Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1568 / 2025    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1568/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την 100/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή, Παρασκευή Γρίβα και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20 Μαΐου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Η. Θ. του Π., 2) Α. Α. του Ν. και 3) Α. Κ. του Α., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής τους ιδιότητος, δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητου: Ανεξάρτητη Αρχή με την επωνυμία "Αρχή Διασφάλισης Απορρήτου των Επικοινωνιών (ΑΔΑΕ)", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της Σπυριδούλας Θωμοπούλου, πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-7-2022 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 19/2024 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 11281/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-12-2024 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Στυλιανός Κακαβιάς.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η υπό κρίση από 10.12.2024 (με αρ. εκθ. κατ. 181686/265/10.12.2024) αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η με αριθ. 11281/2024 απόφαση του δικάσαντος ως εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (διαφορών από αμοιβές), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1, 144 και 145 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
2. Με τη διάταξη της παρ. 3 περ. Β' υποπερ. β' του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, όπως η παρ. 3 διαμορφώθηκε με το άρθρο 22 του ν. 5134/2024 (ΦΕΚ Α' 146/11.9.2024) και ισχύει από 16.9.2024 σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 120 του ιδίου νόμου, προβλέπεται η κατάθεση παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατά απόφασης μονομελούς πρωτοδικείου (και επί περισσοτέρων αναιρεσειόντων ενός παραβόλου), το οποίο ανέρχεται στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ και επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη κατάθεσης αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το δικαστήριο. Σύμφωνα, όμως, με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η ως άνω υποχρέωση δεν ισχύει για τις διαφορές των άρθρων 614 περ. 3 και 5 (εργατικές διαφορές και διαφορές από αμοιβές) και 592 περ. 1 και 3 ΚΠολΔ (γαμικές διαφορές και λοιπές οικογενειακές διαφορές που εκεί ορίζονται). Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την κατάθεση της ένδικης αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες δικηγόροι επισύναψαν στο δικόγραφο αυτής το με αριθμό .../2024 ηλεκτρονικό παράβολο ποσού τριακοσίων (300) ευρώ, όπως βεβαιώνεται από τη Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών στην από 10.12.2024 έκθεση κατάθεσης αυτού. Όμως, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, η ως άνω διαφορά, έχοντας το προαναφερόμενο αντικείμενο, απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της αναίρεσης. Κατά συνέπεια, το καταβληθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στους αναιρεσείοντες, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης (ΑΕΔ 3, 4/2014, ΑΠ 1084/2023).
3. Στην προκειμένη περίπτωση, η ως άνω αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αποτελεί κατάληξη, όπως προκύπτει από την κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες με την από 25.7.2022 (με αρ. εκθ. κατ. 64386/637/29.7.2022) αγωγή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, την οποία απηύθυναν κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης Ανεξάρτητης Αρχής με την επωνυμία "Αρχή Διασφάλισης Απορρήτου και Επικοινωνιών (ΑΔΑΕ)", ιστορούσαν τα εξής: Ότι είναι δικηγόροι που παρέχουν τις δικηγορικές και νομικές υπηρεσίες τους στην εναγομένη και δη ο πρώτος εξ αυτών ως νομικός σύμβουλος και οι δεύτερη και τρίτη ως δικηγόροι, με σύμβαση έμμισθης εντολής, αμειβόμενοι για την παροχή των υπηρεσιών αυτών με πάγια περιοδική (μηνιαία) αντιμισθία. Ότι η εναγομένη παρανόμως παρακράτησε, κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2017 έως και 31.7.2022, από τις αποδοχές τους την ειδική εισφορά αλληλεγγύης για την καταπολέμηση της ανεργίας, η οποία προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 38 παρ. 2 περ. α' του ν. 3896/2011 (όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της, αρχικά με την παρ. 11 του άρθρου 24 του ν. 4002/2011 και στη συνέχεια με την παρ. 5 του άρθρου 40 του ν. 4144/2013), και ανέρχεται σε ποσοστό 2% επί των αποδοχών τους, καθώς και την ειδική εισφορά των ασφαλισμένων του Ταμείου Προνοίας των Δημοσίων Υπαλλήλων υπέρ του Ταμείου Προνοίας των Δημοσίων Υπαλλήλων, η οποία προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 38 παρ. 2 περ. β' του ιδίου νόμου και ανέρχεται σε ποσοστό 1% (υπέρ ΟΑΕΔ) επί των αποδοχών τους, παρά το γεγονός ότι αυτοί δεν εμπίπτουν στην έννοια του υπαλλήλου ούτε εντάσσονται στο διοικητικό προσωπικό της εναγομένης, ώστε να υπάγονται στις σχετικές ρυθμίσεις. Με βάση τα παραπάνω, ζήτησαν να αναγνωριστεί, κατόπιν τροπής του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής τους σε αναγνωριστικό, ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει, ως αποζημίωση, τα ποσά των 8.611,09 ευρώ στον πρώτο εξ αυτών, των 4.862,19 ευρώ στη δεύτερη και των 5.147,61 ευρώ στην τρίτη, νομιμοτόκως, τα οποία αντιστοιχούν στις παρακρατηθείσες από την εναγομένη εισφορές του άρθρου 38 παρ. 2 περ. α' και β' του ν. 3896/2011 κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2017 έως 31-12-2022. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 19/2024 απόφασή του, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε την αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής η εναγομένη άσκησε την από 8.2.2024 (με αρ. εκθ. κατ. 12242/280/12.2.2024) έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθ. 11281/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως εφετείο, αντιμωλία των διαδίκων. Με την απόφαση δε αυτή έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν η έφεση και, αφού εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση, απορρίφθηκε η αγωγή.
4. Κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος, η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές. Σε εφαρμογή των συνταγματικών αυτών ορισμών, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 9 του ν. 1406/1983, όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας υπάγονται από 11.6.1985 στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ενώ κατά το άρθρο 1 του ΚΠολΔ οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου ανήκουν στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων. Κατά το άρθρο 1 παρ. 2 εδ. θ' του ν. 1406/1983, στις διοικητικές διαφορές που υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά, εκτός των άλλων, και στις κάθε είδους αποδοχές του προσωπικού εν γένει του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των Ν.Π.Δ.Δ., οι οποίες ρυθμίζονται από διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου. Η διάταξη όμως αυτή αναφέρεται μόνο στις αποδοχές του προσωπικού που συνδέεται με τα ανωτέρω νομικά πρόσωπα με σύμβαση δημοσίου δικαίου και όχι του συνδεόμενου με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου, καθόσον οι διαφορές αυτές δεν αποτελούν διοικητικές διαφορές ουσίας, αλλά ιδιωτικού δικαίου διαφορές, οι οποίες υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 11/1992, ΑΠ 302/2011, 839/1996).
Εξάλλου, οι δικηγόροι των νομικών προσώπων του δημοσίου τομέα υπηρετούν, όπως όλοι οι με πάγια αντιμισθία ή αμοιβή απασχολούμενοι δικηγόροι, σύμφωνα με το άρθρο 63 παρ. 4 του προισχύσαντος Κώδικα Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954) και ήδη των άρθρων 42 επ. του ισχύοντος Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013), με σύμβαση έμμισθης εντολής, η οποία διέπεται από τις διατάξεις, κατά περίπτωση, εκάστου των Κωδίκων αυτών και συμπληρωματικά από τις περί εντολής διατάξεις του ΑΚ (ΟλΣτΕ 3692, 3691/2009, ΣτΕ 1151/2018, 912/2012, 371/2010). Επομένως, από τη διεκδίκηση από δικηγόρους, που απασχολούνται ως ανωτέρω με πάγια αντιμισθία ή αμοιβή και, συνεπώς, συνδέονται με τον εντολέα τους με σχέση έμμισθης εντολής, της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης για την καταπολέμηση της ανεργίας του άρθρου 38 παρ. 2 περ. α' του ν. 3896/2011 και της ειδικής εισφοράς των ασφαλισμένων του Ταμείου Προνοίας Δημοσίων υπαλλήλων υπέρ του Ταμείου Προνοίας των Δημοσίων Υπαλλήλων του άρθρου 38 παρ. 2 περ. β' του ιδίου νόμου (υπέρ του ΟΑΕΔ), που παρακρατήθηκαν από τον εντολέα τους ως υπέρ τρίτων κρατήσεις, και, επομένως, περιλαμβάνονται στις ακαθάριστες αποδοχές τους, δεν προκαλείται διοικητική διαφορά, αλλά διαφορά ιδιωτικού δικαίου, για την οποία αρμόδια είναι τα πολιτικά δικαστήρια (πρβλ. ΣτΕ 1151/2018).
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 560 αριθ. 3 ΚΠολΔ, όπως τούτο τροποποιήθηκε με τα άρθρα 35 και 120 του ν. 4842/2021 (ΦΕΚ Α' 190) και ίσχυε από 1-1-2022, εφαρμοζόμενο κατ' άρθρο 116 παρ. 2α του ιδίου νόμου (4842/2021) για τα κατατιθέμενα μετά από την έναρξη της ισχύος του ένδικα μέσα (όπως η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, η οποία στρέφεται κατά απόφασης μονομελούς πρωτοδικείου εκδοθείσας σε έφεση κατά απόφασης ειρηνοδικείου), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο δέχτηκε ή δεν δέχτηκε τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Σημειωτέον δε, ότι η περίπτωση 3 του άρθρου 560 ΚΠολΔ εξακολουθεί να ισχύει ως άνω και μετά την τροποποίηση αυτού με το άρθρο 26 του ν. 5134/2024.
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως εφετείο, έκρινε, κατά παραδοχή ως βάσιμου του πρώτου λόγου της ως άνω έφεσης, ότι η αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων ήταν απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων. Ειδικότερα έκρινε ότι: ".... τα ένδικα ποσά συνιστούν φόρο που παρακρατήθηκε από την εναγομένη για λογαριασμό του Δημοσίου και εν συνεχεία αποδόθηκε στο τελευταίο, στην περίπτωση δε παρακρατήσεως φόρου ποσού μεγαλύτερου από αυτό που πραγματικά οφείλεται, είτε ποσού που παρακρατήθηκε ως φόρος ενώ, για οποιοδήποτε λόγο, τέτοιος δεν οφείλεται από το νόμο, η επιστροφή του αχρεωστήτως καταβληθέντος δεν βαρύνει αυτόν που έκανε την παράνομη παρακράτηση, αλλά το Δημόσιο, για λογαριασμό του οποίου ενήργησε σύμφωνα με το νόμο (ως δημόσιος υπόλογος).
Συνεπώς, σε περίπτωση άρνησης απόδοσης στον ενδιαφερόμενο του παρακρατηθέντος φόρου, ο τελευταίος έχει δικαίωμα να ασκήσει προσφυγή στα αρμόδια διοικητικά δικαστήρια, στρεφόμενος κατά του Δημοσίου - λήπτη και όχι κατά του δημοσίου υπολόγου - εργοδότη που έκανε την παρακράτηση (...).
Εν προκειμένω, οι ένδικες εισφορές συνιστούν ειδικά φορολογικά οικονομικά βάρη (....), που επιβλήθηκαν χάριν του δημοσίου συμφέροντος και εντάχθηκαν σε ένα πλέγμα ρυθμίσεων, που σκοπό είχαν τη διασφάλιση της βιωσιμότητας και διαχειρισιμότητας των δημοσίων οικονομικών και την επίτευξη των μακροοικονομικών και εν γένει δημοσιονομικών στόχων της χώρας στα πλαίσια της οξύτατης δημοσιονομικής κρίσης που αντιμετώπισε η χώρα στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας και, συγκεκριμένα, την καταπολέμηση της ανεργίας, η οποία, κατά τα κοινώς γνωστά, οξύνθηκε τα χρόνια της οικονομικής κρίσης, πλήττοντας ιδιαίτερα τους απασχολουμένους στην ιδιωτική οικονομία ..... Επομένως, ενόψει του χαρακτήρα των ένδικων ειδικών εισφορών ως φορολογικών οικονομικών βαρών, η εκκαλουμένη έκανε δεκτή την αγωγή κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 93 και 94 του Συντάγματος, 1 και 2 του ΚΠολΔ, 1, 2 και 71 και 73 του ΚΔΔ σε συνδυασμό με τα άρθρα 1 και 73 του Κ.Φ.Δ., που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4125/1960 και το άρθρο 1 του Οργανισμού Φορολογικών Δικαστηρίων που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ/τος 3845/1958, ενώ έπρεπε να την απορρίψει ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων". Ακολούθως, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων προς εκδίκαση της διαφοράς. Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, εσφαλμένα δεν δέχθηκε τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, καθώς, σύμφωνα με όσα αναπτύσσονται σχετικώς στην προηγηθείσα νομική σκέψη, η διαφορά που εισήχθη με την ένδικη αγωγή είναι ιδιωτικού δικαίου, για την οποία δικαιοδοσία έχουν τα πολιτικά δικαστήρια, και όχι διοικητική διαφορά. Και τούτο, ειδικότερα, διότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες δικηγόροι, οι οποίοι ζητούν την απόδοση των εισφορών που φέρονται ως παρανόμως παρακρατηθείσες από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη Ανεξάρτητη Αρχή, απασχολούνται στην τελευταία με πάγια αντιμισθία, συνδεόμενοι με αυτή με σύμβαση έμμισθης εντολής, δηλαδή με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου, οι δε παρακρατηθείσες από την τελευταία ένδικες εισφορές αποτελούν μέρος των ακαθάριστων αποδοχών τους, ήτοι των αποδοχών που τους οφείλονται με βάση τη σχέση ιδιωτικού δικαίου που τους συνδέει με την αναιρεσίβλητη. Δεν ασκεί δε επιρροή και, συνακόλουθα, δεν καθίσταται διοικητική η υπό κρίση διαφορά, εξαιτίας της φύσης των επίμαχων ειδικών εισφορών ως φορολογικών οικονομικών βαρών.
Συνεπώς, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 3 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, δηλαδή ότι το δικάσαν ως εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών εσφαλμένα έκρινε ότι τα πολιτικά δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας για την εκδίκαση της ένδικης διαφοράς και απέρριψε την αγωγή τους ως απαράδεκτη.
5. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού, εξαιτίας της αναιρετικής εμβέλειας του λόγου που έγινε δεκτός, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλον δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος των τελευταίων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, μειωμένων όμως κατ' άρθρ. 22 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ' αριθ. 134423 οικ. της 8.12.1992/ 20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του ν. 1738/1987, σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό, δεδομένου ότι η αναιρεσίβλητη Ανεξάρτητη Αρχή εκπροσωπήθηκε δικαστικώς στην προκειμένη δίκη, κατ' άρθρο 6 παρ. 5 του ν. 3115/2003, από Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (άρθρ. 22 παρ. 3 του ν. 3693/1957).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του κατατεθέντος υπ' αριθ. .../2024 ηλεκτρονικού παραβόλου, ποσού τριακοσίων (300) ευρώ, στους καταθέσαντες τούτο αναιρεσείοντες.
Αναιρεί την υπ' αριθ. 11281/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, συγκροτούμενου από άλλον δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ