Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1571 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1571/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Μαρία Πετσάλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 27 Μαΐου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ετερόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Β. Τ. Ε.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "FOODY E.E." (πρώην "Β. Τ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και τον διακριτικό τίτλο "FOODY E.Π.E.", που εδρεύει στο Άργος και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Βασιλούδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Α. Δ. Κ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Κοζάνη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/3/2017 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 225/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 93/2020 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28/6/2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ.1, 568 παρ.1, 2, 4 και 576 παρ.1 έως 3ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ` αυτήν κάποιος διάδικος, το Δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και, αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεώς της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 536/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση από την προσκομιζόμενη από την επισπεύδουσα τη συζήτηση αναιρεσείουσα υπ` αριθμ. ...-2024 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, Μ. Κ., προκύπτει, ότι η αναιρεσίβλητη κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστεί στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Ωστόσο, η τελευταία δεν παρέστη στην εν λόγω δικάσιμο στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το οικείο πινάκιο. Επομένως, σύμφωνα και με την προηγηθείσα νομική σκέψη, το δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν και αυτή η διάδικος παρούσα.
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αρ. 93/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, με την οποία απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η έφεση που άσκησε η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα κατά της υπ' αρ. 225/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, με την οποία η τελευταία υποχρεώθηκε να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη το ποσό των 22.819,28 ευρώ, πλέον των νομίμων τόκων, που αντιστοιχεί στο ανεξόφλητο υπόλοιπο τιμήματος από καταρτισθείσες μεταξύ τους συμβάσεις πωλήσεως. Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του λόγου της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Kατά το άρθρο 532 ΚΠολΔ το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ερευνά, αυτεπαγγέλτως, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του παραδεκτού της εφέσεως, ιδίως δε αν η έφεση ασκήθηκε εμπρόθεσμα και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις. Αντικείμενο της έρευνας κατά το στάδιο αυτό αποτελεί το εκκλητό ή μη της εκκαλουμένης αποφάσεως, η νομιμοποίηση του εκκαλούντος και του εφεσιβλήτου, η κατάθεση του δικογράφου στον αρμόδιο γραμματέα, η νομότυπη σύνταξη της εκθέσεως καταθέσεως και η ενέργεια όλων των άνω διατυπώσεων εντός της προθεσμίας του άρθρου 518 ΚΠολΔ. Αν λείπει μια από τις άνω προϋποθέσεις, και ιδίως αν η έφεση ασκήθηκε εκπρόθεσμα, δηλαδή, μετά τη συμπλήρωση της οριζόμενης από το άρθρο 518 ΚΠολΔ, προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επίδοση της αποφάσεως, αν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα, η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Ο διάδικος που άσκησε εκπρόθεσμη έφεση μπορεί να προβάλει ότι δεν την άσκησε εμπρόθεσμα, για λόγους ανώτερης βίας ή εξαιτίας δόλου του αντιδίκου του και να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση σύμφωνα με το άρθρο 152 ΚΠολΔ (ΑΠ 1012/2023, AΠ 1222/2022, ΑΠ 2021/2017).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 126 παρ. 1 εδ. δ`, 127 παρ. 1,128 παρ. 1,129 παρ. 1 και 139 παρ. 1 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για να επιδοθεί έγκυρα δικόγραφο σε νομικό πρόσωπο, πρέπει αυτό να παραδοθεί στο νόμιμο ή στον κατά το καταστατικό αυτού νόμιμο εκπρόσωπο, είτε στην κατοικία του τελευταίου, είτε στο κατάστημα, γραφείο ή εργαστήριο του νομικού προσώπου. Στην έκθεση επιδόσεως πρέπει να αναγραφεί από το δικαστικό επιμελητή το ονοματεπώνυμο του νομίμου εκπροσώπου του νομικού προσώπου, εάν η επίδοση γίνεται στον ίδιο (ΑΠ 657/2021). Σε περίπτωση που αυτός δεν βρεθεί στην κατοικία του, το έγγραφο παραδίδεται σε έναν από τους ενήλικους συνοίκους του, που έχουν συνείδηση των πράξεών τους και δεν συμμετέχουν στη δίκη ως αντίδικοί του, ενώ αν κανείς από αυτούς δεν βρίσκεται στην κατοικία γίνεται θυροκόλληση σύμφωνα με όσα ορίζει ειδικότερα η διάταξη του άρθρου 128 παρ. 4ΚΠολΔ.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 117,139, 438 και 440 του ΚΠολΔ, η έκθεση επιδόσεως που συντάσσει ο αρμόδιος δικαστικός επιμελητής συνιστά δημόσιο έγγραφο, το οποίο παρέχει πλήρη απόδειξη ως προς όσα βεβαιώνονται σε αυτή ότι έγιναν από τον δικαστικό επιμελητή ή ενώπιόν του, επιτρεπομένης ανταποδείξεως μόνον με τη προσβολή της ως πλαστής. Τα περιστατικά, αντίθετα, που περιέχονται στην πιο πάνω έκθεση αλλά δεν υποπίπτουν από τη φύση τους στην άμεση αντίληψη του δικαστικού επιμελητή και των οποίων την αλήθεια όφειλε να εξετάσει αυτός, αποδεικνύονται μεν πλήρως από την έκθεση, μέχρις ότου όμως αποδειχθεί το αντίθετο. Επιτρέπεται δηλαδή, ως προς τις σχετικές με τα τελευταία αυτά περιστατικά βεβαιώσεις του δικαστικού επιμελητή ανταπόδειξη, με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και μάρτυρες, το βάρος της οποίας φέρει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 338 του ΚΠολΔ, εκείνος που αμφισβητεί την αλήθειά τους (ΑΠ 657/2021, ΑΠ 1024/2019, ΑΠ 720/2019, ΑΠ 641/2017). Έτσι ακύρωση της επιδόσεως, είναι νοητή αν ο αποδέκτης αποδείξει ότι δεν έλαβε γνώση του επιδοτέου εγγράφου υπό τον όρο της συνδρομής του στοιχείου της βλάβης (ΑΠ 1012/2023).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Υπό τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, αυτό, δηλαδή, που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διατάξεως, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της. Με αυτόν τον λόγο αναιρέσεως ελέγχεται και το παραδεκτό της ασκήσεως των ενδίκων μέσων, όπως είναι η εμπρόθεσμη ή μη άσκηση εφέσεως (ΑΠ 1353/2022, ΑΠ 400/2022, ΑΠ 932/2020). Με τον μοναδικό λόγο της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο με την απόρριψη της εφέσεώς της ως εκπρόθεσμης, διότι η επίδοση σ' αυτήν της εκκαλουμένης αποφάσεως υπήρξε άκυρη, αφού ο δικαστικός επιμελητής που διενήργησε την επίδοσή της, βεβαιώνει στη συνταχθείσα έκθεσή του ότι την επέδωσε με θυροκόλληση, στη νόμιμη εκπρόσωπό της, Β. Τ. στη διεύθυνση ... στο Άργος Αργολίδας, ενώ στη διεύθυνση αυτή δεν ήταν κατά το χρόνο της άνω επιδόσεως η κατοικία της νομίμου εκπροσώπου της ούτε και η έδρα της εταιρείας.
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα : Με την υπ' αρ. 225/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, που εκδόθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η από 7-3-2017 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της εναγομένης "Β. Τ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Π.Ε.", από την οποία προήλθε με μετατροπή η ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία και υποχρεώθηκε η τελευταία να καταβάλει το ποσό των 22.819,28 ευρώ. Κατ' αυτής της αποφάσεως η παραπάνω εναγομένη εταιρεία άσκησε την από 30-11-2018 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, που απέρριψε την έφεση λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της. Από την υπ' αρ. ...-2018 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Ναυπλίου, με έδρα το Πρωτοδικείο Ναυπλίου, Γ. Λ., προκύπτει ότι ο τελευταίος, ενεργώντας κατ' εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσίβλητης, στις 26-7-2018, μετέβη για να επιδώσει προς την εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Β. Τ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Π.Ε." την υπ' αρ. 225/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, στην κατοικία της νομίμου εκπροσώπου της, Β. Τ., στην οδό ... στο Άργος Ν. Αργολίδας και επειδή εκεί δεν βρήκε την ίδια, αλλά ούτε και κάποιο σύνοικο αυτής, θυροκόλλησε την παραπάνω απόφαση, παρουσία της μάρτυρος, Α. Κ., ενώ αυθημερόν παρέδωσε αντίγραφο της προς επίδοση αποφάσεως στην αξιωματικό υπηρεσίας του αρμοδίου Αστυνομικού Τμήματος Άργους, Υπαστυνόμο Α', Ε. Γ. και ταχυδρόμησε προς την Β. Τ. την απαιτούμενη κατά το άρθρο 128 παρ.4 ΚΠολΔ ειδοποίηση, σύμφωνα με την από 26-7-2018 βεβαίωση του ως άνω δικαστικού επιμελητή, την οποία προσυπογράφει ο υπάλληλος των ΕΛ.ΤΑ, που παρέλαβε τη σχετική ειδοποίηση, Λ. Α. Η επίδοση της άνω αποφάσεως ήταν νόμιμη και έγκυρη, διότι σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, έγινε στην κατοικία της νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας "Β. Τ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Π.Ε.", χωρίς να είναι απαραίτητο για το κύρος της επιδόσεως να αναζητηθεί η νόμιμη εκπρόσωπος πρώτα στην κατοικία της και αν δεν βρεθεί στο κατάστημα ή στο γραφείο ή στο εργαστήριο της παραπάνω παραλήπτριας εταιρείας. Το περιστατικό που βεβαιώνεται στη συνταχθείσα από τον δικαστικό επιμελητή ως άνω έκθεση επιδόσεως, ότι επέδωσε την άνω απόφαση στην κατοικία της νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας "Β. Τ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Π.Ε." - την αλήθεια του οποίου όφειλε να διαπιστώσει ο δικαστικός επιμελητής, αλλά αυτό δεν υποπίπτει από τη φύση του στην άμεση αντίληψή του - αποδεικνύεται μεν πλήρως από την έκθεση επιδόσεως, επιτρέπεται όμως ως προς αυτό ανταπόδειξη με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και με μάρτυρες από την αναιρεσείουσα, η οποία εν προκειμένω αμφισβητεί την αλήθειά του, το οποίο, όμως, αυτή δεν το ανταπέδειξε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπου ουδόλως επικαλέστηκε ότι δεν έλαβε γνώση της επίδοσης της υπ' αρ. 225/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, που θυροκολλήθηκε. Επομένως, πληρούντο εν προκειμένω οι προϋποθέσεις της έγκυρης επιδόσεως της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προς την "Β. Τ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Π.Ε.", της οποίας η νόμιμη εκπρόσωπος κατά το χρόνο διενέργειας της επιδόσεως με θυροκόλληση απουσίαζε από την κατοικία της. Το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι η εκκαλούμενη απόφαση επιδόθηκε νόμιμα στην εκκαλούσα και νυν αναιρεσείουσα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 122 παρ.1, 123, 124 παρ.2, 125, 126 παρ.1 περ. γ' και 128 παρ.4 ΚΠολΔ, στις 26-7-2018, όπως προκύπτει από την ...-2018 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Ναυπλίου, με έδρα το Πρωτοδικείο Αργολίδας, Γ. Λ., ότι η προθεσμία για την άσκηση της εφέσεως άρχισε από τις 27-7-2018, ανεστάλη κατά το χρονικό διάστημα από 1 έως 31-8-2018 και συμπληρώθηκε στις 27-9-2018, ενώ η ένδικη έφεση ασκήθηκε στις 3-12-2018, μετά την πάροδο της κατ' άρθρο 518 παρ.1 ΚΠολΔ, προθεσμίας των τριάντα ημερών, οπότε είναι απαράδεκτη και την απέρριψε λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, δεν προέβη σε παρά το νόμο κήρυξη απαραδέκτου και ως εκ τούτου ο μοναδικός αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, λόγω της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται ελλείψει σχετικού αιτήματος της απούσης αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 28-6-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 93/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης