρω, στηριζόμενοι στο άρθρο 281 ΑΚ, λόγοι ανακοπής είναι μη νόμιμοι, γιατί τα εκτιθέμενα σε αυτούς πραγματικά περιστατικά, το καθένα χωριστά αλλά και όλα μαζί εξεταζόμενα, αληθή υποτιθέμενα, δεν καθιστούν καταχρηστική, δηλαδή ευρισκόμενη σε προφανή αντίθεση με τα χρηστά ήθη, την καλή πίστη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του ασκηθέντος δικαιώματος, την επιλογή της καθ' ης η ανακοπή-ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης να επιδιώξει και να πετύχει την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής σε βάρος και της ανακόπτουσας-ήδη αναιρεσείουσας, η οποία είχε εγγυηθεί υπέρ του πιστούχου προς την καθ' ης-τράπεζα την εκπλήρωση των υποχρεώσεων, που ανέλαβε έναντι αυτής ως πρωτοφειλέτης ο Γ. Σ. με την υπ' αριθ. ...-2001 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, για αρχική πίστωση ποσού 88.041,09 ευρώ, το οποίο αυξήθηκε ακολούθως με πρόσθετες πράξεις αύξησης της πίστωσης και ανήλθε τελικά στο ποσό των 800.000 ευρώ, για του ακόλουθους ιδίως λόγους: α) Διότι η επιλογή της καθ' ης να συμβληθεί με τον ηλικίας 20 ετών πιστούχο Γ. Σ., εν γνώσει της ότι αυτός δεν είχε πιστοληπτική ικανότητα και ενεργούσε ως παρένθετο πρόσωπο των Α. Χ. και Α. Π., που λειτουργούσαν κατ' ουσίαν την δανειοδοτηθείσα επιχείρηση, δεν καθιστά, χωρίς άλλα πρόσθετα στοιχεία, καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος της καθ' ης η ανακοπή και την έκδοση διαταγής πληρωμής, ενόψει ιδίως και του ότι η ανακόπτουσα δεν ισχυρίζεται ότι υπήρξε συμπαιγνία μεταξύ των ανωτέρω και εξαπάτηση της ίδιας με συμμετοχή και της καθ' ης στην εξαπάτηση, αντιθέτως δε εκθέτει ότι είχε προσωπική γνώση για όλα τα ανωτέρω και με δική της απόφαση επέλεξε να αναλάβει την εγγυητική ευθύνη υπέρ του συγκεκριμένου πιστούχου Γ. Σ. και να ενδυναμώσει την πιστοληπτική ικανότητα της επιχείρησης, γνωρίζοντας με ακρίβεια την ευθύνη που αναλάμβανε, καθόσον ήταν λογίστρια -φοροτεχνικός της συγκεκριμένης επιχείρησής του, και ότι πείσθηκε από τους Α. Χ. και Α. Π., οι οποίοι βάσει σχεδίου και εκμεταλλευόμενοι και τη γνωριμία τους "βασίστηκαν στο φιλότιμό της" και πέτυχαν να δώσει την επίδικη εγγύηση. β) Διότι δεν καθίσταται καταχρηστική η έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής για τον λόγο ότι η καθ' ης ολιγωρούσε μέχρι το έτος 2005 να λάβει εγγύηση από την κατονομαζόμενη στην ανακοπή ως πραγματική πιστούχο Α. Χ. και να επιβάλλει εμπράγματες ασφάλειες στην ακίνητη περιουσία της, ενόψει ιδίως και του ότι η παράλειψη αυτή της καθ' ης, η οποία πρωτίστως είναι εις βάρος των συμφερόντων της ιδίας, κατά τα εκτιθέμενα στην ανακοπή δεν αποτέλεσε αντικείμενο συμφωνίας μεταξύ της ίδιας και της ανακόπτουσας και προϋπόθεση ισχύος της εγγυητικής ευθύνης της τελευταίας, σε κάθε δε περίπτωση, η ευθύνη της ανακόπτουσας, ως συνεγγυήτριας με την Α. Χ. μετά το έτος 2005, είναι αυτοτελής και παραμένει ακέραια, ανεξαρτήτως της δυνατότητας ικανοποίησης της αξίωσης της καθ' ης η ανακοπή από την περιουσία των λοιπών συνοφειλετών της, δηλαδή του πιστούχου Γ. Σ. και της συνεγγυήτριας Α. Χ. γ) Διότι η επικαλούμενη παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων της καθ' ης με την αποδοχή αξιόγραφων ευκολίας και την παροχή χρηματοδότησης χωρίς αντίστοιχη κάλυψη με αξιόγραφα, η οποία επίσης είναι εις βάρος των συμφερόντων και της ιδίας της καθ' ης, δεν αποτελεί συμπεριφορά εναντίον της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, αλλά επηρεάζει μόνο το ύψος της απαίτησης της, ενώ ούτε και η επικαλούμενη άρνηση της να χορηγήσει στην ανακόπτουσα τα στοιχεία των ενεχυριασμένων αξιόγραφων καθιστά καταχρηστική την αίτηση για έκδοση της διαταγής πληρωμής. δ) Διότι η επικαλούμενη προσπάθεια της καθ' ης το έτος 2005, να εγγράψει προσημειώσεις υποθήκης σε ακίνητα της ανακόπτουσας αλλά και της Α. Χ., μόλις αυτή κατέστη συνεγγυήτρια της πίστωσης, η οποία προσπάθεια στέφθηκε από επιτυχία, δεν είναι καταχρηστική, αλλά ενέργεια αποβλέπουσα στην προάσπιση των νομίμων συμφερόντων της καθ' ης, ενόψει και του ότι, κατά τα εκτιθέμενα στην ανακοπή, η οφειλή του πιστούχου Γ. Σ. στις 5-10-2005 ανερχόταν στο ποσό των 389.934,33 ευρώ. ε) Διότι η καθ' ης είχε, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ως άνω μείζονα σκέψη, εκ του νόμου το δικαίωμα να καταγγείλει και κλείσει οριστικά, οποτεδήποτε, χωρίς άλλη προϋπόθεση, την επίμαχη σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό και δεν είναι άκυρη και η τυχόν όμοια συμφωνία των μερών, η οποία δεν εμπίπτει έτσι στην ακυρότητα του άρθρου 2 παρ. 6, 7 του ν.2251/1994 ,ακόμη και αν έχει διατυπωθεί με Γενικό Όρο Συναλλαγών (ΓΟΣ), καθόσον δεν μπορεί να είναι άκυρη συμφωνία που επαναλαμβάνει διάταξη νόμων, της άσκησης του δικαιώματος αυτού ελεγχομένης με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, χωρίς στην προκειμένη περίπτωση η ανακόπτουσα να εκθέτει τέτοια κρίσιμα περιστατικά, που καθιστούν καταχρηστικό το κλείσιμο του λογαριασμού της επίμαχης σύμβασης παροχής πίστωσης, στις 13-10-2009, καθώς δεν αποτελούν τέτοια περιστατικά: 1)οι επικαλούμενες προγενέστερες επανειλημμένες ρυθμίσεις της οφειλής, οι οποίες δεν τηρήθηκαν όπως ομολογεί η ανακόπτουσα 2) ο ισχυρισμός της ανακόπτουσας, ότι η καθ' ης δεν επιδίωξε την έκδοση διαταγής πληρωμής τον Φεβρουάριο του 2005, όταν η απαίτησή της ήταν 700.000 ευρώ, αλλά μόλις το έτος 2010, όταν η απαίτησή της είχε μειωθεί σε 246.210,87 ευρώ και 3) ο ισχυρισμός της ανακόπτουσας ότι η καθ'ης δεν ανέμενε την ψήφιση του νόμου για τις τις οφειλές προς πιστωτικά ιδρύματα. Και στ) Διότι δεν προκύπτει, από τα εκτιθέμενα στους ως άνω λόγους ανακοπής περιστατικά, ότι η καθ' ης η ανακοπή-πιστώτρια τράπεζα, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από τις 30-10-2001, που η ανακόπτουσα υπέγραψε ως εγγυήτρια τη σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό και στη συνέχεια, στις 19-11-2001, 12-4-2002, 6-8-2002, 26-2- 2003, 23-5-2003 και 24-11-2003, τις πρόσθετες πράξεις της άνω σύμβασης πίστωσης, μέχρι την έκδοση την προσβαλλόμενης .../2010 διαταγής πληρωμής, επέδειξε συμπεριφορά, από την οποία να δημιουργήθηκε η πεποίθηση στην ανακόπτουσα και μάλιστα ευλόγως, ότι η καθ' ης η ανακοπή τράπεζα δεν επρόκειτο να ασκήσει το δικαίωμά της προς έκδοση διαταγής πληρωμής. Τέλος σημειώνεται ότι, όσα περιστατικά αναφέρονται στον πρώτο πρόσθετο λόγο για να θεμελιωθεί η ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος και τα οποία, χάριν της αρχής της οικονομίας της δίκης, παραλείφθηκαν να εκτεθούν κατά την ανωτέρω αναφορά στο περιεχόμενο του λόγου, γιατί είναι γεγονότα μεταγενέστερα της έκδοσης της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, δεν ασκούν, ακριβώς γιατί είναι μεταγενέστερα περιστατικά, καμία έννομη επιρροή στο θέμα που ερευνάται, για το αν δηλαδή η ενέργεια της καθ' ης να εκδώσει την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής υπερβαίνει προφανώς τα όρια που τίθενται από το άρθρο 281 ΑΚ.

Συνεπώς το Εφετείο, το οποίο, αν και με ελλιπείς αιτιολογίες, έκρινε κατά τον ίδιο τρόπο και απέρριψε τους ανωτέρω λόγους ανακοπής ως μη νόμιμους, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα στην συγκεκριμένη περίπτωση, χωρίς να απαιτήσει εσφαλμένα πρόσθετα πραγματικά περιστατικά για την εφαρμογή της και συνεπώς, αφού συμπληρωθούν κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ οι αιτιολογίες του με τις αιτιολογίες της απόφασης αυτής, δεδομένου ότι δεν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και μη εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 281 Α.Κ., εξαιτίας της οποίας απορριφθηκαν οι πρώτος και πρώτος πρόσθετος λόγοι ανακοπής ως μη νόμιμοι. Κατά το άρθρο 862 ΑΚ, "Ο εγγυητής ελευθερώνεται, εφόσον από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη". Με τη διάταξη αυτή τίθεται ο κανόνας της ελευθερώσεως του εγγυητή, εάν από πταίσμα (δόλο ή αμέλεια, έστω και ελαφρά) του δανειστή κατέστη αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη. Πταίσμα του δανειστή περί την είσπραξη της απαιτήσεως εκδηλώνεται είτε με ενέργειες - πράξεις, είτε με παραλείψεις, ένεκα των οποίων γίνεται αδύνατη η ικανοποίησή του από τον πρωτοφειλέτη. Ειδικότερα, στην εγγύηση αορίστου χρόνου θεωρείται ότι υπάρχει πταίσμα του δανειστή (και) όταν αυτός αμελεί για ικανό χρόνο να καταδιώξει τον πρωτοφειλέτη, που έπειτα γίνεται αναξιόχρεος (και αν ακόμη ο εγγυητής δεν έκαμε χρήση των δικαιωμάτων, που του παρέχουν οι διατάξεις των άρθρων 867-868 ΑΚ) ή υπαιτίως δεν αποδέχεται την εγκύρως προσφερομένη κυρία οφειλή ή δεν αναγγέλλεται στην πτώχευση του πρωτοφειλέτη ή αμελεί τη διεξαγωγή της δίκης ή αναγκαστικής εκτελέσεως εναντίον του πρωτοφειλέτη ή παρατείνει την προθεσμία εξοφλήσεως, εν αγνοία του εγγυητή, καθίσταται δε μετά ταύτα αναξιόχρεος, ή αν ο δανειστής, μολονότι μπορούσε να διενεργήσει ταμειακό έλεγχο, από τον οποίο ήταν δυνατόν να αποδειχθεί αύξηση της οφειλής, παρέλειψε να προβεί σ` αυτόν. Την υπαίτια αυτή συμπεριφορά του δανειστή οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει ο εγγυητής, ο οποίος για την απαλλαγή του προβάλλει ισχυρισμό ελευθερώσεώς του (ΑΠ 237/2024, ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 267/2021, ΑΠ 1216/2019).

Ειδικότερα, η ένσταση ελευθερώσεως του εγγυητή, θεμελιούμενη στις προεκτεθείσες διατάξεις, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της και συγκεκριμένα, ποια ακριβώς ήταν η οικονομική κατάσταση του πρωτοφειλέτη πριν γίνει αναξιόχρεος, δηλαδή ποια ήταν τα συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία που διέθετε και ποια η αξία τους, ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι η έγκαιρη και ορθή συναλλακτικά συμπεριφορά του δανειστή θα είχε λογικά ως αποτέλεσμα την ικανοποίησή του ( ΑΠ 239/2025, ΑΠ 1886/2014).

Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ. Α.Π. 1/2019, Ολ.Α.Π. 25/2008, ΑΠ 1383/2021). Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 1496/2017). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΑΠ 927/2019, ΑΠ 357/2018).

Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως των ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων εφέσεως, της αντεφέσεως, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 2081/2018). Αντιθέτως, το απαράδεκτο της ως άνω διάταξης δεν αφορά αρνητικούς της αγωγής ή της ένστασης ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης.

Στην προκειμένη περίπτωση, η ανακόπτουσα, με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο ανακοπής, υπό τον τίτλο "ΕΝΣΤΑΣΗ ΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗΣ ΕΓΓΥΗΤΗ (άρθ. 862 Α.Κ)" εκθέτει κατά λέξη τα ακόλουθα: "Με την από 18-5-2005 αίτησή μου προς την καθ' ης και δη προς τη Διεύθυνση Καθυστερήσεων, που παρελήφθη αυθημερόν, πληροφορούσα μεταξύ άλλων την καθ' ης, ότι επέσπευσα εγώ στο υποθηκοφυλακείο Καλαμαριάς και στη μερίδα της Α. Χ. τη μεταγραφή των προπεριγραφόμενων στοιχείων της κληρονομιαίας περιουσίας αυτής από τον θανόντα πατέρα της, και της ζητούσα, για λόγους ηθικής τάξης, να επιδιώξει να εγγράψει προσημείωση αρχικά στο ανωτέρω ακίνητο ή στο ποσοστό σ' αυτό της Α. Χ., συναινετικά ή αναγκαστικά, πράγμα που ζήτησα κατ' επανάληψη από την καθ' ης τα επόμενα έτη. Δεν έλαβα καμία απάντηση. Μετά από όλες τις ανωτέρω εκκλήσεις μου προς την καθ' ης από τον Μάϊο ήδη του 2005 να σπεύσει να ικανοποιηθεί κατ' αρχήν από τα ακίνητα της Α. Χ., με το επιχείρημα ότι η τελευταία όχι μόνο αποτελούσε την πραγματική πιστούχο, αλλά και την πελάτισσα της καθ' ης, αποφάσισε αυτή να ασχοληθεί με τα ακίνητα της Α. Χ. την 23-2-2010, επιδιώκοντας να εγγράψει προσημείωση υποθήκης δυνάμει της διαταγής πληρωμής, που εξέδωσε τον Ιανουάριο του 2010, παρότι όμως είχε εκδώσει ήδη από την 27-10-2005 δικαστική απόφαση για αναγκαστική εγγραφή προσημείωσης σε βάρος της Α. Χ. Το πρόβλημα όμως είναι, ότι όταν αποφάσισε η καθ' ης να ασχοληθεί με τα ακίνητα της Α. Χ., την 23-2-2010, ανακάλυψε όχι μόνο επιβαρυμένο τον όροφο με προσημείωση ποσού 100.000 ευρώ, ήδη από την 27-3-2007, από άλλον δανειστή ("Α. Β. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ"), αλλά και κατασχεμένο τον όροφο α) ήδη από 22-1-2007 και από τον ίδιο δανειστή και β) ήδη από 21-3-2007, από την Δ' ΔΟΥ Θεσσαλονίκης. Τελικά, η καθ' ης αξιώθηκε να καταθέσει αναγγελία απαίτησης που επέχει θέση κατάσχεσης μόλις την 23-3-2011 και ενώ ενδιάμεσα, κατέθεσαν δήλωση αναγγελίας απαίτησης έτερος δανειστής (Ε. Κ.) την 21-4-2010 και το ΙΚΑ- ΕΤΑΜ Θεσσαλονίκης την 10-5-2010. Δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία, ότι αν αντί να προσπαθεί η καθ' ης να βοηθήσει την πραγματική πιστούχο, Α. Χ., αρνούμενη να ενεργήσει οτιδήποτε σε βάρος αυτής, είχε σπεύσει να την πιέσει νωρίτερα, απειλώντας με εκτέλεση κατά των ακινήτων της, δε θα βρισκόμασταν σήμερα ενώπιον του Δικαστηρίου Σας. Σημειωτέον δε ότι από την υπ' αριθ. ...-2012 ΙΖ' επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Ε. Δ. προκύπτει ότι ο ανωτέρω δικαστικός επιμελητής που επέβαλε την κατάσχεση στο ποσοστό 37,5% εξ' αδιαιρέτου επί του διαμερίσματος ιδιοκτησίας της Α. Χ., υπολόγισε το ποσοστό αυτό σε ποσό 67.500 ευρώ εν μέσω κρίσης, κατά το έτος 2012. Αντιλαμβάνεται εύκολα κάποιος, πόσο ατονεί το επιχείρημα της καθ' ης, ότι η ιδιοκτησία της Α. Χ. που της είχα υποδείξει, αποτελούσε μικρό και δυσχερώς ρευστοποιήσιμο ποσοστό το έτος 2005, αφού το διόλου ευκαταφρόνητο ποσό των 67.500 ευρώ, στο οποίο υπολόγισε ο δικαστικός επιμελητής την αξία του κατασχεμένου το έτος 2012, αφορά μόνο στο 37,5% εξ' αδιαιρέτου του διαμερίσματος εμβαδού 136,85 τ.μ., και όχι στο ποσοστό 12,5% εξ' αδιαιρέτου του υπογείου εμβαδού 148 τ.μ. και του δικαιώματος υψούν, επί των οποίων είχε επίσης δικαίωμα ιδιοκτησίας η Α. Χ., πλην όμως δεν κατασχέθηκαν από τον επισπεύδοντα την κατάσχεση... Για όλους τους ανωτέρω λόγους έχω ελευθερωθεί σύμφωνα με το άρθρο 862 ΑΚ από την εγγύηση που παρείχα προς την καθ' ης, και δη όσον αφορά στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών από την υπ' αριθ. ...-2001 σύμβαση καθώς από υπαιτιότητα της καθ' ης και αδικαιολόγητη ολιγωρία είναι αδύνατη η ικανοποίηση αυτής από τον πραγματικό πρωτοφειλέτη και η είσπραξη του οφειλόμενου από τη σύμβαση αυτή ποσού...Εξαιτίας της αναλυτικά εκτεθειμένης ως άνω αντισυμβατικής, κακόπιστης και καταχρηστικής συμπεριφοράς της καθ' ης, προκύπτει σήμερα σε βάρος μου μία οφειλή, που δημιουργήθηκε αποκλειστικά λόγω υπαίτιας παράβασης των όρων της σύμβασης από την πλευρά της καθ' ης, με αποκλειστικά δική της ευθύνη και εξαιτίας εγκληματικών πράξεων και παραλείψεών της, όπως αναλυτικά εκθέτω στο παρόν δικόγραφο πρόσθετων λόγων, καθώς: χορήγησε αυτή από 30-10-2001 μέχρι 24-11-2003 πίστωση 800.000 ευρώ σε έναν εικοσάχρονο πιστούχο (Γ. Σ.) σε πλήρη γνώση της πιστοληπτικής ανικανότητας αυτού, που είχε αποδεδειγμένα μηδενικό εισόδημα, ήταν αχυράνθρωπος εν γνώσει της καθ' ης και υπέγραψε ο ίδιος ενώπιον διευθυντικών της οργάνων που είχαν κατά συνέπεια προσωπική εικόνα και άποψη, δεν προέβη στη λήψη κατάλληλων μέτρων για την εξασφάλιση της δικής της απαίτησης και δεν αναζήτησε εμπράγματες ασφάλειες από τον πρωτοφειλέτη παρά δέχθηκε την δική μου μόνο προσωπική ασφάλεια, ουσιαστικά παρέλειψε να ικανοποιηθεί από τον πρωτοφειλέτη, αποδέχθηκε την αποκλειστική κίνηση του λογαριασμού από τους πραγματικούς πιστούχους (Α. Χ. και Α. Π.) με βάση ένα και μόνο πληρεξούσιο και έχοντας πλήρη και απόλυτη γνώση του συγκεκριμένου σχήματος (φερόμενος πιστούχος-πραγματικοί πιστούχοι) και της μεθόδευσης που εξυπηρετούνταν από το συγκεκριμένο τρόπο συναλλαγής, ειδικά καθώς τελούσε σε γνώση ότι οι πραγματικοί πιστούχοι (Α. Χ. και Α. Π.) ήταν πτωχοί, αποδέχθηκε αυτή να εισαχθούν στον λογαριασμό της πίστωσης αξιόγραφα-επιταγές ευκολίας, χωρίς να ασκήσει τον παραμικρό έλεγχο κατά την παραλαβή αυτών, χωρίς να ελέγξει αν συνοδεύονταν από τιμολόγια οι επιταγές αυτές ή αν έστω με κάποιον τρόπο μπορούσε να συνδεθεί ο όποιος οπισθογράφος αυτών με τον φερόμενο πιστούχο ή αν ήταν δυνατή η συναλλαγή του προηγούμενου οπισθογράφου των επιταγών με τον παραδούντα αυτές στην καθ' ης, παραβίασε αυτή τους όρους της σύμβασης και της συμφωνίας μαζί μου, ότι θα έπρεπε να υπάρχει πάντοτε κάλυψη του χρεωστικού υπολοίπου της πίστωσης από αξιόγραφα που θα είχαν εισαχθεί στο λογαριασμό, καθώς χορήγησε εν αγνοία μου στον φερόμενο πιστούχο ανοιχτό ποσό χωρίς ενέχυρο, ύψους 105.000 ευρώ τα έτη 2003 και 2004, ακόμη δε και ανοιχτό ποσό 65.000 ευρώ με υπόσχεση κάλυψης το έτος 2004, ήτοι συνολικά 170.000 ευρώ, ποσό το οποίο ουσιαστικά αυτό και μόνο οδήγησε σε πολλαπλασιασμό των τόκων και σε κατάληξη του συνόλου των τόκων στο ποσό που εμφανίζεται σήμερα, άφησε αυτή με δική της αποκλειστικά ευθύνη τον Φεβρουάριο έτους 2005 άνοιγμα 170.000 ευρώ μεταξύ της θέσης του πιστούχου και των αξιόγραφων που είχαν δοθεί προς κάλυψη της απαίτησης, αρνούνταν αυτή να μου χορηγήσει αντίγραφα των αξιόγραφων που είχαν εισαχθεί στο λογαριασμό, παρέλειπε αυτή σκόπιμα να θέσει εγγυήτρια στη σύμβαση την Α. Χ. και έπραξε αυτό μόλις την 21-2-2005, ήτοι μόλις τρία και πλέον χρόνια μετά την υπογραφή της σύμβασης πίστωσης (την 30-10-2001) και μόνο μετά από δικές μου αφόρητες πιέσεις, παρέλειπε αυτή να ενεργήσει προς μεταγραφή στο υποθηκοφυλακείο Καλαμαριάς Θεσσαλονίκης και σε μερίδα της Α. Χ. της αποδοχής κληρονομιάς του πατέρα αυτής, άρα παρέλειπε αυτή όχι μόνο να εξασφαλίσει την εγγύηση της Α. Χ. (που ήταν και η πραγματική πιστούχος, όπως καλά γνώριζε η καθ' ης), αλλά να εμφανίσει την κληρονομιαία περιουσία, ώστε να ενεργήσει ακολούθως άμεσα και να δεσμεύσει αυτήν, εγκλώβισε αυτή εμένα σε ασφυκτικό κλοιό από διαταγές πληρωμής, εγγραφές προσημειώσεων σε όλα τα ακίνητά μου, εγγραφή κατασχέσεων σε δύο ακίνητά μου, επίσπευση πλειστηριασμών της κατοικίας και του γραφείου μου, επέδειξε αυτή απίστευτη αναλγησία σε βάρος μου και μία άνευ προηγουμένου εμπάθεια σε βάρος μου, βομβαρδίζοντάς με συνεχώς με επαναληπτικά προγράμματα πλειστηριασμών, ενάντια στην κοινή λογική, το περί δικαίου αίσθημα και τις ίδιες τις προβλέψεις του νόμου που ανέβαλαν- ανέστελλαν με τον πιο επίσημο τρόπο τους πλειστηριασμούς αυτούς, πριμοδοτώντας έτσι τους συνεργάτες-εντολοδόχους της με τεράστιες και αδικαιολόγητες αμοιβές και ενισχύοντας άνευ λόγου τον λογαριασμό πίστωσης με χρεώσεις που απέφεραν σε αυτήν τόκους, με εξόντωσε δε τόσο ψυχολογικά, οδηγώντας με στους ψυχιάτρους προς αντιμετώπιση της κατάθλιψης που με είχε καταβάλει, όσο και επαγγελματικά και κοινωνικά, πετυχαίνοντας την καταχώρισή μου στην λίστα δυσμενών του συστήματος ΤΕΙΡΕΣΙΑ...". Με το περιεχόμενο αυτό, ο ανωτέρω στηριζόμενος στο άρθρο 862 ΑΚ δεύτερος πρόσθετος λόγος ανακοπής είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί σε αυτόν επαναλαμβάνονται ουσιαστικά τα ίδια πραγματικά περιστατικά, που αναφέρθηκαν κατά την εξέταση των λόγων ανακοπής για την παραβίαση του άρθρου 281 ΑΚ, οι οποίοι λόγοι απορρίφθηκαν ως μη νόμιμοι, ενώ στον δεύτερο πρόσθετο λόγο αυτόν υπάρχει μόνο αναφορά στην συμπεριφορά της καθ'ης η ανακοπή προς την συνεγγυήτρια της ανακόπτουσας Α. Χ., την οποία η ανακόπτουσα την χαρακτηρίζει ως την πραγματική πιστούχο, χωρίς όμως, όπως θα αναφερθεί αναλυτικά και στην συνέχεια της απόφασης, να περιλαμβάνει στην ανακοπή και στους πρόσθετους λόγους αυτής ισχυρισμό ότι η σύμβαση πίστωσης και οι αυξητικές πράξεις αυτής είναι άκυρες ως εικονικές και υποκρύπτουν σύμβαση με πραγματική πιστούχο την Α. Χ., ενώ αντίθετα δεν αναφέρεται στον λόγο αυτόν κανένα πραγματικό περιστατικό, που να αφορά τον πρωτοφειλέτη Γ. Σ., έναντι του οποίου πρέπει να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 862 ΑΚ για την ελευθέρωση του εγγυητή, και εν προκειμένω της εγγυήτριας- ανακόπτουσας, πέραν του αναφερόμενου και στους ανωτέρω πρώτο και πρώτο πρόσθετο λόγους ανακοπής ότι αυτός κατά την σύναψη της σύμβασης πίστωσης ήταν 20 ετών και δεν είχε περιουσία. Σημειώνεται ότι τα γεγονότα που αναφέρονται στον άνω πρόσθετο λόγο και ανάγονται σε χρόνο μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, (τα περισσότερα των οποίων, χάριν της αρχής της οικονομίας της δίκης, παραλήφθηκαν να εκτεθούν κατά την ανωτέρω αναφορά στο περιεχόμενο του λόγου) επειδή είναι γεγονότα μεταγενέστερα της έκδοσης της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, δεν ασκούν καμία έννομη επιρροή στην έκβαση του άνω πρόσθετου λόγου ανακοπής, με τον οποίο επιδιώκεται η ακύρωση της εν λόγω διαταγής πληρωμής. Επομένως το Εφετείο, το οποίο, αν και με ελλιπείς αιτιολογίες, έκρινε κατά τον ίδιο τρόπο και απέρριψε τον ανωτέρω δεύτερο πρόσθετο λόγο ανακοπής ως αόριστο και γι' αυτό απαράδεκτο, σύμφωνα με το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και συνεπώς, αφού συμπληρωθούν κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ οι αιτιολογίες του με τις αιτιολογίες της απόφασης αυτής, δεδομένου ότι δεν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου λόγω αοριστίας του δεύτερου πρόσθετου λόγου ανακοπής.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 138 παρ.1 ΑΚ δήλωση βουλήσεως που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονικά) είναι άκυρη, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου άλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της. Εικονική είναι η δήλωση δικαιοπρακτικής βουλήσεως, η οποία, εν γνώσει του δηλούντος, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αποσκοπεί δε στη δημιουργία εντυπώσεως στους τρίτους περί της μεταβολής στην υφιστάμενη νομική κατάσταση, χωρίς να υπάρχει στον δηλούντα πρόθεση τέτοιας μεταβολής. Εικονικότητα μπορεί να υπάρχει τόσο επί μονομερούς δικαιοπραξίας, όσον και επί συμβάσεως, στην τελευταία, όμως, περίπτωση για την επέλευση της ακυρότητας της συμβάσεως απαιτείται γνώση της εικονικότητας από τον αντισυμβαλλόμενο του δηλούντος και συμφωνία όλων των κατά το χρόνο κατάρτισης συμβαλλομένων ότι η σύμβαση που συνήφθη δεν παράγει έννομες συνέπειες. Έτσι, για την εικονικότητα της σύμβασης αρκεί το γεγονός ότι η δηλωθείσα βούληση των δικαιοπρακτούντων βαρύνεται με ελάττωμα, το οποίο συνίσταται στο ότι δεν αποσκοπεί πράγματι στην παραγωγή των εννόμων αποτελεσμάτων δικαιοπραξίας, που καταρτίζεται. Ως εκ τούτου δεν είναι ανάγκη να προκύπτει ο σκοπός ή τα αίτια που οδήγησαν στην ελαττωματική αυτή δήλωση, εκτός αν υποκρύπτει άλλη δικαιοπραξία και μόνο για την έρευνα του κύρους ή μη αυτής κατά τη δεύτερη διάταξη του άρθρου 138 ΑΚ. Η τελευταία όμως αυτή διάταξη δεν είναι προσδιοριστική της κατά την πρώτη παράγραφο του άρθρου 138 ΑΚ εικονικότητας, υπό την έννοια ότι οριοθετεί απλώς την έκταση και την ενέργειά της, αλλ' έχει αυτοτέλεια διότι στηρίζεται σε νέα πραγματικά γεγονότα, διαφορετικά από εκείνα που απαρτίζουν την εικονικότητα της εμφανούς δικαιοπραξίας (ΟλΑΠ 32/1998, ΑΠ 236/2023, ΑΠ 1427/2017). Με τις παραπάνω διατάξεις γίνεται διάκριση της εικονικότητας σε απόλυτη, η οποία επιφέρει την ακυρότητα ολόκληρης της εικονικής δικαιοπραξίας, και σε σχετική, η οποία επιφέρει την ακυρότητα της φανερής δικαιοπραξίας που δεν έγινε στα σοβαρά, όχι όμως και εκείνης που κρύβεται κάτω απ` αυτή, η οποία είναι έγκυρη, αν συντρέχουν οι όροι που ορίζει η διάταξη, δηλαδή αν την ήθελαν τα μέρη και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της (ΑΠ 236/2023, ΑΠ 648/2019, ΑΠ 1882/2017, ΑΠ 1105/2017).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 216 παρ. 1, 217, 583, 585, 632 παρ. 1 και 633 παρ.1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι οι λόγοι της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, ώστε να είναι δυνατόν ο μεν καθ' ου η ανακοπή να αμυνθεί κατ' αυτής, το δε δικαστήριο να κρίνει για τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά τους, διαφορετικά απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας. Οι πιο πάνω λόγοι μπορούν να αφορούν είτε την τυπική ακυρότητα της διαταγής πληρωμής, με την έννοια ότι δεν τηρήθηκαν οι όροι και διατυπώσεις που απαιτούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 623 επ. του ίδιου Κώδικα, για την έκδοση έγκυρης διαταγής πληρωμής, είτε την ουσιαστική ακυρότητα αυτής (διαταγής πληρωμής), με την έννοια ότι ο ανακόπτων αμφισβητεί την ύπαρξη της οφειλής του, προβάλλοντας ανατρεπτικές ή διακωλυτικές της γέννησης της απαίτησης του καθ' ου η ανακοπή ενστάσεις. Γι' αυτό το δικόγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει, εκτός από απαιτούμενα κατά νόμο (άρθρα 118 και 119 ΚΠολΔ) για κάθε δικόγραφο στοιχεία, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τους λόγους της, με τους οποίους οριοθετείται η δίκη της ανακοπής, να περιέχει δηλαδή με σαφήνεια τις αντιρρήσεις και ενστάσεις του ανακόπτοντος κατά της συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής (ΑΠ 999/2019, ΑΠ 1071/2017). Αν στην ανακοπή σωρεύονται περισσότεροι από ένας λόγοι, καθένας απ` αυτούς με διαφορετική πραγματική και νομική βάση συνιστά ιδιαίτερη ανακοπή, οπότε υπάρχει αντικειμενική σώρευση ανακοπών κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 218 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1943/2017). Μόνο το περιεχόμενο της ανακοπής και εκείνο των τυχόν ασκηθέντων πρόσθετων λόγων της οριοθετεί το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής και δεν επιτρέπεται συμπλήρωση ή μεταβολή της ιστορικής βάσης των λόγων της ανακοπής με τις προτάσεις ή την έφεση (ΑΠ 1772/2022, ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1/2017, ΑΠ 991/2007, ΑΠ 339/2006), βάσει δε της ισχύουσας και στη δίκη της ανακοπής αρχής της συζητήσεως, το δικαστήριο δεν δικαιούται να εξετάσει αυτεπαγγέλτως πλημμέλειες της διαταγής πληρωμής, που δεν προτάθηκαν παραδεκτά με κύριο ή πρόσθετο λόγο ανακοπής (ΑΠ 1772/2022, ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 370/2012). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 869/2018). Τέτοια αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής κατά τα διάφορα αυτών αιτήματα και κάθε ενδίκου μέσου, όπως η έφεση, όχι όμως και οι επί μέρους λόγοι της τελευταίας, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 81/2022, ΑΠ 869/2018). Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 9γ'(όχι δε και από τον αρ. 8, που επικαλείται) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε τον δεύτερο λόγο της έφεσης της, με τον οποίο παραπονείτο ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί για τον περιεχόμενο στα δικόγραφα της ανακοπής και των προσθέτων λόγων αυτής λόγο ανακοπής ότι η επίδικη σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, που καταρτίστηκε μεταξύ της καθ' ης η ανακοπή και του Γ. Σ. είναι άκυρη ως εικονική και συνεπώς είναι άκυρη και η παρεπόμενη αυτής σύμβαση εγγύησης που κατήρτισε η ίδια με την καθ' ης η ανακοπή και ακύρως εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής και έτσι άφησε αδίκαστο τον ανωτέρω λόγο ανακοπής. Από την ενδελεχή επισκόπηση των δικογράφων της ανακοπής και των πρόσθετων λόγων αυτής, τα ουσιώδη στοιχεία των οποίων αναφέρθηκαν αναλυτικά κατά την ανωτέρω εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης, σαφώς προκύπτει ότι στα δικόγραφα αυτά δεν περιέχεται λόγος ανακοπής με το ανωτέρω περιεχόμενο, αφού η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ακυρότητα της λειτουργήσασας για εννέα σχεδόν έτη σύμβασης πίστωσης λόγω εικονικότητας, επειδή οι δηλώσεις δικαιοπρακτικής βουλήσεως των συμβληθέντων εν γνώσει τους δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, αλλά αποσκοπούν στη δημιουργία εντυπώσεως στους τρίτους περί της μεταβολής στην υφιστάμενη νομική κατάσταση, χωρίς να υπάρχει στους δηλούντες πρόθεση τέτοιας μεταβολής, αλλά αντίθετα προβάλλει ισχυρισμό περί καταχρηστικότητας της εκδοθείσας εις βάρος της διαταγής πληρωμής, με βασική αιτίαση ότι ο πιστούχος Γ. Σ., εν γνώσει της καθ' ης η ανακοπή, έλαβε την πίστωση και λειτουργούσε την επιχείρηση, για την οποία δόθηκε αυτή, ως παρένθετο πρόσωπο των Α. Χ. και Α. Π. Επομένως, αφού δεν περιείχετο στην ανακοπή και τους πρόσθετους λόγους αυτής ο ανωτέρω προβαλλόμενος απαραδέκτως για πρώτη φορά με την έφεση ισχυρισμός περί εικονικότητας, συνάγεται ότι το Εφετείο, το οποίο με την ίδια αιτιολογία απέρριψε τον δεύτερο λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας και δεν εξέτασε τον ανωτέρω ισχυρισμό αυτής περί εικονικότητας, επειδή ορθά έκρινε ότι δεν περιλαμβανόταν στα ανωτέρω δικόγραφα, δεν άφησε αίτηση αδίκαστη και συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

- Απορρίπτει την από 17-11-2021 αίτηση της Χ. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 1421/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

- Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Και

- Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της δεύτερης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Σεπτεμβρίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή