Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1585 / 2025    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1585/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 187/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Παρασκευή Γρίβα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 17 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Διαχειριστής Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας Α.Ε." (ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε.), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Κών/νο Παπαδημητρίου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Β. Κ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου Ελένης Γλύκα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-11-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1247/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4933/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-11-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία-Μάριον Δερεχάνη. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη, από 03.11.2022 και με αριθμό κατάθεσης 10070/1150/16.12.2022, αίτηση αναίρεσης, κατά της, εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών, 4933/30.11.2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, αφού δεν γίνεται επίκληση επίδοσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ούτε προσκομίζεται απόδειξη περί τούτου (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 2 και 3, 4 παρ. 1, 2 και 3, 5 παρ. 1, 2 εδ. α και 3, 6, 22 παρ. 1 εδ. α' και 2 εδ. α' και 23 παρ. 1 και 4 του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού της Δ.Ε.Η. (ΚΚΠ/ΔΕΗ), ο οποίος έχει καταρτισθεί με την από 4ης Οκτωβρίου 1973 Ειδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (ΕΣΣΕ) Προσωπικού Δ.Ε.Η., που δημοσιεύθηκε με την απόφαση του Υπουργού Απασχολήσεως 2842/442/1973 (ΦΕΚ Β' 1274/25.10.1973), και κυρωθεί με τη διάταξη του άρθρου 2 του ν.δ/τος 210/1974, ώστε απέκτησε ισχύ νόμου (Ολ.ΑΠ 4/2010), ορίζονται αντιστοίχως τα εξής: Στο άρθρο 2: "1. Το προσωπικόν συνδέεται μετά της Δ.Ε.Η. δια σχέσεως εργασίας ιδιωτικού δικαίου, διακρίνεται δε εις τακτικόν και έκτακτον. 2. Τακτικόν προσωπικόν είναι το υπηρετούν εις τας οργανικάς θέσεις και υπαγόμενον αυτοδικαίως εις τας διατάξεις του παρόντος Κανονισμού, μέχρι συμπληρώσεως του κατ' άρθρον 34 του παρόντος καθοριζομένου ορίου ηλικίας. 3. Έκτακτον προσωπικόν είναι το προσλαμβανόμενον δια συμβάσεως ωρισμένου ή αορίστου χρόνου προς κάλυψιν εκτάκτων ή πρόσκαιρων αναγκών της Επιχειρήσεως και υπαγόμενον εις ας μόνον διατάξεις αναφέρεται εις το άρθρον 42 του παρόντος", στο άρθρο 4: "1. Το τακτικόν προσωπικόν κατατάσσεται εις Κλάδους υποδιαιρουμένους εις Κατηγορίας δυναμένας επίσης να υποδιαιρεθούν εις Βαθμίδας, εις ας αντιστοιχούν μισθολογικά κλιμάκια και αριθμός οργανικών θέσεων. Έκαστος μισθωτός εντάσσεται εις μισθολογικόν κλιμάκιον, Βαθμίδα, Κατηγορίαν και Κλάδον, εις πλήρωσιν οργανικής θέσεως. 2. Οι Κλάδοι αποτελούν γενικάς διακρίσεις του προσωπικού κατά το είδος της απασχολήσεως αυτού. Η Κατηγορία περιλαμβάνει προσωπικόν πλειόνων ειδικοτήτων, χαρακτηριζόμενον υπό γενικών προσόντων της αυτής στάθμης ή παρεμφερούς είδους και έχον την αυτήν μισθολογικήν εξέλιξιν. 3. Οι Κλάδοι ορίζονται ως ακολούθως: α) Στελέχη Γενικών θέσεων β) Τεχνικοί γ) Διοικητικοοικονομικοί δ) Δικηγόροι ε) Υγειονομικοί στ) Μισθωτοί Γενικών Υπηρεσιών", στο άρθρο 5: "1. Ουδείς προσλαμβάνεται απ' ευθείας ως τακτικός. 2. Η πρόσληψις. εκτάκτου προσωπικού γίνεται δι' εγγράφου συμβάσεως, δυναμένης ν' ανανεωθή μέχρι συμπληρώσεως χρονικού διαστήματος 5 ετών, εντός του οποίου δύναται να ενεργηθή ένταξις του εκτάκτου μισθωτού εις τακτικόν προσωπικόν ... 3. Η ένταξις γίνεται εις μισθολογικόν κλιμάκιον της κατωτέρας βαθμίδος εκάστης Κατηγορίας δι' αποφάσεως του Διοικητού, κατόπιν προτάσεως της ιεραρχίας", στο άρθρο 6: "Ο προηγηθείς της εντάξεως μισθωτού χρόνος υπηρεσίας του ως εκτάκτου θεωρείται ως χρόνος δοκιμαστικής υπηρεσίας και συνυπολογίζεται εις τον εν άρθρω 22 του παρόντος απαιτούμενον χρόνον δια την πρώτην μετά την ένταξιν μισθολογικήν προαγωγήν, θεωρούμενος ως διανυθείς εις το μισθολογικόν κλιμάκιον εντάξεως", στο άρθρο 22 παρ. 1α και 2α: "1. Μισθολογικαί προαγωγαί ενεργούνται εκάστοτε μόνον κατά εν μισθολογικόν κλιμάκιον και μέχρι του ανωτάτου μισθολογικού κλιμακίου της Κατηγορίας εις ην ανήκει ο μισθωτός... 2. Η μισθολογική προαγωγή γίνεται από της συμπληρώσεως τριετίας εις το κατεχόμενον μισθολογικόν κλιμάκιον" και στο άρθρο 23: "1. Μετατάξεις από Κατηγορίας εις Κατηγορίαν του αυτού ή ετέρου Κλάδου δύνανται να ενεργώνται προς κάλυψιν υπηρεσιακών αναγκών ή δια λόγους υγείας... 4. Η μετάταξις γίνεται εις το εισαγωγικόν κλιμάκιον της Κατηγορίας, εφ' όσον ο μετατασσόμενος κέκτηται μισθολογικόν κλιμάκιον κατώτερον τούτου, άλλως η μετάταξις γίνεται εις το κατεχόμενον υπό του μισθωτού μισθολογικόν κλιμάκιον, οπότε ο διανυθείς εν αυτώ χρόνος προσμετρείται διά μισθολογικήν προαγωγήν εις ανώτερον μισθολογικόν κλιμάκιον εις την νέαν Κατηγορίαν".
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 1 εδ. α, 3 και 4 της από 5ης Οκτωβρίου 1989 Ειδικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας της Δ.Ε.Η. (αρ. εκθ. καταθ. Ειρηνοδικείου Αθηνών 117/1989), "1. Ο προηγηθείς της εντάξεως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας που διανύθηκε στην Επιχείρηση οποτεδήποτε και με οποιαδήποτε μορφή σύμβασης εργασίας (συνεχούς ή διακοπτόμενης) προσμετράται για τη μισθολογική και προαγωγική εξέλιξη του μισθωτού εφόσον δεν έχει προσμετρηθεί με οποιονδήποτε τρόπο... 3. Η προσμέτρηση του ως άνω χρόνου για τους τακτικούς κατά την 1-1-1986 μισθωτούς θα γίνεται με ανάλογη μετάθεση της ημερομηνίας χορηγήσεως του μισθολογικού κλιμακίου που κατείχαν κατά την ως άνω χρονολογία, μετατιθέμενης αναλόγως και της ημερομηνίας χορηγήσεως και των επομένων μισθολογικών κλιμακίων, στα οποία εν τω μεταξύ έχουν προαχθεί, ανεξαρτήτως της υπάρξεως ή όχι οργανικών θέσεων ως και της ημερομηνίας μελλοντικής κρίσεως, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των διατάξεων των άρθρων 4, 22 και 23 του ΚΚΠ/ΔΕΗ". 4. "για τους μετά την 1-1-1986 εντασσόμενους μισθωτούς η προσμέτρηση του ως άνω χρόνου θα γίνεται με μετάθεση της ημερομηνίας της πρώτης μετά την ένταξη προαγωγής ή της ημερομηνίας μελλοντικής κρίσεως, εφαρμοζομένων και στην περίπτωση αυτή των ρυθμίσεων των άρθρων 4, 22 και 23 του ΚΚΠ/ΔΕΗ". Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει αφενός ότι κατά την ένταξη του εκτάκτου προσωπικού στο τακτικό προσωπικό της Δ.Ε.Η. προσμετράται ο διανυθείς στην Επιχείρηση χρόνος πραγματικής υπηρεσίας αυτού προ της εντάξεως υπό οιασδήποτε μορφής σύμβαση εργασίας, εκτός εάν ο εν λόγω χρόνος έχει ήδη προσμετρηθεί, οπότε αποκλείεται η εκ νέου προσμέτρηση, όσον αφορά δε τους μετά την 01η Ιανουαρίου 1986 εντασσόμενους στο τακτικό προσωπικό μισθωτούς η προσμέτρηση του ως άνω χρόνου γίνεται με μετάθεση της ημερομηνίας της πρώτης μετά την ένταξη προαγωγής ή της ημερομηνίας μελλοντικής κρίσεως, αφετέρου ότι, εάν μεταταχθεί μισθωτός σε άλλη Κατηγορία, η μετάταξη γίνεται στο εισαγωγικό κλιμάκιο της Κατηγορίας, εάν ο μετατασσόμενος κατέχει μισθολογικό κλιμάκιο κατώτερο αυτού, άλλως στο μισθολογικό κλιμάκιο, το οποίο ήδη κατέχει με προσμέτρηση του διανυθέντος στο εν λόγω κλιμάκιο χρόνου, προσμετράται δε και ο διανυθείς στην Επιχείρηση χρόνος πραγματικής υπηρεσίας του μισθωτού προ της εντάξεως υπό οιασδήποτε μορφής σύμβαση εργασίας, εφ' όσον δεν έχει προηγουμένως προσμετρηθεί (ΑΠ 1512/2023, 1282/2019).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 2/2023).
Στην τελευταία δε περίπτωση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παραβίαση (ΟλΑΠ 5/2023, 4/2022, 2/2022). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 517/2021, ΑΠ 559/2020, ΑΠ 1259/2019, ΑΠ 1033/2019 ΑΠ 1265/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο λόγο, τα ακόλουθα: "η εφεσίβλητη - ενάγουσα (και ήδη αναιρεσίβλητη) προσλήφθηκε από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού Α.Ε" (Δ.Ε.Η. Α.Ε.) (αρχικώς 1η εναγομένη - μη διάδικος στην εφετειακή δίκη και εν προκειμένω) στις 20.1.1992 ως έκτακτη μισθωτή (έκτακτο βοηθητικό προσωπικό) με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία διήρκεσε μέχρι τις 19.4.1992. Ακολούθως, υπογράφηκαν μεταξύ της ως άνω εταιρείας και της εφεσίβλητης, επτά (7) συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου (από 20.4.1992 έως 17.5.1992, από 25.5.1992 έως 31.7.1992, από 25.11.1992 έως 31.12.1992, από 2.1.1993 έως 30.4.1993, από 1.5.1993 έως 31.95.1993 (ενν. 31.05.1993), από 1.6.1993 έως 13.9.1993 και από 1.9.1993 έως 31.10.1993), δυνάμει των οποίων η εφεσίβλητη εργάσθηκε στην ανωτέρω εταιρεία και συγκεκριμένα στη Διεύθυνση Περιφέρειας Αττικής/Τομέα Συντήρησης και Κατασκευών Συστήματος (ΤΣΚΣ) Διανομής. Σύμφωνα με την τελευταία ως άνω σύμβαση η εφεσίβλητη εργάσθηκε μέχρι τις 13.9.1993, καθότι από τις 14.9.1993 η σύμβασή της μετατράπηκε σε σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου ετήσιας διάρκειας.
Συνεπώς, η μέχρι τότε προϋπηρεσία της στη Δ.Ε.Η. Α.Ε., δηλαδή μέχρι τις 14.9.1993, ανερχόταν σε ένα (1) έτος, έξι (6) μήνες και δεκατρείς (13) ημέρες. Στη συνέχεια, ... η υφιστάμενη σύμβαση απασχόλησης της εφεσίβλητης μετατράπηκε από 14.9.1993 έως 13.9.1994 σε σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου ετήσιας διάρκειας κατά τα άρθρα 2 και 5 του ΚΚΠ/ΔΕΗ, ως υπάλληλος στην υπό του ΚΚΠ/ΔΕΗ προβλεπόμενη Κατηγορία/Ειδικότητα Δ02/Ε (λοιποί διοικητικοοικονομικοί υπάλληλοι/Δακτυλογράφοι). Η εφεσίβλητη προσέφερε την εργασία της στη Δ.Ε.Η. Α.Ε., απασχολούμενη με τη νέα σύμβαση εργασίας της και με τα καθήκοντα που της ανατέθηκαν, αμειβόμενη με το μηνιαίο μισθό που αντιστοιχούσε στο μ.κ. 10 του τακτικού προσωπικού της ως άνω εταιρείας. Η τελευταία, με την υπ' αριθμ. 54235/28.4.1994 διαπιστωτική πράξη της, ανακοίνωσε στην εφεσίβλητη ότι παύει να είναι υπάλληλος της από 23.4.1994, καταγγέλλοντας ταυτόχρονα την ανωτέρω σύμβαση σε εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 28Α του Ν. 2190/1994. Ακολούθως, η εφεσίβλητη πέτυχε την προσωρινή επιστροφή της στη Δ.Ε.Η. Α.Ε. στις 23.8.1994, εκδοθείσας προς τούτο της υπ' αριθμ. 14172/1994 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθήνας. Τον Οκτώβριο του 1995 η εφεσίβλητη κατέστη πτυχιούχος του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, πτυχίο το οποίο και κατέθεσε στη Δ.Ε.Η. Α.Ε., ζητώντας τη μετάταξή της στην κατηγορία Δ01 (Πτυχιούχοι Ανωτάτων Σχολών Οικονομικών, Θεωρητικών Επιστημών). Εν συνεχεία, στα πλαίσια συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, κλήθηκε να επανέλθει στην εργασία της με την υπογραφή του από 11.6.1997 συμφωνητικού επανόδου στο οποίο, εκτός των άλλων, αναφερόταν ότι η Δ.Ε.Η. Α.Ε. αποδεχόταν την επάνοδο της στην επιχείρηση ως έκτακτη μισθωτή και θεωρούσε την από 14.9.1993 σύμβαση εργασίας της έγκυρη και ισχυρή κατά τις διατάξεις του ΚΚΠ/ΔΕΗ και ως μηδέποτε λυθείσα, ο δε χρόνος της εκτός της Δ.Ε.Η. Α.Ε. παραμονής της και ο χρόνος της προσωρινής απασχόλησής της σε εκτέλεση της προαναφερόμενης απόφασης ασφαλιστικών μέτρων λογίστηκε ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας και ασφαλίσεως στην ως άνω εταιρεία. Επίσης η τελευταία με το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό επανόδου αποδέχθηκε επίσης ότι ο χρόνος πραγματικής υπηρεσίας της εφεσίβλητης πριν την ως άνω σύμβαση μετατροπής (14.9.1993) που διανύθηκε με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ή έργου ορισμένου χρόνου διάρκειας μικρότερης του έτους με ή χωρίς διακοπή, θα προσμετράτο για την προαγωγική και μισθολογική εξέλιξη της εφεσίβλητης. Εν συνεχεία, η Δ.Ε.Η. Α.Ε. ενέταξε την εφεσίβλητη στο τακτικό προσωπικό της ... στην Κατηγορία/Ειδικότητα Δ02/Ε του ΚΚΠ/ΔΕΗ (λοιποί διοικητικοοικονομικοί υπάλληλοι/Δακτυλογράφοι - απόφοιτοι Λυκείου) και στο μ.κ. 10, από 1.11.1997, με ταυτόχρονη προαγωγή στο μ.κ. 9, ενώ ... ορίστηκε "υπό μετάταξη" στην Κατηγορία/Ειδικότητα Δ01/Α (Πτυχιούχοι Ανωτάτων Σχολών Οικονομικών, Θεωρητικών Επιστημών) από 1.3.1998. Ακολούθως με το έγγραφο ΔΠΡΣ/Φ.826/50144/12.1.1999 της Δ.Ε.Η. Α.Ε. μετατάχθηκε οριστικά στην κατηγορία Δ01/Α και στο μ.κ. 7 αναδρομικά από την 1.3.1998, χωρίς ωστόσο να της προσμετρηθεί ο συνολικός χρόνος της προϋπηρεσίας της σ' αυτήν, σύμφωνα με την ΕΣΣΕ 1989, ο οποίος σύμφωνα με τα ανωτέρω ανερχόταν σε ένα (1) έτος, έξι (6) μήνες και δεκατρείς (13) ημέρες μέχρι την 14.9.1993 και σε τέσσερα (4) έτη, ένα (1) μήνα και δεκαπέντε (15) ημέρες, από 14.9.1993 μέχρι την 1.11.1997, ήτοι συνολικά σε πέντε (5) έτη, επτά (7) μήνες και είκοσι οκτώ (28) ημέρες. Στη συνέχεια, η εφεσίβλητη προήχθη την 1.3.2001 στο 6° μ.κ., την 1.3.2004 στο 5° μ.κ., την 1.3.2007 στο 4° μ.κ. και την 1.3.2010 στο 3° μ.κ. Ενόψει, όμως, του ότι κατά τον χρόνο της ένταξής της στο τακτικό προσωπικό της Δ.Ε.Η. Α.Ε. είχε, όπως προεκτέθηκε, συνολική υπηρεσία 5 ετών, 7 μηνών και 28 ημερών, είχε δικαίωμα σύμφωνα με τις κανονιστικού δικαίου διατάξεις της από 5-10-1989 ΕΣΣΕ να προσμετρήσει το συνολικό αυτό χρόνο προϋπηρεσίας της, ώστε η προαγωγή της στο 7° μ.κ. να είχε γίνει από την 1.3.1998 και η προαγωγή της στα επόμενα μισθολογικά κλιμάκια να είχε γίνει αντίστοιχα στο 6° μ.κ. από 1.3.1998, στο 5° μ.κ. από 29.6.1998, στο 4° μ.κ. από 28.6.2001, στο 3° μ.κ. από 28.6.2004, στο 2° μ.κ. από 28.6.2007 και στο 1° μ.κ. από 28.86.2010 (ενν. 28.06.2010). Επομένως, η εκκαλούσα εταιρεία (και ήδη αναιρεσείουσα) με την επωνυμία "Διαχειριστής Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας Α.Ε." (ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε.) οφείλει να καταβάλει τις μισθολογικές διαφορές που προκύπτουν από την εφαρμογή της από 5.10.1989 ΕΣΣΕ (άρθρο 9 παρ. 1 και 3) και των ποσών που καταβλήθηκαν στην εφεσίβλητη κατά τους αντίστοιχους μήνες. ... Περαιτέρω, ... η βούληση του νομοθέτη και των συμβαλλομένων μερών της ΕΣΣΕ ήταν να προσμετράται ο προηγηθείς της εντάξεως χρόνος με οποιαδήποτε μορφή διανύθηκε και στην περίπτωση που ο μισθωτός μετατάσσεται. ... Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η εκκαλούσα εταιρία ... προσμετρά την προϋπηρεσία στο εισαγωγικό μκ της κατηγορίας της πρώτης ένταξης των μισθωτών που κατά κανόνα είναι μικρότερο από το μκ της κατηγορίας της μετάταξης. Έτσι με αυτό τον λανθασμένο τρόπο υπολογισμού, ουσιαστικά συμψηφίζει την προϋπηρεσία με τη μετάταξη. Από τα ίδια στοιχεία άλλωστε αποδεικνύεται ότι η εκκαλούσα εταιρία ακολούθησε μία εσφαλμένη μεθοδολογία εφαρμογής της ΕΣΕΕ 1989 παρ. 9 η οποία δεν περιγράφεται στην εν λόγω ΕΣΣΕ και στηρίζεται σε πλασματική εξέλιξη, η οποία δημιουργεί μία εικονική ημερομηνία πρόσληψης και με βάση αυτή την υποθετική ημερομηνία πρόσληψης προσμετρά τον προηγηθέντα της εντάξεως χρόνο. Η αυθαίρετη αυτή μέθοδος προσμέτρησης στην πλειοψηφία του προσωπικού (που δεν έχουν άλλες υπηρεσιακές μεταβολές όπως είναι η μετάταξη σε ανώτερη κατηγορία) δεν δημιουργεί πρόβλημα διότι καταλήγει στο τέλος στην προσμέτρηση του χρόνου αυτού. Όμως για τις περιπτώσεις εκείνες των μισθωτών που έκαναν μετάταξη σε ανώτερη κατηγορία, η οποία είχε ανώτερο εισαγωγικό κλιμάκιο από την αρχική κατηγορία ένταξης, το εκκαλούν νομικό πρόσωπο, προσμετρώντας τον εν λόγω χρόνο με την μέθοδο που εφάρμοσε αρχικά προσμετρά τον χρόνο αυτό στη συνέχεια όμως συμψηφίζει τα μισθολογικά κλιμάκια που αντιστοιχούν στον εν λόγω χρόνο με τα μισθολογικά κλιμάκια που δικαιούται ο μισθωτός λόγω της μετάταξης που έκανε σε ανώτερη κατηγορία. Δηλαδή εν τέλει δεν προσμετράται ο εν λόγω χρόνος, για τον μοναδικό λόγο ότι ο μισθωτός έκανε μετάταξη σε κατηγορία με ανώτερο μισθολογικό κλιμάκιο. Όμως το γράμμα και το πνεύμα της ΕΣΕΕ 89, δεν είναι να μην προσμετρηθεί ο εν λόγω χρόνος στην περίπτωση αυτή, αλλά αντίθετα η όλη διατύπωση της ΕΣΣΕ 89 επιβάλλει να προσμετράται ο εν λόγω χρόνος σε κάθε περίπτωση. Διαφορετική ερμηνεία θα οδηγούσε στο άδικο αποτέλεσμα να προσμετράται ο εν λόγω χρόνος για τους μισθωτούς που δεν διαθέτουν κανένα επιπλέον προσόν και να μην προσμετράται στους μισθωτούς με ανώτερα προσόντα, που είναι φιλοπρόοδοι και προσπαθούν να ανελιχθούν εργασιακά. ... Από το σύνολο δε του τεθέντος στην κρίση και του δικάζοντος δικαστηρίου αποδεικτικού υλικού, προκύπτει ότι η μετάταξη της εφεσίβλητης στο μκ 7 της κατηγορίας Δ01 έγινε κατ' επιταγή του άρθρου 23 παρ. 4 του ΚΚΠ ΔΕΗ χωρίς συνυπολογισμό του χρόνου προϋπηρεσίας της. Η δε εκκαλούσα συνομολόγησε στις κατατεθείσες προτάσεις της του πρώτου βαθμού αλλά και στην κρινόμενη έφεσή της ότι "η προ της ένταξης προϋπηρεσία της εφεσίβλητης προσμετρήθηκε κατά την ένταξη στο μισθολογικό κλιμάκιο της εντάξεως, "εφαρμόζοντας πλασματική ημερομηνία πρόσληψης". Όμως η ΕΣΣΕ 89 δεν αναφέρει ότι η προσμέτρηση θα γίνει με αυτό τον τρόπο αλλά επί λέξει ότι: "Η προσμέτρηση του ως άνω χρόνου θα γίνεται με μετάθεση της ημερομηνίας της πρώτης μετά την ένταξη προαγωγής ή της ημερομηνίας μελλοντικής κρίσεως, εφαρμοζομένων και στην περίπτωση αυτή των ρυθμίσεων των άρθρων 4, 22 και 23 του ΚΚΠ/ΔΕΗ". Στην κρινόμενη περίπτωση η εκκαλούσα εταιρία (και ήδη αναιρεσείουσα) δεν μετέθεσε την πρώτη μετά την ένταξη προαγωγή της εφεσίβλητης κατά τόσα μισθολογικά κλιμάκια όσα και ο χρόνος προϋπηρεσίας της συνυπολογίζοντας και τα μισθολογικά κλιμάκια που έλαβε αυτή λόγω της εν τω μεταξύ μετάταξής της στην κατηγορία Δ01 σε εφαρμογή του άρθρου 23 του ΚΚΠ/ΔΕΗ, με αποτέλεσμα να μην εφαρμόσει το άρθρο 23 όπως επιβάλει η ΕΣΣΕ και να συμψηφίσει τα μκ που έλαβε η εφεσίβλητη λόγω μετάταξης με τα μισθολογικά κλιμάκια που δικαιούτο λόγω χρόνου προϋπηρεσίας. Ο εσφαλμένος αυτός υπολογισμός οδηγεί σε άνιση μεταχείριση, δεδομένου ότι καταλήγει στο αποτέλεσμα να προσμετράται ο χρόνος προϋπηρεσίας σε μισθωτούς με κατώτερα προσόντα και να μην προσμετράται σε εκείνους που έχουν ανώτερα προσόντα και κάνουν μετάταξη σε ανώτερη κατηγορία πράγμα που είναι αντίθετο στο γράμμα και το πνεύμα της εν λόγω ΕΣΣΕ 89. Στην κρινόμενη μάλιστα περίπτωση και με βάση τη μέθοδο που ακολούθησε η εκκαλούσα αρχικά προσμέτρησε την προϋπηρεσία της εφεσιβλήτου δημιουργώντας μια πλασματική ημερομηνία προαγωγής, στη συνέχεια όμως φθάνοντας στην μετάταξή της δεν της προσμέτρησε τον εν λόγω χρόνο στη νέα κατηγορία της αλλά τον συμψήφισε με τον χρόνο που έλαβε λόγω της μετάταξης διότι με τη μετάταξη η εκκαλούσα έλαβε το 7 μισθολογικό κλιμάκιο σε εφαρμογή του άρθρου 23 του ΚΚΠ/ΔΕΗ, το οποίο είναι και το εισαγωγικό της κατηγορίας. Ούτε όμως από το γράμμα ούτε από το σκοπό των διατάξεων της ΕΣΣΕ 89 και του ΚΚΠ/ΔΕΗ προκύπτει ότι για την προσμέτρηση της προϋπηρεσίας του μισθωτού πρέπει αυτή να έχει διανυθεί σε καθήκοντα ομοειδή με εκείνα του κλάδου και της κατηγορίας, στην οποία γίνεται η ένταξή του και με το τυπικό προσόν βάση του οποίου γίνεται αυτή. Σε ορθή εφαρμογή του νόμου το εκκαλούν, επειδή εν τω μεταξύ μέχρι την επόμενη προαγωγή της εφεσιβλήτου μεσολάβησε η μετάταξή της, θα έπρεπε να είχε προσμετρήσει την προϋπηρεσία της που ανερχόταν σε 5 χρόνια 7 μήνες και 28 ημέρες και μετά τη μετάταξή της, η οποία έγινε την 1η/3/1998 αναγνωρίζοντας ότι η επόμενη προαγωγή της θα έπρεπε να γίνει στις 28.6.1998 και στο μισθολογικό κλιμάκιο 5 στη συνέχεια να λάβει το μκ 4 από 28.6.2001, το μκ 3 από 28/6/2004, το μκ 2 από 28/6/2007 και το μκ 1 από 28.6.2010". Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την, από 13.11.2017 και με αριθμό κατάθεσης 595583/506239/2017, έφεση της (2ης) εναγομένης εταιρίας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης 1247/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, είχε δεχτεί την, από 23.11.2013 και με αριθμό κατάθεσης 169743/5695/2013, αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και ως ουσιαστικά βάσιμη [ως προς την κυρία της βάση από τη σύμβαση εργασίας (ενώ είχε απορρίψει την αγωγή ως προς την επικουρική βάση εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού ως αόριστη)] κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της δεύτερης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε. (σημειωτέον ότι είχε απορρίψει την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη κατ' αποδοχή ένστασης έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης, κατά το μέρος που στρεφόταν σε βάρος της πρώτης εναγομένης ΔΕΗ Α.Ε., η οποία δεν είναι διάδικος εν προκειμένω) και αναγνώρισε α) ότι η ενάγουσα (και ήδη αναιρεσίβλητη) ανήκει στο 7ο μ.κ. από 1.3.1998, στο 6ο μ.κ. από 1.3.1998, στο 5ο μ.κ. από 28.6.1998, στο 4ο μ.κ. από 28.6.2001, στο 3ο μ.κ. από 28.6.2004, στο 2ο μ.κ. από 28.6.2007 και στο 1ο μ.κ. από 28.6.2010 και β) ότι η δεύτερη εναγομένη (ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε. - ήδη αναιρεσείουσα) οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 35.374,75 ευρώ (ως μισθολογικές διαφορές που προκύπτουν από την εφαρμογή του άρθρου 9 παρ. 1 και 3 της από 05.10.1989 ΕΣΣΕ και των ποσών που καταβλήθηκαν στην ενάγουσα κατά τους αντιστοίχους μήνες, από Ιανουάριο 2008 έως και Οκτώβριο 2013) νομιμοτόκως από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλι κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα, έως εξοφλήσεως. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παρεβίασε ευθέως τις προπαρατεθείσες διατάξεις του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού της Δ.Ε.Η. (ΚΚΠ/ΔΕΗ) και της από 5ης Οκτωβρίου 1989 Ειδικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας της Δ.Ε.Η., αλλά και εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες επί ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, καθιστώσες ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, και στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως. Συγκεκριμένα, παρά το ότι, κατά τα ανωτέρω, κατά τη μετάταξη μισθωτού της Δ.Ε.Η. στο μισθολογικό κλιμάκιο άλλης Κατηγορίας προσμετράται και ο διανυθείς στην Επιχείρηση χρόνος πραγματικής υπηρεσίας αυτού προ της ένταξης υπό οιασδήποτε μορφής σύμβαση εργασίας, υπό την προϋπόθεση ότι δεν έχει προηγουμένως προσμετρηθεί, το Εφετείο προσεμέτρησε προϋπηρεσία 5 ετών 7 μηνών και 28 ημερών της αναιρεσίβλητης, [η οποία μετετάγη στο 7ο κλιμάκιο (εισαγωγικό) της Κατηγορίας των διοικητικοοικονομικών υπαλλήλων πτυχιούχων ανωτάτων σχολών της Δ.Ε.Η. (Δ01)], κατά τη μετάταξη αυτής αν και δέχτηκε ότι η εν λόγω προϋπηρεσία είχε προηγουμένως προσμετρηθεί κατά την ένταξη αυτής στο τακτικό προσωπικό στο μισθολογικό κλιμάκιο της, ένταξης [στην Κατηγορία/Ειδικότητα Δ02/Ε του ΚΚΠ/ΔΕΗ (λοιποί διοικητικοοικονομικοί υπάλληλοι/Δακτυλογράφοι - απόφοιτοι Λυκείου) στο μ.κ. 10, από 1.11.1997, με ταυτόχρονη προαγωγή στο μ.κ. 9].
Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε, με ανεπαρκή και ασαφή αιτιολογίας που καθιστά ανέφικτο τον αιρετικό έλεγχο, ότι αν και η αναιρεσείουσα αρχικά προσμέτρησε την προϋπηρεσία της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, στη συνέχεια όμως, κατά τη μετάταξή της δεν την προσμέτρησε στη νέα κατηγορία, αλλά συμψήφισε τον χρόνο αυτής (προϋπηρεσίας) με τον χρόνο που έλαβε λόγω της μετάταξης, διότι με τη μετάταξη η αναιρεσίβλητη έλαβε το 7 μισθολογικό κλιμάκιο σε εφαρμογή του άρθρου 23 του ΚΚΠ/ΔΕΗ, το οποίο είναι και το εισαγωγικό της κατηγορίας, χωρίς να αναφέρει σε τι ακριβώς συνίσταται ο επικαλούμενος "συμψηφισμός" και πως προκύπτει αυτός, ούτε προέβη στο ορθό, κατ' αυτή, τρόπο προσμέτρησης του χρόνου προϋπηρεσίας κατά την ένταξη, κατά την οποία, κατά τις παραδοχές της, και έλαβε χώρα, με λανθασμένο τρόπο υπολογισμού, η προσμέτρηση, αλλά κατ' εσφαλμένη ερμηνεία των άνω διατάξεων της ΕΣΣΕ (άρθρο 9 παρ. 1 εδ. α και 4) δέχτηκε ότι ο προηγηθείς της ένταξης χρόνος πρέπει να προσμετράται και στην περίπτωση που ο μισθωτός μετατάσσεται (και τούτο ανεξαρτήτως αν προσμετρήθηκε και προηγουμένως). Επίσης δέχτηκε το Εφετείο ότι "επειδή εν τω μεταξύ μέχρι την επόμενη προαγωγή της εφεσιβλήτου (ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης) μεσολάβησε η μετάταξή της, θα έπρεπε να είχε προσμετρήσει (η αναιρεσείουσα) την προϋπηρεσία της που ανερχόταν σε 5 χρόνια 7 μήνες και 28 ημέρες και μετά τη μετάταξή της, η οποία έγινε την 1η/3/1998 αναγνωρίζοντας ότι η επόμενη προαγωγή της θα έπρεπε να γίνει στις 28.6.1998 και στο μισθολογικό κλιμάκιο 5 στη συνέχεια να λάβει το μκ 4 από 28.6.2001, το μκ 3 από 28/6/2004, το μκ 2 από 28/6/2007 και το μκ 1 από 28.6.2010", κατά δε το άρθρο 9 παρ. 1 εδ. α και 4 της Ε.Σ.Σ.Ε. της Δ.Ε.Η. η προσμέτρηση του προηγηθέντος της ένταξης χρόνος υπηρεσίας θα γίνεται με μετάθεση της ημερομηνίας της πρώτης μετά την ένταξη προαγωγής ή της ημερομηνίας μελλοντικής κρίσεως, επομένως, εφόσον θεωρηθεί, σύμφωνα και με τις παραδοχές του Εφετείου, ότι πρώτη μετά την ένταξη προαγωγή συνιστά η μετάταξη της ενάγουσας, και πάλι δεν αιτιολογεί πως υπολογίζονται τα εν λόγω μισθολογικά κλιμάκια, ενόψει και του ότι κατά το άρθρο 6 του ΚΚΠ/ΔΕΗ ο προηγηθείς της ένταξης μισθωτού χρόνος υπηρεσίας του συνυπολογίζεται κατά την πρώτη μετά την ένταξη μισθολογική προαγωγή, θεωρούμενος ως διανυθείς στο μισθολογικό κλιμάκιο της ένταξης.
Συνεπώς, οι λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δια των οποίων προσάπτονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση οι αιτιάσεις της παραβίασης των ως άνω διατάξεων και της ανεπαρκούς αιτιολογίας, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 1 - 3 ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλο Δικαστή εκτός του εκδώσαντος την εν λόγω απόφαση. Πρέπει επίσης να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ 2 του ΚΠολΔ,), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμό 4933/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ