ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1599/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1599/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1599/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1599 / 2025    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1599/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την 100/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή, Παρασκευή Γρίβα και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1 Απριλίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Α)Του αναιρεσείοντος: Γ. Β. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Σκορδιαλού, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΔΙΚΕΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΕΣ Α.Ε." και το δ.τ. "ΟΣΥ Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας-Ειρήνης Γιαννούζη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Β) Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΔΙΚΕΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΕΣ Α.Ε." και το δ.τ. "ΟΣΥ Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας-Ειρήνης Γιαννούζη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Γ. Β. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Σκορδιαλού, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-6-2014 αγωγή του ήδη Α) αναιρεσείοντος-Β) αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 177/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 6626/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν: ο Α) αναιρεσείων με την από 26-11-2021 αίτησή του και η Β) αναιρεσείουσα με την από 8-11-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Στυλιανός Κακαβιάς. Ο πληρεξούσιος του Α αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του Β) αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 ιδίου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 5/2024, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 367/2020).

Εν προκειμένω, συντρέχει νόμιμη περίπτωση συνεκδίκασης: α) της από 26.11.2021 (με αρ. εκθ. κατ. 9360/1151/29.11.2021) αίτησης αναίρεσης (αριθ. πιν. 7) του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, Γ. Β. του Ι., κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΔΙΚΕΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (και δ.τ. "ΟΣΥ ΑΕ"), και β) της από 8.11.2021 (με αριθ. εκθ. κατ. 8910/1104/12.11.2021) αίτησης αναίρεσης (αριθ. πιν. 8) της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, ανώνυμης συγκοινωνιακής εταιρείας με την επωνυμία "ΟΔΙΚΕΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (δ.τ. "ΟΣΥ ΑΕ"), κατά του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, Γ. Β. του Ι., με τις οποίες προσβάλλεται η αυτή, υπ' αριθ. 6626/2019, τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, επειδή είναι πρόδηλη η μεταξύ τους συνάφεια και διευκολύνεται έτσι η διεξαγωγή της δίκης.
2. Οι υπό κρίση α) από 26.11.2021 και β) από 8.11.2021 αιτήσεις για αναίρεση της υπ' αριθ. 6626/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β', 556 παρ. 1, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1, 144 παρ. 1 και 145 παρ. 1 ΚΠολΔ), διότι η πρώτη από αυτές κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών την 29.11.2021 και η δεύτερη την 12.11.2021, η δε προσβαλλόμενη απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει η επίδοση, δημοσιεύθηκε την 29.11.2019, δηλαδή αμφότερες κατατέθηκαν εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ. Είναι, συνεπώς, παραδεκτές και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ).

3. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, οι υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης αποτελούν κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: O ενάγων και ήδη αναιρεσείων - αναιρεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (από κοινού με έτερο πρόσωπο, μη διάδικο στην κατ' έφεση και στην παρούσα αναιρετική δίκη) την από 17.6.2014 (με αρ. εκθ. κατ. 75213/ 2519/ 26.6.2014) αγωγή κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης - αναιρεσείουσας εταιρείας, στην οποία εξέθετε τα εξής: Ότι εργάζεται στην εναγομένη εταιρεία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, και δη ως οδηγός λεωφορείων, έχοντας προσληφθεί κατόπιν διαγωνισμού που διενεργήθηκε μέσω του ΑΣΕΠ για την πλήρωση θέσεων μη διοικητικού προσωπικού κατηγορίας Δ.Ε. Ότι η εναγομένη στις 28.3.2014 κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του και έπαψε από 1.4.2014 να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, επικαλούμενη ότι από τον έλεγχο της γνησιότητας και νομιμότητας του τίτλου σπουδών του, που είχε προσκομίσει για την πρόσληψή του, δεν επιβεβαιώθηκε η γνησιότητά του. Ότι η ως άνω καταγγελία είναι άκυρη για τους (έξι συνολικά) λόγους που ειδικότερα αναφέρονται στην αγωγή, εξαιτίας δε αυτής και των περιστάσεων υπό τις οποίες έλαβε χώρα, κατά τα ειδικότερα ιστορούμενα στην αγωγή, προσβλήθηκε παράνομα η προσωπικότητά του, γεγονός το οποίο του προξένησε ηθική βλάβη. Ζήτησε δε, α)να αναγνωριστεί η ακυρότητα της ως άνω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και να υποχρεωθεί η εναγομένη i) να αποδέχεται τις υπηρεσίες του και να τον απασχολεί με τους ίδιους όρους που ίσχυαν πριν την καταγγελία, καταδικαζόμενη σε χρηματική ποινή 150 ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής της προς την απόφαση που θα εκδοθεί, ii) να του καταβάλει για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1.4.2014 έως 1.2.2015 το ποσό των 16.728,14 ευρώ, νομιμοτόκως, και iii) να του καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 3.000 ευρώ, β)επικουρικά δε, σε περίπτωση που η ένδικη καταγγελία κριθεί έγκυρη, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, υπολογιζόμενη στο ποσό των 8.870,98 ευρώ, νομιμοτόκως. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθ. 177/2017 απόφασή του, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθόσον έκρινε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος εκ μέρους της εναγομένης ήταν έγκυρη, διότι έγινε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 3 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της τελευταίας. Κατά της απόφασης αυτής του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο ενάγων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών την από 12.11.2017 (με αρ. εκθ. κατ. 600030/506562/23.11.2017) έφεση, εκδόθηκε δε επ' αυτής η ήδη αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθ. 6626/2019 απόφαση, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση και, αφού εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση κατά το σκέλος της που αφορά την επικουρική βάση της αγωγής, κρατήθηκε δε και δικάστηκε εκ νέου η υπόθεση κατά την ίδια έκτασή της, έγινε δεκτή η αγωγή ως προς την επικουρική βάση της και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα, ως αποζημίωση για την καταγγελία της απλής σχέσης εργασίας του, το ποσό των 8.870,98 ευρώ, νομιμοτόκως κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό της απόφασης. Όσον αφορά δε το σκέλος τη εκκαλούμενης απόφασης, με το οποίο απορρίφθηκε η αγωγή κατά την κύρια βάση της ως ουσιαστικά αβάσιμη, το Εφετείο έκρινε ομοίως απορριπτέα την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, αντικαθιστώντας μόνο τις αιτιολογίες της πρωτόδικης απόφασης, καθόσον έκρινε ότι η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος ήταν εξαρχής άκυρη, για τους λόγους που ειδικότερα αναφέρονται στο σκεπτικό της απόφασής του.

4. Με τον ν. 2175/1993 ιδρύθηκε ως ν.π.ι.δ., με έδρα την Αθήνα, η εταιρεία με την επωνυμία "Οργανισμός Αστικών Συγκοινωνιών Αθηνών (Ο.Α.Σ.Α.) ", με σκοπό τη διεξαγωγή των Αστικών Συγκοινωνιών, με όλα τα μέσα μαζικής μεταφοράς, στο Λεκανοπέδιο Αττικής. Σε εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 4 του ως άνω νόμου, ιδρύθηκαν από τον Ο.Α.Σ.Α., ως ΔΕΚΟ, για την εκτέλεση και εκμετάλλευση του συγκοινωνιακού έργου, οι εταιρείες Ε.ΘΕ.Λ. Α.Ε. και Η.Λ.Π.Α.Π. Α.Ε., νομίμως συσταθείσες. Εν συνεχεία και με βάση απευθείας τις διατάξεις του ν. 3920/2011, συστάθηκε η αναιρεσίβλητη - αναιρεσείουσα εταιρεία με την επωνυμία "Ο.Σ.Υ. Α.Ε.", προερχόμενη από τη συγχώνευση, δυνάμει των διατάξεων του ως άνω νόμου (ν. 3920/2011), της Ε.ΘΕ.Λ. Α.Ε. με την Η.Λ.Π.Α.Π. Α.Ε., με απορρόφηση, κατ' εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 5 του ως άνω νόμου, της δεύτερης από την πρώτη εταιρεία. Συναφώς, έχει εκδοθεί και δημοσιευθεί νομίμως (ΦΕΚ Β' 1454/17.06.2011) η υπ' αριθ. ...-2011 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών - Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων "Πράξη συγχώνευσης των ανωνύμων εταιρειών ΕΘΕΛ Α.Ε. και ΗΛΠΑΠ Α.Ε. - Μετονομασία νέας Ανώνυμης Εταιρείας σε ΟΣΥ Α.Ε.". Οι εργασιακές σχέσεις της αναιρεσίβλητης - αναιρεσείουσας ρυθμίζονται από τις διατάξεις του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού Ο.Α.Σ.Α. - Ε.ΘΕ.Λ. - Η.Λ.Π.Α.Π., ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο 9 του ν. 2669/1998 και έχει, ως εκ τούτου, ισχύ νόμου (ΟλΑΠ 2/2009). Κατά τις διατάξεις του Κανονισμού αυτού: Άρθρο 6 παρ. 1: Οι προσλήψεις του προσωπικού διενεργούνται με τη διαδικασία του Ν. 2190/1994, όπως ισχύει κάθε φορά. Άρθρο 7 παρ. 1 εδ. α': Κάθε υποψήφιος για κάθε κατηγορία προσωπικού και ανεξάρτητα από τη θέση εργασίας πρέπει να έχει τα απαιτούμενα προσόντα, που καθορίζονται κάθε φορά από το Δ.Σ. της εταιρείας ή απαιτούνται από το νόμο και τον Υπηρεσιακό Οργανισμό για τη συγκεκριμένη θέση ή απασχόληση. Άρθρο 7 παρ. 2: Εκτός από τα ειδικά πιστοποιητικά ή άλλα έγγραφα που πρέπει να προσκομίζουν για την πρόσληψή τους οι υποψήφιοι στην αρμόδια Υπηρεσία Προσωπικού, οφείλουν σε κάθε περίπτωση να υποβάλλουν, το αργότερο μέχρι την προσδιορισμένη κάθε φορά ημερομηνία, τα παρακάτω πιστοποιητικά σε πρωτότυπο ή επικυρωμένο αντίγραφο: α. (...) ε. Τίτλους σπουδών (...). Άρθρο 7 παρ. 3: Επίσης πρέπει να υποβάλλεται υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1985, η οποία πρέπει να περιέχει τα στοιχεία ταυτότητας, τον αριθμό φορολογικού μητρώου, την ακριβή διεύθυνση και τον αριθμό τηλεφώνου, φωτοτυπία της αστυνομικής του ταυτότητας και να βεβαιώνεται η ακρίβεια των όσων δηλώθηκαν. Ψευδείς δηλώσεις ή απόκρυψη στοιχείων κατά την πρόσληψη θεωρούνται σοβαρά παραπτώματα, για τα οποία δικαιολογείται η καταγγελία της σύμβασης εργασίας, οποτεδήποτε και αν διαπιστωθούν, χωρίς καταβολή αποζημίωσης. Κατά δε το άρθρο 12 του ιδίου νόμου (2669/1998), με τον οποίο κυρώθηκε ο ως άνω Κανονισμός: "Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου καταργούνται: 1. Κάθε διάταξη νόμου ή κανονισμού εργασίας με ισχύ νόμου ή όρος συλλογικής σύμβασης εργασίας ή διαιτητικής απόφασης ή πρακτικού συμφωνίας ή άλλης άτυπης συλλογικής ρύθμισης οποιοσδήποτε μορφής ή όρος ατομικής σύμβασης εργασίας, ρητώς ή λόγω μακροχρόνιας πρακτικής καθιερωμένος, απόφαση της Διοίκησης της Εταιρείας ή των εντεταλμένων οργάνων της ή γενικά κάθε συμβατικής ή μονομερούς δικαιοπραξίας της Διοίκησης, οποιουδήποτε χαρακτήρα ή νομικής δεσμευτικότητας, που εφαρμόζονται στο προσωπικό των Ο.Α.Σ.Α., Ε.ΘΕ.Λ. Η.Λ.Π.Α.Π., Η.Σ.Α.Π. και αντίκεινται ρητά και ειδικά στις διατάξεις του παρόντος νόμου. 2. Κάθε γενική ή ειδική διάταξη νόμου που αντίκειται στις διατάξεις του παρόντος νόμου ή κατά το μέρος που ρυθμίζει κατά διάφορο τρόπο θέματα που διέπονται από τον παρόντα νόμο". Από τις παραπάνω διατάξεις του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της αναιρεσίβλητης - αναιρεσείουσας εταιρείας προκύπτει σαφώς ότι, αν ο εργαζόμενος κατά την πρόσληψή του στην ΟΣΥ προσκομίσει πλαστό ή παραποιημένο τον προσδιοριζόμενο από το άρθρο 7 παρ. 1 του Γ.Κ.Π., ως αναγκαίο, τίτλο σπουδών και βεβαιώσει ψευδώς στην κατατιθέμενη στην εργοδότρια υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1985 ότι ο τίτλος είναι γνήσιος, η σύμβαση εργασίας του δεν καθίσταται, εκ του λόγου τούτου, άκυρη, αλλά το γεγονός αυτό θεωρείται σοβαρό παράπτωμα (σπουδαίος λόγος), που δικαιολογεί την καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη, οποτεδήποτε και αν διαπιστωθεί, χωρίς καταβολή αποζημίωσης (ΑΠ 421/2024, 1389/2022, 980/2021).

Συνεπώς, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των ν. 3198/1955 και 2112/1920 περί καταβολής αποζημίωσης απόλυσης ανάλογα με τον χρόνο διάρκειας της (άκυρης) σχέσης εργασίας. Η διάταξη αυτή του άρθρου 7 παρ. 3 του ΓΚΠ κατισχύει, κατά το άρθρο 12 του ν. 2669/1998, οποιασδήποτε άλλης αντίθεσης διάταξης (ΑΠ 980/2021). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998), καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανέλεγκτα δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 421/2024, 19/2020, 319/2017, 1420/2013).

Ιδρύεται, δε, αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε δεν αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 1/1016, 7/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι έγιναν επί της ουσίας της υπόθεσης δεκτά τα εξής: "Με το ν. 2175/1993 ιδρύθηκε ως ν.π.ι.δ., με έδρα την Αθήνα, η εταιρεία με την επωνυμία "Οργανισμός Αστικών Συγκοινωνιών Αθηνών (Ο.Α.Σ.Α.)", με σκοπό την διεξαγωγή των Αστικών Συγκοινωνιών με όλα τα μέσα μαζικής μεταφοράς στο Λεκανοπέδιο Αττικής. Σε εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 4 του ως άνω ν. 2175/1993, ιδρύθηκαν από τον Ο.Α.Σ.Α., ως ΔΕΚΟ, για την εκτέλεση και εκμετάλλευση του συγκοινωνιακού έργου, οι εταιρείες Ε.ΘΕ.Λ. Α.Ε. και Η.Λ.Π.Α.Π. Α.Ε., νομίμως συσταθείσες. Εν συνεχεία και με βάση απευθείας τις διατάξεις του ν. 3920/2011, συστάθηκε η εναγόμενη - εφεσίβλητη εταιρεία, Ο.Σ.Υ. Α.Ε., προερχόμενη από τη συγχώνευση, δυνάμει των διατάξεων του ως άνω νόμου (ν. 3920/2011), της Ε.ΘΕ.Λ. Α.Ε. με την Η.Λ.Π.Α.Π. Α.Ε. με απορρόφηση - κατ' εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 6 του ως άνω νόμου - της δεύτερης από την πρώτη εταιρεία. Συναφώς έχει εκδοθεί και δημοσιευθεί νομίμως η πράξη συγχώνευσης των ως άνω εταιρειών (ΦΕΚ 1454/Β/17.6.2011). Ο εν προκειμένω ενάγων - εκκαλών προσλήφθηκε, αρχικά, με σύμβαση εργασίας δόκιμου οδηγού ορισμένου χρόνου, ενώ εν συνεχεία υπήχθη στο μόνιμο προσωπικό.

Ειδικότερα, ο εν λόγω διάδικος συμμετείχε σε διαγωνισμό που διενεργήθηκε, κατόπιν της υπ' αριθ. 1/316Μ/2004 Προκήρυξης, για την πλήρωση 1.178 θέσεων προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κατηγορίας Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης της Εταιρείας Θερμικών Λεωφορείων (Ε.ΘΕ.Λ. Α.Ε.) και προσλήφθηκε την 6.12.2004, δυνάμει της υπ' αριθ. πρωτ. 17175/22.12.2004 απόφασης του Διευθύνοντα Συμβούλου της εταιρείας και της από 6.12.2004 έγγραφης σύμβασης του άρθρου 9 του Γεν. Καν. Προσωπικού, αρχικά ως δόκιμος οδηγός, ενώ εν συνεχεία εντάχθηκε στο μόνιμο προσωπικό αυτής. Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 7 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού ΟΑΣΑ - ΕΘΕΛ (που έχει εφαρμογή και για την εναγόμενη - εφεσίβλητη Ο.Σ.Υ. Α.Ε., ως διάδοχο των εταιρειών αυτών): "1. Κάθε υποψήφιος για κάθε κατηγορία προσωπικού και ανεξάρτητα από τη θέση εργασίας πρέπει: α) Να έχει τα απαιτούμενα προσόντα που καθορίζονται κάθε φορά από το Δ.Σ. της εταιρείας ή απαιτούνται από το νόμο και τον υπηρεσιακό οργανισμό για τη συγκεκριμένη θέση ή απασχόληση (...)". Οι παραπάνω προκηρύξεις αφορούσαν την πλήρωση με σειρά προτεραιότητας συγκεκριμένων κάθε φορά, συνολικώς, θέσεων δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (ΔΕ) του κλάδου ΔΕ οδηγών. Ως κύρια προσόντα της κατηγορίας αυτής (ΔΕ) καθορίζονταν: (α) δίπλωμα επαγγελματικής κατάρτισης Ι.Ε.Κ. ειδικοτήτων (ι) τεχνικού αυτοκινήτων οχημάτων ή (ιι) εκπαιδευτή υποψηφίων οδηγών αυτοκινήτων ή πτυχίο Α' ή Β' κύκλου σπουδών ΤΕΕ ειδικότητας Μηχανών και Συστημάτων Αυτοκινήτου ή απολυτήριος τίτλος ενιαίου πολυκλαδικού λυκείου τμήματος Μηχανικών Αυτοκινήτων ή τεχνικής επαγγελματικής σχολής Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης ειδικότητας Μηχανών Αυτοκινήτου ή σχολής Μαθητείας του Ο.Α.Ε.Δ. ειδικότητας Μηχανοτεχνίτη αυτοκινήτου ή άλλος ισότιμος τίτλος σχολικής μονάδας της ημεδαπής ή αλλοδαπής, αντίστοιχης ειδικότητας, (β) επαγγελματική άδεια οδήγησης αυτοκινήτου Δ' κατηγορίας ή Δ' και Ε' κατηγορίας συγχρόνως, ισχύουσα μέχρι και την τελευταία ημέρα της προθεσμίας υποβολής των αιτήσεων, με την ειδικότερη πρόβλεψη ότι αν δεν καλύπτονταν οι θέσεις από υποψηφίους με τα προαναφερόμενα προσόντα, επιτρεπόταν ο διορισμός υποψηφίων με οποιοδήποτε απολυτήριο τίτλο σχολικής μονάδας Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης της ημεδαπής ή ισότιμο της αλλοδαπής και την προαναφερόμενη (β) επαγγελματική άδεια οδήγησης. Όσον αφορά τα επικουρικά προσόντα, προβλεπόταν ότι σε περίπτωση που δεν καθίστατο δυνατή η πλήρωση των θέσεων από υποψηφίους με τα προαναφερόμενα προσόντα, επιτρεπόταν ο διορισμός με: α) προσόν οποιονδήποτε απολυτήριο τίτλο σχολικής μονάδας Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης της ημεδαπής ή ισότιμο τίτλο σπουδών της αλλοδαπής, β) επαγγελματική άδεια οδήγησης αυτοκινήτου Δ' ή Δ' και Ε' κατηγορίας, ισχύουσα μέχρι και την τελευταία ημέρα της προθεσμίας υποβολής των αιτήσεων, γ) γνώση πληροφορικής και χειρισμού Η/Υ σε βασικό επίπεδο στα αντικείμενα: α) επεξεργασίας κειμένων, β) υπολογιστικών φύλλων, γ) βάσεων δεδομένων, δ) παρουσιάσεων και ε) υπηρεσιών διαδικτύου, ενώ σε περίπτωση που δεν καθίστατο δυνατή η πλήρωση των θέσεων από υποψηφίους με τα ανωτέρω προσόντα, θα γίνονταν δεκτοί υποψήφιοι με τα υπό στοιχ. (α) και (β) προσόντα. Άλλως, σε περίπτωση που δεν καθίστατο δυνατή η πλήρωση των θέσεων από υποψηφίους με τα προσόντα της προηγούμενης παραγράφου, επιτρεπόταν ο διορισμός με: α) απολυτήριο τίτλο υποχρεωτικής εκπαίδευσης (δηλαδή απολυτήριο τριταξίου γυμνασίου ή για υποψηφίους που είχαν αποφοιτήσει μέχρι το 1980 απολυτήριο δημοτικού σχολείου), β) επαγγελματική άδεια οδήγησης αυτοκινήτου Δ' ή Δ' και Ε' κατηγορίας ισχύουσα μέχρι και την τελευταία ημέρα της προθεσμίας υποβολής των αιτήσεων, γ) εμπειρία επαγγελματία οδηγού αυτοκινήτου τουλάχιστον τριών (3) ετών μετά την απόκτηση οιασδήποτε επαγγελματικής άδειας οδήγησης αυτοκινήτου, δ) γνώση πληροφορικής και χειρισμού Η/Υ σε βασικό επίπεδο στα παραπάνω αντικείμενα. Επιπλέον, σύμφωνα με την ανωτέρω προκήρυξη, στο κεφάλαιο αυτής που αφορούσε επισημάνσεις για την κατηγορία Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, η σειρά κατάταξης των υποψηφίων ΔΕ που συμμετείχαν στη διαδικασία με τριετή τουλάχιστον εμπειρία στο αντικείμενο της θέσης και με οποιονδήποτε τίτλο σπουδών τουλάχιστον υποχρεωτικής εκπαίδευσης, καθοριζόταν κατά φθίνουσα σειρά συνολικής βαθμολογίας όπως αυτή προέκυπτε από τη βαθμολόγηση των κριτηρίων κατάταξης υποψηφίων της συγκεκριμένης κατηγορίας εκπαίδευσης (ΔΕ), πλην των κριτηρίων του βασικού τίτλου σπουδών και του διπλώματος Ο.Ε.Ε.Κ. ή δεύτερου τίτλου σπουδών. Κατά δε το Κεφάλαιο Δ' αυτής (προκήρυξης), αναφορικά με τα κριτήρια κατάταξης, οριζόταν ότι η κατάταξη των υποψηφίων θα γινόταν σύμφωνα με τα κριτήρια του άρθρου 18 του ν. 2190/1994, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 8 του ν. 3051/2002 ως ισχύει και τη βαθμολογία που αντιστοιχούσε σε κάθε κριτήριο. Συναφώς δε οριζόταν ότι οι υποψήφιοι για διορισμό σε θέσεις για τις οποίες απαιτούνταν τίτλος σπουδών ΔΕ, θα κατατάσσονταν σε πίνακες προτεραιότητας κατά φθίνουσα σειρά συνολικής βαθμολογίας, όπως αυτή προέκυπτε από τους τίτλους σπουδών, την εμπειρία και τη γνώση ξένης γλώσσας.

Περαιτέρω, στην έγγραφη σύμβαση εργασίας που καταρτίστηκε σχετικώς, ο παραπάνω ενάγων - εκκαλών, ως μισθωτός, δήλωσε ότι έλαβε γνώση του ισχύοντος Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της εργοδότριας εταιρείας, αποδεχόμενος αυτόν ανεπιφύλακτα και προσχωρώντας στις διατάξεις του. Σύμφωνα με τις παρ. 2 και 3 του άρθρου 7 του ως άνω Κανονισμού: "(....) 2. Εκτός από τα ειδικά πιστοποιητικά ή άλλα έγγραφα που πρέπει να προσκομίζουν για την πρόσληψή τους οι υποψήφιοι στην αρμόδια Υπηρεσία προσωπικού, οφείλουν σε κάθε περίπτωση να υποβάλουν, το αργότερο μέχρι την προσδιορισμένη κάθε φορά ημερομηνία, τα παρακάτω πιστοποιητικά σε πρωτότυπο ή επικυρωμένο αντίγραφο: α. (...) ε. Τίτλους σπουδών. (...)" και "3.

Επίσης πρέπει να υποβάλλεται υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/85, η οποία πρέπει να περιέχει τα στοιχεία ταυτότητας, τον αριθμό φορολογικού μητρώου, την ακριβή διεύθυνση και τον αριθμό τηλεφώνου, φωτοτυπία της αστυνομικής του ταυτότητας και να βεβαιώνεται η ακρίβεια των όσων δηλώθηκαν. Ψευδείς δηλώσεις ή απόκρυψη στοιχείων, κατά την πρόσληψη, θεωρούνται σοβαρά παραπτώματα για τα οποία δικαιολογείται η καταγγελία της σύμβασης εργασίας, οποτεδήποτε και αν διαπιστωθούν, χωρίς καταβολή αποζημίωσης. (...)".

Συναφώς, για την πρόσληψή του, ο ενάγων - εκκαλών υπέβαλε φωτοαντίγραφο αποδεικτικού απόλυσης του 2ου Τεχνικού -Επαγγελματικού Λυκείου Αχαρνών, με αριθμό πρωτοκόλλου 931, με Γενικό Βαθμό δεκαεπτά και επτά δέκατα τρίτα και διαγωγή κοσμιοτάτη, συνημμένο στην από 16.7.2004 αίτησή του για πρόσληψη. Ακολούθως, δυνάμει της υπ' αριθμ. πρωτ. ....2013 Εγκυκλίου της Γενικής Διεύθυνσης Κατάστασης Προσωπικού του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης & Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, τα αρμόδια όργανα της εναγόμενης - εφεσίβλητης εταιρείας κλήθηκαν να ελέγξουν, μέσα σε τρεις μήνες, τη νομιμότητα πρόσληψης/μετάταξης και μετατροπής της εργασιακής σχέσης των υπαλλήλων τους και ειδικότερα, να διενεργήσουν έλεγχο νομιμότητας όλων των πτυχίων, των πιστοποιητικών και των στοιχείων που σχετίζονταν με την πρόσληψη, τη μετάταξη ή τη μετατροπή σε αορίστου χρόνου της εργασιακής σχέσης των υπαλλήλων της, καθώς και του συνόλου των στοιχείων που συμπεριλαμβάνονταν στο προσωπικό τους μητρώο (τίτλους σπουδών, πτυχία, μεταπτυχιακά, διδακτορικά, πιστοποιητικά γνώσης Η/Υ, βεβαιώσεις προϋπηρεσίας κλπ.), τα οποία αποδείκνυαν την κατοχή των κύριων, πρόσθετων ή επικουρικών προσόντων, βάσει των οποίων τεκμηριωνόταν η νομιμότητα της υπαλληλικής σχέσης και κατάστασης. Σε εκτέλεση της ως άνω Εγκυκλίου, τα αρμόδια όργανα της εναγόμενης - εφεσίβλητης προέβησαν στον παραγγελθέντα ως άνω έλεγχο, αποστέλλοντας το σύνολο των τίτλων σπουδών των εργαζόμενων, μεταξύ των οποίων και του εν προκειμένω ενάγοντα - εκκαλούντα, στις εκδούσες αυτούς αρχές. Σε απάντηση, τα αρμόδια όργανα της εναγόμενης - εφεσίβλητης έλαβαν το υπ' αριθ. πρωτ. ....2014 έγγραφο του Διευθυντή Δ/νσης Δ.Ε. Ανατ. Αττικής, σύμφωνα με το οποίο ο τίτλος σπουδών του ενάγοντα - εκκαλούντα ήταν πλαστός και επισυναπτόταν ο κανονικός (τίτλος σπουδών). Συγκεκριμένα, ενώ ο τελευταίος είχε επισυνάψει στην αίτησή του για πρόσληψη αποδεικτικό απόλυσης του 2ου Τεχνικού - Επαγγελματικού Λυκείου Αχαρνών, με αριθμό πρωτοκόλλου 931, με αριθμό μητρώου μαθητών 746, με Γενικό Βαθμό δεκαεπτά και επτά δέκατα τρίτα (17 7/13) και με αναλυτική βαθμολογία Νέα ελληνική γλώσσα 17, Ξένη γλώσσα 17, Στοιχεία Δημοκρατ. Πολιτ. 17, Ιστορία 18, Μαθηματικά 18, Φυσική Αγωγή 20, Αντοχή Υλικών 19, Πρακτ. Ασκ. Κτηρ. Εργ. 18, Οικοδομικοί 18, Γενική Δομική ΙΙ 17, Σχέδιο Κτηρ. Έργων 17, Οργάνωση Εργοτ. Κόστος Κατ. 17 και Στοιχεία Πολεοδομίας 17, στον επισυναπτόμενο γνήσιο τίτλο αναγράφονταν γενικός βαθμός έντεκα και οκτώ δέκατα τρίτα (11 8/13) και αναλυτική βαθμολογία: Νέα Ελληνική Γλώσσα 13, Ξένη Γλώσσα (Αγγλικά) 10, Στοιχεία Δημοκρατ. Πολιτ. 11, Ιστορία 13, Μαθηματικά 10, Φυσική Αγωγή 20, Αντοχή Υλικών 10, Πρακτ. Ασκ. Κτηρ. Έργων 10, Οικοδομικοί 11, Γενική Δομική ΙΙ 10, Σχέδιο Κτηρ. Έργων 11, Οργάνωση Εργοτ. Κόστος Κατ. 10 και Στοιχεία Πολεοδομίας 12. Ακολούθως, δυνάμει της υπ' αριθ. πρωτ. 6915/6.3.2014 ειδοποίησης - κλήσης της Διευθύντριας Ανθρώπινου Δυναμικού της εναγόμενης - εφεσίβλητης εταιρείας, η οποία επιδόθηκε στον ενάγοντα - εκκαλούντα δυνάμει της υπ' αριθ. ....2014 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου της Αθήνας, Ι. Κ., ο τελευταίος κλήθηκε να προσέλθει εντός προθεσμίας πέντε (5) ημερολογιακών ημερών από την παραλαβή της, προκειμένου να καταθέσει τις απόψεις - ενστάσεις του, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 20 Σ σε συνδυασμό με το άρθρο 6 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας και το άρθρο 7 παρ. 3 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της εναγόμενης - εφεσίβλητης εταιρείας, σχετικά με ψευδή δήλωση ή απόκρυψη στοιχείων κατά την πρόσληψή του, τα οποία διαπιστώθηκαν μετά από εμπεριστατωμένο έλεγχο και διασταύρωση δικαιολογητικών - τυπικών προσόντων διορισμού του (μέσω ΑΣΕΠ), σε εφαρμογή της προαναφερόμενης εγκυκλίου. Κατόπιν αυτών, δυνάμει της συνταχθείσας υπ' αριθ. ....2014 ειδοποίησης - γνωστοποίησης της πληρεξούσιας δικηγόρου της εναγόμενης - εφεσίβλητης εταιρείας, η οποία κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα - εκκαλούντα με την υπ' αριθ. ....2014 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά Γ. Π., γνωστοποιήθηκε σ' αυτόν ότι καταγγελλόταν η σύμβαση εργασίας του από 1.4.2014, σύμφωνα με τα ανωτέρω σχετικά, καθώς και βάσει των διατάξεων του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της εναγόμενης - εφεσίβλητης εταιρείας, παρ. 3 άρθρου 7 αυτού. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του τελευταίου (άρθρου 7 παρ. 3 εδ. δεύτερο του Γενικού Κανονισμού ΟΑΣΑ - ΕΘΕΛ, που εφαρμόζεται και στους εργαζόμενους για λογαριασμό της εναγόμενης - εφεσίβλητης εταιρείας, διαδόχου των εταιρειών αυτών): "(...) 3. (...) Ψευδείς δηλώσεις ή απόκρυψη στοιχείων κατά την πρόσληψη θεωρούνται σοβαρά παραπτώματα, για τα οποία δικαιολογείται η καταγγελία της σύμβασης εργασίας, οποτεδήποτε και αν διαπιστωθούν, χωρίς καταβολή αποζημίωσης". Επικαλούμενη δε την εφαρμογή του αμέσως προηγούμενου άρθρου του ισχύοντος για το προσωπικό της Κανονισμού, η εναγόμενη - εφεσίβλητη εταιρεία κάλεσε, παραλλήλως, τον ενάγοντα - εκκαλούντα να προσέλθει στο Τμήμα Προσωπικού και Εργασιακών Σχέσεων της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού της, για την εκκαθάριση τυχόν οικονομικών του οφειλών, χωρίς περαιτέρω να του καταβάλει αποζημίωση απόλυσης. Από την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού προκύπτει ότι προϋπόθεση πρόσληψης του παραπάνω ενάγοντα και ήδη εκκαλούντα ήταν να συγκεντρώνει τα απαιτούμενα ως κύρια προβλεπόμενα προσόντα για τη συγκεκριμένη θέση εργασίας και ειδικότερα γνήσιο τίτλο σπουδών δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Σε διαφορετική δε περίπτωση, η σύμβαση εργασίας του ήταν άκυρη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 3, 174 και 180 του ΑΚ και λογίζεται ως μη γενόμενη. Με τα δεδομένα δε αυτά, η συναφθείσα μεταξύ του εν λόγω διαδίκου και της εναγόμενης - εφεσίβλητης εταιρείας σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ήταν εξ αρχής άκυρη, εφόσον δεν τηρήθηκε για την πρόσληψη του πρώτου η ως άνω διάταξη του ανωτέρω Γενικού Κανονισμού Προσωπικού, καθώς αυτός δεν διέθετε τότε το απαιτούμενο για την πρόσληψή του τυπικό αυτό προσόν, με αποτέλεσμα αυτή (καταρτισθείσα ως άνω σύμβαση) να μη δεσμεύει την τελευταία. Η άκυρη αυτή σύμβαση δεν έγινε έγκυρη, έστω και αν ο παραπάνω ενάγων - εκκαλών προσλήφθηκε και απασχολούνταν επί μακρόν, αφού η ανωτέρω έλλειψη (του προβλεπόμενου ως άνω τυπικού προσόντος του) δεν διαπιστώθηκε παρά μόνο μετά τον διενεργηθέντα κατά τα προαναφερόμενα έλεγχο, ενώ μόνη η αποδοχή της εργασίας του διαδίκου αυτού δεν αρκεί για να επικυρώσει, έστω και σιωπηρά, την ακυρότητα της σχετικής σύμβασης. Επειδή δε στην άκυρη σύμβαση εργασίας δεν υφίσταται θέμα ακυρότητας της καταγγελίας, η εναγόμενη - εφεσίβλητη, Ο.Σ.Υ. Α.Ε., που κατόπιν του παραπάνω ελέγχου προέβη στην καταγγελία της σύμβασης αυτής εργασίας και έπαυσε από την παραπάνω ημερομηνία να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντα - εκκαλούντα, χωρίς να του καταβάλει αποζημίωση απόλυσης, δεν έγινε υπερήμερη και δεν υποχρεούνταν στη συνέχιση της σχέσης εργασίας αυτού, η οποία λογίζεται λυθείσα από τον παραπάνω αναφερόμενο χρόνο. Για την ταυτότητα δε του νομικού λόγου (λόγω, δηλαδή, της ακυρότητας της καταρτισθείσας μεταξύ των διαδίκων σύμβασης) και εφόσον, εξαιτίας αυτής, δεν μπορεί να αξιωθεί από την εναγόμενη - εφεσίβλητη εταιρεία η περαιτέρω απασχόληση του ενάγοντα - εκκαλούντα, η γενόμενη κατά τα ανωτέρω καταγγελία δεν υπόκειται στον περιορισμό της ΑΚ 281.

Συνεπώς, η αγωγή, κατά την κύρια βάση της, είναι αβάσιμη και για τον λόγο αυτό απορριπτέα. Απορριπτέο, ως εκ τούτου, είναι και το συνδεόμενο με αυτήν αίτημα περί αποδοχής των προσφερόμενων εκ μέρους του ενάγοντα - εκκαλούντα υπηρεσιών στη θέση, με την ειδικότητα και τις αποδοχές, καθώς και με τους όρους που ίσχυαν πριν τη γενόμενη ως άνω καταγγελία, απορριπτομένου, αντιστοίχως, και του σωρευόμενου αιτήματος να υποχρεωθεί η εναγόμενη - εφεσίβλητη να καταβάλει σ' αυτόν χρηματική ποινή ύψους 150 ευρώ, σε περίπτωση άρνησής της. Ομοίως απορριπτέο κρίνεται και το αίτημα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω της επικαλούμενης ηθικής βλάβης. Και αυτό γιατί, η γενόμενη κατά τα ανωτέρω καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντα - εκκαλούντα ήταν, κατά τα προεκτεθέντα, νόμιμη και δεν έφερε τα στοιχεία της αδικοπραξίας, ώστε να ανακύπτουν αξιώσεις του εν λόγω διαδίκου για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση απέρριψε την αγωγή, κατά την κύρια βάση της, αν και με εσφαλμένη αιτιολογία, η οποία επιτρεπτώς (άρθρο 534 ΚΠολΔ) αντικαθίσταται με την παρούσα, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε και, συνεπώς, οι λόγοι της έφεσης, με τους οποίους ο ενάγων και ήδη εκκαλών παραπονείται για την απόρριψη της οικείας βάσης της αγωγής του, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. (....). Όσον αφορά την επικουρική βάση της, η ένδικη αγωγή (....) είναι νόμιμη (....). Από όσα δε παραπάνω εκτίθενται προκύπτει ότι, για τους μόνιμους υπαλλήλους της εναγόμενης - εφεσίβλητης εταιρείας, για τους οποίους δεν έχει ληφθεί ειδική μέριμνα από τον ισχύοντα για το προσωπικό της ως άνω Κανονισμό, εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 2112/1920 και κατά συνέπεια και του ν. 3158/1955, σχετικά με την αποζημίωση απόλυσής τους.

Επειδή δε επιπλέον, η διάταξη του β' εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 7 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της εναγόμενης - εφεσίβλητης εταιρείας, με την οποία η τελευταία απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής της αμέσως προηγούμενης αποζημίωσης (απόλυσης) στην περίπτωση καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης λόγω του παραπάνω παραπτώματος (ψευδείς δηλώσεις ή απόκρυψη στοιχείων κατά την πρόσληψη) δεν είναι νόμιμη, ο ενάγων και ήδη εκκαλών, που απασχολήθηκε για λογαριασμό της άνω εταιρείας με άκυρη σύμβαση, δικαιούνταν να λάβει αποζημίωση απόλυσης, λόγω της γενόμενης καταγγελίας της οικείας σύμβασης (....). Βάσει δε των προεκτεθέντων, ο ενάγων και ήδη εκκαλών έπρεπε να λάβει και εξακολουθεί να του οφείλεται, ως αποζημίωση, λόγω της γενόμενης καταγγελίας της σχέσης εργασίας του, αναλόγως του χρόνου υπηρεσίας και των τακτικών αποδοχών του, όπως αυτές διαμορφώνονταν τον τελευταίο πριν την απόλυσή του μήνα, το συνολικό ποσό των 8.870,98 ευρώ....".

Ακολούθως το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση και, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά την επικουρική βάση της αγωγής, κράτησε δε και δίκασε εκ νέου την υπόθεση κατά την ίδια έκτασή της, έκανε δεκτή η αγωγή ως προς την επικουρική βάση της και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα, ως αποζημίωση για την καταγγελία της απλής σχέσης εργασίας του, το ποσό των 8.870,98 ευρώ, νομιμοτόκως κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό της απόφασης. Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ήτοι: Α)Με το να δεχθεί ότι η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος ήταν εξαρχής άκυρη, κατά τα άρθρα 3, 174 και 180 ΑΚ, επειδή αυτός, κατά τον χρόνο της πρόσληψής του, δεν διέθετε το απαιτούμενο γι' αυτήν τυπικό προσόν και συγκεκριμένα γνήσιο τίτλο σπουδών δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, αφού ο τίτλος (απολυτήριο 2ου Τεχνικού - Επαγγελματικού Λυκείου Αχαρνών) που προσκόμισε ήταν πλαστός και δη νοθευμένος ως προς τον βαθμό του απολυτηρίου και τις επιμέρους βαθμολογίες των αναγραφόμενων σ' αυτόν μαθημάτων, συνακόλουθα δε, ότι (λόγω της ακυρότητας της σύμβασης) δεν μπορεί να αξιωθεί από την εναγομένη εργοδότρια η περαιτέρω απασχόληση του ενάγοντος και, ως εκ τούτου, αφενός δεν έχει καταστεί αυτή υπερήμερη επειδή έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, αφετέρου δεν υφίσταται θέμα ακυρότητας της ένδικης καταγγελίας ούτε υπόκειται αυτή στον περιορισμό της ΑΚ 281, κρίνοντας ακολούθως απορριπτέα, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, την αγωγή κατά την κύρια βάση της και επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση κατά το αντίστοιχο απορριπτικό σκέλος της, αντικαθιστώντας μόνο τις αιτιολογίες αυτής, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 3, 174 και 180 ΑΚ, των οποίων δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους στην προκειμένη περίπτωση.

Και τούτο διότι, σύμφωνα με τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, εφαρμοστέα εν προκειμένω ήταν η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 3 του έχοντος ισχύ νόμου Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της εργοδότριας εταιρείας, η οποία (διάταξη) ορίζει ότι, αν ο εργαζόμενος κατά την πρόσληψή του στην Ο.Σ.Υ. προσκομίσει πλαστό ή παραποιημένο τον προσδιοριζόμενο από την παρ. 1 του ίδιου άρθρου του Γ.Κ.Π., ως αναγκαίο, τίτλο σπουδών και βεβαιώσει ψευδώς στην κατατιθέμενη στην εργοδότρια υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1985 ότι ο τίτλος είναι γνήσιος, όπως έπραξε ο ενάγων σύμφωνα με τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές του Εφετείου, η σύμβαση εργασίας του δεν καθίσταται, εκ του λόγου τούτου, άκυρη, αλλά το γεγονός αυτό θεωρείται σοβαρό παράπτωμα (σπουδαίος λόγος), που δικαιολογεί την καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη, οποτεδήποτε κι αν διαπιστωθεί.

Συνεπώς, είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος της από 26-11-2021 αίτησης αναίρεσης του ενάγοντος, κατά το πρώτο σκέλος του, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των άρθρων 3, 174 και 180 ΑΚ, λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας αυτού ως προς το σκέλος της προσβαλλόμενης απόφασης που αφορά την κύρια βάση της αγωγής, παρέλκει η έρευνα του δευτέρου και του τρίτου σκέλους του ως άνω λόγου, εκ των αριθμών 19 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, καθώς και των λοιπών λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, καθόσον βάλλουν κατά του ιδίου ως άνω σκέλους της εφετειακής απόφασης. Β)Με το να δεχθεί ότι, λόγω της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος εκ μέρους της εναγομένης εταιρείας, η τελευταία έχει την υποχρέωση να καταβάλει σ' αυτόν τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, ποσού 8.870,98 ευρώ, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις των νόμων 2112/1920 και 3198/1955, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 3 του έχοντος ισχύ νόμου Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της εργοδότριας εταιρείας, καθώς και εκείνες των άρθρων 3 του ν. 2112/1920 και 2, 4, 5 και 8 του ν. 3198/1955, τις οποίες εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους στην προκειμένη περίπτωση. Και τούτο, διότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, ο οποίος, κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προσκόμισε κατά την πρόσληψή του τον προαναφερόμενο παραποιημένο τίτλο σπουδών, έγινε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 3 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της εναγομένης, η οποία ορίζει ότι ψευδείς δηλώσεις ή απόκρυψη στοιχείων κατά την πρόσληψη θεωρούνται σοβαρά παραπτώματα, για τα οποία δικαιολογείται η καταγγελία της σύμβασης εργασίας, οποτεδήποτε και αν διαπιστωθούν, χωρίς καταβολή αποζημίωσης.

Σύμφωνα δε με τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, δεν είναι εφαρμοστέες, στις ανωτέρω περιπτώσεις, οι γενικές διατάξεις περί αποζημίωσης απόλυσης των νόμων 2112/1920 και 3198/1055, όπως εσφαλμένα δέχθηκε το Εφετείο, παραβλέποντας το άρθρο 12 του ν. 2669/1998, κατά το οποίο η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 3 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της εναγομένης κατισχύει οποιασδήποτε άλλης αντίθετης διάταξης και, συνεπώς, και των νόμων αυτών, και επικαλούμενο παραλλήλως ότι ο Γενικός Κανονισμός Προσωπικού της εναγομένης δεν περιέχει ειδική μέριμνα για τους εργαζόμενους, καθώς και ότι δεν είναι νόμιμη η ως άνω διάταξη του άρθρου 7 παρ. 3 του Κανονισμού, που απαλλάσσει τον εργοδότη από την υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης απόλυσης.

Επομένως, είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος της από 8-11-2021 αίτησης αναίρεσης της εναγομένης, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 7 παρ. 3 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της εναγομένης, λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας αυτού ως προς το σκέλος της προσβαλλόμενης απόφασης που αφορά την επικουρική βάση της αγωγής, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, καθόσον βάλλουν κατά του ιδίου ως άνω σκέλους της εφετειακής απόφασης.

5. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και δη, τόσο κατά το μέρος της που αφορά την κύρια βάση της αγωγής, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου (κατά το πρώτο σκέλος του) της από 26.11.2021 (με αρ. εκθ. κατ. 9360/1151/29.11.2021) αίτησης αναίρεσης του ενάγοντος, όσο και κατά το μέρος της που αφορά στην επικουρική βάση της αγωγής, κατά παραδοχή της από 8.11.2021 (με αρ. εκθ. κατ. 8910/1104/12.11.2021) αίτησης αναίρεσης της εναγομένης. Κατόπιν τούτου, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλον δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, έκαστος των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας του, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου του - αναιρεσείοντος, που παραστάθηκε, και εξ αυτών ο μεν αναιρεσείων της υπό στοιχ. α' αίτησης αναίρεσης δεν κατέθεσε προτάσεις, η δε αναιρεσείουσα της υπό στοιχ. β' αίτησης αναίρεσης κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις α)από 26.11.2021 (με αρ. εκθ. κατ. 9360/1151/ 29.11.2021) αίτηση και β)από 8.11.2021 (με αριθ. εκθ. κατ. 8910/1104/ 12.11.2021) αιτήσεις για αναίρεση της υπ' αριθ. 6626/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Δέχεται αμφότερες τις αιτήσεις αναίρεσης.

Αναιρεί την υπ' αριθ. 6626/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, συγκροτούμενου από άλλον δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη της από 26-11-2021 αίτησης αναίρεσης στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο της από 8-11-2021 αίτησης αναίρεσης στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Σεπτεμβρίου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή