Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1540 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1540/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Παναγιώτα Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Μ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Βγενόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΗ ΑΕΓΑ", της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιο δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ...2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 23/2019 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από ...2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Παναγιώτα Γιαννακοπούλου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από ...2020 (αρ. ...2020) αίτηση αναίρεσης του Γ. Μ. του Β. κατά του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 23/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων.
Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά, ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 § 1 ΚΠολΔ, και, περαιτέρω, νομότυπα και εμπρόθεσμα, με την κατάθεσή της στη γραμματεία του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, στις …2020, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της (...2019), σύμφωνα με το άρθρο 564 § 3 ΚΠολΔ, αφού, από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, επίδοση αυτής.
Συνεπώς, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 §§ 1 και 3 του ΚΠολΔ). Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτώς επισκοπούνται (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα, αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Με την από ...2013 (αριθμ. καταθ. .../2013) αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, ισχυριζόμενος ότι στις ...2012, ο μη διάδικος Β. Γ., οδηγώντας το υπ'αριθμ. κυκλ. ... τρακτέρ, ιδιοκτησίας του ενάγοντος, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρεία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΗ ΑΕ", στη θέση της οποίας υπεισήλθε το εναγόμενο "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", λόγω ανακλήσεως της αδείας λειτουργίας της, από αμέλειά του, προκάλεσε τον βαρύτατο τραυματισμό του (ενάγοντος), ενώ αυτός βρισκόταν εκτός του οχήματος και ανέμενε να επιβιβασθεί σ' αυτό, ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να του καταβάλει τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά, ως αποζημίωση και χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 17/2016 απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, εφαρμόζοντας τη διάταξη του άρθρου 7 του ν. 489/1976 και με την αιτιολογία ότι ο ενάγων, ως ιδιοκτήτης του φερόμενου ως ζημιογόνου οχήματος και αντισυμβαλλόμενος της ασφαλιστικής εταιρείας "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΗ ΑΕ", δεν είναι τρίτος και ως εκ τούτου δεν δικαιούται να ζητήσει ασφαλιστική κάλυψη από την ασφαλιστική εταιρεία και, κατ' επέκταση, από το εναγόμενο, που υπεισήλθε στη θέση της. Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων άσκησε την από ...2016 (αριθμ. καταθ. .../2016) έφεση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά την έφεση και την απέρριψε κατ' ουσία.
Στο άρθρο 3 § 1 της Οδηγίας 72/166/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 24-4-1972 "περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία των αυτοκινήτων οχημάτων και με τον έλεγχο της υποχρεώσεως προς ασφάλιση της ευθύνης αυτής" προβλέπεται, ότι κάθε κράτος μέλος λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε η αστική ευθύνη, σχετική με την κυκλοφορία οχημάτων με συνήθη στάθμευση στο έδαφός του να καλύπτεται από ασφάλιση". Η υποχρέωση αυτή καλύπτεται με την πρόβλεψη της υποχρεωτικής κάλυψης με ασφάλιση του κυρίου ή κατόχου του αυτοκινήτου της έναντι τρίτων αστικής ευθύνης (άρθρ. 2 επ. Ν. 489/1976), καθώς και με την πρόβλεψη ποινικής και διοικητικής ευθύνης των προαναφερομένων κυρίου ή κατόχου σε περίπτωση κυκλοφορίας ανασφάλιστου αυτοκινήτου (άρθρ. 12 του ως άνω νόμου). Περαιτέρω, στο άρθρο 1 § 4 της 84/5/ΕΟΚ δεύτερης Οδηγίας του Συμβουλίου της 30-12-1983 "Για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία των αυτοκινήτων οχημάτων", ορίζεται ότι "κάθε κράτος μέλος ιδρύει ή εγκρίνει οργανισμό, αποστολή του οποίου είναι να αποκαθιστά, τουλάχιστον εντός των ορίων της υποχρέωσης ασφάλισης, τις υλικές ζημίες ή τις σωματικές βλάβες που προκαλούνται από όχημα αγνώστων στοιχείων ή για το οποίο δεν έχει εκπληρωθεί η υποχρέωση ασφάλισης της παραγράφου 1".
Στα πλαίσια του ελληνικού δικαίου το ζήτημα τούτο είχε ήδη προβλεφθεί στα άρθρα 16 επ. του προαναφερόμενου Ν. 489/1976, που κωδικοποιήθηκε με το Π.Δ. 237/1986, με την ίδρυση νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Επικουρικό κεφάλαιο ασφάλισης ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων" και συντετμημένα "Επικουρικό Κεφάλαιο", το οποίο τελεί υπό την εποπτεία και τον έλεγχο του Υπουργού Ανάπτυξης, εδρεύει στην Αθήνα και διέπεται από τις διατάξεις του άνω νόμου. Στη συνέχεια, μέλη του Επικουρικού Κεφαλαίου καθίστανται υποχρεωτικά οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που ασκούν ασφάλιση αστικής ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων, καθώς και τα Ν.Π.Δ.Δ. ή οι οργανισμοί κοινής ωφέλειας των οποίων τα οχήματα εξαιρούνται της υποχρεωτικής ασφάλισης (άρθρ. 18 Ν. 489/1976), για την εκπλήρωση δε του σκοπού του επιβάλλεται εκ του νόμου εισφορά υπέρ αυτού, το ανώτατο όριο της οποίας καθορίζεται με την εκάστοτε απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, υπολογιζόμενη σε ποσοστό επί των καθαρών ασφαλίστρων (5% κατ' ανώτατο όριο) του κλάδου αστικής ευθύνης από χερσαία οχήματα, η οποία βαρύνει κατά 70% τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις και κατά 30% τους ασφαλισμένους (άρθρ. 20 § 1 Ν. 489/1976). Από τη νομοθεσία που το διέπει, τον τρόπο λειτουργίας του και τους σκοπούς που εξυπηρετεί, προκύπτει ότι, παρά την ιδιωτικού δικαίου νομική μορφή του, το Επικουρικό Κεφάλαιο επιτελεί κοινωνικό έργο (ΟλΑΠ4/2017, ΑΠ409/2021, ΑΠ1462/2018).
Περαιτέρω, με το άρθρο 2 παράγραφος 1 της Οδηγίας 84/5/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 30ης Δεκεμβρίου 1983 για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών-μελών των σχετικών με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων, η οποία (Οδηγία) ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με το π.δ. 264/1991 "Συμμόρφωση προς τις διατάξεις της Οδηγίας 84/5 ΕΟΚ" προβλέπονται τα εξής: "1. Κάθε κράτος-μέλος λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου κάθε διάταξη του νόμου ή συμβατική ρήτρα που περιλαμβάνεται σε ασφαλιστήριο συμβόλαιο εκδιδόμενο σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 1 της οδηγίας 72/166/ΕΟΚ και αποκλείει την ασφάλιση της χρήσης ή της οδήγησης οχημάτων από πρόσωπα: - στα οποία δεν έχει επιτραπεί ρητά ή σιωπηρά η χρήση ή η οδήγηση, ή - τα οποία δεν διαθέτουν άδεια οδηγήσεως του σχετικού οχήματος, ή - τα οποία δεν έχουν συμμορφωθεί με τις εκ του νόμου υποχρεώσεις τεχνικού χαρακτήρα που αφορούν την κατάσταση και την ασφάλεια του εν λόγω οχήματος, να θεωρείται, για την εφαρμογή του άρθρου 3 παράγραφος 1 της Οδηγίας 72/166/ΕΟΚ, ανίσχυρη όσον αφορά την προσφυγή τρίτων θυμάτων ατυχήματος. Πάντως η διάταξη ή η ρήτρα που αναφέρονται στην πρώτη περίπτωση μπορούν να αντιταχθούν σε πρόσωπα που επιβιβάσθηκαν με τη θέλησή τους στο όχημα που προκάλεσε τη ζημία, εφόσον ο ασφαλιστής μπορεί να αποδείξει ότι γνώριζαν ότι το όχημα είχε κλαπεί. Τα κράτη-μέλη έχουν την ευχέρεια -όσον αφορά τα ατυχήματα που συμβαίνουν στο έδαφός τους- να μην εφαρμόζουν τη διάταξη του πρώτου εδαφίου, εάν και εφόσον το θύμα μπορεί να αποζημιωθεί για τη ζημία από οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης". Με τη διάταξη αυτή προβλέπεται, χάριν της προστασίας των θυμάτων, τα αποτελέσματα ορισμένων ρητρών απαλλαγής να περιορίζονται στις σχέσεις μεταξύ του ασφαλιστή και του υπευθύνου για το ατύχημα. Με την εξαίρεση ότι σε περιπτώσεις οχημάτων, που έχουν κλαπεί, η διάταξη ή η ρήτρα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στοιχ. α' (στην πρώτη περίπτωση) μπορούν να αντιταχθούν σε πρόσωπα που επιβιβάσθηκαν με τη θέλησή τους στο όχημα που προκάλεσε τη ζημία, εφόσον ο ασφαλιστής μπορεί να αποδείξει ότι γνώριζαν ότι το όχημα είχε κλαπεί. Οπωσδήποτε, σε περιπτώσεις οχημάτων που έχουν κλαπεί ή αποκτηθεί με χρήση βίας, τα κράτη-μέλη μπορούν να προβλέψουν ότι ο προαναφερθείς οργανισμός παρεμβαίνει για να αποζημιώσει το θύμα. Ακολούθως, με το άρθρο 3 της ίδιας ως άνω Οδηγίας προβλέπεται ότι: "Τα μέλη της οικογενείας του ασφαλισμένου, του οδηγού ή κάθε άλλου προσώπου, το οποίο φέρει σε περίπτωση ατυχήματος την αστική ευθύνη, η οποία καλύπτεται από την ασφάλιση του άρθρου 1 παράγραφος 1, δεν μπορούν να αποκλειστούν, λόγω του δεσμού συγγενείας, από το δικαίωμα ασφάλισης για τις σωματικές βλάβες τους. Στο πλαίσιο των ως άνω διατάξεων δεν μπορούν να αποκλεισθούν από το δικαίωμα ασφάλισης: οι τραυματισθέντες, λόγω συγγενικής σχέσης με τον υπεύθυνο του ατυχήματος, και, οι τρίτοι, θύματα, σε περίπτωση απαγορευμένης χρησιμοποίησης οχήματος ή σε περίπτωση χρησιμοποίησης οχήματος χωρίς άδεια οδήγησης ή χωρίς κάλυψη των υποχρεώσεων τεχνικού χαρακτήρα και ασφάλειας. Περαιτέρω, με την Κοινοτική Οδηγία 90/232/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 14ης Μαΐου 1990 προβλέπεται στο άρθρο 1, πρώτο εδάφιο αυτής: "Υπό την επιφύλαξη του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 2 της Οδηγίας 84/5/ΕΟΚ, [που προβλέπει (η επιφύλαξη) ότι οι ρήτρες αποκλεισμού που αναφέρονται στην πρώτη περίπτωση της παραγράφου 1 του άρθρου 2 της Οδηγίας 84/5/ΕΟΚ μπορούν να αντιταχθούν σε πρόσωπα που επιβιβάσθηκαν με τη θέλησή τους στο όχημα που προκάλεσε τη ζημία, εφόσον ο ασφαλιστής μπορεί να αποδείξει ότι γνώριζαν ότι το όχημα είχε κλαπεί], η ασφάλιση που προβλέπει το άρθρο 3 παρ. 1 της Οδηγίας 72/166/ΕΟΚ, (δηλ. η ασφάλιση που καλύπτει την αστική ευθύνη τη σχετική με την κυκλοφορία οχήματος), καλύπτει την ευθύνη για σωματικές βλάβες όλων των επιβατών, πλην του οδηγού, που προκύπτουν από την κυκλοφορία ενός οχήματος". Με το άρθρο 6 της εν λόγω Οδηγίας, ορίστηκε αναφορικά με την προθεσμία συμμορφώσεως προς αυτή ότι "1. Τα κράτη-μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου 1992. Ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά. Κατά παρέκκλιση από την παρ. 1: Η Ελληνική Δημοκρατία, το Βασίλειο της Ισπανίας και η Πορτογαλική Δημοκρατία έχουν προθεσμία έως τις 31 Δεκεμβρίου 1995 για να συμμορφωθούν με τα άρθρα 1 και 2". Η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στο Ελληνικό Δίκαιο μόνο εν μέρει και ειδικότερα ως προς τα άρθρα 3 και 4 αυτής, με το ΠΔ 314/1993 "Συμμόρφωση προς ορισμένες διατάξεις της οδηγίας 90/232 ΕΟΚ για την προσέγγιση των νομοθεσιών των Κρατών Μελών σχετικά με την ασφάλιση αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων", ενώ ως προς τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 ουδεμία πράξη μεταφοράς αυτών στο εσωτερικό εκδόθηκε από τον εθνικό νομοθέτη, παρά τη λήξη της ως άνω προθεσμίας, που τάχθηκε προς τούτο στην Ελληνική Δημοκρατία. Με τη διάταξη της παρ. 1 εδαφ. α' της τρίτης ως άνω Οδηγίας προβλέπεται ότι η υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης καλύπτει τις σωματικές βλάβες "όλων των επιβατών του οχήματος", πλην του οδηγού, χωρίς να γίνεται κάποια διάκριση μεταξύ των επιβατών, και ιδίως μεταξύ των επιβατών η ευθύνη των οποίων καλύπτεται από την ασφαλιστική σύμβαση, ή έχουν καταρτίσει με τον ασφαλιστή την ασφαλιστική σύμβαση και επιβατών τρίτων. Η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 1 εδαφ. α' της προαναφερομένης αυτής Οδηγίας (90/232/ΕΟΚ), κατά την οποία η ασφάλιση που προβλέπει το άρθρο 3 παρ. 1 της οδηγίας 72/166/ΕΟΚ (δηλ. η ασφάλιση που καλύπτει την αστική ευθύνη τη σχετική με την κυκλοφορία οχήματος), καλύπτει την ευθύνη για σωματικές βλάβες όλων των επιβατών, πλην του οδηγού, που προκύπτουν από την κυκλοφορία ενός οχήματος, επιτρέπει τον προσδιορισμό τόσο της υποχρεώσεως του κράτους - μέλους, όσο και των δικαιούχων και περιέχει κανόνες σαφείς, ορισμένους και αρκούντως ακριβείς, χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής και επομένως δεκτικούς απευθείας εφαρμογής έναντι των κρατών μελών (βλ. ΑΠ654/2022 και ad hoc απόφαση ΔΕΚ 19-4/2007, C- 356/2005, σκέψεις 37 και 38). Στην τέταρτη και στην πέμπτη αιτιολογική σκέψη της ως άνω τρίτης Οδηγίας 90/232/ΕΟΚ, της 14ης Μαΐου 1990, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την ασφάλιση αστικής ευθύνης, που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων, αναφέρονται και τα εξής: "Θα πρέπει να διασφαλιστεί παρόμοια μεταχείριση των θυμάτων τροχαίων ατυχημάτων άσχετα με το που λαμβάνει χώρα το ατύχημα στο εσωτερικό της Κοινότητας. Ειδικότερα, υπάρχουν κενά στην υποχρεωτική ασφαλιστική κάλυψη των επιβατών των αυτοκινήτων οχημάτων σε ορισμένα κράτη μέλη. Πρέπει να πληρωθούν τα κενά αυτά ώστε να προστατευθεί αυτή η ιδιαίτερα τρωτή κατηγορία δυνητικών θυμάτων". Από όλα τα ανωτέρω συνάγεται ότι σκοπός των ανωτέρω ρυθμίσεων του δικαίου της Ένωσης, οι οποίες αφορούν την υποχρεωτική ασφάλιση της αστικής ευθύνης από αυτοκινητιστικά ατυχήματα, είναι να διασφαλιστεί, αφενός, η ελεύθερη κυκλοφορία τόσο των αυτοκινήτων, που συνήθως σταθμεύουν στο έδαφος της Ένωσης, όσο και των προσώπων που επιβαίνουν σε αυτά και, αφετέρου, ότι τα θύματα των ατυχημάτων που προκαλούνται από τα ως άνω αυτοκίνητα θα έχουν παρόμοια μεταχείριση, ανεξαρτήτως του σημείου του εδάφους της Ένωσης όπου συμβαίνει το ατύχημα. Επίσης, ως σκοπό, έχουν να προστατεύσουν μια ιδιαιτέρως ευάλωτη κατηγορία δυνητικών θυμάτων, ήτοι τους επιβάτες των αυτοκίνητων οχημάτων, καλύπτοντας τα κενά που υφίστανται στις νομοθεσίες ορισμένων κρατών μελών, όσον αφορά την υποχρεωτική ασφαλιστική κάλυψη αυτών των επιβατών (αποφάσεις ΔΕΚ 1-12/2011, C-0442/2010, σκέψη 27 επ., 19-4/2007, C-356/2005, σκέψη 24, και 30-6/2005, C-537/03, σκέψη 17). Οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 1, πρώτο εδάφιο, της τρίτης οδηγίας 90/232/ΕΟΚ, της 14ης Μαΐου 1990, του άρθρου 2, παράγραφος 1, της δεύτερης οδηγίας 84/5/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 30ής Δεκεμβρίου 1983 και του άρθρου 3 παρ. 1 της Οδηγίας 72/166/ΕΟΚ της 24ης Απριλίου 1972, ενσωματώθηκαν στην Οδηγία 2009/103/ΕΚ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, σχετικά με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων και τον έλεγχο της υποχρεώσεως προς ασφάλιση της ευθύνης αυτής, η οποία κωδικοποίησε όλες τις παραπάνω Οδηγίες. Σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας του παραρτήματος ΙΙ της ως άνω οδηγίας, το άρθρο 3, παράγραφος 1, της πρώτης Οδηγίας αντιστοιχεί στο άρθρο 3, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2009/103, τα άρθρα 1, παράγραφος 4, τρίτο εδάφιο, και 2, παράγραφος 1, της δεύτερης Οδηγίας αντιστοιχούν στα άρθρα 10, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, και 13, παράγραφος 1, της Οδηγίας 2009/13 και το άρθρο 1, πρώτο εδάφιο, της τρίτης Οδηγίας αντιστοιχεί στο άρθρο 12, παράγραφος 1, της Οδηγίας 2009/103. Αναφορικά με την ερμηνεία των ως άνω διατάξεων των τριών Οδηγιών, το ΔΕΚ, με την 14-9/2017, C-503/2016 απόφασή του, για το ενδιαφέρον την ένδικη περίπτωση ζήτημα (σκέψη 61) έκρινε ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, της πρώτης οδηγίας, το άρθρο 1, παράγραφος 1, και το άρθρο 2, παράγραφος 1, της δεύτερης οδηγίας καθώς και το άρθρο 1α της τρίτης οδηγίας έχουν την έννοια ότι προσκρούει σε αυτά εθνική ρύθμιση, η οποία αποκλείει από την ασφαλιστική κάλυψη και, επομένως, από την αποζημίωση από την υποχρεωτική ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία των αυτοκινήτων οχημάτων τις σωματικές βλάβες και τις υλικές ζημίες που υπέστη πεζός, θύμα τροχαίου ατυχήματος, για τον λόγο και μόνον ότι ο πεζός αυτός είναι ο αντισυμβαλλόμενος στην ασφαλιστική σύμβαση και ο κύριος του οχήματος που προκάλεσε τις ζημίες αυτές. Από την αντιπαραβολή της διατάξεως του άρθρου 1, πρώτο εδάφιο, της τρίτης οδηγίας 90/232/ΕΟΚ, της 14ης Μαΐου 1990, η οποία επιτάσσει ότι η ασφάλιση, που καλύπτει την αστική ευθύνη τη σχετική με την κυκλοφορία οχήματος, πρέπει να καλύπτει την ευθύνη για τις σωματικές βλάβες όλων των επιβατών, πλην του οδηγού, που προκύπτουν από την κυκλοφορία ενός οχήματος και προβλέπει την εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη μόνο του οδηγού, με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 7 του Ν. 489/1976, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 50 του ν. 4949/2022 (ΦΕΚΑ'126/30.6.2022) και ήταν εφαρμοστέα στην υπό κρίση περίπτωση, προκύπτει ότι η διάταξη αυτή περιέχει σημαντική απόκλιση προς την ως άνω διάταξη της τρίτης Οδηγίας, αφού εξαιρεί, μεταξύ άλλων, από τον ορισμό των ζημιωθέντων τρίτων, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 1 και 6 παρ. 2 "κάθε πρόσωπο του οποίου η ευθύνη καλύπτεται με τη σύμβαση ασφάλισης", επίσης εκείνο "το οποίο έχει καταρτίσει με τον ασφαλιστή την ασφαλιστική σύμβαση" και συνεπώς αποκλείεται από την εν λόγω διάταξη η ασφαλιστική κάλυψη του ιδιοκτήτη του ζημιογόνου οχήματος. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 189 παρ. 3 και ήδη 249 παρ. 1 και 3 της Ενοποιημένης Απόδοσης της Συνθήκης της ΕΟΚ προκύπτει, ότι οι Οδηγίες αποτελούν παράγωγο κοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος-μέλος της Κοινότητας, στο οποίο απευθύνονται, καθόσον αφορούν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα (αρχή της αποτελεσματικότητας), αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών. Γι' αυτό, απευθύνονται κατ' ανάγκη όχι απ' ευθείας προς τους ιδιώτες, θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις τους, αλλά μόνο προς τα κράτη-μέλη, αφού μόνον αυτά έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα, με τα οποία θα καταστεί δυνατή η επίτευξη του επιδιωκομένου αποτελέσματος. Αν η Οδηγία περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής (δηλαδή χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής), η παράλειψη του εθνικού νομοθέτη να την εκτελέσει εμπρόθεσμα συνεπάγεται την άμεση ισχύ της στην εσωτερική έννομη τάξη του κράτους - μέλους, που είναι ο παραλήπτης αυτής. Η ισχύς της, όμως, εκτείνεται μόνο κατά του κράτους - μέλους, που παρέλειψε να την καταστήσει εθνικό δίκαιο και των αντιστοίχων κρατικών φορέων. Δεν εκτείνεται και στις σχέσεις μεταξύ των ιδιωτών, είναι δηλαδή κάθετη και όχι οριζόντια. Η οριζόντια ισχύς αυτής ολοκληρώνεται μόνο με την έκδοση πράξης του εθνικού νομοθέτη, που μετατρέπει την Οδηγία σε κανόνα του εσωτερικού δικαίου (Ολ. ΑΠ 10/2013, Ολ. ΑΠ 31/2009, Ολ. ΑΠ 19/2007). Κατά πάσα περίπτωση, όμως, και κατ' εφαρμογή του εθνικού δικαίου, είτε πρόκειται για προγενέστερες ή μεταγενέστερες της Οδηγίας διατάξεις, οι εθνικές αρχές, συμπεριλαμβανομένων των δικαστηρίων των κρατών -μελών, κατά την ερμηνεία του εθνικού δικαίου, στα πλαίσια της συνεργασίας των κρατών - μελών με την ΕΕ και της διασφάλισης του πεδίου εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου κατά τα άρθρα 10, 249 παρ. 3 της ΣυνθΕΟΚ και 28 του Συντάγματος, έχουν την υποχρέωση να εξασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα του ευρωπαϊκού κοινοτικού δικαίου, συμπεριλαμβανομένων και των Οδηγιών, έστω και αν αυτές δεν έχουν ακόμη μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο, εφόσον είναι αρκούντως ακριβείς και ανεπιφύλακτες, ή στα σημεία που είναι ακριβείς και ανεπιφύλακτες (Ολ. ΑΠ 10/2013, Ολ. ΑΠ 31/2009, Ολ. ΑΠ 18/2006, αποφάσεις ΔΕΚ 24-5/2012, C-97/2011 και 5-10/2004, C-397/01 έως C-403/01). Ειδικότερα, στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να επισημανθεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΔΕΚ) και ήδη Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), όταν τα εθνικά δικαστήρια καλούνται να επιλύσουν διαφορά μεταξύ ιδιωτών και διαπιστώνουν ότι η επίμαχη εθνική ρύθμιση είναι αντίθετη προς το δίκαιο της Ένωσης, οφείλουν να διασφαλίσουν την έννομη προστασία, που αντλούν οι ιδιώτες από τις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης και να εγγυηθούν την πλήρη αποτελεσματικότητα των διατάξεων αυτών (βλ. επ' αυτού, ΟλΑΠ 11/2013, αποφάσεις ΔΕΚ 7-8/2018, C-122/2017, σκέψη 37, 19-1/2010, C-555/2007, EU:C:2010:21, σκέψη 45, 5-10/2004, C-397/2001 έως C-403/01, EU:C:2004:584, σκέψη ..., καθώς και 19-4/2016, C-441/2014, EU:C:2016:278, σκέψη 29). Περαιτέρω, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, οι ιδιώτες μπορούν να επικαλούνται τις ανεπιφύλακτες και επαρκώς σαφείς διατάξεις των Οδηγιών, που δεν έχουν μεταφερθεί στην εσωτερική έννομη τάξη, όχι έναντι των ιδιωτών, αλλά έναντι του κράτους - μέλους, ανεξαρτήτως της ιδιότητας υπό την οποία ενεργεί το κράτος αυτό, είτε δηλαδή ενεργεί ως εργοδότης, είτε ως δημόσια αρχή (ΟλΑΠ 10/2013, αποφάσεις ΔΕΚ 10-10/2017, C-413/2015, σκέψη 32, 14-9-/2000, C-343/98, EU:C:2000:441, σκέψη 22-23, 12-7/1990, C-188/89, EU:C:1990:313, σκέψη 17 και 26-2/1986, C-152/84, EU:C:1986:84, σκέψη 49). Ωστόσο, μεταξύ των φορέων, έναντι των οποίων είναι δυνατή η επίκληση από τους ιδιώτες διατάξεων Οδηγιών, που μπορούν να έχουν άμεσο αποτέλεσμα στο εσωτερικό δίκαιο, περιλαμβάνονται όχι μόνο το σύνολο των οργάνων της δημόσιας διοίκησης, στα οποία υπάγονται και οι αποκεντρωμένες αρχές, αλλά και οι οργανισμοί ή φορείς, στους οποίους, ασχέτως της νομικής μορφής τους, ήτοι ακόμη και ιδιωτικού δικαίου, έχει ανατεθεί με πράξη της δημόσιας αρχής η παροχή υπηρεσιών δημόσιου συμφέροντος υπό την εποπτεία της αρχής αυτής (Ολ. ΑΠ 10/2013), ή υπόκεινται στην εποπτεία ή στον έλεγχο του κράτους, ή που έχουν εξαιρετικές εξουσίες σε σχέση με εκείνες που απορρέουν από τους εφαρμοστέους στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών κανόνες (αποφάσεις ΔΕΚ 07-08/2018, C-122/2017, σκέψη 45, 10-10/2017, C-413/2015, σκέψεις 27 και 33, 4-2/1997, C-253/1996 έως C-258/1996, EU:C:1997:585, σκέψη 46, 12-7/1990, C-188/1989, EU:C:1990:313, σκέψη 18). Ειδικότερα, οι εν λόγω οργανισμοί ή φορείς διακρίνονται από τους ιδιώτες και πρέπει να εξομοιώνονται με το κράτος, είτε διότι πρόκειται για νομικά πρόσωπα που αποτελούν μέρος του κράτους με την ευρεία έννοια, είτε διότι υπόκεινται στην εποπτεία ή τον έλεγχο δημόσιας αρχής, ή ακόμη διότι τους έχει ανατεθεί, από δημόσια αρχή, η εκτέλεση αποστολής δημοσίου συμφέροντος και, για το λόγο αυτό, έχουν εξοπλιστεί με τις εξαιρετικές εξουσίες. Εξάλλου, η προϋπόθεση περί υπαγωγής ενός οργανισμού στην εποπτεία ή στον έλεγχο του κράτους και η προϋπόθεση περί παραχωρήσεως εξαιρετικών εξουσιών σε σχέση με εκείνες που απορρέουν από τους εφαρμοστέους στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών κανόνες, δεν απαιτείται να συντρέχουν σωρευτικά (βλ. συναφώς, ΑΠ654/2022 και αποφάσεις ΔΕK 10-10/2017, C- 413/2015, σκέψη 28, 7-9/2006, C-180/04, EU:C:2006:518, σκέψη 26 και 4-12/1997, C253/96 έως C-258/96, EU:C:1997:585, σκέψεις 46 και 47). Κατά δε την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι ανωτέρω αρχές κράτους - μέλους, το οποίο δεν θέσπισε, εντός της ταχθείσας με Οδηγία προθεσμίας, τις αναγκαίες ρυθμίσεις για τη μεταφορά της Οδηγίας αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη, δεν μπορούν να αντιτάξουν στους ιδιώτες τη μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων που τους επιβάλλει η Οδηγία, για το λόγο αυτό (απόφαση ΔΕΚ 19-1/1982, C-8/81, σκέψεις 21-24) και η επίκληση από το φυσικό ή νομικό πρόσωπο της Οδηγίας, έναντι των ανωτέρω αρχών, έχει ως συνέπεια τη μη εφαρμογή κανόνα εθνικού δικαίου, που είναι αντίθετος προς τις διατάξεις της Οδηγίας ( βλ. ΟλΑΠ 10/2013, απόφαση ΔΕΚ 20-4/1999, C-241/1997, σκέψη 57). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού. Στην έννοια δε του κατ` άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, κανόνα ουσιαστικού δικαίου, περιλαμβάνονται και οι διατάξεις του Κοινοτικού δικαίου, ήτοι Κανονισμοί και Οδηγίες, που περιέχουν κανόνες σαφείς και συγκεκριμένους, ή έχουν μεταφερθεί στην εσωτερική νομοθεσία (ΟλΑΠ 10/2000, ΑΠ654/2022, ΑΠ 817/2017, ΑΠ 427/2005). Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, όπως εκτιμάται, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση της ευθείας παραβίασης κανόνων ουσιαστικού δικαίου, η οποία συνίσταται, ειδικότερα, στο ότι, το Εφετείο, δεχόμενο ότι ο ενάγων ιδιοκτήτης του ασφαλισμένου οχήματος και λήπτης της ασφάλισης καλυπτόμενος από την ασφαλιστική σύμβαση του οχήματος δεν είναι τρίτος και ως εκ τούτου δεν έχει αξίωση για αποζημίωση και χρηματική από αδικοπραξία κατά του Ασφαλιστή ή του ειδικού διαδόχου αυτού ΕΚ, ήδη αναιρεσίβλητου, παραβίασε, α) τις διατάξεις του άρθρου 7 του Π.Δ. 237/1986 (ν. 489/1976), τις οποίες εσφαλμένα εφάρμοσε, αν και δεν ήταν εφαρμοστέες, ως αντικείμενες στις διατάξεις του άρθρου 1 εδαφ. α' της Κοινοτικής Οδηγίας 90/232/Ε.Ο.Κ. του Συμβουλίου της 14ης Μαΐου 1990 και β) τις διατάξεις του άρθρου 1 εδαφ. α' της προαναφερομένης Κοινοτικής Οδηγίας (90/232/ΕΟΚ), τις οποίες εσφαλμένα δεν εφάρμοσε, αν και ήταν εφαρμοστέες, στην ένδικη περίπτωση, διότι, όπως υποστηρίζει, παρά το γεγονός ότι δεν έχουν ενσωματωθεί στο εθνικό δίκαιο, περιέχουν κανόνες δεκτικούς απευθείας εφαρμογής έναντι των αρχών του κράτους - μέλους, στην έννοια των οποίων υπάγονται, μεταξύ άλλων και οι οργανισμοί, οι οποίοι ασχέτως της νομικής τους μορφής, ήτοι και ιδιωτικού δικαίου, έχουν συσταθεί με πράξη της δημόσιας αρχής, ή παρέχουν υπηρεσίες δημοσίου συμφέροντος, ή τελούν υπό την εποπτεία δημόσιας αρχής, όπως το ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι με αυτήν απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος, με το εξής, ενδιαφέρον τον άνω λόγο αναίρεσης σκεπτικό, που ακολουθεί την παράθεση και ερμηνεία των άνω Κοινοτικών Οδηγιών: "Εξάλλου, καθόσον αφορά το εθνικό μας δίκαιο, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 εδ. α' και β' και 6 παρ. 2 του Ν. 489/1976 "περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ αυτοκινήτων αστικής ευθύνης" στον κύριο ή κάτοχο αυτοκινήτου, που κυκλοφορεί εντός της χώρας, επιβάλλεται η υποχρέωση να συνάψει, σύμβαση ασφάλισης, η οποία θα καλύπτει την έναντι τρίτων από την κυκλοφορία του αυτοκινήτου αστική ευθύνη του, λόγω θανατώσεως ή ζημιών σε πράγματα, περιλαμβανομένης και της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης ή ηθικής βλάβης, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του ίδιου νόμου, το ζημιωθέν πρόσωπο έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι του ποσού αυτής ίδια αξίωση κατά του ασφαλιστή. Κατά δε το άρθρο 7 του ίδιου νόμου, όπως ισχύει από 1-7-1991, μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 4 του Π.Δ/τος 264/1991 "Συμμόρφωση προς τις διατάξεις της οδηγίας 84/5 ΕΟΚ", θεωρούνται τρίτοι και έχουν ευθεία αξίωση αποζημιώσεως κατά της ασφαλιστικής εταιρίας και οι συγγενείς του οδηγού του αυτοκινήτου, που προξένησε τη ζημία ή του προσώπου του οποίου η ευθύνη καλύπτεται με τη σύμβαση ασφαλίσεως ή έχει καταρτίσει με τον ασφαλιστή την ασφαλιστική ευθύνη. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η ως άνω ασφάλιση γίνεται για να καλύψει την αστική ευθύνη των ασφαλισμένων προσώπων έναντι τρίτων, που ζημιώνονται και ότι τα πρόσωπα, τα οποία ο νόμος θεωρεί τρίτους, έχουν αξίωση αποζημιώσεως κατά του ασφαλιστή, συμπεριλαμβανομένης της αποζημίωσης της ηθικής βλάβης που υπέστησαν σε περίπτωση αδικοπραξίας που δεν θεμελιώνεται μόνο εάν συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις της διατάξεως του άρθρου 914 ΑΚ, αλλά και κάθε περίπτωση που θεμελιώνει υποχρέωση αποζημιώσεως με βάση διατάξεις ειδικών νόμων, όπως είναι και ο Ν. ΓΠΝ/1911.
Συνεπώς, αν το τελευταίο τούτο πρόσωπο είναι το ίδιο το θύμα, δεν πληρούται το πραγματικό της αδικοπραξίας εις βάρος του, με αποτέλεσμα να μην ιδρύεται δικαίωμα αποζημιώσεως και εντεύθεν υποχρέωση της ασφαλιστικής εταιρίας για την κάλυψη αυτής. Έτσι, στην περίπτωση που από πταίσμα του οδηγού τραυματίζεται ο αντισυμβαλλόμενος στη σύμβαση ασφαλίσεως ή ο κύριος-κάτοχος του ζημιογόνου αυτοκινήτου, ο τραυματιζόμενος δεν είναι τρίτος και ως τοιούτος δεν έχει αξίωση, είτε ο ίδιος, είτε (σε περίπτωση θανατώσεώς του) οι κληρονόμοι αυτού (μέλη της οικογένειας κατά την έννοια των άρθρων 932, 57 και 59 ΑΚ) για χρηματική ικανοποίηση (ψυχική οδύνη). Τα ανωτέρω δεν αλλοιώνονται από την ρύθμιση του άρθρ. 6 παρ. 2 του Ν. 489/76 (ΠΔ 264/91), δυνάμει της οποίας η ασφαλιστική κάλυψη περιλαμβάνει και την αστική ευθύνη λόγω θανατώσεως ή σωματικών βλαβών έναντι των μελών της οικογένειας του ασφαλισμένου - οδηγού ή κάθε άλλου προσώπου του οποίου καλύπτεται η αστική ευθύνη. Η ρύθμιση αναφέρεται σε βλάβη των ως άνω προσώπων υπό την προϋπόθεση, ότι δεν είναι αντισυμβαλλόμενος ή ασφαλισμένος (κάτοχος-ιδιοκτήτης). Τα πρόσωπα αυτά θεωρούνται "τρίτοι" με αποτέλεσμα να έχουν αξίωση κατά ασφαλιστικής εταιρίας, αλλά για τη ζημία που οι ίδιοι έχουν υποστεί και μόνο σε περίπτωση θανατώσεως αυτών συνεπεία του αυτοκινητικού ατυχήματος δικαιούται η οικογένειά τους να αξιώσει από την ασφαλιστική εταιρεία χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης (ΑΠ 1447/2009, πρβλ. επίσης ΑΠ 583/2014, ΑΠ 208/2012, ΑΠ 1788/2011, ΑΠ 637/2010). Επομένως, κατ' εφαρμογή της ως άνω διατάξεως του άρθρου 7 του Ν. 489/1976, η οποία είναι σαφής, μη παρέχουσα δυνατότητα ερμηνευτικής προσέγγισης αντίθετης με το γράμμα και το πνεύμα του κανόνα που θεσπίζει, ο ιδιοκτήτης, αν τραυματισθεί ή θανατωθεί κατά ατύχημα, έναντι της ασφαλιστικής του εταιρίας δεν είναι τρίτος γιατί είναι ασφαλισμένος. Επομένως, δεν έχει αξίωση κατά του ασφαλιστή του για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης είτε ο ίδιος είτε οι συγγενείς του (μέλη της οικογενείας του) επί θανατώσεως του (ΑΠ 637/2010) και συνεπώς δεν καθιδρύεται υποχρέωση του ασφαλιστή (και συνακόλουθα και του Επικουρικού Κεφαλαίου υπέχοντος θέση Ασφαλιστή) για κάλυψη της αστικής ευθύνης έναντι του ιδιοκτήτη ή κατόχου του ασφαλισμένου οχήματος εξ αιτίας σωματικής βλάβης του ή σε περίπτωση θανατώσεως αυτού έναντι των μελών της οικογένειάς του, που ως μέλη της οικογένειάς του κατά την ΑΚ 932 θα είχαν αξίωση ψυχικής οδύνης (ΑΠ 327/2005). Από την αντιπαραβολή της διατάξεως του άρθρου 1, πρώτο εδάφιο, της τρίτης οδηγίας 90/232/ΕΟΚ, της 14ης Μαΐου 1990, η οποία επιτάσσει ότι η ασφάλιση που καλύπτει την αστική ευθύνη τη σχετική με την κυκλοφορία οχήματος πρέπει να καλύπτει την ευθύνη για τις σωματικές βλάβες όλων των επιβατών, πλην του οδηγού, που προκύπτουν από την κυκλοφορία ενός οχήματος και προβλέπει την εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη μόνο του οδηγού, με τη διάταξη του άρθρου 7 του Ν. 489/1976, προκύπτει ότι η διάταξη το άρθρου 7 του Ν. 489/1976 περιέχει σημαντική απόκλιση προς την ως άνω διάταξη της τρίτης οδηγίας, αφού η τελευταία αυτή διάταξη (του άρθρου 7 του Ν. 489/1976), εξαιρεί, μεταξύ άλλων, από τον ορισμό των ζημιωθέντων τρίτων, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρ. 2 παραγρ. 1 και 6 παρ. 2 "κάθε πρόσωπο του οποίου η ευθύνη καλύπτεται με τη σύμβαση ασφάλισης" καθώς και εκείνο, "το οποίο έχει καταρτίσει με τον ασφαλιστή την ασφαλιστική σύμβαση", και συνεπώς αποκλείεται, από την εν λόγω διάταξη η ασφαλιστική κάλυψη του κυρίου του οχήματος και ασφαλισμένου, ως τρίτου θύματος, σε ατύχημα που λαμβάνει χώρα, καθ' ον χρόνο ο ίδιος συνεπιβαίνει στο όχημα του οποίου είναι κύριος. Δεδομένου, όμως ότι η παραπάνω πρόβλεψη της εν λόγω Οδηγίας, άρθρα 1 και 2 αυτής, ανεξαρτήτως της ασάφειάς της, όπως συνάγεται και από τη σειρά προδικαστικών ερωτημάτων που έχουν υποβληθεί στο ΔΕΚ από άλλα εθνικά δικαστήρια σχετικά με την ορθή ερμηνεία της, δεν έχει ενσωματωθεί στο εθνικό δίκαιο, ως προς την ως άνω διάταξή της, όπως προαναφέρθηκε, υποχρέωση του ασφαλιστή (και του Επικουρικού Κεφαλαίου υπέχοντας θέση Ασφαλιστή) για κάλυψη της αστικής ευθύνης έναντι του ιδιοκτήτη του ασφαλισμένου οχήματος εξ αιτίας σωματικής βλάβης του ή σε περίπτωση θανατώσεως αυτού έναντι των μελών της οικογένειάς του, όπως στην περίπτωση της ένδικης διαφοράς, δεν μπορεί να θεμελιωθεί, στη διάταξη της Κοινοτικής Οδηγίας .90/232/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 14ης Μαΐου 1990, με την οποία προβλέπεται στο άρθρο 1, πρώτο εδάφιο αυτής ότι η υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης καλύπτει τις σωματικές βλάβες όλων των επιβατών του οχήματος, πλην του οδηγού, εφόσον η ισχύς της εκτείνεται μόνο κατά του κράτους-μέλους που παρέλειψε να την καταστήσει "εθνικό δίκαιο" και των αντίστοιχων κρατικών φορέων και δεν εκτείνεται και στις μεταξύ των ιδιωτών σχέσεις, όπως είναι στην ένδικη υπόθεση η σχέση μεταξύ του εκκαλούντος αφ' ενός και του Επικουρικού Κεφαλαίου, αφ' ετέρου, που είναι Ν.Π.Ι.Δ, όπως άλλωστε η επωνυμία του δηλώνει, το οποίο τελεί υπό την εποπτεία και τον έλεγχο του Υπουργείου Εμπορίου (ΑΠ 81/2012) και το οποίο αποτελεί Οργανισμό που προεχόντως ιδρύθηκε από το νόμο χάριν του ζημιωθέντος τρίτου στις προβλεπόμενες από το νόμο περιπτώσεις, στις οποίες οι αξιώσεις του παθόντος δεν είναι αρκούντως εξασφαλισμένες στην ικανοποίησή τους κατά του υπόχρεου ή υπεύθυνου για το ατύχημα και εξομοιώνεται απολύτως μετά την υπεισέλευσή του στη θέση του ασφαλιστή, ωσάν να εναγόταν τούτο από την αρχή και υπό ευρεία έννοια επιτελεί λειτουργία Ασφαλιστή αστικής ευθύνης του ζημιογόνου αυτοκινήτου (ΑΠ 34/2012, 1229/2010, 389/2002)...Ο ως άνω λόγος έφεσης τυγχάνει απορριπτέος για τους λόγους που στη μείζονα σκέψη αναφέρονται, καθώς δεν έρχεται σε αντίθεση με τις συνταγματικές διατάξεις, ούτε μπορεί να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 1, πρώτο εδάφιο, της τρίτης οδηγίας 90/232/ΕΟΚ, της 14ης Μαΐου 1990 που δεν έχει ενσωματωθεί στο εθνικό δίκαιο, μεταξύ ιδιωτών".
Σύμφωνα όμως με όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, η διάταξη του άρθρου 1 εδαφ. α' της Κοινοτικής Οδηγίας 90/232/Ε.Ο.Κ. του Συμβουλίου της 14ης Μαΐου 1990, με την οποία εξαιρείται από την ασφάλιση που καλύπτει αστική ευθύνη τη σχετική με την κυκλοφορία οχήματος μόνο ο οδηγός του, περιέχει κανόνες σαφείς, ορισμένους και αρκούντως ακριβείς, χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής και επομένως δεκτικούς απευθείας εφαρμογής έναντι των κρατών μελών, αλλά και των εξομοιούμενων με αυτά οργανισμών ή φορέων, ασχέτως της νομικής μορφής τους (δηλ. ακόμη και ιδιωτικού δικαίου),είτε διότι αυτοί υπόκεινται στον έλεγχο ή την εποπτεία δημόσιας αρχής ή του κράτους, είτε διότι τους έχει ανατεθεί με πράξη της δημόσιας αρχής η εκτέλεση αποστολής δημοσίου συμφέροντος και, για το λόγο αυτό, έχουν εξοπλισθεί με εξαιρετικές εξουσίες σε σχέση με εκείνες που απορρέουν από τους εφαρμοστέους στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών κανόνες, ενώ, όπως προεκτέθηκε, δεν απαιτείται να συντρέχουν σωρευτικά οι προϋποθέσεις αυτές. Τέτοιος οργανισμός είναι και το αναιρεσίβλητο ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ, το οποίο, ανεξαρτήτως της νομικής μορφής του ως Ν.Π.Ι.Δ., διακρίνεται από τους ιδιώτες, εφόσον ιδρύθηκε με νόμο του κράτους, προβλέπεται από το νόμο η υποχρεωτική ένταξη σ' αυτό, ως μελών, των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που ασκούν ασφάλιση αστικής ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων και χρηματοδοτείται με ποσοστό επί των καθαρών ασφαλίστρων που αυτές εισπράττουν, και από τη νομοθεσία που το διέπει, τον τρόπο λειτουργίας του και την αποστολή του, προκύπτει ότι, παρά την ιδιωτικού δικαίου νομική μορφή του, επιτελεί κοινωνικό έργο, εποπτεύεται δε από τον Υπουργό Ανάπτυξης. Επομένως, το Μονομελές Εφετείο Πατρών, που δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 1 εδαφ. α' της Κοινοτικής Οδηγίας 90/232/Ε.Ο.Κ., επειδή αυτή δεν είχε ενσωματωθεί στο ελληνικό δίκαιο, αλλά τη μη εφαρμοστέα, εν προκειμένω, διάταξη του άρθρου 7 του ν. 489/1976, που ήταν αντίθετη και προσέκρουε στην ως άνω Κοινοτική οδηγία, παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, κατά παραδοχή ως βάσιμου του πρώτου σκέλους του από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πρώτου λόγου αυτής και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών αναιρετικών λόγων, οι οποίοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του κριθέντος ως βάσιμου ως άνω λόγου, αφού η παραδοχή τους οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα (δηλαδή στην αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης). Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που κατέθεσε για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ) και να συμψηφισθούν τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων, λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας στην ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν (άρθρα 179, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 23/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο πιο πάνω δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση. Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που κατέθεσε για την άσκηση της αναίρεσης. Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ