ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1565/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1565/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1565/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1565 / 2025    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1565/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την 100/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή, Παρασκευή Γρίβα και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1 Απριλίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της Ελένης Χατζούλη, πληρεξουσίας Παρέδρου του ΝΣΚ, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Α. Χ. του Ε., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 762/2009 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεων, η 24/2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 28-12-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Στυλιανός Κακαβιάς.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 80/2022, 536/2020, 177/2018).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. γ' και δ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδάφ. β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου. Προϋπόθεση, δε, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως ή εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο (ΑΠ 310/2024, 500/2022, 638/2018, 458/2015).

Εξάλλου, αν ο μη εμφανισθείς διάδικος είναι αναιρεσίβλητος, δεν αρκεί για το νόμιμο της κλήτευσής του η προς αυτόν επίδοση μόνο της κλήσης προς συζήτηση, αλλ' απαιτείται να του έχει επιδοθεί και αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 992/2022, 1021/2021).

Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο στη σειρά της, δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο η αναιρεσίβλητη ούτε υποβλήθηκε η, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, δήλωση. Από την προσκομιζόμενη από το αναιρεσείον υπ' αριθ. ....2024 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Πειραιά Ε. Α. προκύπτει ότι με επιμέλεια του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου επιδόθηκε στις 8.11.2024 νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη α) ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση από 18.12.2017 αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού, ως αρμοδίου, του Β1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου και πράξη ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο της 2.4.2024, καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή και β) η από 29.4.2024 βεβαίωση αναβολής της Γραμματέως του Β1 Πολιτικού Τμήματος Αρείου Πάγου, με την οποία βεβαιώνεται ότι η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης αναβλήθηκε από την αρχική δικάσιμο της 2.4.2024 για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, δηλαδή για τη δικάσιμο της 1.4.2025. Κατόπιν τούτου, εφόσον η αναιρεσίβλητη, μετά την επίδοση σ' αυτήν τόσο της ένδικης αίτησης αναίρεσης όσο και της παραπάνω, περί αναβολής, βεβαίωσης της Γραμματέως του Αρείου Πάγου, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση της υπόθεσης πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

2. Η υπό κρίση από 28.12.2017 (με αριθ. κατάθ. 614123/ 500129/29.12.2017) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 24/2016 απόφασης του (δικάσαντος ως εφετείου) Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1, 144 και 145 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

3. Η ως άνω αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αποτελεί κατάληξη, όπως προκύπτει από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 27.12.2007 (με αρ. έκθ. κατ. 3046/28.12.2007) αγωγή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, απευθυνόμενη κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ιστορούσε, ότι προσλήφθηκε από το εναγόμενο την 1.7.1994 και απασχολήθηκε έκτοτε με αλλεπάλληλες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που συνιστούσαν όμως μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του τελευταίου, και δη του Υπουργείου Πολιτισμού, λόγω δε της αδιάλειπτης αυτής εργασίας της κατατάχθηκε στις 13.3.2006 σε θέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κατ' άρθρο 11 του π.δ/τος 164/2004. Ότι η τελευταία από τις ως άνω συμβάσεις ορισμένου χρόνου έληξε την 31.7.2005 και κατά το χρονικό διάστημα από 1.8.2005 έως 13.3.2006 συνέχισε να απασχολείται στο εναγόμενο δυνάμει της από 20.7.2005 προσωρινής διαταγής του Προέδρου του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, χορηγηθείσας στο πλαίσιο αίτησής της ασφαλιστικών μέτρων κατά του εναγομένου, προκειμένου το τελευταίο να συνεχίσει να αποδέχεται τις υπηρεσίες της. Ότι, ενώ εξακολούθησε να εργάζεται με πλήρες ωράριο 37,5 ωρών εβδομαδιαίως και ο βασικός μισθός της είχε διαμορφωθεί στα 923,15 ευρώ για το 2005 και στα 955,43 ευρώ για το 2006, ως ανήκουσας στο 12ο κλιμάκιο ΔΕ, το εναγόμενο δεν της κατέβαλε, για το ως άνω χρονικό διάστημα (1.8.2005 έως 13.3.2006), τις μηνιαίες αποδοχές της, οι οποίες ανέρχονται συνολικά στο ποσό των 9.441,84 ευρώ, όπως τούτο αναλύεται στην αγωγή της. Ζήτησε, δε, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει εντόκως το ποσό των 9.441,84 ευρώ, με βάση τη σύμβαση εργασίας της και την εργατική νομοθεσία, επικουρικά δε, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 762/2009 απόφασή του, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή κατά την κύρια βάση της και δέχθηκε εν μέρει αυτήν ως προς την επικουρική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, υποχρέωσε δε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των οκτώ χιλιάδων τετρακοσίων δέκα (8.410) ευρώ με το νόμιμο τόκο αφότου κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν το μεν εναγόμενο την από 9.9.2010 (με αρ. έκθ. κατ. 2218/9.9.2010) έφεση, η δε ενάγουσα την από 3.11.2011 (με αρ. έκθ. κατ. 2227/4.11.2011) έφεση. Επί των εφέσεων αυτών εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθ. 24/2016 απόφαση του (δικάσαντος ως εφετείου) Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο, συνεκδικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων τις εν λόγω εφέσεις, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν αυτές και, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, κατά παραδοχή της προβληθείσας από το εκκαλούν - εναγόμενο, αλλά και αυτεπαγγέλτως λαμβανομένης υπόψη, ένστασης διετούς παραγραφής του άρθρου 90 παρ. 3 Ν. 2362/1995, και υποχρέωσε το τελευταίο να καταβάλει στην ενάγουσα, ως οφειλόμενες αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 1.1.2006 έως 15.3.2006, το ποσό των τριών χιλιάδων διακοσίων ενός ευρώ και εννέα λεπτών (3.201,09 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

4. Με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ (όπως το άρθρο αυτό ίσχυε κατά τον χρόνο άσκησης της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, ήτοι μετά την τροποποίησή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), το οποίο εννοιολογικά ταυτίζεται με το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, ορίζεται ότι, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ (όπως το άρθρο αυτό ίσχυε, σύμφωνα με τα ανωτέρω, κατά τον χρόνο άσκησης της κρινόμενης αίτησης), που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 11/2023, 175/2020, ΑΠ 4979/2020). Οι παραπάνω λόγοι, εξάλλου (αριθ. 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ) δεν ιδρύονται, όταν παραβιαστούν κανόνες δικονομικού δικαίου, δηλαδή κανόνες που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας (ΑΠ 953/2022, 1029/2020, 630/2019, 812/2018, 1277/2017), όπως είναι οι περί δεδικασμένου κανόνες (ΑΠ 1012/2021, 436/2020, 113/2019, 1091/2018, 1559/2017). Τέλος, από την ως άνω διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η απαρίθμηση των λόγων αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, είναι περιοριστική. Οι λόγοι αναίρεσης είναι μόνο έξι και αντιστοιχούν προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους όμως δεν ταυτίζονται απολύτως. Έτσι, δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης, όταν το πολυμελές πρωτοδικείο, που δίκασε ως εφετείο, κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο (ΑΠ 1012/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, οι οποίες συνίστανται στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 322 και 324 ΚΠολΔ και με ελλιπείς, άλλως αντιφατικές αιτιολογίες, έκρινε ότι από την υπ' αριθ. 9121/2006 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών παράγεται δεδικασμένο ως προς τη νομική φύση της εργασιακής σχέσης που συνέδεε την αναιρεσίβλητη με το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, καθώς η απόφαση αυτή (9121/2006) εκδόθηκε επί αγωγής με διαφορετική ιστορική και νομική αιτία, την οποία είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη κατά του αναιρεσείοντος και είχε ως αντικείμενο τη σχέση εργασίας αυτής με το τελευταίο κατά το χρονικό διάστημα από 1.7.1994 έως 17.12.2002, το δε Μονομελές Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την επίμαχη υπ' αριθ. 9121/2006 απόφασή του, λαμβάνοντας υπόψη είκοσι δύο (22) συμβάσεις έργου, εργασίας και ωρομίσθιας απασχόλησης, που είχαν συναφθεί μεταξύ της αναιρεσίβλητης και διαφόρων υπηρεσιών του Ελληνικού Δημοσίου και αφορούσαν το χρονικό διάστημα από 1.7.1994 έως 31.12.2003, ενώ η ένδικη υπόθεση αφορά καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος και δη από 1.8.2005 έως 15.3.2006, κατά το οποίο η αναιρεσίβλητη παρείχε τις υπηρεσίες της στο αναιρεσείον δυνάμει προσωρινής διαταγής του Προέδρου του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ως προς αμφότερα τα σκέλη του, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, διότι με αυτόν το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, επικαλούμενο παραβίαση διατάξεων του δικονομικού και όχι του ουσιαστικού δικαίου και δη τις περί δεδικασμένου δικονομικές διατάξεις των άρθρων 322 και 324 ΚΠολΔ. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, εφόσον εκτιμηθεί ότι με αυτόν προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της κατά παράβαση του νόμου παραδοχής ότι υπάρχει δεδικασμένο, είναι και πάλι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, όπως προελέχθη, οι λόγοι αναίρεσης κατά απόφασης πρωτοδικείου που εκδίδεται, όπως εν προκειμένω, επί εφέσεως κατά απόφασης ειρηνοδικείου, απαριθμούνται περιοριστικά στο άρθρο 560 ΚΠολΔ και στους λόγους αυτούς δεν περιλαμβάνεται η (αντιστοιχούσα στον αριθ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) πλημμέλεια της κατά παράβαση του νόμου παραδοχής ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο.

5. Με το άρθρο 14 με τον τίτλο "Υλοποίηση συλλογικών συμφωνιών" του v. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις", ορίσθηκαν τα εξής: "1. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του v. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν το 2001. 2. Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται εν όλω ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ) που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3. Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές όσον αφορά το προσωπικό των ΟΤΑ και το προσωπικό των λοιπών ΝΠΔΔ περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4. Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) Οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλομένων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των ανωτέρω παροχών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους... 5.... 6. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1.1.2002". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι Υπουργοί Οικονομίας και Οικονομικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και ο κατά περίπτωση αρμόδιος Υπουργός δεν είχαν υποχρέωση, αλλ' απλώς διακριτική ευχέρεια να εκδώσουν, μετά από εκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, κοινές υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες να επεκτείνουν, εν όλω ή εν μέρει, τις ευνοϊκές μισθολογικές ρυθμίσεις που προβλέπονται από κοινές υπουργικές αποφάσεις εκδιδόμενες δυνάμει συλλογικών συμφωνιών κατά την παράγραφο 1, και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, που δεν συμμετείχαν στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών. Σε περίπτωση δε επέκτασης των ευνοϊκών αυτών μισθολογικών ρυθμίσεων, οι ανωτέρω Υπουργοί είχαν περαιτέρω διακριτική ευχέρεια, κατ' εκτίμηση, επίσης, της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, να καθορίσουν το ύψος της πρόσθετης μισθολογικής παροχής, η οποία πάντως δεν μπορούσε να υπερβαίνει το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ. Δηλαδή, προϋπόθεση για τη χορήγηση πρόσθετης μισθολογικής παροχής, κατ' εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης, ήταν, ενόψει των οριζομένων στην παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 14 του ν. 3016/20002 και του σκοπού της ρύθμισης, που συνίστατο, κατά τα αναφερόμενα στη σχετική εισηγητική έκθεση, στην ενίσχυση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, να μη λαμβάνει ο υπάλληλος οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη με το ανωτέρω ποσό. Σε περίπτωση δε υπαλλήλων που ελάμβαναν άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, μικρότερη από το ποσό αυτό (των 176 ευρώ), ήταν επιτρεπτό να χορηγηθεί, με τις ανωτέρω υπουργικές αποφάσεις, μόνον η διαφορά έως το εν λόγω ποσό. Ενόψει των ανωτέρω δεν συνιστά παραβίαση των προαναφερομένων διατάξεων η παράλειψη της Διοίκησης να ασκήσει την προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές κανονιστική αρμοδιότητα, με την έκδοση υπουργικής απόφασης για την επέκταση της χορήγησης της ένδικης παροχής και, πάντως, δεν ήταν επιτρεπτή η χορήγηση σε υπαλλήλους, οι οποίοι ελάμβαναν οποιουδήποτε είδους άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ (Ολ. ΣτΕ 95/2013). Η δε τυχόν κατά παράβαση των εξουσιοδοτικών διατάξεων του άρθρου 14 παρ. 2, 3 και 4 του N. 3016/2002, συστηματική έστω, έκδοση κοινών υπουργικών αποφάσεων, για τη χορήγηση της ειδικής παροχής των 176 ευρώ σε διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, συνιστά μη επιτρεπόμενη από το Σύνταγμα τροποποίηση των εξουσιοδοτικών ως άνω διατάξεων εκ μέρους της Διοίκησης και δεν μπορεί να μεταβάλει τη φύση της ειδικής αυτής παροχής, σε γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των ανωτέρω υπαλλήλων. Εάν ο νομοθέτης ήθελε την παροχή αυτή ως γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων που υπάγονται στο ενιαίο μισθολόγιο της Δημόσιας Διοίκησης θα το όριζε ρητά και δεν θα παρείχε σ' αυτή, με εξουσιοδοτικές διατάξεις τυπικού νόμου, τη διακριτική ευχέρεια, υπό τις προεκτεθείσες και μόνο προϋποθέσεις, να εκδώσει κανονιστικές πράξεις για τη χορήγησή της. Ακολούθως, με το άρθρο 28 παρ. 4 του v. 3205/2003 "μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", καταργήθηκε από 1-1-2004 (άρθρο 56 του νόμου αυτού), εκτός των άλλων, "το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002 (ΦΕΚ Α' 110) και όλες οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότησή του". Με το άρθρο 24 παρ. 3 του ίδιου νόμου (3205/2003) ορίσθηκε ότι τα θέματα που ρυθμίζονται με τον νόμο αυτό δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων και ότι η χορήγηση οποιωνδήποτε άλλων παροχών ή αποζημιώσεων εν γένει, πέραν των προβλεπομένων στον νόμο αυτό, επιτρέπεται μόνο με τροποποίηση των διατάξεών του και με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου του νόμου αυτού ορίσθηκε ότι, "...ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του ίδιου νόμου. Οι ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις καταργούνται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου... Μετά την 31-12-2003 δεν καταβάλλεται σωρευτικά η ως άνω προσωπική διαφορά μαζί με οποιαδήποτε πρόσθετη μισθολογική παροχή που συμψηφιζόταν με αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και τις κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις...". Από τις αμέσως παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι με την κατάργηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, καθώς και των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών ΚΥΑ, για να μη χειροτερεύσει η μισθολογική κατάσταση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων από 1-1-2004, οι οποίοι ελάμβαναν μέχρι την 31-12-2003 την ειδική παροχή των 176 ευρώ, με βάση κοινές υπουργικές αποφάσεις που είχαν εκδοθεί, διατηρήθηκε η ειδική αυτή παροχή ως προσωπική διαφορά για τους υπαλλήλους αυτούς, υπό την προϋπόθεση ότι αυτοί δεν ελάμβαναν άλλη πρόσθετη παροχή ίση ή μεγαλύτερη του ποσού των 176 ευρώ, η οποία συμψηφιζόταν με την παροχή αυτή, μειούμενη σε περίπτωση χορήγησης οποιασδήποτε μελλοντικής παροχής ή νέου επιδόματος ή αποζημιώσεως ή αύξησης του κινήτρου απόδοσης. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν. 3336/2005, με τίτλο "Εισοδηματική πολιτική έτους 2005", που ορίζει ότι, "Οι υπάλληλοι του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, οι οποίοι διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε Υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνται τα ποσά που διατηρήθηκαν ως προσωπική διαφορά με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 14 του Ν. 3205/2003, δικαιούνται την καταβολή της προσωπικής διαφοράς με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που τη λαμβάνουν και οι υπόλοιποι υπάλληλοι των Υπηρεσιών αυτών. Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή από 1-1-2005", προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για τη χορήγηση, ως προσωπικής διαφοράς, της ειδικής παροχής των 176 ευρώ σε υπαλλήλους που διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε Υπηρεσίες, στις οποίες διατηρήθηκε ως προσωπική διαφορά η παροχή των 176 ευρώ, είναι να τη λαμβάνει το προσωπικό των Υπηρεσιών αυτών, καθώς και η νόμιμη χορήγησή της στο προσωπικό αυτό, διότι αν το τελευταίο λαμβάνει την προσωπική διαφορά χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις για την απόληψή της, μεταξύ των οποίων είναι να μη λαμβάνει άλλες πρόσθετες παροχές, ίσες ή ανώτερες του ποσού των 176 ευρώ, που συμψηφίζονται με την παροχή αυτή, οι διορισθέντες ή μεταταχθέντες στις Υπηρεσίες αυτές δεν τη δικαιούνται από 1-1-2005, με βάση την αρχή της ισότητας, διότι, όπως προαναφέρθηκε, ισότητα στην παρανομία δεν νοείται. Πρέπει να σημειωθεί ότι με βάση την προαναφερθείσα εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, ενόσω ίσχυε, και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων, εκδόθηκαν πολλές κοινές Υπουργικές Αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1- 1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002, σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων, με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, του Ελληνικού Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997, καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα Υπουργεία, ΟΤΑ και λοιπά ΝΠΔΔ, χωρίς να εξαρτάται η χορήγηση της παροχής αυτής από τη μη καταβολή πρόσθετων μισθολογικών παροχών. (ΟλΑΠ 16/2015, ΑΠ 1562/2023, 6/2023, 1185/2020, 1113/2020, 979/2020, 628/2020, 490/2019, 333/2018, 92/2018, 53/2017, 356/2016). Τέλος, κατά την Υ.Α. 2/40326/0022 (ΦΕΚ Β' 1242/23.9.2002) των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Πολιτισμού ("Χορήγηση ειδικής παροχής άρθρου 14 ν. 3016/2002 στους Υπαλλήλους του Υπουργείου Πολιτισμού, καθώς και των Δημοσίων Υπηρεσιών που εποπτεύονται από αυτό"), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 (η οποία, όπως και το άρθρο 14 του ν. 3016/2002 και όλες οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση αυτού, καταργήθηκαν με το άρθρο 28 του ν. 3205/2003, όπως προελέχθη): "1. Χορηγείται μηνιαία ειδική παροχή: α) Στους υπαλλήλους του Υπουργείου Πολιτισμού, που δεν είναι δικαιούχοι άλλου ποσού από επίδομα ή αποζημίωση από ειδικό λογαριασμό, μόνιμους και με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 2470/1997, β)...., γ)...". Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, οι οποίες συνίστανται στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και με ελλιπείς, άλλως αντιφατικές αιτιολογίες, έκρινε ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη δικαιούτο κατά το επίδικο χρονικό διάστημα να λάβει την προβλεπόμενη στο άρθρο αυτό ειδική παροχή, ποσού εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ μηνιαίως, μολονότι με την ΚΥΑ 2/40326/002/11.6.2002 των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Πολιτισμού (ΦΕΚ Β' 1242/23.9.2002) ορίζεται ότι η επίμαχη παροχή καταβάλλεται στο μόνιμο προσωπικό και στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του ΥΠΠΟ, όχι όμως και στο προσωπικό αυτού με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, όπως ήταν, κατά το επίμαχο αυτό χρονικό διάστημα, η ενάγουσα, η οποία απασχολείτο προσωρινά στη Διεύθυνση Δημοσίων Σχέσεων του ΥΠΠΟ δυνάμει προσωρινής διαταγής του Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών, εκδοθείσας στο πλαίσιο ασκηθείσας από αυτήν αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία (προσωρινή διαταγή) διατάχθηκε η προσωρινή απασχόλησή της μέχρι τη συζήτηση της εν λόγω αίτησης (ασφαλιστικών μέτρων), με τους ίδιους όρους και τις ίδιες αποδοχές, που προέβλεπε η τελευταία χρονικά σύμβασή της, που ήταν σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου. Ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος ως προς αμφότερα τα σκέλη του, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθόσον από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το (δικάσαν ως εφετείο) Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών δέχθηκε ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη προσελήφθη από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο την 1.7.1994 και έκτοτε παρείχε συνεχώς και αδιαλείπτως τις υπηρεσίες της στο Υπουργείο Πολιτισμού και σε εποπτευόμενους από αυτό φορείς, συνδεόμενη με το αναιρεσείον με μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καθώς και ότι στις 13.3.2006 κατατάχθηκε σε θέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του π.δ/τος 164/2004. Δηλαδή, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η ενάγουσα καθ' όλο το διάστημα από την πρόσληψή της έως την άσκηση της ένδικης αγωγής (στο οποίο διάστημα περιλαμβάνεται και το επίδικο από 1.1.2006 έως 13.3.2006, για το οποίο της επιδικάστηκε, μεταξύ άλλων, ως μέρος των αποδοχών της, η ειδική παροχή ποσού εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ μηνιαίως), συνδεόταν με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και όχι, όπως εσφαλμένα διατείνεται το τελευταίο, με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου.

6. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Δεν θα περιληφθεί, δε, διάταξη περί δικαστικών εξόδων σε βάρος του ηττηθέντος αναιρεσείοντος, λόγω της απουσίας της αναιρεσίβλητης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28.12.2017 (αριθ. έκθ. κατάθ. 614123/500129/ 2017) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 24/2016 απόφασης του (δικάσαντος ως εφετείου) Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Σεπτεμβρίου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή